Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility of arguments not raised in lower court proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the hospital's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding the hospital cleaner's employment claims. The appellant argued the lower court erred by failing to reject the claim as vague regarding Sunday work and by not dismissing it due to prescription, but failed to formally propose these specific grounds to the lower court. The court ruled that such arguments are inadmissible on appeal unless they concern public order, as they were not properly raised during the substantive trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 562(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal argument based on a claim not formally proposed to the court of first instance is inadmissible unless it concerns public order.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1270 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1270/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο – Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νοσοκομείου Αφροδισίων και Δερματικών Νόσων Αθήνας «ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΥΓΓΡΟΣ»(Ν.Π.Δ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζαχαρία Σεληνιωτάκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ......., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Σεπτεμβρίου 1993 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 891/1996 του ίδιου Δικαστηρίου, 7679/1998 του Εφετείου Αθηνών και μετά από άσκηση αναίρεσης η 498/2000, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω εφετειακή απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω εφετείο, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 438/2001 οριστική απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-5-2001 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανάγνωσε την από 30 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι άλλοι λόγοι. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 321, 322 και 324 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση παράγεται και όταν το αντικείμενο της δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό εκείνου της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως, ως αναγκαία προϋπόθεση, την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.
Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει, αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος ή των πραγματικών περιστατικών, στα οποία στηρίζεται το δικαίωμα, αφού τότε υπάρχει μεταβολή της νομικής ή ιστορικής αιτίας, ενώ ισχύει αν η μεταβολή αυτή είχε χωρήσει ήδη κατά τη διάρκεια του κατά την προηγούμενη δίκη κριθέντος χρονικού διαστήματος, καλυπτόμενη τότε από το δεδικασμένο, το οποίο παράγεται και από εσφαλμένη δικαστική απόφαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι οι επίδικες αξιώσεις της αναιρεσίβλητης, η οποία προσέφερε τις υπηρεσίες της ως καθαρίστρια από το έτος 1976 στο αναιρεσείον νοσηλευτικό ίδρυμα, του χρονικού διαστήματος από 1-1-1989 μέχρι 31-12-1990 διέπονται από το άρθρο 28 παρ. 2 της 42/81 απόφασης του ΔΔΔΔ Πειραιώς, την 125/81 Δ.Α., το ν. 1193/81, το ν.δ. 1064/71 και το ν. 201/1975 , παρά τη νομοθετική μεταβολή που επήλθε με την από 22-12-1888 ΕΣΣΕ « περί των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της χώρας», η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθ. 17853/89 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και με την οποία επεκτάθηκαν στους παραπάνω εργαζόμενους οι διατάξεις του ν. 1505/1984 «περί μισθολογίου του προσωπικού δημόσιας διοίκησης», όπως τροποποιήθηκε με το ν. 1810/1988, γιατί έτσι κρίθηκε, για αξιώσεις της αναιρεσίβλητης του ίδιου χρονικού διαστήματος, με δύναμη δεδικασμένου, έστω και εσφαλμένα, με τις 4840/1992, 5339/1996 και 4878/1999 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών.
Το Εφετείο με την κρίση του αυτή δεν δέχθηκε κατά παράβαση του νόμου την ύπαρξη δεδικασμένου, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε παράγεται και από εσφαλμένη δικαστική απόφαση και επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1γ, 559 αριθ. 9 και 322 παρ. 1, 324, 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν με αγωγή που προηγήθηκε είχε καταχθεί σε δίκη μέρος μόνο απαίτησης, το οποίο και επιδικάστηκε, δεδικασμένο (υπό την αρνητική και υπό τη θετική λειτουργία), γεννιέται μόνο ως προς το μέρος αυτό, αφού το επιπλέον δεν «είχε προβληθεί» , κατά τη διατύπωση του άρθρου 322 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και συνεπώς το δικαστήριο δεν επιλήφθηκε αυτού.
Μπορεί λοιπόν ο δικαιούχος μεταγενεστέρως να ζητήσει έννομη προστασία για το υπόλοιπο της ίδιας απαίτησης, το οποίο δεν είχε επιδιώξει με την αρχική αγωγή του, ασκώντας νέα αγωγή, χωρίς να αποκρούεται από το δεδικασμένο. Αντίθετα, αν με την προηγούμενη αγωγή η απαίτηση είχε ασκηθεί ως αποτελούσα το όλον, και η απόφαση η οποία εκδόθηκε δεν έκρινε για το μέρος, αλλά για το όλον της απαιτήσεως αυτής, αποκλείεται με νέα αγωγή να επιζητηθεί και άλλο ποσό της ίδιας απαιτήσεως, αφού κρίθηκε ήδη ότι η απαίτηση του δικαιούχου ήταν αυτή που επιδικάστηκε.
Εάν δε το δικαστήριο κρίνει ότι δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο και εξετάσει τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της μεταγενέστερης αυτής αγωγής, τότε κατά παράβαση του νόμου δέχεται ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο και υποπίπτει έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 16 του ΚΠολΔ. Εξάλλου, το δεδικασμένο αν και σύμφωνα με το άρθρο 322 Κ.Πολ.Δ.
λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και συνεπώς ο ισχυρισμός ότι δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο η ύπαρξη δεδικασμένου, για να θεμελιώσει τον από το άρθρο 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, πρέπει κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. να έχει υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και όχι απλώς να έγινε επίκληση της τελεσίδικης απόφασης και να αναφέρεται ρητά στο αναιρετήριο, ότι έγινε τέτοια προβολή.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι το Εφετείο έσφαλε, επειδή δεν δέχθηκε ότι από τις 4840/1992, 4878/1999 και 5339/1996 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών παράγεται δεδικασμένο ότι, η απαίτηση της αναιρεσίβλητης να υπολογισθούν οι διαφορές των αποδοχών της με βάση το κατώτατο ημερομίσθιο εργατοτεχνίτριας των 645 δραχμών είχε ασκηθεί ως αποτελούσα το όλον της απαιτήσεώς της και όχι ως μέρος αυτής και οι αποφάσεις που εκδόθηκαν δεν έκριναν για μέρος της απαιτήσεως αλλά για το όλον της απαιτήσεως, με αποτέλεσμα να αποκλείεται με τη νέα ένδικη αγωγή να ζητηθεί και άλλο ποσό της ιδίας απαιτήσεως (με βάση τα κατώτατα ημερομίσθια εργατοτεχνίτριας που ορίζοντα με τις από 10-3-1989 και 21-2-1990 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.), αφού κρίθηκε ήδη ότι η απαίτηση της αναιρεσίβλητης ήταν αυτή που επιδικάσθηκε και καλύπτεται από το δεδικασμένο και το ύψος της απαιτήσεως.
Στο αναιρετήριο, όμως, δεν αναφέρεται ότι το αναιρεσείον είχε προτείνει στο δικαστήριο της ουσίας το δεδικασμένο αυτό. Επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορριπτέος.
Από τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 28 της 42/1981 ΔΔΔΔ Πειραιώς «περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων του Δημοσίου – ΝΠΔΔ - ΟΤΑ », που κηρύχθηκε εκτελεστή με την Υ.Α. 16170/1981, προκύπτει ότι οι καθαρίστριες που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσηλευτικά ιδρύματα, νοσοκομεία κλπ του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και ΟΤΑ λαμβάνουν ως βασικό ημερομίσθιο εκείνο που εκάστοτε καθορίζεται με τις ισχύουσες Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις εργασίας ή με τις αντίστοιχες διαιτητικές αποφάσεις ως κατώτατο όριο ημερομισθίου (ημερομίσθιο ασφαλείας) για τις εργατοτεχνίτριες, προσαυξημένο κατά ποσοστό 15%.
Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της 42/81 ΔΔΔΔ Πειραιώς, επειδή δέχθηκε ότι οι επίδικες αξιώσεις της αναιρεσίβλητης έπρεπε να υπολογισθούν όχι με βάση το ημερομίσθιο που καθορίζεται εκάστοτε από τις ισχύουσες Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις εργασίας και τις αντίστοιχες ΔΑ, αλλά με βάση το ημερομίσθιο των 645 δραχμών, που ίσχυε κατά την έκδοση της 42/81 ΔΑ.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, αβάσιμος και πρέπει να απορριφθείΗ νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.
Σε κάθε όμως περίπτωση για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως πρέπει η αοριστία του δικογράφου της αγωγής να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Επομένως για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται είχε νόμιμα προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 14 (και όχι 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι το Εφετείο έσφαλε, επειδή δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ως προς το κεφάλαιο της αμοιβής για εργασία κατά Κυριακές και μη εργάσιμες εορτές, επειδή δεν αναφερόταν στο δικόγραφό της ο αριθμός των Κυριακών και των μη εργασίμων εορτών.
Στο αναιρετήριο όμως δεν αναφέρεται ότι ο σχετικός ισχυρισμός περί αοριστίας είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και επομένως ο άνω λόγος αναιρέσεως είναι προεχόντως αόριστος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 562 παρ.2Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον προβάλλει ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν απέρριψε ως παραγεγραμμένη την αγωγή της αναιρεσίβλητης (άρθρα 48 παρ. 3, 49 και 51 του ΝΔ 496/1974 και 105 και106 ΕισΝ ΑΚ) δεχόμενο σχετική υποβληθείσα ένστασή της περί παραγραφής. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί όπως προκύπτει από τις υποβληθείσες ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του αναιρεσείοντος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το αναιρεσείον δεν είχε υποβάλει ένσταση παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων της αναιρεσίβλητης, ενώ ο ισχυρισμός περί παραγραφής δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 558/16-5-2001 αίτηση του Νοσοκομείου Αφροδισίων και Δερματικών Νόσων Αθήνας «ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΥΓΓΡΟΣ» για αναίρεση της 438/2001 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ