Legislator Case Law & Legislation
1270/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor contract interpretation, upholding lower court's evidence assessment.

Case Number 1270/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a labor dispute. The appellant argued that the lower court distorted the content of specific documents concerning the employment contract and meeting minutes. The court rejected these claims, ruling that the lower court's findings were based on a valid evaluation of evidence combined with witness testimonies, which falls outside the Supreme Court's review scope.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(20) & Art. 561(1) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court cannot review factual findings based on document content evaluation unless the lower court exclusively relied on a distorted document or committed a diagnostic error regarding the document's existence.

Keywords

AI generated
labor contract interpretation evidence evaluation document distortion appeal dismissal factual findings review

Cited Legislation

AI generated
Art. 13 § 1 of Law 2738/1999
Art. 14 of Law 3016/2002
Art. 559(20) of the Code of Civil Procedure
Art. 561(1) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1270 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1270/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ελληνική Φίλαθλη Ομοσπονδία Σόφτμπολ", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Παναγιώτη Βρεττάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-9-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 853/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 6516/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 13-2-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 22-12-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη συνεδρίαση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Αντώνιου Αθηναίου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δευτέρου, τετάρτου και ογδόου κατά το ως άνω μέρος του, από τους λόγους της αίτησης αναίρεσης, και την απόρριψη των άλλων λόγων αυτής.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 13 § 1 του Ν. 2738/1999 (ο οποίος εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων), η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι τα ζητήματα μισθών , συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κλπ.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.

Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας.

Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: 1.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001. 2.

Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των Οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 175 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ, περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών, και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους....

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002"). Στο άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 2725/1999, για τον ερασιτεχνικό και επαγγελματικό αθλητισμό, ορίζεται ότι, με κανονισμό που ψηφίζει το Δ.Σ. της ομοσπονδίας και εγκρίνει ο αρμόδιος για τον αθλητισμό Υπουργός ρυθμίζονται όλα τα θέματα οργάνωσης, διοίκησης και λειτουργίας αυτής και των ενώσεων της καθώς και τα θέματα υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού της.

Στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται, "οι αποδοχές του προσωπικού με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου καθορίζεται με αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του ν. 2470/1997, όπως εκάστοτε ισχύει. Για την κατάταξη του προσωπικού που υπηρετεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια, υπολογίζεται όλος ο χρόνος της υπηρεσίας και προϋπηρεσίας που έχει αναγνωρισθεί για τον καθορισμό των αποδοχών του".

Τέλος, στην παράγραφο 3 του άρθρου ορίζεται ότι, οι προσλήψεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ομοσπονδιών, με εξαίρεση τους ειδικούς συνεργάτες, τους προπονητές, τους γυμναστές, τους τεχνικούς συμβούλους, τους φυσιοθεραπευτές κ.λ.π. γίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2190/1994. Περαιτέρω, στο άρθρο 136 παρ.3 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι, μετά την έγκριση του, κατά την παρ.1 του άρθρου 30 του παρόντος κανονισμού, το προσωπικό των αθλητικών ομοσπονδιών και των ενώσεων τους που υπηρετεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου και έχει προσληφθεί μέχρι την 30-3-1998 κατατάσσεται μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών, στις προβλεπόμενες οργανικές θέσεις ανάλογα με τα προσόντα του.

Εξάλλου, στο άρθρο 11 του εκδοθέντος κατ' εξουσιοδότηση του ν. 2725/1999 (άρθρο 30 παρ.1) κανονισμού του αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ, που κυρώθηκε με την 11134/2000 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ (τεύχος Β') 542/11-4-2000 και έχει ισχύ νόμου, ορίζονται τα εξής: Το προσωπικό της ομοσπονδίας διακρίνεται σε τακτικό με σύμβαση αορίστου χρόνου, σε προσωπικό με σύμβαση ορισμένου χρόνου και έκτακτο (παρ.1).

Στην κατηγορία του τακτικού προσωπικού ανήκει το προσωπικό που προσλαμβάνονται σε οργανικές θέσεις με σύμβαση αορίστου χρόνου (παρ.2). Στην κατηγορία του προσωπικού με σύμβαση ορισμένου χρόνου ανήκουν όσοι συνδέονται με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου και έχουν ειδικότητες που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 30 του ν. 2725/1999 (παρ.3).

Στο άρθρο 25 του ιδίου κανονισμού ορίζεται ότι, η καταγγελία της σύμβασης των υπαλλήλων γίνεται για σπουδαίο λόγο, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, ύστερα από προηγούμενη ακρόαση του υπαλλήλου. Τέλος, στο άρθρο 27 του ιδίου κανονισμό ορίζεται ότι, το προσωπικό της ομοσπονδίας που υπηρετεί με σύμβαση αορίστου χρόνου κατά την έγκριση του παρόντος κανονισμού και δεν κατατάσσεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.3 του άρθρου 136 του ν. 2725/1999, εξακολουθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην ομοσπονδία με την ίδια σχέση εργασίας και να διέπεται από τις ρυθμίσεις του παρόντος κανονισμού (παρ.1).

Για τις αποδοχές του προσωπικού της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παρ.2 του άρθρου 30 του ν. 2725/1999.... Σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 25 του Κανονισμού του αναιρεσιβλήτου, αποτελούν πραγματικά περιστατικά τα οποία κατ' αντικειμενική κρίση καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλοντα τη συνέχιση της σύμβασης εργασίας.

Έτσι, η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτού αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας. Αρκεί δε ακόμα και ένα περιστατικό, το οποίο αντικειμενικά θεωρούμενο, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να καθιστά μη ανεκτή την περαιτέρω διατήρηση της συμβατικής σχέσης για εκείνον που δικαιούται να την καταγγείλει.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, για την πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1α ΚΠολΔ), πρέπει, να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ως ουσιώδη ζητήματα, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή καταλυτικής αυτής ένστασης.

Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής:

Το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Ελληνική Φίλαθλη Ομοσπονδία Σοφτμπολ" προσέλαβε τον αναιρεσείοντα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, για το χρονικό διάστημα από 3-2-1999 μέχρι 31-12-1999, για να προσφέρει την εργασία του ως βοηθός τεχνικού συμβούλου, με μηνιαίο μισθό 250.000 δραχμών.

Η πρόσληψη των τεχνικών συμβούλων και των βοηθών τεχνικού συμβούλου, δέχθηκε το Εφετείο, επιτρέπεται χωρίς την τήρηση των διατάξεων του ν. 2190/1994 και για τις συμβάσεις εργασίας αυτών έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και δεν ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 21 του ν.2190/1994. Επίσης, δέχθηκε το Εφετείο, μετά τη λήξη του ως άνω χρόνου ο αναιρεσείων εξακολούθησε την εργασία του, χωρίς να εναντιώνεται το αναιρεσίβλητο, με συνέπεια η σύμβαση να λογίζεται ότι ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο (άρθρο 671 ΑΚ).

Το αναιρεσίβλητο κατέταξε το προσωπικό του, που υπηρετούσε κατά τη δημοσίευση του ν.2725/1999 (17-6-1999) με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και είχε προσληφθεί μέχρι τις 30-3-1998. Ο αναιρεσείων ορθά δεν κατατάχθηκε σε οργανική θέση, ενόψει του ότι είχε προσληφθεί στις 3-2-1999 και στις 17-6-1999 υπηρετούσε με σύμβαση ορισμένου χρόνου.

Σκοπός της πρόσληψης του αναιρεσείοντος ήταν η οργάνωση του αναιρεσιβλήτου, η προβολή και διάδοση του αθλήματος, η οργάνωση αγώνων, η ενημέρωση και επιμόρφωση στελεχών. Όμως ο αναιρεσείων, παρότι καθηγητής φυσικής αγωγής, δεν διέθετε τις απαιτούμενες γνώσεις και εμπειρία, με αποτέλεσμα να μην εκπληρώνονται οι παραπάνω στόχοι.

Επιπλέον εκτελούσε πλημμελώς τα καθήκοντα του, ενόψει κυρίως, του ότι δεν υπέβαλε προτάσεις και σχέδια για την ανάπτυξη του αθλήματος. Αδιαφορούσε για την εκτέλεση εντολών της διοίκησης του αναιρεσιβλήτου, θεωρώντας ότι δεν ικανοποιείται οικονομικά και απαιτώντας την καταβολή από 1-1-2002 και εφεξής του ποσού των 176 ευρώ το μήνα, που το αναιρεσίβλητο χορηγούσε στο τακτικό προσωπικό του.

Η διοίκηση του αναιρεσιβλήτου δεν ήταν ευχαριστημένη από τις επιδόσεις του, ιδίως το χρονικό διάστημα πριν την προετοιμασία της ομάδας για τους Ολυμπιακούς Αγώνες 2004, είχε δε δηλώσει τούτο στον αναιρεσείοντα επανειλημμένως. Αναγκάστηκε μάλιστα το αναιρεσίβλητο για τη διοργάνωση του πρώτου Πανελληνίου πρωταθλήματος να προσλάβει τον ...

την 1-9-2000, του δευτέρου τον ..., από 20-9-2001 και στη συνέχεια τον Χωραφά, ως τεχνικό σύμβουλο. Ο αναιρεσείων δεν μιλούσε αγγλικά και έτσι αδυνατούσε να συνεννοηθεί με την αμερικανίδα ομοσπονδιακή προπονητή, που είχε προσλάβει το αναιρεσίβλητο, αλλά και να μελετήσει τους διεθνείς κανονισμούς, που έχουν συνταχθεί στην αγγλική γλώσσα.

Η κρίση στις σχέσεις των διαδίκων κορυφώθηκε μετά την άρνηση του αναιρεσείοντος το Σεπτέμβριο 2002, να σχεδιάσει το αγωνιστικό "καλεντάρι" του αναιρεσιβλήτου για το έτος 2003. Η διοίκηση του αναιρεσιβλήτου με την από 4-11-2002 επιστολή της, αφού εξέφρασε τη δυσαρέσκεια της, τον κάλεσε να απολογηθεί εγγράφως. Ο αναιρεσείων με την από 9-11-2002 επιστολή του αναφέρθηκε στο έργο του, προέβαλε δικαιολογίες για τη μη εκτέλεση της άνω εντολής, αμφισβητώντας όσα η διοίκηση του αναιρεσιβλήτου ανέφερε στην επιστολή της, από τότε δε και εφεξής ήταν ακόμη δυσκολότερη η συνεργασία των διαδίκων.

Το Δ.Σ του αναιρεσιβλήτου κάλεσε τον αναιρεσείοντα σε ακρόαση στις 4-4-2003 και στη συνεδρίαση της 7-4-2003, αφού άκουσε τον αναιρεσείοντα αποφάσισε την καταγγελία της σια σύμβασης λόγω των ανωτέρω αναφερομένων προβλημάτων. Στις 4-8-2003 η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε εγγράφως την ένδικη σύμβαση. Η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας είναι έγκυρη και επέφερε τη λύση της, αφού έγινε για σπουδαίο λόγο με απόφαση του Δ.Σ του αναιρεσιβλήτου, ύστερα από προηγούμενη ακρόαση του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 25 του κανονισμού του αναιρεσιβλήτου.

Ο αναιρεσείων δεν διατηρεί αξίωση κατά του αναιρεσιβλήτου για καταβολή του επιδόματος των 176 ευρώ από 1-1-2002 και εφεξής, αφού το επίδομα αυτό κατέβαλε μόνο στο τακτικό προσωπικό του, στο οποίο δεν ανήκε ο αναιρεσείων, σύμφωνα με το από 19-7-2002 έγγραφο του Υφυπουργού Πολιτισμού που έδιδε τη δυνατότητα στις αθλητικές ομοσπονδίες να χορηγήσουν το επίδομα αυτό στο προσωπικό τους, μετά από αναμόρφωση του εγκεκριμένου προϋπολογισμού τους.

Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου απορρίφθηκε, με την προσβαλλομένη απόφαση, το αίτημα της αγωγής, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης, λόγω καταχρηστικότητας αυτής, αλλά και λόγω μη τήρησης των νομίμων διατυπώσεων, που προβλέπονται στον Κανονισμό του αναιρεσιβλήτου, (κλήση σε ακρόαση), καθώς και τα αιτήματα για πληρωμή μισθών υπερημερίας και του επιδόματος των 176 ευρώ.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα, α) ότι ο αναιρεσείων προσλήφθηκε από το αναιρεσίβλητο, στις 3-2-1999, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, για το χρονικό διάστημα από 3-2-1999 έως 31-12-1999, για να προσφέρει την εργασία του ως βοηθός τεχνικού συμβούλου, β) η σύμβαση αυτή μετατράπησε σε αόριστου χρόνου, διότι μετά τη λήξη του ως άνω χρόνου ο αναιρεσείων εξακολούθησε την εργασία του χωρίς εναντίωση του αναιρεσιβλήτου, γ) ο αναιρεσείων, που προσλήφθηκε ως βοηθός τεχνικού συμβούλου, δεν κατατάχθηκε σε οργανική θέση, σύμφωνα με το άρθρ 136 παρ.3 του ν. 2725/1999,γιατί δεν πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις, αφού είχε προσληφθεί στις 3-2-1999 και στις 17-6-1999 υπηρετούσε με σύμβαση ορισμένου χρόνου, δ) η σύμβαση του αναιρεσείοντος καταγγέλθηκε, στις 4-3-2003, εγκύρως από το αναιρεσίβλητο, όχι για λόγους εκδίκησης αλλά λόγω της ιστορούμενης στην απόφαση και ανωτέρω αναφερόμενης υπαίτιας συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, που συνιστά σπουδαίο λόγο και ύστερα από προηγούμενη ακρόαση του από το ΔΣ του αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζεται στο άρθρο 25 του κανονισμού του αναιρεσιβλήτου, ε) ο αναιρεσείων δε διατηρεί αξίωση κατά του αναιρεσιβλήτου για καταβολή του επιδόματος των 176 ευρώ από 1-1-2002 και εφεξής, διότι το επίδομα αυτά κατέβαλε μόνο στο τακτικό προσωπικό του, στο οποίο δεν ανήκε ο αναιρεσείων, οι οποίες επιτρέπουν το έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων που στη μείζονα σκέψη αναφέρονται, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.

Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης, δεύτερος, δεύτερο, πέμπτο, όγδοο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας της πληττόμενες απόφασης ως προς τα ζητήματα, 1)ότι η σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος ήταν από την αρχή αορίστου χρόνου, 2)ότι η απόλυση του έγινε ύστερα από κλήση και ακρόαση του από το ΔΣ του αναιρεσιβλήτου, 3)ως προς την ύπαρξη σπουδαίου λόγου για την απόλυση του, αντιστοίχως, είναι αβάσιμοι.

Οι λόγοι αναίρεσης, δεύτερος, τέταρτο και έκτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται παραβίαση από το Εφετείο του άρθρου 25 του κανονισμού του αναιρεσιβλήτου, γιατί, αναφορικά με την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος δέχθηκε ότι αυτή είναι έγκυρη, έγινε για σπουδαίο λόγο με απόφαση του ΔΣ του αναιρεσιβλήτου, ύστερα από προηγούμενη ακρόαση του αναιρεσείοντος σύμφωνα με όσα ορίζονται στο εν λόγω άρθρο (25) του κανονισμού του αναιρεσιβλήτου, ενώ δεν διαπίστωσε την κλήση του αναιρεσείοντος σε ακρόαση, η οποία έπρεπε να είναι έγγραφη και να έχει επιδοθεί νομότυπα, θα έπρεπε να συνδεθεί με συγκεκριμένες αιτιάσεις εναντίον του που να συνιστούν σπουδαίο λόγο, επίσης διέλαβε ότι η ακρόαση του αναιρεσείοντος έγινε ενώπιον του προέδρου ή του αντιπροέδρου ενώ αυτή θα έπρεπε να γίνει ενώπιον του αρμόδιου οργάνου του ΔΣ του αναιρεσιβλήτου, είναι απαράδεκτοι, διότι με αυτούς πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας πραγματικών γεγονότων, αναφορικά με την παραδοχή του Εφετείου ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος έγινε στις 4-8-2003, με απόφαση του ΔΣ του αναιρεσιβλήτου, ύστερα από κλήση του αναιρεσείοντος, από το ως άνω ΔΣ σε ακρόαση στις 4-4-2003 για τους αναφερόμενους στην απόφαση και ανωτέρω εκτιθέμενους σπουδαίους λόγους και ακρόαση αυτού στη συνεδρίαση της 7-4-2003.

Ο πρώτος λόγος αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ως πλημμέλεια, εσφαλμένη ερμηνεία, από το Εφετείο, των διατάξεων των άρθρων 648, 669 παρ.2, 192, 200 και 361 ΑΚ, γιατί δέχθηκε ότι το αναιρεσίβλητο στις 3-2-1999 προσέλαβε τον αναιρεσείοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για το χρονικό διάστημα από 3-2-1999 έως 31-12-1999, χωρίς να περιλάβει οιοδήποτε σχόλιο στην απόφαση του για ποίο λόγο κατέληξε στην ως άνω κρίση του παρά τους συγκεκριμένους αντίθετους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, ο οποίος προέβαλε ότι η επίδικη σύμβαση εργασίας του με το αναιρεσίβλητο ήταν από την αρχή αορίστου χρόνου, δεν καταρτίσθηκε εγγράφως ούτε συντάχθηκε γι' αυτήν άλλο έγγραφο, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, με βάση τα οποία έκρινε ότι η επίδικη σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος ήταν, αρχικώς, ορισμένου χρόνου.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, που απέρριψε το αγωγικό αίτημα για καταβολή στον αναιρεσείοντα του ειδικού επιδόματος των 176 ευρώ, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 11 και 27 παρ.1 του κανονισμού του αναιρεσιβλήτου, είναι προεχόντως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η υπουργική απόφαση με την οποία, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, χορηγήθηκε το ως άνω επίδομα καθώς και το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το Δικαστήριο της ουσίας με τη μη χορήγηση του επιδόματος αυτού και στον αναιρεσείοντα.

Για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ. προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο να μη έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, Επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και τα απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί, η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπόψη ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός.

Στην κρινόμενη υπόθεση, με τους λόγους αναίρεσης δεύτερο, πρώτο, έβδομο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους θεμελιωτικούς της αγωγής του αναιρεσείοντος ισχυρισμούς του, ότι η επίδικη σύμβαση εργασίας του με το αναιρεσίβλητο ήταν από την αρχή αόριστου χρόνου, μάλιστα δε γι' αυτή δε συντάχθηκε κάποιο έγγραφο χρόνου και ότι δεν υφίστατο σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας του.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι, διότι από τις εκτιθέμενες στην προηγούμενη σκέψη παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι οι αυτοτελείς αυτοί ισχυρισμοί λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, ως προς τις περαιτέρω αιτιάσεις, με τις οποίες προβάλλεται μη λήψη υπόψη από το Εφετείο, των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, ότι στην από 4-8-2003 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναφέρεται ρητώς ότι απασχολήθηκε στο αναιρεσίβλητο με σχέση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, ότι η αναγγελία για την πρόσληψή του δεν αναφέρει συγκεκριμένη χρονική διάρκεια και ότι οι λοιποί συνάδελφοι του, οι οποίο προσλήφθηκαν κατά τον ίδιο τρόπο με εκείνον εξακολουθούν να εργάζονται με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, και ότι λόγοι ανεπάρκειάς του στην εργασία του δεν συνέτρεξαν για όσα ειδικότερα αναφέρονται στον τελευταίο (δεύτερο, έβδομο μέρος) λόγο αναίρεσης, είναι απαράδεκτοι, διότι οι ισχυρισμοί αυτοί του αναιρεσείοντος, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος περί του ότι η επίδικη σύμβαση εργασία του με το αναιρεσίβλητο ήταν από την αρχή αόριστου χρόνου και ότι δε συνέτρεξε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία αυτής από το αντίδικο του.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης ένατο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη ουσιώδη ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου χωρίς να έχει προταθεί, ήτοι ότι το αναιρεσίβλητο κάλεσε τον αναιρεσείοντα σε ακρόαση στις 4-4-2003 και στη συνεδρίαση της 7-4-2003 αφού άκουσε αυτόν αποφάσισε την καταγγελία της σύμβασης, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα από το Εφετείο, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, ώστε η λήψη υπόψη αυτών από το Δικαστήριο να ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης, αλλά συμπέρασμα του Δικαστηρίου της ουσίας, που συνάχθηκε από την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την εκτίμηση του αγωγικού ισχυρισμού, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος έγινε κατά παράβαση του άρθρου 25 του κανονισμού του αναιρεσιβλήτου, δηλαδή χωρίς κλήση του σε ακρόαση από το ΔΣ του αναιρεσιβλήτου.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α του ΚΠολΔ., με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Δεν απαιτείται όμως το Δικαστήριο να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα. Στην υπόθεση που κρίνεται, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, τρίτο μέρος, από την ανωτέρω διάταξη, αποδίδεται στο Εφετείο ως πλημμέλεια, η παραδοχή ως αληθινού, χωρίς απόδειξη, του ουσιώδους αγωγικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, ότι η καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασία τους με το αναιρεσίβλητο έγινε κατά παράβαση του άρθρου 25 του κανονισμού του αναιρεσιβλήτου, γιατί ουδέποτε κλήθηκε σε ακρόαση από το ΔΣ για τη συμπεριφορά του και ουδέποτε ανέπτυξε τις απόψεις του ενώπιον του ΔΣ ή οιουδήποτε άλλου οργάνου.

Όπως -όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, στην παραδοχή των πιο πάνω περιστατικών, που έχουν ουσιώδη επίδραση για την αναγνώριση της εγκυρότητας της γενόμενης καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνεται στην απόφαση, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, κ.λ.π., καθώς επίσης και των εγγράφων τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων.

Επομένως στις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο από το αρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπράττει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό με αποτέλεσμα, εξ αιτίας του σφάλματος αυτού, να καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του πραγματικού γεγονότος για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο.

Αντίθετα δεν ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο και όπως πραγματικά είναι το αληθινό περιεχόμενο του, έστω και κατά πλημμελή τρόπο, πείθεται για την ύπαρξη όλου ή μέρους των πραγματικών γεγονότων προς απόδειξη των οποίων προσκομίζεται το έγγραφο, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου η οποία, σύμφωνα με τον κανόνα που διατυπώνεται στο αρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Επίσης ο ίδιος λόγος αναίρεσης από το ως άνω άρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενο του έγγραφο, όχι δε και όταν συνεκτίμησε το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο αναφορικώς προς το πόρισμα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος, διότι στην περίπτωση αυτή είναι ανέφικτη η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, αν δεν εκτιμηθούν και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά αυτό δεν επιτρέπεται στον Άρειο Πάγο.

Στην προκείμενη περίπτωση με τους λόγους αναίρεσης, δεύτερο, δέκατο, ενδέκατο μέρος, τρίτο, πρώτο, δεύτερο μέρος, προσάπτεται στο Εφετείο από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλειες της παραμόρφωσης του περιεχομένου α)του πρακτικού της 7-4-2003 του ΔΣ του αναιρεσιβλήτου σχετικά με το ζήτημα της κλήσης του αναιρεσείοντος σε ακρόαση και της ακρόασης του κατά την ως άνω συνεδρίαση του ΔΣ, β)της με αριθ.

πρωτ. 1002/4-11-2002 επιστολής του αναιρεσιβλήτου, γ)της από 4-8-2003 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος από το αναιρεσίβλητο, δ)του εγγράφου αναγγελίας του αναιρεσιβλήτου για την πρόσληψη του αναιρεσείοντος, ε)του εγγράφου του αναιρεσιβλήτου στο οποίο αναφέρεται στη σχέση εργασίας του αναιρεσείοντος ως ορισμένου χρόνου, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, του είδους της επίδικης σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος ως αόριστου χρόνου καθώς και του νομότυπου της κλήσης του αναιρεσείοντος σε ακρόαση από το ΔΣ του αναιρεσιβλήτου.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι οι παραδοχές του Εφετείου, ως προς τα ανωτέρω ουσιώδη ζητήματα, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος των προαναφερθέντων εγγράφων, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου αυτών, η οποία μάλιστα συνάχθηκε από την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών στοιχείων, όπως καταθέσεων μαρτύρων, του περιεχομένου των εγγράφων που προσκόμισε ο αναιρεσείων, χωρίς να εξαιρείται η ιδιαίτερη αποδεικτική αξία των εν λόγω εγγράφων για τα ως άνω αποδεικτέα θέματα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-2-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 6516/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ