Legislator Case Law & Legislation
1270/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the lower court correctly interpreted the internal salary resolution.

Case Number 1270/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Organization of Railways of Greece's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding railway lawyers' salaries. The appellant argued the lower court misread an internal board resolution, but the court found the appellate court correctly interpreted the document's true content. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(20) C.P.D.; Art. 561(1) C.P.D.: An appeal based on alleged distortion of a document is inadmissible if the lower court correctly assessed the document's true content and reached a different conclusion through a review that exceeds the scope of appellate control.

Keywords

AI generated
appellate review document distortion procedural admissibility salary resolution railway organization legal costs internal decision

Cited Legislation

AI generated
Art. 10(1) of Law 674/1970
Art. 10(9) of Law 674/1970
Art. 9 of Law 2521/1997
Art. 10 of Law 2521/1997
Art. 26 of Law 2521/1997
Art. 559(20) of the Code of Civil Procedure
Art. 561(1) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1270 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1270/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννα Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ), νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου υπό μορφή ανώνυμης εταιρείας, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαή Μανωλά.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)..., και 2)..., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γιαννήλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-1-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1403/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 958/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-6-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος, ανέγνωσε την από 14-4-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρ. 10 παρ.1 του ΝΔ 674/1970, όπως τροποποιήθηκε με το ΒΔ 532/1972 (ΦΕΚ 161/1972 τευχ. Α) το ΔΣ του ΟΣΕ καθορίζει το εκάστοτε ισχύον σύστημα και το ύψος των μισθών και των πάσης φύσεως αποδοχών του προσωπικού του ΟΣΕ, επιφυλασσομένων των περί κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων ισχυουσών εκάστοτε διατάξεων. Με την 3103/11-9-1979 απόφαση του ΔΣ του ΟΣΕ καθορίστηκαν οι αποδοχές του Νομικού Συμβούλου και του Αναπληρωτή Νομικού Συμβούλου του ΟΣΕ σε ποσό ίσο με τον βασικό μισθό και τα επιδόματα νομικού συμβούλου του Κράτους και Παρέδρου του ΝΣΚ αντίστοιχα. Με την 1252/31-1-1004 απόφαση του ΔΣ του ΟΣΕ ορίστηκε ότι "ο καθορισμός των αποδοχών των εμμίσθων δικηγόρων του ΟΣΕ θα γίνεται βάσει των εκάστοτε ισχυουσών μισθολογικών διατάξεων για το κύριο προσωπικό του ΝΣΚ, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις και αντιστοιχίες, με απόφαση του Γεν. Δ/ντη του ΟΣΕ (ήδη μετά το Ν.2414/1996 του Διευθύνοντος Συμβούλου του ΟΣΕ) εξουσιοδοτημένου προς τούτο με την παρούσα απόφαση. Με το Ν.2521/1997 άρθρα 9 και 10 καθορίστηκε νέο μισθολόγιο για το κύριο προσωπικό του ΝΣΚ, το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 26 του νόμου αυτού ισχύει αναδρομικά από 1-1-1997

.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.9 του ιδίου νόμου η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 9 και 10 περιορίζεται αποκλειστικά στο κύριο προσωπικό του ΝΣΚ και δεν εφαρμόζεται και σε άλλους λειτουργούς ή υπαλλήλους του δημοσίου τομέα που τυχόν εξομοιώνονται βαθμολογικά ή μισθολογικά. Κάθε διάταξη τυπικού νόμου, που παραπέμπει ως προς τον καθορισμό αποδοχών και παροχών εν γένει σε βαθμούς ή αποδοχές του κύριου προσωπικού του ΝΣΚ, θεωρείται ότι παραπέμπει στις διατάξεις που ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού.

Κατά την έννοια της αμέσως παραπάνω διατάξεως η μη επέκταση του νέου μισθολογίου αφορά μόνο τους λειτουργούς ή υπαλλήλους του δημόσιου τομέα, οι οποίοι βάσει διατάξεων νόμων έχουν εξομοιωθεί βαθμολογικά ή μισθολογικά με το κύριο προσωπικό του ΝΣΚ και δεν αφορά σε μισθωτούς εν γένει των οποίων ο μισθός καθορίστηκε συμβατικά με παραπομπή στις εκάστοτε ισχύουσες μισθολογικές διατάξεις για το κύριο προσωπικό του ΝΣΚ (AΠ1387/2006, ΑΠ463/2005).Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, δέχθηκε ότι:

Οι αναιρεσείοντες, που απασχολούνται στον αναιρεσίβλητο οργανισμό ως δικηγόροι με πάγια μηνιαία αντιμισθία, συμφωνήθηκε να αμείβονται, κατά τα οριζόμενα στην παραπάνω 1252/1994 απόφαση του ΔΣ του αναιρεσείοντος, βάσει των εκάστοτε ισχυουσών μισθολογικών διατάξεων για το κύριο προσωπικό του ΝΣΚ. Ο αναιρεσείων, με την υπ'αριθμ. 208311/25-6-1998 απόφαση του διευθύνοντος συμβούλου του, αναπροσάρμοσε αναδρομικά από 1-1-1998 τις αποδοχές των δικηγόρων στο ύψος του νέου μισθολογίου του Ν. 2521/1997,καθόσον βάσει της ανωτέρω υπ'αριθμ. 1252/31-1-1994 απόφασης του ΔΣ του, είχε νόμιμη υποχρέωση να αναπροσαρμόσει τη μηνιαία αντιμισθία των δικηγόρων, η δε διάταξη της παρ.9 του άρθρου 10 του ν.2521/1997 περί του ότι η εφαρμογή του νέου μισθολογίου αναδρομικά από 1-1-997 περιορίζεται, μόνο στο κύριο προσωπικό του ΝΣΚ και δεν επεκτείνεται σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων του δημόσιου τομέα, που τυχόν εξομειώνονται βαθμολογικά ή μισθολογικά, έχει την έννοια ότι η μη επέκταση του νέου μισθολογίου αφορά τους αμέσως αναφερθέντες λειτουργούς ή υπαλλήλους του δημόσιου τομέα και όχι τους μισθωτούς γενικά των οποίων ο μισθός καθορίστηκε συμβατικά με παραπομπή στις εκάστοτε ισχύουσες μισθολογικές διατάξεις για το κύριο προσωπικό του Ν.Σ.Κ.

Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, με τη με αριθμό 208311/25-6-1998 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου του αναπροσάρμοσε αναδρομικά από 1-1-1998 τις αποδοχές των δικηγόρων στο ύψος του νέου μισθολογίου του ν.2521/1997,χωρίς όμως να συμπεριλάβει στις αποδοχές αυτές και την παροχή της πάγιας μηνιαίας αποζημίωσης των 880,41 Ευρώ, που προβλέπεται για το κύριο προσωπικό του Ν.Σ.Κ, την οποία αρνείται να καταβάλει, κατά παράβαση της συμβατικής του υποχρέωσης, που απορρέει από την προαναφερθείσα 1252/1994 απόφαση του ΔΣ αυτού.

Κατόπιν της κρίσεως αυτής το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή, με την οποία αξιώνεται από τον κάθε αναιρεσίβλητο η προκύπτουσα με βάση το νέο μισθολόγιο διαφορά αποδοχών από 1-1-1997,ως προς την ανωτέρω πάγια μηνιαία αποζημίωση των 880,41 Ευρώ, και συνολικά για το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 31-10-2006 των 84.225,89 Ευρώ.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού όπως προαναφέρθηκε, η διάταξη της παρ.9 του άρθρου 10 του ν.2521/1997,δεν έχει εφαρμογή στην ένδικη διαφορά, η οποία αφορά σε συμβατικά καθορισμένες αποδοχές με παραπομπή στις εκάστοτε νόμιμες αποδοχές άλλης κατηγορίας εργαζομένων.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος από τους λόγους αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν ως τέτοιοι. Επειδή, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση ότι δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, ή ως νομικά αβάσιμη, ενόψει του ότι δεν διαλαμβάνονταν σ'αυτή ότι οι αναιρεσίβλητοι έμμισθοι δικηγόροι του αναιρεσείοντος, προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ή απασχολήθηκαν κάτω από τις ίδιες συνθήκες με το κύριο προσωπικό του Ν.Σ.Κ, ούτε ότι αυτοί τελούσαν σε πολύωρη παραμονή στα δικαστήρια και απασχολούνταν χωρίς ωράριο εργασίας αποκλειστικά σε υποθέσεις αυτού (αναιρεσείοντος).

Πλην, όπως ήδη αναφέρθηκε σε προηγούμενη νομική σκέψη, στην περίπτωση των εμμίσθων δικηγόρων του ΟΣΕ, οι αποδοχές τους έχουν καθορισθεί συμβατικά, με την υπ'αριθμ.1252/31-1-1994 απόφαση του ΔΣ του ΟΣΕ (αναιρεσείοντος), με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες μισθολογικές διατάξεις για το κύριο προσωπικό του Ν.Σ.Κ, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις και αντιστοιχίες, με απόφαση του Γενικού Διευθυντή του ΟΣΕ,(ήδη μετά το ν.2414/1996 του Διευθύνοντος Συμβούλου του ΟΣΕ), οπότε στην περίπτωση αυτή δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται στην πιο πάνω αγωγή, ότι οι αναιρεσίβλητοι τελούσαν υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας με το κύριο προσωπικό του Ν.Σ.Κ για να δικαιούνται τις αποδοχές αυτού, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η πάγια αποζημίωση των 880,41 Ευρώ, αφού η παραπομπή στο καθορισμό των αποδοχών των εμμίσθων δικηγόρων του ΟΣΕ, στις εκάστοτε μισθολογικές διατάξεις του κύριου προσωπικού του Ν.Σ.Κ, δεν συμπεριέλαβε και τις προαναφερθείσες συνθήκες απασχόλησης αυτού.

Επομένως, πρέπει, ανεξάρτητα της αοριστίας του λόγου αυτού, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο με πληρότητα το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, αλλά αποσπασματικά, να απορριφθεί ο ως άνω λόγος(τρίτος),που στηρίζεται κυρίως στον αριθμό 14 και επικουρικά στον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., ως αβάσιμος.

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δικ., η παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, στο οποίο στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του, απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Αντιθέτως δεν υπάρχει παραμόρφωση όταν το δικαστήριο αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση του αυτή εκφεύγει κατ'άρθρο 561 παρ.1Κ.Πολ.Δικ., του αναιρετικού ελέγχου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, εκτιμώντας το αληθινό περιεχόμενο της με αριθμό 1252/31-1-1994 απόφασης του Δ.Σ.

του αναιρεσείοντος με την οποία ορίστηκε ότι ο καθορισμός των αποδοχών των εμμίσθων δικηγόρων του ΟΣΕ θα γίνεται βάσει των εκάστοτε ισχυουσών μισθολογικών για το κύριο προσωπικό του Ν.Σ.Κ, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις και αντιστοιχίες, και ειδικότερα, ανάλογα με το χρόνο άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος τους και σε αντιστοιχία προς τον εκάστοτε βασικό μισθό του Δικαστικού Αντιπροσώπου Α' Τάξεως και με αντίστοιχη με τους ως άνω δικηγόρους προϋπηρεσία, και η οποία εκδόθηκε με απόφαση του Γενικού Διευθυντή του ΟΣΕ, εξουσιοδοτουμένου προς τούτο με την παρούσα απόφαση, δέχθηκε ότι με την ανωτέρω απόφαση 1)εγκρίθηκε και ο καθορισμός αποζημιώσεων σε αντιστοιχία με τις εκάστοτε αποζημιώσεις των Δικαστικών Αντιπροσώπων του Ν.Σ.Κ,2)ότι ο αναιρεσείων είχε υποχρέωση να καθορίσει τις αποδοχές των εμμίσθων δικηγόρων αυτού, σε αντιστοιχία με τις αποδοχές των Δικαστικών Αντιπροσώπων του Ν.Σ.Κ από 1ης προσφοράς εργασίας σε παραμεθόριες περιοχές, και 3)ότι προβλέφθηκε ρητή στον ν.2521/1997 αντιστοιχία στην καθορισμένη συμβατικά, μεταξύ άλλων, καταβολή πάγιας αποζημίωσης(300.000 δρχ.)στους εμμίσθους δικηγόρους του αναιρεσείοντος μ'αυτή του κύριου προσωπικού του Ν.Σ.Κ και συγκεκριμένα στην προκειμένη υπόθεση για δικηγόρους στον Άρειο Πάγο, με αυτήν του βαθμού του Δικαστικού Αντιπροσώπου Α' Τάξεως.

Η κρίση αυτή του Εφετείου συνιστά ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου και όχι παραμόρφωση του περιεχομένου του υπό την πρεκτεθείσα έννοια της κακής ανάγνωσης.

Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί ως τέτοιος και συνακόλουθα και η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-6-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ.958/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Οργανισμό στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ