Supreme Court allows appeal against civil judgment due to insufficient reasoning violating presumption of innocence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the final judgment of the Court of Appeal in a civil compensation case. The appellants argued that the lower court's reasoning regarding the defendants' immunity was insufficient and violated the presumption of innocence derived from the criminal court's decision. Consequently, the court found the lower court's justification inadequate and remanded the case for retrial before a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914 of the Civil Code; Article 580 of the Code of Civil Procedure: When a lower court's reasoning on immunity is insufficient and fails to address the presumption of innocence based on prior criminal proceedings, the appeal must be allowed and the case remanded for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 126 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 126/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ελένη Χροναίου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1) Γ. Κ. του Ν. και 2) Ν. Κ. του Γ., κατοίκων ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Άγγελου Γιουρέλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων:1) Σ. Κ. του Χ., 2) Ε. Κ. του Ν. και 3) Ε. Κ. του Σ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ν. Ράλλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-06-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν η 1117/2017 μη οριστική και 679/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 24/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-9-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 26-09-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 23/12-10-2022 και του παρόντος Δικαστηρίου 1913/2022 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμό 24/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, το οποίο συνεκδίκασε :
α) την από 25-07-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 124/27-07-2020 έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων - αντεφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων Σ. Κ. του Χ., Ε. Ν.. Κ., συζ. Σ. Κ. και Ε. Κ. του Σ. και β) την από 01-04-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 10/05-04-2021 αντέφεση των πρώτου και τρίτου των εναγομένων - αντεκκαλούντων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων Γ.
Κ. του Ν. και Ν. Κ. του Γ., κατά της εκδοθείσας, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, με αριθμό 679/2020 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, το οποίο είχε απορρίψει, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 21-06-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 34/29-06-2016 αγωγή των εναγόντων, με αντικείμενο την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν από τον θάνατο του συγγενούς τους Χ.
Σ. Κ., κατά το ένδικο ατύχημα, το οποίο έλαβε χώρα, υπό τις ειδικότερες συνθήκες, που περιγράφονται στην αγωγή. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε ως απαράδεκτη την από 01-04-2021 αντέφεση, για τους διαλαμβανόμενους λόγους, ενώ δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 25-07-2020 έφεση και, στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, κατά το μέρος που απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή , ως προς τους πρώτο και τρίτο των εναγομένων, κράτησε, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την υπόθεση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, υποχρεώνοντας αυτούς να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος , το ποσό των ενενήντα χιλιάδων (90.000,00) ευρώ σε έκαστο των εναγόντων και τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση αυτή Δικαστηρίου στις 12-10-2022 και δεν προκύπτει, η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 30-12-2021, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 - όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 , ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015 , με έναρξη ισχύος από 01-01-2016 , άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 - 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Σημειώνεται ότι, μολονότι η υπόθεση έπρεπε να εισαχθεί προς εκδίκαση στο αρμόδιο Α1, Α2 ή Α3 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, αφού πρόκειται για αξίωση αποζημίωσης ενοχικής φύσεως, που δικάστηκε κατά την τακτική διαδικασία, εν τούτοις, το τμήμα τούτο (Β1) , που δικάζει αιτήσεις αναίρεσης κατά αποφάσεων, οι οποίες έχουν εκδοθεί κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, θα κρατήσει και θα δικάσει την υπόθεση, διότι, σύμφωνα με το τελ. εδάφιο της παρ. 4 του Π.Δ. 376/1997 (ΦΕΚ Α' 246/10.12.1997 - Κανονισμός Λειτουργίας του Αρείου Πάγου) " Η εισαγωγή υπόθεσης σε μη αρμόδιο, κατά τις άνω διατάξεις, πολιτικό Τμήμα , δεν συνεπάγεται απαράδεκτο ή ακυρότητα".
Από τις διατάξεις των άρθρων 297 , 298 , 300 , 330 εδαφ. β' , 914 και 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει : α) υπαιτιότητα του υποχρέου ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας , δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η δέουσα στις συναλλαγές προσοχή και επιμέλεια, που κάθε συνετός άνθρωπος κατά κρίση αντικειμενική, όφειλε και μπορούσε, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις , να καταβάλει, β) το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτών. Η παράνομη, έναντι του ζημιωθέντος, συμπεριφορά, μπορεί να συνίσταται, όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση, ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και γ) ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας , μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ) , ικανή (πρόσφορη) και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (Α.Π. 1564/2017, Α.Π. 683/2013, Α.Π. 81/2013). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικώς ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα , μπορούν να θεωρηθούν , αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε , υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου , γιατί είναι κρίση νομική , αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή , από το δικαστήριο της ουσίας , των διδαγμάτων της κοινής πείρας , στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας , η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Αντίθετα , η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας , περί του ότι , στη συγκεκριμένη περίπτωση , η πράξη ή η παράλειψη πράγματι αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος , περί του ότι , δηλαδή , το ζημιογόνο γεγονός , σε σχέση με τη ζημία , βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος , ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) , δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Ολ. Α.Π. 23/1988 , Α.Π. 367/2020, Α.Π. 487/2020, Α.Π. 669/2017, Α.Π. 631/2015, Α.Π. 1787/2014, Α.Π. 81/2013, Α.Π. 1765/2011).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως , η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας , ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος , κατά την επέλευση της ζημίας ή την έκτασή της (το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, μαζί με τα άλλα στοιχεία, για τον προσδιορισμό του ύψους της " εύλογης " χρηματικής ικανοποίησης ) , δηλαδή , ως προς το εάν τα περιστατικά , που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα, ως αποδειχθέντα , συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας , υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμοί 1 και 19 του ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας (Α.Π. 160/2021, Α.Π. 213/2017, Α.Π. 188/2015 , Α.Π. 1591/2014).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 του Α.Κ., ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία, ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η διάταξη έχει εφαρμογή επί προστήσαντος φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο δεν συνδέεται συμβατικά με τον ζημιωθέντα τρίτο.
Η εφαρμογή της προϋποθέτει : α) σχέση πρόστησης. Αυτή η σχέση υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσης, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά ( προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσεως, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά την οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή, έστω, στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες , στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει, όμως, μια γενική εποπτεία.
Η σχέση πρόστησης έχει τέτοια ευρύτητα, ώστε να καλύπτει κάθε εκούσια χρησιμοποίηση άλλων προσώπων και μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση εργασίας, έργου, εντολής ή και σε μη δικαιοπρακτική σχέση, όπως σε de facto συμβατική σχέση , χωρίς να έχει ιδιαίτερη κρισιμότητα η τυχόν ιδιότητα του προστηθέντος , ως αντιπροσώπου του προστήσαντος.
Η ανάπτυξη από τον προστηθέντα πρωτοβουλίας και δικής του σφαίρας δράσης , μέσα στα πλαίσια του πεδίου δράσης του προστήσαντος , δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου (Α.Π. 487/2020 Α.Π. 1329/2017, Α.Π. 866/2017), β) ενέργεια του προστηθέντος , παράνομη και υπαίτια (άρα και αμελής συμπεριφορά ) , δηλαδή αδικοπραξία πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του Α.Κ. , τελούσα σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την επέλευση της σωματικής βλάβης ή θανάτωσης προσώπου και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής.
Η τελευταία ( κατάχρηση υπηρεσίας ) υφίσταται , όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή με αφορμή την υπηρεσία , αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών , οι οποίες δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του , που διέπουν τη μεταξύ τους σχέση, εφόσον, μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας, η οποία ανατέθηκε σ' αυτόν, υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια, ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (Α.Π. 487/2020 , Α.Π. 1359/2019 , Α.Π. 1440/2014).
Δηλαδή, πρέπει να κατέστη δυνατή η τέλεση της αδικοπραξίας, εξαιτίας, ακριβώς, της σχέσης, των μέσων και των ευκαιριών, που ανέθεσε ο προστήσας , στο πλαίσιο της ειδικής σχέσης προς τον προστηθέντα , με τη χρησιμοποίησή τους για άλλο σκοπό , από εκείνο για τον οποίο του ανατέθηκαν (Α.Π. 1856/2013 , Α.Π. 1888/2013 , Α.Π. 337/2010).
Αντίθετα, ο προστήσας δεν ενέχεται έναντι του ζημιωθέντος προς αποζημίωση αυτού, όταν η αδικοπραξία είναι άσχετη ή ξένη με την υπηρεσία που είχε ανατεθεί στον προστηθέντα, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια, ανάμεσα στη βλαπτική συμπεριφορά του προστηθέντος και την άσκηση ή κατάχρηση της υπηρεσίας του.
Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση που υπάρχει μεν τοπικός ή χρονικός σύνδεσμος της βλαπτικής συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε με την ευκαιρία της υπηρεσίας , πλην , όμως , οφείλεται σε αίτια ανεξάρτητα από αυτή και συγκεκριμένα σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας (Α.Π. 9/2011).
Πάντως , όταν η εκτέλεση μιας υπηρεσίας έχει ανατεθεί σε πρόσωπα με εξειδικευμένες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, ο άνω έλεγχος δεν είναι απαραίτητο να εκτείνεται στον τρόπο εργασίας των εν λόγω προσώπων , ως προς τον οποίο , άλλωστε, ο κύριος της υπόθεσης , ελλείψει των σχετικών γνώσεων , δεν είναι σε θέση να τα ελέγξει , αλλά μπορεί και αρκεί ( ο έλεγχος ) να αφορά στην παροχή οδηγιών , έστω και γενικού περιεχομένου , ως προς τον τόπο , τον χρόνο και τους λοιπούς όρους εργασίας των ειδικευμένων προσώπων.
Η εν λόγω αστική ευθύνη του προστήσαντος, είναι γνήσια αντικειμενική , εφόσον αυτός , χωρίς ίδιο πταίσμα, ευθύνεται για το πταίσμα του υπ' αυτού προστηθέντος , με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρον, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 του Α.Κ. (Α.Π. 487/2020, Α.Π. 47/2020 , Α.Π. 1359/2019 , Α.Π. 866/2017 , Α.Π. 698/2012).
Δικαιολογητικό λόγο της ευθύνης αυτής , αποτελεί το γεγονός ότι ο προστήσας ωφελείται από τις υπηρεσίες του προστηθέντος, διευρύνοντας το πεδίο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και καρπούμενος τα οφέλη της. Ως εκ τούτου , είναι εύλογο να φέρει αυτός την ευθύνη για τους κινδύνους , που προκύπτουν από τη δραστηριότητα του προστηθέντος.
Άλλωστε , με την καθιέρωση της ευθύνης του προστήσαντος , εξυπηρετείται και η ιδέα της ασφάλειας των ζημιωθέντων , οι οποίοι αποκτούν ένα επιπλέον οφειλέτη , εκτός από τον προστηθέντα, συνήθως οικονομικά ισχυρότερο και πιο φερέγγυο από αυτόν. Τη συνδρομή της ανωτέρω προϋπόθεσης ευθύνης από το άρθρο 922 του Α.Κ. , φέρει το βάρος να επικαλεστεί και να αποδείξει εκείνος που ζημιώθηκε από τη συμπεριφορά του προστηθέντος, προκειμένου να θεμελιώσει το δικαίωμά του προς αποζημίωση (Α.Π. 487/2020).
Η έννοια της πρόστησης είναι νομική και η ύπαρξη ή μη ευθύνης του προστήσαντος , υπό τα ανελέγκτως από το ουσιαστικό δικαστήριο, δεκτά γενόμενα περιστατικά, ελέγχεται αναιρετικώς , εκ του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του ΚΠολΔ (Α.Π. 392/2022, Α.Π. 487/2020, Α.Π. 1048/2018, Α.Π. 238/2016).
Περαιτέρω , από το συνδυασμό της ως άνω διάταξης του άρθρου 922 του Α.Κ. και των άρθρων 681 , 688-691 του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται , κατ' αρχήν , προστηθείς του εργοδότη , όταν , όμως ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του , ρητώς ή σιωπηρώς , τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση πρόστησης προς τον εργοδότη (Α.Π. 47/2020, Α.Π. 1237/2018, Α.Π. 374/2018).
Επομένως, για τη θεμελίωση αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης κατά του υπαιτίου ατυχήματος , ως και κατά εκείνου , ο οποίος με σύμβαση έργου ανέθεσε στον υπαίτιο την εκτέλεση του έργου, όπου συνέβη το ατύχημα, αναγκαία προϋπόθεση είναι ο εργοδότης να έχει επιφυλάξει για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη του έργου , στοιχεία τα οποία συνιστούν την ιδιότητα του τελευταίου, ως προστήσαντος τον υπαίτιο εργολάβο (Α.Π. 218/2018, Α.Π. 1154/2018, Α.Π. 1840/2011). Είναι δε αδιάφορος ο τρόπος παροχής των οδηγιών και εντολών του προστήσαντος (Α.Π. 1356/2018, Α.Π. 59/2017, Α.Π. 876/2012) , οι οποίες μπορεί να παρέχονται και μέσω τρίτου προσώπου που έχει ορισθεί από τον προστήσαντα, όπως είναι και ο επιβλέπων μηχανικός στις οικοδομικές εργασίες , αρκεί ο προστηθείς να υποχρεούται στην εκτέλεσή τους (Α.Π. 392/2022 , Α.Π. 1533/2017 , Α.Π. 876/2012).
Περαιτέρω, σε περίπτωση διαζευκτικής αιτιότητας , οσάκις δηλαδή η ζημία προήλθε από ανεξάρτητες παράνομες πράξεις ή παραλείψεις περισσοτέρων προσώπων, οι οποίες όλες αποτελούν δυνητικούς αιτιώδεις όρους επαγωγής της ζημίας, αλλά δεν μπορεί να εξακριβωθεί ποία συγκεκριμένη πράξη προκάλεσε τη ζημία ή ποιο το ποσοστό συμβολής της σε αυτήν, δημιουργείται , σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 926 του Α.Κ., παθητική εις ολόκληρον ενοχή , κατά την έννοια του άρθρου 481 του Α.Κ. και , συνακόλουθα έκαστος των συναιτίων ευθύνεται, έναντι του ζημιωθέντος , για ολόκληρη τη ζημία και όχι αναλόγως του ποσοστού ευθύνης του (Α.Π. 462/2017 , Α.Π. 1229/2013, Α.Π. 1685/2009, Α.Π. 901/2004).
Ειδικότερα , με τη διάταξη του άρθρου 926 του Α.Κ. καθορίζονται, στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης , οι κατηγορίες των περιπτώσεων, στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη , κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης , νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας , αδιάφορα από το αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσότερων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά. Αρκεί, για να ενέχεται καθένας από τα περισσότερα πρόσωπα , οι πράξεις ή παραλείψεις των οποίων επέφεραν σωρευτικώς τη ζημία , εις ολόκληρον έναντι του ζημιωθέντα , η ενέργεια καθενός να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα , δηλαδή την επαγωγή της ζημίας. Ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες , δεν ενδιαφέρει για τη θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης , αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών , κατ' άρθρο 927 του Α.Κ. (Α.Π. 299/2007).
Ούτε απαλλάσσεται κάποιος από αυτούς της ευθύνης εκ του ότι μόνη η ιδική του θετική ή αρνητική ενέργεια , χωρίς τη συνδρομή και των λοιπών , δεν θα επέφερε τη ζημία είτε και εκ του ότι δεν δύναται να εξακριβωθεί τίνος εκ τούτων η πράξη επέφερε τη ζημία (Α.Π. 208/2006).
Στην έννοια της "κοινής πράξης" υπάγεται , όχι μόνο η κατά συναυτουργία τέλεση της άδικης πράξης , η οποία θεμελιώνει την αδικοπραξία , αλλά κάθε σύμπραξη ή συμμετοχή με οποιαδήποτε μορφή , στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας , όπως η ηθική αυτουργία , η άμεση και η απλή συνέργεια, η παραυτουργία (εάν τα περισσότερα πρόσωπα που πραγματώνουν με τη συμπεριφορά τους ορισμένη αδικοπραξία , δεν έχουν μεταξύ τους καμιά συνεννόηση), η αναγκαία αιτιότητα, δηλαδή η περίπτωση που η ζημία προήλθε από τις ενέργειες περισσότερων προσώπων , από τις οποίες , όμως , καθεμιά μόνη της δεν ήταν ικανή να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα που επήλθε (Α.Π. 487/2020).
Τέλος, με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 ορίζεται ότι : " 1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας , υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως , είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως .... 2.
Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του " , το οποίο , σε ενωσιακό επίπεδο , ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε. , σύμφωνα με το οποίο : " Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα , όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών".
Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα , που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο : " κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο , εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί, σύμφωνα με το νόμο ", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι : " Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο ".
Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 ΚΠΔ , σύμφωνα με το οποίο : " οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους , σύμφωνα με το νόμο " και είναι συνέπεια της ενσωματώσεως της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 " Για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας " με το νόμο 4596/2019.
Με τις ως άνω , αυξημένης τυπικής ισχύος , διατάξεις , κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου , το οποίο αποτελεί , κατ' αρχήν , τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας , συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής ( άρθρα 7 παρ.1 Συντ. και 14 Π.Κ.).
Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου , με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου , να αξιώνει την ποιότητα της μεταχείρισης , που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο , μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του.
Το τεκμήριο της αθωότητας , το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία , με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του , αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης , ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αρχές και εγγυήσεις , δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης , η εκδίκαση της υποθέσεως σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα, είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος, είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό, για τις ανάγκες της δίκης , ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του , κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες, ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.
Το τεκμήριο αθωότητας , δηλαδή , πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγύησης που παρέχει , κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου , επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης , θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου , αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του , που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές , πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης , δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό , είτε πολιτικό.
Η εφαρμογή , επομένως , του τεκμηρίου αθωότητας συνεχίζεται και μετά το πέρας της ποινικής δίκης και την έκδοση της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως , εκτεινόμενη και εκτός των ποινικών διαδικασιών , ώστε να διασφαλιστεί για πάντα στο μέλλον το δικαίωμα του αθωωθέντος να εμφανίζεται στην έννομη τάξη, αλλά και στην κοινωνία ότι δεν είναι ένοχος του συγκεκριμένου αδικήματος που του αποδόθηκε και ότι η αθωότητά του θα είναι σεβαστή.
Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση , που εκδίδεται επί ποινικής υπόθεσης και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή , όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος , π.χ. λόγω έλλειψης στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υπόστασης ή απόφαση, που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο " λόγω αμφιβολιών " ή απόφαση, που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη , με οποιοδήποτε τρόπο και εξαιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου , δηλαδή κάθε περίπτωση " μη διαπιστωμένης ενοχής ".
Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες , μη ποινικές διαδικασίες , αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου , μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας , την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα , κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του Α.K. Με τις προαναφερθείσες διατάξεις , όμως , δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου , ενώ , ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο , αντιθέτως , μάλιστα , προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών. Ειδικότερα , οι διατάξεις των άρθρων 93-96 Συντ. , αφενός κατοχυρώνουν τη διάκριση των δικαστηρίων και αφετέρου κατανέμουν μεταξύ τους τη δικαιοδοσία σε διοικητική, πολιτική ή αστική και ποινική , κατ' αντιστοιχία των προβλεπομένων δικαστηρίων και των υπαγόμενων σε αυτά διαφορών ή και υποθέσεων.
Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη των ως άνω διακριτών δικαιοδοσιών επιτρέπει , εκτός άλλων , και τη δημιουργία αστικών και ποινικών διαφορών από την ίδια συμπεριφορά ή δραστηριότητα, που υπάγονται ακολούθως στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες. Βασική συνέπεια , που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διάκρισης των τριών διακριτών δικαιοδοσιών, οι οποίες ενδέχεται να διασταυρώνονται, διατηρώντας, όμως, την ισοτιμία και την ανεξαρτησία τους , είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη ( άρθρα 321 επ.
ΚΠολΔ , 57 ΚΠΔ , 197 ΚΔΔ ). Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι , κατ' αρχήν, δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας , με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων , μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου , είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας.
Η συνταγματική άλλωστε , πρόβλεψη τριών διακριτών δικαιοδοσιών , αποκλείει την ύπαρξη μιας και ενιαίας έννομης τάξης, στο πλαίσιο της οποίας η κρίση του ποινικού δικαστηρίου και συγκεκριμένα η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση αυτού , αυτόματα και άνευ άλλου τινός , πρέπει να γίνεται αποδεκτή από το αστικό δικαστήριο , το οποίο πρέπει να καταλήξει σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση, και, κατ' επέκταση, να απορρίψει την αγωγή αποζημίωσης του παθόντος - ενάγοντος, καθόσον διαφορετικά δημιουργείται ρήγμα της ενιαίας αυτής έννομης τάξης.
Ειδικότερα , στην ποινική δίκη ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων , σε αντίθεση με το σύστημα διάθεσης και συζήτησης της πολιτικής δίκης και του βάρους επίκλησης και προσκόμισης των αποδεικτικών μέσων από τους διαδίκους της πολιτικής δίκης. Η προσκόμιση, αυτή και μόνη, της αθωωτικής απόφασης του εναγομένου, ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, θα αρκούσε για να τεθεί εκποδών το υποβληθέν αποδεικτικό υλικό , η δε νομοθετική ρύθμιση για το βάρος των διαδίκων προσκόμισης και επίκλησης των αποδεικτικών μέσων, κατ' άρθρο 237 του ΚΠολΔ , θα καθίστατο κενό γράμμα.
Είναι, εξάλλου , χαρακτηριστικό ότι το τεκμήριο αθωότητας ενεργοποιείται, μόνον όταν προσκομιστεί με επίκλησή της , η αθωωτική ποινική απόφαση στο πολιτικό δικαστήριο. Ενώ , στην ποινική δίκη το άρθρο 178 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. ορίζει ότι οι δικαστές και εισαγγελείς εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα, που θεμελιώνουν την ενοχή ή κατατείνουν στην αθωότητα του κατηγορουμένου και ότι αυτός δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τα πραγματικά περιστατικά , που επικαλείται υπέρ αυτού. Στην ποινική δίκη, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα όχι μόνο να σιωπήσει, αλλά και δικαίωμα μη αυτοενοχοποίησης (άρθρο 104 παρ. 1 ΚΠΔ), τα οποία (δικαιώματα) δεν μπορούν να αξιοποιηθούν σε βάρος των υπόπτων και των κατηγορουμένων ενώ στα πολιτικά δικαστήρια ο εναγόμενος έχει το βάρος να απαντήσει επί της αγωγής , είτε αρνούμενος απλά ή αιτιολογημένα , είτε υποβάλλοντας ενστάσεις , εάν , δε , δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό , το δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ως ομολογημένη την ιστορική βάση της αγωγής ( άρθρο 261 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, είναι ενδεχόμενο ακόμη και μετά την αθώωση του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη , αυτός , ως εναγόμενος , να ομολογήσει την ιστορική βάση της αγωγής , κατά το άρθρο 352 του ΚΠολΔ , σε αντίθεση με την προαναφερθείσα μη αυτοενοχοποίησή του, οπότε το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να θεωρήσει ως αποδεδειγμένη την ιστορική βάση της αγωγής , επί ποινή μάλιστα αναιρετικού ελέγχου , κατ' άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ και να την δεχθεί κατ' ουσίαν. Τότε, μάλιστα, δεν θα μπορεί καν να ισχύει το επικαλούμενο τεκμήριο αθωότητας, αλλά ούτε και το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου.
Υπάρχει, επίσης, διαφορά ως προς τα αποδεικτικά μέσα και τη διαφορετική αποδεικτική τους δύναμη στην πολιτική και ποινική δίκη , με το σύστημα της νόμιμης και της ηθικής αποδείξεως, αντίστοιχα , με τις εντεύθεν απορρέουσες συνέπειες , καθώς και τον απαιτούμενο διαφορετικό βαθμό δικανικής πεποιθήσεως του καθενός δικαστηρίου. Απαιτείται διαφορετικός βαθμός δικανικής πεποίθησης , για την κήρυξη ενός κατηγορουμένου ενόχου από το ποινικό δικαστήριο, σε σχέση με την παραδοχή πολιτικού δικαστηρίου ότι συντελέστηκε ένα αστικό αδίκημα , που είναι συγχρόνως και έγκλημα. Έτσι, στην ποινική δίκη, επί αμφιβολιών, ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, αυτός κηρύσσεται αθώος , κατ' εφαρμογή της αρχής in dubio pro reo , ενώ στην πολιτική δίκη, για την κατάφαση αν διαπράχθηκε το ταυτιζόμενο με το ποινικό αστικό αδίκημα, ο πολιτικός δικαστής πρέπει να σχηματίσει πλήρη και βεβαία δικανική πεποίθηση.
Πρέπει , επιπλέον, να τονισθεί ότι επί αθωωτικής απόφασης , δεν είναι υποχρεωμένος ο δικαστής να διακρίνει ρητώς , στο κείμενο αυτής , μεταξύ αθώωσης , οφειλομένης σε πλήρη βεβαιότητα και αθώωσης , οφειλομένης σε αμφιβολίες.
Ως εκ τούτου η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια, είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου , είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης. Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής), έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου , αθωωτική ή καταδικαστική.
Επιβάλλεται , όμως , να λάβει σοβαρά υπόψη , ως ισχυρό τεκμήριο, την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν, με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά , επί αθωωτικής απόφασης, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου , που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα, σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και, κατ' ανάγκη, σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα , σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 Ε.Σ.Δ.Α.
και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Μία τέτοια θεώρηση , δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας , όπως αυτά προσδιορίσθηκαν ανωτέρω , αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα , αφού έτσι δημιουργείται ένα νέο είδος " δεδικασμένου " , μη προβλεπόμενο από τον ισχύοντα Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή από άλλη ουσιαστική διάταξη , άρα ασύμβατο με τη συνταγματική διάκριση των δικαστικών δικαιοδοσιών, από τις οποίες πηγάζει η δικονομική αρχή για τη μη δέσμευση των πολιτικών δικαστηρίων από τις αποφάσεις των ποινικών.
Έτσι, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας, δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη , ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το αν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία , με αθώωση ή παύση της ποινικής δίωξης , δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη , καθώς και ότι βάση της αστικής αξίωσης για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος , δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη , ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία , που απαγορεύεται , βάσει της αρχής ne bis in idem.
Το τεκμήριο αθωότητας, όμως, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο , όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση, για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου).
Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής απόφασης , τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό , όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα , δεν πρέπει να θέτουν , άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης, ιδίως με την επίκληση ότι :
α) η αθωότητα του κατηγορουμένου είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητά του, β) η απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, γ) στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου) , δ) διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας, ε) κατά της αθωωτικής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία, όμως, απορρίφθηκε για δικονομικούς - τυπικούς λόγους , κ.ά.
Το πολιτικό δικαστήριο , το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της απόφασής του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης , το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα , που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο, για να καταλήξει στην κρίση του , πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος , κατά τα προεκτεθέντα , δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη.
Το πολιτικό , δηλαδή δικαστήριο , πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης , αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις , που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα , εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης , ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα , με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι' αυτόν η ποινική δίωξη , προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις ιδίως σε περιπτώσεις , που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα , πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο.
Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto , ενόψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης και του τρόπου διατύπωσης των αιτιολογιών, που θέτουν, ενδεχομένως , σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται εντεύθεν θέμα παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας (Ολ.
Α.Π. 4/2020 , ΑΠ 1251/2023 , Α.Π. 1332/2021).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ , αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο , εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου . Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του , ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές , καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα , η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή , ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα , με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. Α.Π. 1/2016 , Ολ. Α.Π. 2/2013 , Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας , κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων , ελέγχεται , δηλαδή αν η αγωγή , ένσταση , κ.λ.π. , ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη , ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου , έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 27/1998 ) , καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου , κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση , η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου συντελείται, ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο , παρότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήταν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήταν επαρκή, ως, επίσης, εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται ( Ολ. Α.Π. 4/2022 , Ολ. Α.Π. 5/2021 , Ολ. Α.Π. 6/2019 ).
Στον αυτό αναιρετικό λόγο υπάγεται , κατά το εδάφ. β' αυτού , και η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας , μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς . Ως διδάγματα , δε , της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές , που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας , τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις , οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο , είτε για την ανεύρεση , με βάση αυτά , της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου , ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες , ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών , είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων , που χρησιμοποιήθηκαν , κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ ( Ολ. Α.Π. 8/2005).
Όμως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας , κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδαφ. β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ , ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο , μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί , δηλαδή , με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας , κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνος δικαίου , για την ανεύρεση , με βάση αυτά , της αληθινής έννοιας αυτού , ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι προκειμένου να προβεί σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ( Ολ. Α.Π. 2/2008). Αντίθετα , όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης , αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ. Α.Π. 8/2005 , Α.Π. 60/2022, Α.Π. 1373/2022 , Α.Π. 79/2018 , Α.Π. 1333/2018 , Α.Π. 1512/2014, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 208/2011).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης , πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο : α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας , β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου , για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας , γ) η φερόμενη , ως εσφαλμένη έννοια , που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας , στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου , όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας , που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη , ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας , που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 860/2018 , Α.Π. 208/2018 , Α.Π. 1226/2014 , Α.Π. 2146/2014 , Α.Π. 574/2010 , Α.Π. 737/2008 Α.Π. 1300/2006, Α.Π. 1207/2005, Α.Π. 320/2003).
Στην περίπτωση, δε , που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας , πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής , όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση.
Περαιτέρω , κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ , αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή , η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος , που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη , προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν , στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ( έλλειψη αιτιολογίας) , ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία , που απαιτούνται , βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου , για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία ) - (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Ειδικότερα , αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση , όταν τα πραγματικά περιστατικά , που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της , για κρίσιμο ζήτημα , δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος , συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται , αποδυναμώνοντας , έτσι , την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης , στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά , που είτε είναι , κατά νόμο , αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση , στη συγκεκριμένη περίπτωση , της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της , όχι , όμως , όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση , στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων , εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης, προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου , του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα , ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αν αυτό διατυπώνεται σαφώς , δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες ( Α.Π. 109/2020 , Α.Π. 269/2020 , Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 1266/2017).
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου , που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές , επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και , ως εκ τούτου, δεν αποτελούν " αιτιολογία " , ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ , να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια ( Α.Π. 317/2022 , Α.Π. 1388/2019 ).
Ούτε , εξάλλου , ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ , εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα , μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων ( Α.Π. 1266/2017 , Α.Π. 1420/2013 ).
Περαιτέρω , από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ , προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί , ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης , από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ , είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης , από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος , αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης , που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1551/2022, Α.Π. 625/2020 , Α.Π. 78/2020 , Α.Π. 19/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1388/2019 , Α.Π. 573/2018).
Τέλος , λόγος αναίρεσης , που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση περίπτωση , η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά , ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ , προκύπτει το αντίθετο , απορρίπτεται ως αβάσιμος (Α.Π. 837/2019 , Α.Π. 1611/2008) .
Στην προκειμένη περίπτωση , από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος ( άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι , στην από 21-06-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 34/29-06-2016 αγωγή τους, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας , εξέθεταν ότι περί ώρα 15.30'μ.μ.
της ...-2011 και υπό τις ειδικότερα περιγραφόμενες συνθήκες , επήλθε ο θάνατος του Χ. Σ. Κ. , υιού των πρώτου και δευτέρας και αδελφού της τρίτης αυτών, κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών και δη κατά τις εργασίες εκσκαφής θεμελίων νεοαναγειρόμενης οικοδομής , εμβαδού 201,94 τ.μ. , με υπόγειο 201,94 τ.μ. , σε οικόπεδο , εμβαδού 439,82 τ.μ. , ευρισκόμενο στην περιοχή Παγκρατέικα Κέρκυρας, που ανήκε στην ιδιοκτησία του πρώτου των εναγομένων και ήδη πρώτου των αναιρεσειόντων Γ.
Ν. Κ. Ότι ο τελευταίος είχε αναθέσει , δυνάμει άτυπης σύμβασης έργου, στον θανόντα , οικοδόμο - καλουπατζή , την κατασκευή του ξηλότυπου και του από μπετόν σκελετού της οικοδομής . Ότι άπαντες οι εναγόμενοι ήταν συνυπαίτιοι , για την πρόκληση του θανατηφόρου αποτελέσματος και συγκεκριμένα ο πρώτος εξ αυτών και ήδη πρώτος των αναιρεσειόντων Γ.
Ν. Κ. , έχοντας την ιδιότητα - ως ιδιοκτήτης του οικοπέδου - του κυρίου του υπό κατασκευή έργου , ο οποίος είχε επιφυλάξει για τον εαυτό του την επίβλεψη της διεύθυνσης του έργου , καθώς είχε αναλάβει την εκτέλεση και ολοκλήρωση αυτού με δικά του μέσα και υλικά , ενώ επιπλέον είχε και την ευθύνη της πρόσληψης του κατάλληλου εργατοτεχνικού προσωπικού, ευθυνόμενος για τις παράνομες και υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις των υπ' αυτού προστηθέντων , ο δεύτερος των εναγομένων Γ.
Α. , επιβλέπων πολιτικός μηχανικός - μη διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη - ο οποίος είχε επιμεληθεί την όλη διαδικασία σύνταξης των σχετικών μελετών και την έκδοση της σχετικής οικοδομικής άδειας και ο τρίτος των εναγομένων και ήδη δεύτερος των αναιρεσειόντων, Ν. Γ. Κ., χειριστής μηχανήματος εκσκαφής, υιός του κυρίου του έργου, στον οποίο αυτός είχε αναθέσει τις εργασίες εκσκαφής του οικοπέδου, υφιστάμενης σχέσης πρόστησης μεταξύ αυτών.
Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον , παραδεκτώς γενόμενο , κατ' άρθρα 223 παρ. 1 , 294 , 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 του ΚΠολΔ, περιορισμό του αιτήματος της αγωγής , με σχετική προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους , που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις τους , τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσαν , κατά την προφορική συζήτηση της αγωγής , ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να καταβάλουν , υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητές τους, ως χρηματική ικανοποίηση , λόγω ψυχικής οδύνης , τα κάτωθι ποσά : α) στον πρώτο ενάγοντα , πατέρα του θανόντος, το ποσό των εκατόν ενενήντα εννέα χιλιάδων εννιακοσίων εβδομήντα (199.970,00) ευρώ, β) στη δεύτερη ενάγουσα , μητέρα του θανόντος , το ποσό των εκατόν ενενήντα εννέα χιλιάδων εννιακοσίων εβδομήντα (199.970,00) ευρώ , μετά την αφαίρεση ποσού τριάντα ( 30,00 ) ευρώ, από το οποίο έκαστος αυτών παραιτήθηκε , δοθέντος ότι παραστάθηκαν για το ποσό αυτό , ως πολιτικώς ενάγοντες στο ποινικό δικαστήριο και γ) στην τρίτη ενάγουσα , αδελφή του θανόντος, το ποσό των εκατό χιλιάδων ( 100.000,00 ) ευρώ και τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση.
Επί της υπόθεσης αυτής , η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας εξέδωσε τη με αριθμό 1117/2017 απόφασή του, με την οποία ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης , κατ' άρθρα 254 παρ. 1 , 368 παρ. 1 και 369 του ΚΠολΔ , προκειμένου να διενεργηθεί , με πρωτοβουλία του επιμελεστέρου των διαδίκων , τεχνική πραγματογνωμοσύνη από τον Πολιτικό Μηχανικό Γ.
Σ. Μ. Ακολούθως μετά τη διενέργεια της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης , εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, η με αριθμό 679/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου , το οποίο απέρριψε την αγωγή , ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Στη συνέχεια , το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο , επιλαμβανόμενο της υπόθεσης , μετά την άσκηση :
α) της από 25-07-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 124/27-07-2020 έφεσης των εναγόντων - εκκαλούντων - αντεφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων Σ. Χ. Κ. , Ε. Ν. Κ. συζ. Σ. Κ. και Ε. Σ. Κ. και β) της από 01-04-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 10/05-04-2021 αντέφεσης των πρώτου και τρίτου των εναγομένων - αντεκκαλούντων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων Γ.
Ν. Κ. και Ν. Γ. Κ., εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 24/2021 τελεσίδικη απόφασή του , με την οποία , συνεκδικάζοντας κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία, απέρριψε την αντέφεση ως απαράδεκτη, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους και, αφού εξαφάνισε την αντιθέτως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου , κατά το μέρος που απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή , ως προς τους πρώτο και τρίτο των εναγομένων - εφεσιβλήτων (καθόσον οι ενάγοντες - εκκαλούντες με ιδιαίτερο δικόγραφο παραιτήθηκαν από την αγωγή , ως προς τον δεύτερο των εναγομένων Γ.
Α.), κράτησε την υπόθεση και, ακολούθως, δικάζοντας την αγωγή, εντός των ορίων που καθορίστηκαν από την έφεση, δέχθηκε εν μέρει αυτήν, ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Ειδικότερα , από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης ( άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε , μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων , κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο , κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή , τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά : " Το Φθινόπωρο του έτους 2010 , ο πρώτος εναγόμενος Γ.
Κ. [ ήδη πρώτος των αναιρεσειόντων ] ανέθεσε στον δεύτερο εναγόμενο Γ. Α. (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) πολιτικό μηχανικό , τη σύνταξη σχεδίων και μελετών , προκειμένου να εκδοθεί οικοδομική άδεια ανέγερσης οικοδομής , αποτελούμενης από ισόγειο και υπόγειο χώρο , σε οικόπεδο ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου, στην περιοχή Παγκρατέικα του Δήμου Κέρκυρας.
Την εκτέλεση των εργασιών εκσκαφής του οικοπέδου είχε αναλάβει , κατόπιν ανάθεσης από τον πρώτο εναγόμενο , ο τρίτος εναγόμενος Ν. Κ. [ήδη δεύτερος των αναιρεσειόντων ] , χειριστής εκσκαφέα και υιός του πρώτου εναγομένου, μεταξύ των οποίων υπήρχε σχέση προστήσεως , ήτοι εξάρτηση ώστε ο πρώτος εναγόμενος να μπορεί να δίνει στον τρίτο εναγόμενο εντολές - οδηγίες , κατά την εκτέλεση της εργασίας που του ανέθεσε.
Στη συνέχεια , κατόπιν εντολής του δευτέρου εναγομένου ( μη διαδίκου ) πολιτικού μηχανικού Γ. Α., ο τρίτος εναγόμενος προέβη σε εξομάλυνση του υφιστάμενου (ενν. πρανούς), ύψους 1.70 μέτρων , στα όρια του οικοπέδου , στη νότια και δυτική πλευρά αυτού , ενώ τα μπάζα που προέκυπταν από την εν λόγω εξομάλυνση, εναποτέθηκαν σε απόσταση από το φρύδι του πρανούς και εντός του γειτονικού όμορου οικοπέδου.
Εκδόθηκε η υπ' αριθ. 9/2011 οικοδομική άδεια στις 09-02-2011 και περί τον Ιούλιο του ίδιου έτους , ο πρώτος εναγόμενος Γ. Κ., επικοινώνησε με το δεύτερο εναγόμενο (μη διάδικο) και του ανακοίνωσε την πρόθεσή του να ξεκινήσουν οι εργασίες της ανέγερσης. Την Παρασκευή 22-07-2011 , έλαβε χώρα συνάντηση στο χώρο των εργασιών , μεταξύ του πρώτου και του τρίτου των εναγομένων, αλλά και του μη διαδίκου στην παρούσα δίκη πολιτικού μηχανικού Γ.
Α. και του θανόντος Χ. Κ. , ο οποίος είναι τέκνο του πρώτου και της δεύτερης των εναγόντων [ήδη πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων] και αδελφός της τρίτης εξ αυτών [ήδη τρίτης των αναιρεσιβλήτων] , επίσης είναι ανιψιός του πρώτου των εναγομένων και πρώτος εξάδελφος του τρίτου των εναγομένων. Ο θανών ασκούσε το επάγγελμα του οικοδόμου - καλουπατζή και του είχε ανατεθεί από τον πρώτο εναγόμενο , με σύμβαση έργου, η έναντι αμοιβής κατασκευή μόνο του ξυλότυπου και του από μπετόν σκελετού της οικοδομής , χωρίς δικά του υλικά και μέσα, τα οποία θα του τα προμήθευε ο κύριος του έργου, πρώτος εναγόμενος.
Ο δεύτερος εναγόμενος ( μη διάδικος στην παρούσα δίκη) υπέδειξε τα σχέδια και τις μελέτες της υπό ανέγερση οικοδομής , τόσο στον θανόντα Χ. Κ. , όσο και στον τρίτο εναγόμενο Ν. Κ. , ότι το μέγιστο - τελικό βάθος της εκσκαφής θα ήταν 3.10 μέτρα καθώς και οδηγίες για την εναπόθεση μπαζών , αλλά και που έπρεπε να σκαφτεί περισσότερο το οικόπεδο , λόγω της ανηφορικής κλίσης που παρουσίαζε.
Την επόμενη ημέρα , ήτοι την 23-07-2011, ξεκίνησαν οι εργασίες εκσκαφής , με τη συμμετοχή του θανόντος Χ. Κ. ο οποίος μεριμνούσε , ώστε να επέλθει πλήρης ισοπέδωση του εδάφους στο προσδιοριζόμενο βάθος , προκειμένου, ακολούθως , να εφαρμοστεί η επιλεγμένη μέθοδος του ραντιέ, η οποία προϋποθέτει ότι το έδαφος θα πρέπει να είναι απολύτως επίπεδο.
Στις εργασίες συμμετοχή είχε και ο τρίτος εναγόμενος Ν. Κ. (ενν. Κ.) , καθώς και δύο οδηγοί φορτηγών, που θα μετέφεραν με τα φορτηγά τα χώματα από την εκσκαφή.
Περαιτέρω την 25-07-2011 και περί ώρα 15.20' , ενώ συνεχιζόταν οι εργασίες εκσκαφών , ο Χ. Κ. , βλέποντας την πρόοδο των εργασιών, βρισκόταν εντός του χώρου της εκσκαφής και ειδικότερα στη βάση του πρανούς αυτής , μεταξύ της νότιας και δυτικής πλευράς του οικοπέδου , καθήμενος σε καρέκλα , κάτω από ομπρέλα ηλίου. Αίφνης και ενόσω ήταν ακόμη καθήμενος, αποκολλήθηκε μεγάλος όγκος χώματος από το γειτονικό οικόπεδο και μετατοπίστηκε στο εσωτερικό του οικοπέδου , όπου πραγματοποιείτο η εκσκαφή , ολισθαίνοντας , με αποτέλεσμα να καταπλακώσει αυτόν. Η ολίσθηση έγινε ακαριαία και αιφνίδια , χωρίς να προλάβει να αντιδράσει και να απομακρυνθεί. Ακολούθως, τόσο ο τρίτος εναγόμενος Ν. Κ., όσο και οι οδηγοί των φορτηγών, που παρευρίσκονταν στο σημείο, επιχείρησαν να τον απεγκλωβίσουν, σκάβοντας με τα χέρια τους , για τουλάχιστον 10 λεπτά.
Στο μεταξύ είχε ειδοποιηθεί και η Πυροσβεστική Υπηρεσία. Οι προσπάθειες που κατέβαλαν ήταν απρόσφορες , ώστε ο τρίτος εναγόμενος , σε μία προσπάθεια να εντοπίσει και να απεγκλωβίσει τον Χ. Κ. , εκκίνησε , σε κατάσταση πανικού , το σκαπτικό μηχάνημα , δημιουργώντας ράμπα και επιχείρησε να αφαιρέσει το μεγάλο όγκο χωμάτων , που είχε αποκολληθεί , όπως προειπώθηκε.
Η προσπάθειά του αυτή απέβη μοιραία για τον Χ. Κ., καθώς με την πρώτη φορά που επιχείρησε να ανασύρει τα χώματα με το σκαπτικό μηχάνημα, το εμπρόσθιο τμήμα του σκαπτικού μηχανήματος (κουβάς), βρήκε το σώμα του Χ. Κ., επέπεσε πάνω του , με αποτέλεσμα να τον διαμελίσει. Ακολούθως, με την άφιξη της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, η οποία είχε ειδοποιηθεί άμεσα , διαπιστώθηκε ο θάνατος του Χ.
Κ. Για το ατύχημα διενεργήθηκε, την ημέρα του ατυχήματος, αυτοψία από τους ανακριτικούς υπαλλήλους του Α.Τ. Κέρκυρας και συντάχθηκε η από 10-08-2011 έκθεση αυτοψίας από τον Ανθ. Κ. Α. του Α.Τ. Κέρκυρας , παρισταμένου και Υ/Β Π. Ν. της ίδιας υπηρεσίας, προσληφθέντος ως β' ανακριτικού υπαλλήλου , ο οποίος μεταξύ άλλων, εκθέτει τα εξής :"Περιγραφή τόπου ατυχήματος:
Κέρκυρα και στην περιοχή Παγκρατέικα, έναντι διασταυρώσεως των οδών Επτανήσου και Ρήγα Φεραίου , κατά την εκτέλεση της εκσκαφής θεμελίων νεοαναγειρόμενης οικοδομής . Οι εργασίες βρίσκονταν στο στάδιο αλφαδιάσματος του εδάφους της εκσκαφής. Η εκσκαφή ήταν βάθους περίπου 3 μέτρα στην έμπροσθεν πλευρά, προς τη διασταύρωση των οδών Επτανήσου και Ρήγα Φεραίου και έφθανε περίπου τα 6 μέτρα στο πίσω της μέρος , προς παρακείμενο οικόπεδο.
Όλος ο χώρος της εκσκαφής είχε καλυφθεί σχεδόν από χώματα, τα οποία φαίνεται ότι αποκολλήθηκαν από την πλευρά , ύψους των 6 μέτρων . Εντός του χώρου , πάνω από τα χώματα , ήταν το σκαπτικό μηχάνημα , το οποίο οδήγησε εκεί ο χειριστής του από πρόχειρη ράμπα , στην προσπάθειά του να απεγκλωβίσει το θύμα . Δεξιά του σκαπτικού μηχανήματος και σε απόσταση δύο ( 2 ) μέτρα , βρισκόταν ο θανών , σε πρόσθια θέση, διαμελισμένος , με εμφανή τραύμα στον αριστερό γοφό και την πλάτη και το αριστερό του πόδι ήταν σε απόσταση 1 μέτρου δεξιότερά του.
Συμπέρασμα: Από τις εν γένει παρατηρήσεις μας και από μαρτυρικές καταθέσεις, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι ο εργολάβος του έργου Κ. Χ. του Σ., τραυματίστηκε θανάσιμα , ενώ βρισκόταν μέσα στο χώρο της εκσκαφής, όταν καταπλακώθηκε από όγκους χωμάτων και διαμελίστηκε από το σκαπτικό μηχάνημα , στην προσπάθεια του χειριστή Κ.
Ν. του Γ. να τον απεγκλωβίσει ". Επίσης, στην έκθεση αυτοψίας, η οποία συντάχθηκε την 14-09-2011 (αρ. πρωτ. Τ.Π. 3261/11) από υπαλλήλους του Τμήματος Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών της Διεύθυνσης Υπηρεσιών του Δήμου Κέρκυρας , αναφέρονται , μεταξύ άλλων, τα κάτωθι: " Κατόπιν αυτοψίας που διενεργήσαμε στο οικόπεδο ιδιοκτησίας κ.
Κ. Γ., στην περιοχή Παγκρατέικα δήμου Κέρκυρας , σε εργασίες εκσκαφών θεμελίων, που εκτελούντο βάσει της με αρ. 9/9-2-2011 οικ. Αδείας , ισογείου καταστήματος με υπόγειο μετά την κατακρήμνιση τμήματος της εκσκαφής , εντός του γενικού σκάμματος εκσκαφών , με συνέπεια την πρόκληση θανατηφόρου ατυχήματος , διαπιστώσαμε ότι :
το τμήμα του εδάφους , που αποσπάσθηκε και μετακινήθηκε από τη θέση του , κατά 1-2 μέτρα , ήταν ογκώδες και συμπαγές , κατά το μεγαλύτερο μέρος του , έχει δε δημιουργήσει μία νησίδα εις το κέντρο περίπου της γενικής εκσκαφής , διαστάσεων 1-2 μέτρων , επί τουλάχιστον 10-15. Εκ πρώτης όψεως , δεν μπορεί να διαπιστωθεί εάν παρέσυρε όγκο χωμάτων απ' αυτά που είχε εναποθέσει ο εκσκαφέας στο πίσω - άνω χείλος του ορύγματος , ούτε αν αυτά είχαν αποτεθεί στις προβλεπόμενες αποστάσεις από τα πρανή.
Το βάθος της εκσκαφής στο πρόσωπο του οικοπέδου και της προς ανέγερση οικοδομής, καθώς και στο μεγαλύτερο τμήμα των πλάγιων πλευρών, δεν υπερέβαινε τα 3.00 μ. βάθος , το οποίο δεν αποκλίνει από το προτεινόμενο στη μελέτη εκσκαφών. Το βάθος όμως της εκσκαφής στις πίσω , νότια και δυτική πλευρές του οικοπέδου , δηλαδή στο όριο με την όμορη ιδιοκτησία , φαίνεται να υπερβαίνει τα 5.00 μ. , δηλαδή βάθος μεγαλύτερο από την μελέτη εκσκαφών της οικοδομικής άδειας , διότι το ανάγλυφο του εδάφους είναι ανηφορικό προς την όμορη ιδιοκτησία.
Το έδαφος ανήκει στην κατηγορία των συνεκτικών (πηλώδη - αργιλώδη) ".
Περαιτέρω , στην ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομίας, η οποία διενεργήθηκε από τον Ιατροδικαστή Γ' τάξεως και Προϊστάμενο της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Κέρκυρας Ι. Α. , στις 26-07-2011 (αρ. πρωτ. 43/26-07-2011), μεταξύ άλλων , αναφέρονται τα κάτωθι : " Δ. ΑΙΤΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ: Κ. Χ. του Σ. ...-2011, ΘΛΑΣΤΙΚΕΣ ΚΑΚΩΣΕΙΣ ΘΩΡΑΚΟΣ ΚΟΙΛΙΑΣ/ΠΥΕΛΟΥ (ΠΡΩΤΙΣΤΩΣ, ΜΕΤΑ ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΣΜΟΥ ΚΑΤΩ ΑΚΡΟΥ . Ε. ΕΙΔΟΣ ΘΑΝΑΤΟΥ : ΒΙΑΙΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ (ΣΥΜΒΑΝ ΕΝ ΩΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ /ΑΤΥΧΗΜΑ) ". Επίσης, ο ως άνω Ιατροδικαστής, στην έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα ενώπιον των ανακριτικών υπαλλήλων του Α.Τ. Κέρκυρας, που πραγματοποιήθηκε την 23-05-2013 , αναφέρει τα εξής : " Την 26-07-2011 , διενήργησα νεκροψία - νεκροτομία , επί του πτώματος του Κ. Χ. Αναφέρομαι στην από 10-07-2012 έκθεσή μου και σας καταθέτω επιπροσθέτως και τα εξής : Η ανατομική εντόπιση και οι μορφολογικοί χαρακτήρες των κακώσεων που διαπιστώθηκαν, καταδεικνύουν αναφανδόν πως προκλήθηκαν από το σκαπτικό μηχάνημα . Οι ανωτέρω κακώσεις παρείχαν χαρακτήρα εν ζωή γενομένων θλαστικών κακώσεων ( αιματώματα ). Θεωρώ πως προηγήθηκε κάποιου βαθμού διεργασία ασφυξίας, πλην, όμως, ο θάνατος επήλθε από τις κακώσεις που περιγράφονται στη έκθεσή μου και οι οποίες δεν συνάδουν με θάνατο από κατάχωση ".
Επιπροσθέτως , ο ως άνω Ιατροδικαστής στην ένορκη κατάθεσή του, ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας , που εξέδωσε την υπ' αριθμ. 300/2015 αμετάκλητη , ως προς τους πρώτο και τρίτο των εναγομένων απόφασή του ( αθωωτική ) , η οποία δεν δεσμεύει το παρόν δικαστήριο , σύμφωνα με την οικεία νομική σκέψη [...] , μεταξύ άλλων αναφέρει και τα εξής : " η αιτία του θανάτου οφείλεται σε θλαστικές κακώσεις , οι οποίες είναι συνεχόμενες , λόγω συνεχούς αιμορραγίας , όπως περιγράφεται στην έκθεση.
Υπήρξε ακρωτηριασμός και ακρωτηριασμός μπορεί να οδηγήσει από μόνος του στο θάνατο. Δεν γνωρίζω τον όγκο του χώματος που είχε πέσει . Δεν περιγράφω στοιχείο ασφυξίας. Στους νεφρούς δεν υπήρχε αίμα, λόγω ακρωτηριασμού. Στην ασφυξία έχουμε συμφόρηση των νεφρών. Οι κακώσεις ήταν εν ζωή. Δεν είχε αποβιώσει ο θανών από ασφυξία.
Δεν γνωρίζω σε τι βάθος ήταν ο άνθρωπος. Εντός 5 λεπτών, θα πρέπει να απεγκλωβιστεί το άτομο , ειδάλλως πεθαίνει λόγω της ασφυξίας. Η αιτία θανάτου ήταν οι κακώσεις. Δεν είχε αποβιώσει ο άνθρωπος ... δεν είχαμε εικόνα ασφυξίας στη συγκεκριμένη περίπτωση , το αποκλείω να πέθανε συνεπεία των χωμάτων . Εάν ήταν στο 0,5 μέτρο θα μπορούσε να αναπνέει με την παρουσία ενός διάκενου ".
Επομένως και σύμφωνα με την ως άνω ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη, ο θάνατος του Χ. Κ. επήλθε από τα πλήγματα και μόνο που δέχθηκε το σώμα του από το σκαπτικό μηχάνημα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση του ενδίκου ατυχήματος , ο πρώτος και τρίτος των εναγομένων , από έλλειψη της επιμέλειας που όφειλαν να καταβάλουν , ως κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις , με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές , την κοινή πείρα, την λογική , τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων , κατά τη στιγμή που ο μεταγενέστερα θανών Χ.
Κ. , καταπλακώθηκε από τα χώματα , θα έπρεπε να απέχουν από οποιαδήποτε ενέργεια, που αφορά την χρησιμοποίηση του σκαπτικού μηχανήματος. Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος θα έπρεπε να μην επιτρέψει στον τρίτο εναγόμενο - υιό του , ως προστήσας αυτόν στο έργο , να προβεί σε καμία ενέργεια εκσκαφής , ενόσω ήταν καταπλακωμένος από τα χώματα ο μεταγενέστερα θανών , τηρώντας τις δέουσες διαδικασίες, ήτοι να επιληφθούν επί του συμβάντος η Πυροσβεστική Υπηρεσία, καταδεικνύοντας αμέλεια, καθόσον δεν απέτρεψε τον τρίτο εναγόμενο , ως προς την πρωτοβουλία που πήρε , να σκάψει με τον εκσκαφέα το χώμα , προκειμένου να ανευρεθεί ο μετέπειτα θανών.
Τούτο όφειλε ο πρώτος εναγόμενος να εκτελέσει , υπό τις παραπάνω συνθήκες, επιμελώς φερόμενος , ήτοι να απαγορεύσει στον τρίτο εναγόμενο τον επισφαλή τρόπο χρησιμοποίησης του σκαπτικού μηχανήματος και να απαιτήσει την άμεση διακοπή της λειτουργίας των ενεργειών του (τρίτου εναγομένου ) αναφορικά με την χρήση του σκαπτικού μηχανήματος.
Ο πρώτος εναγόμενος , ως κύριος του έργου και προστήσας τον τρίτο εναγόμενο στην ως άνω εργασία , όπως ως άνω έχει αναφερθεί είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος, δηλαδή του θανάτου του Χ. Κ. Πέραν τούτων, όμως, ο πρώτος εναγόμενος που προσέλαβε τον τρίτο εναγόμενο χειριστή του σκαπτικού μηχανήματος, ευθύνεται και ο ίδιος αντικειμενικά για οποιοδήποτε πταίσμα (αμέλεια κατά την Α.Κ. 914 ) του προστηθέντος από αυτόν τρίτου εναγομένου.
Τούτο διότι , ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή , σε περίπτωση θανάτου σε εργατικό ατύχημα , οι συγγενείς του , δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης , λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης , αντιστοίχως , αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος και πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν , με την έννοια του άρθρου 914 Α.Κ. , δηλαδή , αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 [...].
Ο δε τρίτος εναγόμενος , ως προστηθείς στο έργο , όφειλε να γνωρίζει ότι ήταν αυστηρά απαγορευτικό να χρησιμοποιήσει , ως μέσο απεγκλωβισμού , το σκαπτικό μηχάνημα , που ο ίδιος εχειρίζετο , διότι , όπως προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία, η απαγορευτική ενέργεια από μέρους του , στάθηκε μοιραία για τον Χ.
Κ. , αφού επέφερε το θάνατό του. Επίσης, ο τρίτος εναγόμενος δεν επέδειξε την στοιχειώδη επιμελή συμπεριφορά, που προσιδιάζει στο μέσο επαγγελματία χειριστή εκσκαφέα , καθώς , υπό συνθήκες πανικού , επιχείρησε να ανασύρει τον καταπλακωμένο από χώματα Χ. Κ. , χρησιμοποιώντας τον εκσκαφέα , ο οποίος δεν προορίζετο για την χρήση της εν δυνάμει διάσωσης.
Το γεγονός αυτό (αμελής συμπεριφορά), βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα του θανάτου του Χ. Κ. , δεδομένου ότι ο Χ. Κ. , σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά , ήταν ακόμη εν ζωή , μολονότι βρισκόταν καταπλακωμένος από τα χώματα , μέχρι την στιγμή που τον διαμέλισε το σκαπτικό μηχάνημα.
Με τα παραπάνω δεδομένα , υφίσταται πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια, μεταξύ της επελεύσεως του θανάτου του Χ. Κ. και της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς , που επέδειξαν αφενός ο τρίτος εναγόμενος , προστηθείς από τον πρώτο εναγόμενο, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του , που του είχε αναθέσει ο πρώτος και αφετέρου ο πρώτος εναγόμενος , ως κύριος του έργου, ευθυνόμενος επιπλέον και ως προστήσας για τις παράνομες πράξεις και παραλείψεις του υπ' αυτού προστηθέντος , ήτοι του τρίτου εναγομένου ( δεν αναφερόμαστε στο δεύτερο εναγόμενο πολιτικό μηχανικό , καθόσον τούτος δεν είναι διάδικος).
Επίσης , ο πρώτος εναγόμενος , καίτοι είχε αναθέσει την επίβλεψη του έργου στον αρχικό δεύτερο εναγόμενο Γ. Α. , δεν έπαψε να ασκεί τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου , αφού είχε αναλάβει την εκτέλεση και ολοκλήρωση αυτού , με δικά του μέσα και υλικά , ενώ είχε και την ευθύνη της πρόσληψης του κατάλληλου εργατοτεχνικού προσωπικού, όπως και έγινε.
Συνεπώς, το παραπάνω εργατικό , κατά την έννοια του νόμου, ατύχημα και ο θανάσιμος τραυματισμός του Χ. Κ., οφείλεται σε συντρέχουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) του πρώτου και τρίτου των εναγομένων. Ως εκ των ως άνω αναφερομένων , το δικαστήριο δεν απαιτείται να εξετάσει αν υπάρχει και αμέλεια του πρώτου και τρίτου των εναγομένων, ως προς την πτώση των χωμάτων, που αποκολλήθηκαν και επέπεσαν στον εργαζόμενο στο έργο , με σύμβαση έργου, Χ.
Κ., εφόσον δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης (πτώσης χωμάτων) και του αποτελέσματος ( θάνατος ) , καθόσον ο θάνατος του ανωτέρω , όπως σαφώς αποδείχθηκε , δεν προήλθε από ασφυξία , την οποία τυχόν θα προκαλούσε η πτώση των χωμάτων , αλλά από το σκαπτικό μηχάνημα , που διαμέλισε το κορμί του ... ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές , το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο , κατέληξε στο συμπέρασμα ότι θεμελιώνεται εις ολόκληρον ευθύνη των πρώτου και τρίτου των εναγομένων και ήδη αμφοτέρων των αναιρεσειόντων στην επέλευση του ενδίκου θανατηφόρου ατυχήματος και δη του μεν πρώτου, έχοντος την ιδιότητα του κυρίου του οικοπέδου της υπό ανέγερση οικοδομής , ο οποίος είχε επιφυλάξει για τον εαυτό του το δικαίωμα της διεύθυνσης και επίβλεψης της εκτέλεσης των εργασιών, μέσω του επιβλέποντος μηχανικού , ευθυνόμενου τόσο υποκειμενικά, όσο και αντικειμενικά, για τις παράνομες πράξεις και παραλείψεις του υπ' αυτού προστηθέντος, του δε τρίτου , υπό την ιδιότητά του ως χειριστή μηχανήματος εκσκαφής και προστηθέντος από τον κύριο του εκτελούμενου έργου και μετά ταύτα , δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων , κατά της εκκληθείσας με αριθμό 679/2020 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας , η οποία είχε απορρίψει , ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, την ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που στρεφόταν κατ' αυτών και, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κράτησε, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ , την υπόθεση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή , ως βάσιμη κατ' ουσίαν , υποχρεώνοντας αυτούς να καταβάλουν , εις ολόκληρον έκαστος , το ποσό των ενενήντα χιλιάδων (90.000,00) ευρώ, σε έκαστο των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση.
Με την κρίση του αυτή , το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, καθώς παραβίασε εκ πλαγίου , την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. και συγκεκριμένα στέρησε την απόφασή του από την αναγκαία νόμιμη βάση, καθόσον δεν παραθέτει με σαφήνεια και επάρκεια τα , κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, ώστε να θεμελιώνεται σαφώς το διατυπούμενο αποδεικτικό πόρισμα, αλλά διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του ανεπαρκείς αιτιολογίες , ως προς το κεφάλαιο της κατάφασης ευθύνης του προστηθέντος τρίτου των εναγομένων και ήδη δευτέρου των αναιρεσειόντων και , κατ' επέκταση , της ευθύνης του προστήσαντος αυτόν πρώτου των εναγομένων και ήδη πρώτου των αναιρεσειόντων, το οποίο ασκεί ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος , ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης , το δευτεροβάθμιο δικαστήριο , για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της υπαιτιότητας του δευτέρου των αναιρεσειόντων , δέχθηκε , κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, μεταξύ άλλων, ότι, ενόσω ο Χ. Σ.
Κ. βρισκόταν εντός του χώρου της εκσκαφής , αποκολλήθηκε αιφνίδια μεγάλος όγκος χώματος από το όμορο οικόπεδο , όπου είχαν εναποτεθεί τα μπάζα , που προέκυψαν από την εξομάλυνση του οικοπέδου , στο οποίο εγένοντο οι σχετικές εργασίες εκσκαφής και μετατοπίστηκε στο εσωτερικό του οικοπέδου , όπου πραγματοποιείτο η εκσκαφή , με αποτέλεσμα να καταπλακώσει αυτόν.
Ωστόσο , αν και παραθέτει αυτολεξεί τα αναφερόμενα στην από 10-08-2011 έκθεση αυτοψίας , που διενεργήθηκε από τους ανακριτικούς υπαλλήλους του Α.Τ. Κέρκυρας , καθώς και στην έκθεση αυτοψίας , που συντάχθηκε στις 14-09-2011 από υπαλλήλους του Τμήματος Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών της Διεύθυνσης Υπηρεσιών του Δήμου Κέρκυρας , παραλείπει να περιγράψει την μορφολογία , την σύσταση και τις διαστάσεις του εδαφικού όγκου , που αποκολλήθηκε από το όμορο οικόπεδο και μετατοπίστηκε στο εσωτερικό του οικοπέδου , όπου πραγματοποιείτο η εκσκαφή.
Επίσης , δεν προσδιορίζει σε πόση απόσταση εντός της εκσκαφής , παρασύρθηκε ο θανών , σε σχέση με το σημείο που αυτός βρισκόταν την στιγμή της αιφνίδιας ολίσθησης του εδαφικού όγκου, ώστε να κριθεί εάν ο δεύτερος των αναιρεσειόντων, επιχειρώντας να αποφορτίσει με το εκσκαπτικό μηχάνημα τον όγκο των χωμάτων, που καταπλάκωσαν τον Χ.
Σ. Κ., ώστε να εντοπίσει και να απεγκλωβίσει αυτόν , ήταν δυνατό να υπολογίσει σε ποιο σημείο του σκάμματος είχε μετακινηθεί το σώμα του και συγκεκριμένα να προβλέψει σε πόση απόσταση , συνεπεία της ολίσθησης , είχε μεταφερθεί , από τη θέση που αρχικά βρισκόταν και συνακόλουθα, να κριθεί εάν η διείσδυση του βραχίονα του εκσκαπτικού μηχανήματος στο συγκεκριμένο σημείο και ο θανάσιμος τραυματισμός του οφείλεται σε τυχαίο γεγονός ή σε αμελή συμπεριφορά του, που τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με την επέλευση του θανατηφόρου αποτελέσματος.
Ωσαύτως, συνιστά ανεπάρκεια αιτιολογίας το ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν διευκρινίζει σε τι βάθος βρέθηκε το σώμα του θύματος και ειδικότερα αν βρέθηκε σε επαφή με τη βάση του σκάμματος ή σε κάποιο ύψος πάνω από αυτήν, προκειμένου να εκτιμηθεί , σε συνδυασμό με την μορφολογία, την σύσταση και τις διαστάσεις του εδαφικού όγκου , αν ήταν σκόπιμο να συνεχίσουν οι παρευρισκόμενοι στον τόπο του ατυχήματος να απομακρύνουν τα χώματα , μέχρι την άφιξη της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας , σκάβοντας με τα χέρια τους, ώστε να εντοπίσουν και να απεγκλωβίσουν το θύμα , αλλά και να κριθεί η δυνατότητα ύπαρξης διάκενου , που θα του επέτρεπε να αναπνέει , καθόν χρόνο βρισκόταν εγκλωβισμένος, δεδομένου ότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο Ιατροδικαστής Ι.
Α., στην ένορκη κατάθεσή του, ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας , κατά την εκδίκαση της εις βάρος του Χ. Σ. Κ. αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, αναφέρει ότι, υπό τις περιγραφόμενες συνθήκες , το ενδεχόμενο επιβίωσης αυτού , ήταν εάν βρισκόταν στο 0,50 μέτρο , γεγονός που θα επέτρεπε σ' αυτόν να αναπνέει , κατά τη διάρκεια που βρισκόταν εγκλωβισμένος.
Τέλος , δεν προσδιορίζει το Εφετείο τον χρόνο άφιξης της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και τον χρόνο που θα χρειαζόταν το συνεργείο διάσωσης , για την οργάνωση και την επιχείρηση απεγκλωβισμού του Χ. Κ., ώστε να διαπιστωθεί αν ήταν ή όχι άκαιρη η παρέμβαση του δευτέρου των αναιρεσειόντων, αλλά και τον χρόνο που αυτός χρειάστηκε προκειμένου να θέσει σε κίνηση τον εκσκαφέα, να δημιουργήσει ράμπα καθόδου και να προσεγγίσει , μέσω αυτής, τον χώρο της πτώσης, λαμβανομένου υπόψη ότι, κατά τις παραδοχές της απόφασης, ο ως άνω Ιατροδικαστής στην από 23-05-2013 έκθεση ένορκης εξέτασης , ενώπιον των ανακριτικών υπαλλήλων του Α.Τ.
Κέρκυρας, αναφέρει ότι είχε προηγηθεί του διαμελισμού του θανόντος, που προκλήθηκε από το εκσκαπτικό μηχάνημα , κάποιου βαθμού διεργασία ασφυξίας.
Επισημαίνεται ότι , οι πλημμέλειες αυτές θεμελιώνουν τον, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ , λόγο αναίρεσης για ανεπαρκείς αιτιολογίες , ως προς τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας πραγματικά περιστατικά , την οποία , κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επέδειξε ο δεύτερος των αναιρεσειόντων , που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα και δεν συνιστούν αιτιάσεις από τον αριθμό 8 εδαφ.
β' του ίδιου άρθρου , όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσίβλητοι . Ειδικότερα , υποστηρίζουν ότι ο αυτοτελής ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ( ένσταση υποθετικής αιτιότητας ) , θα μπορούσε να στηρίξει την εκ του αριθμού 8 εδαφ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια , καθόσον η επίκληση από αυτούς ότι ο θάνατος του Χ.
Σ. Κ. , θα επερχόταν αναπότρεπτα από άλλη μεταγενέστερη αιτία , ήτοι από ασφυξία, λόγω της καθυστερημένης άφιξης της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, έστω και αν δεν είχε συμβεί το ζημιογόνο γεγονός , που προκάλεσε τον θάνατό του , ήτοι από τον διαμελισμό του , εξαιτίας της χρήσης του εκσκαπτικού μηχανήματος , συνιστά περίπτωση " υποθετικής αιτιότητας".
Με τον όρο αυτό εννοείται η περίπτωση εκείνη , κατά την οποία η ζημία θα επερχόταν από άλλη μεταγενέστερη αιτία, έστω και αν δεν είχε συμβεί το ζημιογόνο γεγονός , που πράγματι την προκάλεσε (ή και από προγενέστερη αιτία). Στις περιπτώσεις αυτές το ζημιογόνο γεγονός , που πράγματι επέφερε τη ζημία , ονομάζεται πραγματική αιτία , το μεταγενέστερο γεγονός , που ασφαλώς θα επέφερε την ίδια ζημία , υποθετική αιτία και το όλο φαινόμενο υποθετική αιτιότητα.
Το μεταγενέστερο αυτό περιστατικό , που υποθετικά θα είχε προκαλέσει τη ζημία , δεν αίρει , κατ' αρχήν , την ευθύνη του ζημιώσαντος. Ωστόσο , ο ως άνω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, δεν συνιστά " πράγμα " , δηλαδή ισχυρισμό ο οποίος έχει αυτοτελή ύπαρξη και κατατείνει στη θεμελίωση της αγωγής , ένστασης ή αντένστασης , αλλά αρνητικό της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής ισχυρισμό και , ως εκ τούτου , δεν θα μπορούσε να ιδρυθεί ο , εκ του αριθμού 8 εδαφ.
β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ , λόγος αναίρεσης ότι το Εφετείο , παρά το νόμο , δεν έλαβε υπόψη και δεν εξέτασε πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Συνοψίζοντας τα ανωτέρω , ο πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης , με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την , εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ , αναιρετική πλημμέλεια , για έλλειψη νόμιμης βάσης, εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών, κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Εξάλλου , με τον ίδιο πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης , κατά το δεύτερο σκέλος αυτού και υπό την επίκληση του αριθμού 1 εδαφ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες διατυπώνουν την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας , προκειμένου να καταλήξει στις ως άνω παραδοχές, παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας ( άρθρο 336 του ΚΠολΔ).
Ειδικότερα υποστηρίζουν ότι η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας συνίσταται στο ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ότι αποτελεί υπαίτια αμελή συμπεριφορά η χρήση του εκσκαπτικού μηχανήματος , αν και τούτο αποτελούσε το μόνο διαθέσιμο μέσο μαζικής απόσυρσης των χωμάτων και απεγκλωβισμού του ατόμου που καταπλακώθηκε, δεδομένου ότι δεν είχε αφιχθεί ακόμα η Πυροσβεστική Υπηρεσία και επίκειτο άμεσα ( εντός ολίγων λεπτών ) ο θάνατος αυτού , ενόψει και του ότι είχε προηγηθεί προσπάθεια απεγκλωβισμού με τα χέρια, διάρκειας 10 λεπτών, ήτοι το διπλάσιο του χρόνου της αναμενόμενης επιβίωσης , σε συνθήκες κατάχωσης , σύμφωνα με τον Ιατροδικαστή Ι.
Α. και είχε ήδη , ξεκινήσει η διαδικασία της ασφυξίας, λαμβανομένου υπόψη και του χρόνου που χρειάστηκε , προκειμένου ο δεύτερος των αναιρεσειόντων να θέσει σε κίνηση τον εκσκαφέα, να δημιουργήσει ράμπα καθόδου και να προσεγγίσει , μέσω αυτής, τον χώρο της πτώσης. Ειδικότερα , δε , ότι η συμπεριφορά του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων , δεν υπάγεται στη νομική έννοια της αμέλειας , όπως , αντίθετα με τα διδάγματα της κοινής πείρας , δέχθηκε το Εφετείο , καθώς η κατάσταση πανικού , στην οποία αυτός βρέθηκε , ήταν δικαιολογημένη , λόγω των περιστάσεων , δηλαδή της ανάγκης άμεσης επέμβασης με το εκσκαπτικό μηχάνημα.
Ωστόσο, οι παραπάνω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις , δεν έχουν τον χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας , με την έννοια που προεκτέθηκε και συγκεκριμένα διότι η αποδιδόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση πλημέλεια, για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφορά την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ , ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο ανάλυση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και την διαπίστωση πραγματικών γεγονότων και όχι την ερμηνεία των εφαρμοσθέντων ουσιαστικών κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν , δηλαδή την εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Επομένως , υπό το περιεχόμενο αυτό, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος , με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη την , από τον αριθμό 1 εδαφ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ , πλημμέλεια , είναι απορριπτέος , ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω , ο δεύτερος λόγος αναίρεσης , κατά το οικείο αυτού σκέλος , με τον οποίο ο πρώτος των αναιρεσειόντων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την , από τους αριθμούς 1 εδαφ. α' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ , πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των άρθρων 914 και 922 του Α.Κ., λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών , ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης σχέσης πρόστησης, μεταξύ αυτού και του δευτέρου των αναιρεσειόντων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Και τούτο διότι , με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της αντικειμενικής ευθύνης του πρώτου των εναγομένων και ήδη πρώτου των αναιρεσειόντων, ως προστήσαντος τον τρίτο των εναγομένων και ήδη δεύτερο των αναιρεσειόντων, για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι από τον θανάσιμο τραυματισμό του οικείου τους , με την παραδοχή ότι αυτός, καίτοι είχε αναθέσει την επίβλεψη του έργου στον επιβλέποντα μηχανικό Γ. Α. , δεν έπαψε να ασκεί τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου , αφού είχε αναλάβει την εκτέλεση και ολοκλήρωση αυτού με δικά του μέσα και υλικά , ενώ είχε και την εργοδοτική ευθύνη της πρόσληψης του κατάλληλου εργατοτεχνικού προσωπικού , όπως και έγινε στην προκειμένη περίπτωση , αναθέτοντας δηλαδή στον τρίτο των εναγομένων και ήδη δεύτερο των αναιρεσειόντων την εκσκαφή των θεμελίων της νεοαναγειρόμενης οικοδομής.
Συγκεκριμένα το εξαχθέν ως άνω πόρισμα περί της αντικειμενικής ευθύνης του πρώτου των αναιρεσειόντων αιτολογείται ικανοποιητικά , καθώς παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά της διεύθυνσης και επίβλεψης του έργου από αυτόν , μέσω του επιβλέποντος μηχανικού Γ. Α. , τα οποία του προσδίδουν την ιδιότητα του προστήσαντος , κατά την έννοια του άρθρου 922 του Α.Κ. και , κατ' ακολουθίαν , στηρίζουν την ευθύνη αυτού για την , επ' ευκαιρία της υπηρεσίας του προστηθέντος δευτέρου των αναιρεσειόντων , τέλεση της αδικοπραξίας , η οποία βρίσκεται σε χρονικό και τοπικό σύνδεσμο με την ανατεθειμένη σ' αυτόν υπηρεσία.
Επιπρόσθετα , η μη αναφορά στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση περί του ποιες εντολές και οδηγίες εκτέλεσης του έργου διαφύλαξε για τον εαυτό του ο πρώτος των αναιρεσειόντων , στη συγκεκριμένη περίπτωση , δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα περί ανυπαρξίας σχέσης πρόστησης μεταξύ αυτού , ως κυρίου του εκτελούμενου έργου και του δευτέρου των αναιρεσειόντων, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες , καθότι , όπως προεκτέθηκε στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, η πρόστηση δεν προϋποθέτει σχέση πλήρους εξάρτησης μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος , δεδομένου ότι ούτε από την έννοια της πρόστησης , ούτε από το σκοπό της διάταξης του άρθρου 922 του Α.Κ. προκύπτει τέτοιος περιορισμός , αλλά αρκεί ο προστηθείς να υπόκειται στον έλεγχο ή τις γενικές οδηγίες και εντολές ή και μόνο στην επίβλεψη του προστήσαντος , κατά την εκτέλεση της εργασίας που του ανατέθηκε.
Έτσι , δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο προστηθείς ενεργούσε προς διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά προς εξυπηρέτηση συμφερόντων του προστήσαντος , όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Με τον τρόπο αυτό , το δικαστήριο της ουσίας δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από την, κατά νόμο, πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο , επί του ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ζητήματος, δηλαδή , ως προς το αν πράγματι , στη συγκεκριμένη περίπτωση ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος των αναιρεσιβλήτων είχε ή όχι την ιδιότητα του προστήσαντος και , κατ' επέκταση , της γνήσιας αντικειμενικής ευθύνης , η οποία θεμελιώνει την εις ολόκληρον ευθύνη αυτού , κατά τα άρθρα 481, 486 και 926 του Α.Κ.
Ωστόσο , ο ίδιος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ , δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης , κατά το σκέλος που αναφέρεται στην υποκειμενική ευθύνη του πρώτου των εναγομένων και ήδη πρώτου των αναιρεσειόντων Γ. Ν. Κ. , για την επέλευση του ενδίκου ατυχήματος , η οποία συνίσταται , κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης , στο ότι δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή, που απαιτείται να καταβάλει κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις , με βάση τους νομικούς κανόνες , την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, την κοινή αντίληψη και την λογική και συγκεκριμένα διότι δεν απέτρεψε τον τρίτο των εναγομένων και ήδη δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Ν.
Γ. Κ. , ως προς την πρωτοβουλία που πήρε , προκειμένου να ανευρεθεί ο Χ. Κ. , ήτοι να απαγορεύσει τον επισφαλή τρόπο χρησιμοποίησης του εκσκαπτικού μηχανήματος και να απαιτήσει την άμεση διακοπή της χρήσης αυτού, κρίνεται βάσιμος, καθόσον η στοιχειοθέτηση τόσο της αντικειμενικής, όσο και της υποκειμενικής ευθύνης του προστήσαντος, συναρτάται με την προπεριγραφόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, ο οποίος ενήργησε επ' ευκαιρία της ιδιότητάς του, ως χειριστής του εκσκαπτικού μηχανήματος , εντεύθεν δε έπεται ότι , αν κριθεί ότι η συμπεριφορά του προστηθέντος δεν ήταν υπαίτια, τότε δεν θεμελιώνεται εις βάρος του προστήσαντος ευθύνη, ούτε κατά την διάταξη του άρθρου 922 του Α.Κ. , ούτε και κατά τη διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ.
Εξάλλου, σε συνέχεια και συνάφεια με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης , με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης , ο πρώτος των αναιρεσειόντων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την , από τον αριθμό 1 , άλλως την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Συγκεκριμένα , προβάλλει την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 922 του Α.Κ. , καθόσον ακόμα και υπό την εκδοχή ότι υφίστατο σχέση πρόστησης μεταξύ αυτού , υπό την ιδιότητά του ως κυρίου του έργου και του δευτέρου εξ αυτών , υπό την ιδιότητά του ως χειριστή του εκσκαπτικού μηχανήματος , δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά , από τα οποία να προκύπτει ότι , η αδικοπρακτική συμπεριφορά του δευτέρου έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του , ότι δηλαδή σε περίπτωση ατυχήματος , αυτός ήταν υποχρεωμένος , εκτός των εργασιών εκσκαφής του οικοπέδου , να ενεργήσει και διασωστικές πράξεις. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί , διότι επαρκώς αιτιολογείται ότι η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δευτέρου των αναιρεσειόντων εκδηλώθηκε , επ' ευκαιρία του έργου , που του ανατέθηκε από τον πρώτο αυτών. Όπως δε εκτέθηκε στο οικείο μέρος της μείζονος νομικής σκέψης που προηγήθηκε , στην έννοια της " υπηρεσίας " περιλαμβάνονται και όσες πράξεις εκτελούνται επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας.
Έτσι , τα γενόμενα δεκτά , ως αποδειχθέντα ανωτέρω , πραγματικά περιστατικά , δικαιολογούν την, κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 922 του Α.Κ. νομική εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τους αναιρεσείοντες συνέδεε σχέση πρόστησης. Επίσης , επικαλείται , κατ' εκτίμηση , διακοπή της αιτιώδους συνάφειας, ανάμεσα στη βλαπτική συμπεριφορά του προστηθέντος δευτέρου των αναιρεσειόντων και την άσκηση της υπηρεσίας του και ειδικότερα έλλειψη ευθύνης του για το ένδικο θανατηφόρο ατύχημα , υποστηρίζοντας ότι οι εργασίες απεγκλωβισμού του Χ. Σ. Κ. , έγιναν χωρίς καμία καθοδήγηση του ιδίου (πρώτου των αναιρεσειόντων), αλλά με απόφαση και αυτενέργεια του τρίτου των εναγομένων και ήδη δευτέρου των αναιρεσειόντων, χειριστή του εκσκαπτικού μηχανήματος . Ο ως άνω λόγος παρίσταται αβάσιμος κατ' ουσίαν και απορριπτέος , ως ερειδόμενος σε ανακριβή προϋπόθεση , αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος δευτέρου των αναιρεσειόντων , ο οποίος , όπως υποστηρίζει ο πρώτος των αναιρεσειόντων , με δική του απόφαση επιχείρησε να απεγκλωβίσει τον Χ. Σ. Κ. αλλά , αντίθετα σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα αμφοτέρων.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η συνδέουσα τους αναιρεσείοντες σχέση ήταν εκείνη της πρόστησης , αφού τα πραγματικά περιστατικά , που ανελέγκτως δέχθηκε, ως αποδειχθέντα , καθιδρύουν πράγματι σχέση πρόστησης και, εντεύθεν , γνήσια αντικειμενική ευθύνη του πρώτου των αναιρεσειόντων , για την αδικοπρακτική συμπεριφορά του δευτέρου αυτών , στον οποίο είχε αναθέσει το έργο της εκσκαφής των θεμελίων της οικοδομής, έχοντας επιφυλάξει για τον ίδιο τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου , παρέχοντας οδηγίες γενικού περιεχομένου, μέσω του επιβλέποντος μηχανικού Γ.
Α., οι οποίες και αρκούν για να θεμελιώσουν , όπως προεκτέθηκε στο οικείο μέρος της μείζονος νομικής σκέψης που προηγήθηκε , την , κατ' άρθρο 922 του Α.Κ. , σχέση πρόστησης. Επιπλέον δε , κατά τις παραδοχές του Εφετείου , θεμελιώνεται και υποκειμενική ευθύνη αυτού για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση λόγους , ήτοι διότι αν και όφειλε και μπορούσε να αποτρέψει τον δεύτερο των αναιρεσειόντων να χρησιμοποιήσει το εκσκαπτικό μηχάνημα , παρέλειψε να το πράξει, συντελώντας με τις παράλειψή του αυτή στην πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού του Χ.
Σ. Κ., λαμβανομένου υπόψη και του ότι η ύπαρξη της αντικειμενικής ευθύνης του προστήσαντος , δεν αποκλείει την υποκειμενική ευθύνη αυτού, δηλαδή αδικοπραξία πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του Α.Κ.
Σε κάθε περίπτωση , αναφορικά με το σκέλος της αιτίασης ότι , από τις αιτιολογίες της απόφασης σαφώς προκύπτει ότι οι εργασίες απεγκλωβισμού του Χ. Σ. Κ. έγιναν με απόφαση και αυτενέργεια του δευτέρου των αναιρεσειόντων , χωρίς καμία καθοδήγηση του κυρίου του έργου , ο λόγος είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί , διότι , υπό την επίφαση της παραβιάσεως της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης και υπό την επίκληση των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ , στην πραγματικότητα πλήττεται εμμέσως η , κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ , αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών περιστατικών , που από αυτό έγιναν δεκτά , ως αποδειχθέντα , ήτοι αναφορικά με το αποδεικτικό πόρισμα , στο οποίο κατέληξε , ως προς την ύπαρξη σχέσης πρόστησης μεταξύ του πρώτου των αναιρεσειόντων , ως κυρίου του εκτελούμενου έργου και του δευτέρου αυτών , ως χειριστή του μηχανήματος εκσκαφής. Επομένως, ο προαναφερόμενος λόγος της αναίρεσης , εκ του αριθμού 1 , άλλως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ , πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του , κατά τις διακρίσεις που αμέσως παραπάνω αναφέρθηκαν.
Τέλος , με τον τέταρτο από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι για το ποινικό αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια , που ταυτίζεται απόλυτα , κατά τα πραγματικά περιστατικά του , με το αστικό αδίκημα , επί του οποίου θεμελιώθηκε η ευθύνη τους για την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως στους αναιρεσίβλητους , κηρύχθηκαν αμετάκλητα αθώοι , με τη με αριθμό 300/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας.
Ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν έλαβε υπόψη τις αιτιολογίες του ποινικού Δικαστηρίου, αλλά περιορίστηκε στην απλή αναφορά της άνω αθωωτικής απόφασης και έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή , δεχόμενο την υπαιτιότητά τους για τον θανάσιμο τραυματισμό του Χ. Σ. Κ. και την αστική τους ευθύνη , με αποτέλεσμα να παραβιάσει ευθέως , άλλως εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α), συνακολούθως δε η προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την προεκτεθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη, παραβιάζοντας το υπέρ αυτού τεκμήριο αθωότητας.
Σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα νομική σκέψη της παρούσας απόφασης , ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο , που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν , κωλύεται να καταλήξει - μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα - σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα , υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να την θέσει ως βάση στην απόφασή του , λαμβανομένου υπόψη ότι το πολιτικό δικαστήριο ναι μεν έχει την υποχρέωση συνεκτιμήσεως των αθωωτικών αποφάσεων , χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητα , όμως, η υποχρέωση συνεκτιμήσεως δεν ισοδυναμεί , σε καμία περίπτωση, με δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την σχετική αθωωτική ποινική απόφαση και , κατ` ανάγκη , σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και , συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής.
Επιβάλλεται, δηλαδή , να λάβει σοβαρά υπόψη , ως ισχυρό τεκμήριο , την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν , με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση.
Ωστόσο , στην προκείμενη περίπτωση , προκύπτει ότι το Εφετείο, με τις προαναφερόμενες αυτολεξεί παραπάνω παρατεθείσες παραδοχές του, έλαβε μεν υπόψη του την ως άνω αμετάκλητη αθωωτική απόφαση , χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της , ως προς τους λόγους απαλλαγής των εναγομένων - τότε κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων , ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή τους , πλην , όμως , σύμφωνα με όσα παραπάνω αναφέρθηκαν , διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο , ως προς την εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 914 του Α.Κ. , παραβιάζοντας , υπό την έννοια αυτή , το τεκμήριο που πηγάζει από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, ως απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας των αναιρεσειόντων.
Επομένως, ο προαναφερόμενος λόγος της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτός , ως βάσιμος κατ' ουσίαν.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω , κατά παραδοχή ως βάσιμων των πρώτου και δευτέρου λόγων αναίρεσης , κατά το οικείο αυτού σκέλος και του τετάρτου λόγου αναίρεσης , οι οποίοι είναι ορισμένοι , παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων , αφού αναφέρονται επαρκώς στο αναιρετήριο οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν , τα αποδιδόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση νομικά σφάλματα και οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης , πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση , προς περαιτέρω εκδίκαση , στο ίδιο Δικαστήριο , του οποίου η συγκρότηση από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση , είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ , όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 είχε τροποποιηθεί με τα άρθρα 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012 και 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 και αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 , η ισχύς του οποίου άρχισε από την 01/01/2016 , κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015).
Επίσης , μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης , πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση αυτής στους ίδιους ( άρθρο 495 παρ. 3 εδ. δ' του ΚΠολΔ , όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση , μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 , που ισχύει , κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού , για τα κατατιθέμενα από την 01-01-2016 ένδικα μέσα). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων θα επιβληθούν, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους , εις βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 24/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος με αριθμό ... ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης , στους καταθέσαντες αυτό αναιρεσείοντες.
Επιβάλλει εις βάρος των αναιρεσίβλητων, τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, το ύψος της οποίος ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων ( 3.000,00 ) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ