Legislator Case Law & Legislation
126/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court decision regarding car engine defect and failure to warn buyer of risks.

Case Number 126/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of First Instance's decision regarding a defective car engine. The plaintiffs argued the defendant failed to disclose known engine risks and the specific cause of a previous repair, violating good faith obligations. The court found the lower court's reasoning insufficient to address these specific factual omissions, necessitating a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 513, 522, 534, 540, 543 of the Civil Code; The Supreme Court holds that an appellate court's decision is subject to appeal if it fails to adequately address specific factual allegations regarding the disclosure of risks and the reasons for repairs, thereby rendering the review of substantive law provisions impossible.

Keywords

AI generated
Civil Code Good Faith Obligation Defective Product Disclosure of Risks Appeal Admissibility Remand for Further Trial Contractual Liability

Cited Legislation

AI generated
Articles 513, 522, 534, 540, 543 of the Civil Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 126 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 126/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Π. του Λ., κατοίκου ... και 2) Μ. Π. Ζ. του Α., κατοίκου .... Ο πρώτος αναιρεσείων παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας, ενώ η δεύτερη αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, ήδη πρώτο αναιρεσείοντα.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "L & J ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ - ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΕΙΣΑΓΩΓΕΑΣ ΟΧΗΜΑΤΩΝ LANCIA & JEEP", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα.

Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Χριστοδούλου, ο οποίος ανακάλεσε την από 27-10-2022 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε στο ακροατήριο και δήλωσε ότι η επωνυμία της ως άνω εταιρείας έχει τροποποιηθεί σε "AUTOONE ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ".

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-6-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5910/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 4715/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-10-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παραστάς πρώτος αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 4715/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε τις εφέσεις της αναιρεσίβλητης και του πρώτου αναιρεσείοντος και επικύρωσε ως προς αυτούς την υπ' αριθμ. 5910/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 13/6/2014 αγωγή των αναιρεσειόντων κατά της αναιρεσίβλητης, ενώ έκανε δεκτή την έφεση της δεύτερης αναιρεσείουσας και αφού εξαφάνισε ως προς αυτήν την ανωτέρω απόφαση, απέρριψε την αγωγή και ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Από τις εφαρμοζόμενες στην κρινόμενη περίπτωση διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 540 και 543 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση του δικαίου της πώλησης δυνάμει του ν. 3043/2002 και πριν την νέα τροποποίηση ορισμένων εξ αυτών με τον Ν.4967/9-9-2022, προκύπτει, ότι σε περίπτωση που κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή υφίσταται πραγματικό ελάττωμα ή έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας του πωληθέντος αντικειμένου, ο αγοραστής δικαιούται να απαιτήσει διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός αν η ενέργεια είναι αδύνατη ή προκαλεί δυσανάλογες δαπάνες, να μειώσει το τίμημα ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός και αν πρόκειται για επουσιώδες ελάττωμα.

Σε περίπτωση, εξάλλου, που υφίσταται έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ή η τυχόν ελαττωματικότητα του πράγματος οφείλεται σε υπαιτιότητα του πωλητή, ο αγοραστής μπορεί, σωρευτικά με τα ανωτέρω δικαιώματα, να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία, που δεν καλύπτεται από την άσκηση τους. Εξάλλου, πραγματικό ελάττωμα συνιστά η ατέλεια του πράγματος, που αφορά στην ιδιοσυστασία ή την κατάσταση του κατά τον κρίσιμο χρόνο της μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή και η οποία έχει αρνητική επίδραση στην αξία ή τη χρησιμότητα αυτού.

Ως ιδιότητα δε του πράγματος θεωρείται, όχι μόνο κάποιο συγκεκριμένο φυσικό γνώρισμα ή πλεονέκτημα αυτού, αλλά και οποιαδήποτε σχέση, η οποία, από το είδος και τη διάρκειά της, επιδρά κατά την αντίληψη των συναλλαγών στην αξία ή τη χρησιμότητα του πράγματος, ενώ ως συνομολογημένη νοείται μία ιδιότητα, όταν υπάρχει ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των μερών ότι το πράγμα έχει την συγκεκριμένη ιδιότητα, στην ύπαρξη της οποίας αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία από τον αγοραστή και την οποία ο πωλητής εγγυάται αναλαμβάνοντας και την ευθύνη για την ενδεχόμενη έλλειψη της (ΑΠ 1420/2022, ΑΠ 499/2017, ΑΠ 575/2013).

Από τα δικαιώματα του άρθρου 540 ΑΚ η υπαναχώρηση, με την άσκηση της οποίας καταλύεται εξ ολοκλήρου η αρχική σύμβαση της πώλησης και στη θέση της εντάσσεται η αποκαλούμενη σχέση της εκκαθάρισης, συνιστά διαπλαστικό δικαίωμα, αφού με την άσκησή της διαπλάθεται μία νέα έννομη κατάσταση, κατά την οποία είναι υπόχρεοι να αποδώσουν, ο μεν αγοραστής το πράγμα και τα ωφελήματα του πράγματος που αποκόμισε, ο δε πωλητής το τίμημα και τα έξοδα της πώλησης.

Ειδικότερα, οι αξιώσεις που απορρέουν για τα μέρη σε περίπτωση υπαναχώρησης από την πώληση ρυθμίζονται από το άρθρο 547 του ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 3043/2002, σύμφωνα με το οποίο ο μεν αγοραστής έχει υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα ελεύθερο από κάθε βάρος που αυτός πρόσθεσε, καθώς και τα ωφελήματα που αποκόμισε από το πράγμα, ο δε πωλητής υποχρεούται να επιστρέψει εντόκως το τίμημα, τα έξοδα της πώλησης, καθώς και όσα ο αγοραστής δαπάνησε για το πράγμα.

Το δικαίωμα υπαναχώρησης της πώλησης ενδέχεται να έχει ασκηθεί εξώδικα και αρκεί προς τούτο η άτυπη δήλωση του αγοραστή, από την περιέλευση της οποίας στον πωλητή ανατρέπεται αμέσως και αναδρομικά η σύμβαση της πώλησης, το γεγονός δε αυτό, δηλαδή της εξώδικης υπαναχώρησης από την πώληση, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής κατά το άρθρ. 70 ΚΠολΔ.

Επίσης μπορεί να ασκηθεί και με σχετική αγωγή, η οποία όμως έχει στην περίπτωση αυτή διαπλαστικό χαρακτήρα, και παραδεκτά μπορούν να σωρευθούν σ` αυτή και οι δευτερογενείς αξιώσεις από την υπαναχώρηση της πώλησης (ΑΠ 727/2019, ΑΠ 1596/2014). Σε κάθε όμως περίπτωση, το δικαίωμα της υπαναχώρησης πρέπει να ασκηθεί πριν τη συμπλήρωση της προθεσμίας του άρθρου 554 του ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 3043/2002, σύμφωνα με το οποίο τα δικαιώματα του αγοραστή (για υπαναχώρηση ή μείωση του τιμήματος ή για αποζημίωση λόγω ελαττώματος) παραγράφονται μετά την πάροδο δύο ετών για τα κινητά και πέντε ετών για τα ακίνητα, με έναρξη της παραγραφής, όπως το άρθρο 555 του ίδιου Κώδικα ορίζει, από την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή (ΑΠ 727/2019, ΑΠ 1596/2014).

Δηλαδή στην προθεσμία αυτή (η οποία ως προς τα διαπλαστικά δικαιώματα της μείωσης του τιμήματος και της υπαναχώρησης έχει - από καθαρά δογματική άποψη - χαρακτήρα αποσβεστικής προθεσμίας), υπόκειται το ανωτέρω, πρωτογενές, δικαίωμα του αγοραστή για υπαναχώρηση, λόγω της ύπαρξης των πραγματικών ελαττωμάτων ή ελλείψεως συνομολογημένης ιδιότητας, και όχι και οι δευτερογενείς αξιώσεις του εκ του άρθρου 547 ΑΚ, που απορρέουν από την άσκηση του δικαιώματος της υπαναχώρησης (όπως η απόδοση του καταβληθέντος τιμήματος).

Αυτές υπόκεινται στη συνήθη παραγραφή, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι ασκήθηκε εμπρόθεσμα, κατά τα ανωτέρω, το πρωτογενές δικαίωμα της υπαναχώρησης, καθόσον ανατρέπονται τα δικαιοπρακτικά αποτελέσματα της σύμβασης της πώλησης, λόγω λύσης αυτής, εξαιτίας της έγκυρης άσκησης της υπαναχώρησης, ώστε να μην υπάρχει νόμιμη αιτία καταβολής του τιμήματος.

Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 274 ΑΚ: "όταν παραγραφεί η κύρια αξίωση, συμπαραγράφονται και οι παρεπόμενες από αυτήν αξιώσεις, και αν ακόμη δεν συμπληρώθηκε η παραγραφή που ισχύει γι` αυτές". Οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής είναι αφενός η παραγραφή της κυρίας αξιώσεως και αφετέρου η ύπαρξη παρεπομένων αξιώσεων.

Τέτοιες είναι εκείνες, των οποίων η γένεση προϋποθέτει κυρία αξίωση, η οποία παραγράφηκε, και δεν συμπεριλαμβάνονται σ` αυτές οι εκ του άρθρου 547 ΑΚ δευτερογενείς αξιώσεις, που απορρέουν από την άσκηση του δικαιώματος της υπαναχώρησης - όπως η απόδοση του καταβληθέντος τιμήματος - καθόσον οι τελευταίες αποτελούν την αναγκαία συνέπεια της ενέργειας της υπαναχώρησης και συνιστούν κύρια αξίωση του αγοραστή ως συνέπεια της λύσης της σύμβασης πωλήσεως λόγω της ασκηθείσης εγκύρως από αυτόν υπαναχώρησης (ΑΠ 727/2019, ΑΠ 663/2016).

Όμως, ο πωλητής, σύμφωνα με το άρθρο 557 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 3043/2002, δεν μπορεί να επικαλεστεί τη σύντομη παραγραφή του άρθρου 554 ΑΚ αν απέκρυψε ή αποσιώπησε με δόλο το ελάττωμα ή την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας. Στην περίπτωση αυτή η παραγραφή είναι κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ εικοσαετής.

Δόλια απόκρυψη κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης υπάρχει όταν ο πωλητής, κατά τον χρόνο μεταθέσεως του κινδύνου στον αγοραστή κατά το άρθρο 522 ΑΚ, αν και γνωρίζει ή βασίμως υποπτεύεται την ύπαρξη ουσιωδών ελαττωμάτων ή την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας, δεν τα γνωστοποιεί στον αγνοούντα αυτά αγοραστή, παρά την υποχρέωσή του προς τούτο από την συναλλακτική καλή πίστη (ΑΠ 727/2019, ΑΠ 177/2012).

Περαιτέρω η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής δεν συνιστά αδικοπραξία, είναι δυνατόν όμως μια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώσει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς τη συμβατική σχέση, που προϋπάρχει, θα ήταν παράνομη ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον, που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας σε άλλον υπαιτίως ζημία.

Η ευθύνη αυτή θα κριθεί κατά τους γενικούς περί αδικοπραξιών όρους (ΟλΑΠ 969/1973, ΑΠ 1420/2022, ΑΠ 727/2019). Επομένως, η ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος ή η έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας του πωληθέντος πράγματος δεν ιδρύει, καθεαυτή, ευθύνη από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 ΑΚ, αφού χωρίς τη συμβατική σχέση δεν αποτελεί πράξη παράνομη.

Όταν όμως συντρέχουν πρόσθετα πραγματικά στοιχεία, που μαζί με τη συμβατική παράβαση συνθέτουν διάφορο ιστορικό γεγονός, ικανό κατά το άρθρο 914 ΑΚ να επιφέρει την πλήρωση του πραγματικού της αδικοπραξίας, τότε πρόκειται για σώρευση αξιώσεων, από παράβαση της σύμβασης και από αδικοπραξία, οι οποίες μπορούν να ασκηθούν παράλληλα, όχι όμως να ικανοποιηθούν και οι δύο, γιατί η ικανοποίηση της μιας καθιστά την άλλη χωρίς αντικείμενο.

Έτσι, σε περίπτωση πώλησης, εφόσον συντρέχουν, κατά τα ως άνω, πρόσθετα στοιχεία, μπορεί να ασκηθεί και μόνο η από την αδικοπρακτική ευθύνη αξίωση, δεδομένου ότι αυτή έχει αυτοτέλεια και αυθυπαρξία, έναντι της συμβατικής, χωρίς να έχει ως προϋπόθεση τη σύμβαση. Με τα δεδομένα αυτά, η εφαρμογή των διατάξεων για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται όταν το ελαττωματικό κλπ πράγμα προκάλεσε ζημία σε άλλα πράγματα και προστατευόμενα έννομα αγαθά (υλικά ή ηθικά) του αγοραστή (ΑΠ 1420/2022).Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι για να γεννηθεί από αδικοπραξία ευθύνη προς αποζημίωση απαιτείται :

α) συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, β) ζημία και γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς (νομίμου λόγου ευθύνης) και της ζημίας. Κατά την έννοια δε της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, η ανθρώπινη συμπεριφορά που αποτελεί το βασικό στοιχείο της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη.

Η τελευταία όμως για να οδηγήσει σε υποχρέωση αποζημίωσης, πρέπει να είναι παράνομη. Τούτο συμβαίνει, όταν ο υπαίτιος παραλείπει να προβεί σε θετική ενέργεια, στην οποία υποχρεούται από το νόμο, τη δικαιοπραξία, την καλή πίστη και τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, από προηγούμενη συμπεριφορά του ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου.

Εξάλλου, καλή πίστη, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος. Υπό την έννοια συνεπώς αυτή, η καλή πίστη συνιστά κριτήριο συμπεριφοράς και, άρα, κανόνα δικαίου. Βάσει αυτής, αλλά και από το όλο πνεύμα των κανόνων που ρυθμίζουν τις συναλλαγές, ιδρύεται υποχρέωση του παραγωγού-εισαγωγέα, καθώς και του πωλητή αυτοκινήτων, να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία των τρίτων από εγγενείς κινδύνους προκλήσεως βλαβών, που τυχόν ενέχουν τα προϊόντα αυτά, στα οποία (μέτρα) περιλαμβάνεται ο έλεγχος της ελαττωματικότητας αυτών και η υποχρέωση πληροφορήσεως των χρηστών.

Η υπαίτια δε παράλειψη των υποχρεώσεων αυτών γεννά, εφόσον επήλθε ζημία αιτιωδώς συνδεόμενη με αυτήν, υποχρέωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, κατ` άρθρο 932 ΑΚ (ΑΠ 1420/2022, ΑΠ 983/2019). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ,είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία "L & J ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ - ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΕΙΣΑΓΩΓΕΑΣ ΟΧΗΜΑΤΩΝ LANCIA & JEEP" (ήδη αναιρεσίβλητη), στα πλαίσια της δραστηριότητάς της ως εισαγωγέας αυτοκινήτων, πώλησε και παρέδωσε στις 29-3-2007 στον 1° ενάγοντα (ήδη πρώτο αναιρεσείοντα) ένα αυτοκίνητο μάρκας GRAND CHEROKEE LIMITED CRD, αντί του ποσού των 79.000 ευρώ.

Για το λόγο δε αυτό, ο ως άνω ενάγων, ο οποίος και στο παρελθόν ήταν κύριος και κάτοχος οχημάτων ίδιας μάρκας, κατέβαλε στην εναγομένη το ποσό των 23.000 ευρώ, ενώ παράλληλα της μεταβίβασε το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... μεταχειρισμένο αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του μάρκας GRAND CHEROKEE 5.70 με αριθμό πλαισίου ... αξίας 56.000 ευρώ.

Ο 1ος ενάγων από το έτος 1997 έως και το 2007 ήταν σταθερός πελάτης της εναγομένης, αφού τα αυτοκίνητα GRAND CHEROKEE κατασκευάζονται με υψηλά πρότυπα ασφαλείας, τα οποία εγγυώνται υψηλού επιπέδου ποιότητα τόσο (των) εξαρτημάτων όσο και των αυτοκινήτων εν γένει και γι' αυτό έχουν πωληθεί εκατομμύρια μονάδες παγκοσμίως, γεγονός που γνώριζε και εκτιμούσε και ο ίδιος.

Μετά το πέρας της παραγωγής κάθε αυτοκινήτου, αυτό περνά ακριβώς τα ίδια δοκιμαστικά τεστ ώστε να ελεγχθεί τόσο η ασφάλεια όσο και η άριστη λειτουργία όλων των μηχανικών, ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συστημάτων του. Το όχημα του 1ου ενάγοντος δεν είχε εμφανίσει κανένα πρόβλημα ή δυσλειτουργία του κινητήρα του από τον Μάρτιο του 2007, ότε ετέθη σε λειτουργία, μέχρι και την 23-6-2010.

Σύμφωνα με την μηχανογραφικά τηρούμενη κατάσταση διελεύσεων του ως άνω οχήματος από το συνεργείο της εναγομένης αποδεικνύεται ότι αυτό εισήλθε προς έλεγχο στις εξής ημερομηνίες: στις 20.3.2007, 27.3.2007, 13.6.2007, 12.7.2007, 6.11.2007, 13.12.2007, 5.1.2008, 23.6.2010, 7.9.2010, 5.10.2010, 22.10.2010, 29.10.2010, 27.1.2011, 15.2.2011, 22.2.2011, 7.11.2011, 18.11.2011, 10.1.2012, 20.1.2012, 6.9.2012 και 27.11.2012.

Όπως προκύπτει από την ως άνω κατάσταση, στις 23.6.2010, το όχημα του ενάγοντος εισήλθε στο συνεργείο της εναγομένης, προκειμένου να διερευνηθεί η φωτεινή ένδειξη που εμφανίστηκε στο ηλεκτρονικό σύστημα του αυτοκινήτου, καθώς, όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις κάρτας, που αναγράφονται στην κατάσταση, "ανάβει λαμπάκι κεραυνού και κάνει διακοπές".

Όπως δε αποδείχθηκε, μετά από σχετικό έλεγχο του οχήματος, η εναγόμενη έκρινε ότι πρέπει να γίνει αλλαγή τουρμπίνας στο εν λόγω αυτοκίνητο, χωρίς ωστόσο, να ενημερώσει τον ενάγοντα για τον ακριβή λόγο, για τον οποίο προέβη σε μία τέτοια ενέργεια. Σύμφωνα δε με την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης, τεχνικού διευθυντή αυτής, η τουρμπίνα, η οποία είναι το εξάρτημα εκείνο, το οποίο κάνει υπερπλήρωση του κινητήρα, ήτοι προσθέτει αέρα και καύσιμο σε αυτόν προκειμένου να σημειωθεί μεγαλύτερη απόδοση, έπρεπε να αλλαχθεί, διότι δεν λειτουργούσε σωστά.

Πράγματι δε, ...το κόστος των εργασιών και των εξαρτημάτων, που απαιτήθηκαν για την επισκευή της ως άνω βλάβης ανήλθε στο ποσό των 3.568,14 ευρώ, το οποίο και κατέβαλε ο ενάγων. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι συνεπεία της ως άνω βλάβης της τουρμπίνας, προκλήθηκαν ρωγμές στα έμβολα του κινητήρα, καθώς και οπή σε ένα εξ αυτών.

Ειδικότερα, ...η τουρμπίνα είναι το εξάρτημα εκείνο, το οποίο, προκειμένου σε μικρότερα κυβικά και σε μικρότερο όγκο κινητήρα να αυξηθεί η ιπποδύναμη, κάνει υπερπλήρωση αυτού. Ωστόσο, εν προκειμένω, ...η τουρμπίνα, η οποία αποδείχθηκε ελαττωματική και αλλάχθηκε από την εναγόμενη, λειτούργησε ανεξέλεγκτα λόγω ελαττώματος, και υπερφόρτωσε τον κινητήρα, αυξάνοντας τις πιέσεις και τις θερμοκρασίες, πέρα των επιτρεπόμενων ορίων.

Αποτέλεσμα της αύξησης της θερμοκρασίας και της πίεσης, την οποία έστελνε στο χώρο καύσης, ήταν και τα έξι έμβολα του κινητήρα να παρουσιάσουν ρωγμές και οπή. Λόγω δε των ρωγμών αυτών που προκλήθηκαν, κατά τα ανωτέρω, το λιπαντικό υγρό του αυτοκινήτου υπερχείλισε, σημειώθηκε διαρροή λαδιών, με αποτέλεσμα να εκτιναχθεί η τάπα του λαδιού και τα λάδια να επιπέσουν στην μηχανή του αυτοκίνητου.

Έτσι, στις 10.11.2012 ο ενάγων με την 2η ενάγουσα (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα), κινούνταν στην εθνική οδό ..., όταν αντελήφθησαν ότι από το αυτοκίνητο έβγαιναν καπνοί. Καταβάλλοντας ιδιαίτερη προσπάθεια, δεδομένης της μεγάλης ταραχής που ένιωσαν με την κατάσταση, την οποία βίωναν, ο 1ος ενάγων κατάφερε να κινηθεί με ασφάλεια για τους ίδιους και τους λοιπούς χρήστες του δρόμου στην άκρη του οδοστρώματος, όπου και ακινητοποίησε το όχημά του.

Όταν κατέφθασε στο σημείο η οδική βοήθεια και άνοιξαν το καπώ του αυτοκινήτου, ο ενάγων διαπίστωσε ότι η τάπα του λαδιού δεν βρισκόταν στη θέση της, είχε εκτιναχθεί, ενώ τα λάδια είχαν επιπέσει σε όλο το εμπρόσθιο και οπίσθιο τμήμα του οχήματος, δημιουργώντας κίνδυνο ανάφλεξης αυτού. ...Το ως άνω όχημα μεταφέρθηκε στο συνεργείο της εναγομένης, προκειμένου να εντοπιστεί η βλάβη που προκάλεσε την υπερχείλιση λαδιών, με κίνδυνο ανάφλεξης.

Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από την ...εντολή εργασίας της εναγομένης, το αυτοκίνητο υπεβλήθη σε έλεγχο διαρροής λαδιών, μετά από τον οποίο ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι η βλάβη οφειλόταν σε κακής ποιότητας καύσιμο. Ειδικότερα, όπως η εναγόμενη ισχυρίζεται, η βλάβη που εμφανίστηκε στο έμβολο και τη βαλβίδα εξαγωγής κινητήρα του εν λόγω οχήματος "οφείλεται σε χρήση ακατάλληλου ή νοθευμένου καυσίμου, το οποίο επέφερε τήξη στο υλικό των κατεστραμμένων στοιχείων, καθώς έγινε υπέρβαση των ορίων αντοχής και επομένως οδηγήθηκαν αυτά σε πρόωρη φθορά", όπως διαγνώστηκε από τον πραγματογνώμονα, Π.

Κ., ο οποίος συνέταξε την από 10.11.2015 τεχνική του έκθεση. Σημειωτέον δε ότι η εν λόγω πραγματογνωμοσύνη συντάχθηκε τρία χρόνια μετά την εμφάνιση της ως άνω βλάβης και το ως άνω περιστατικό, και χωρίς να γίνεται αναφορά σε αυτήν περί του εάν ο πραγματογνώμονας εξέτασε το εν λόγω αυτοκίνητο, ώστε να διαπιστώσει τις φθορές στα εξαρτήματα αυτού, δεδομένου ότι σε αυτή αναφέρει ότι του δόθηκαν προς μελέτη τα τεχνικά στοιχεία του επίμαχου αυτοκινήτου και ότι βασίστηκε, εκτός από τη βιβλιογραφία, και στο ιστορικό συντήρησης του εν λόγω αυτοκινήτου, χωρίς, όμως, να διευκρινίζει, εάν έλαβε υπόψιν του και άλλα έγγραφα, ποια και με ποιον τρόπο, και εάν οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι ένα από τα έμβολα του επίδικου αυτοκινήτου έχει υποστεί τήξη στην κεφαλή του, μόνο από την επισκόπηση της φωτογραφίας, που συμπεριλαμβάνεται στην έκθεσή του, ώστε να κριθεί εάν τα συμπεράσματά του είναι ασφαλή.

Έτσι, ορθά κρίθηκε πρωτοδίκως ότι είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι οι ρωγμές στα έμβολα του κινητήρα, οι οποίες επέφεραν την υπερχείλιση των λαδιών και την εκτίναξη της τάπας, οφείλονται σε ακατάλληλο καύσιμο, διότι, όπως αποδείχτηκε, τα μπεκ, τα οποία είναι οι ψεκαστήρες που ψεκάζουν το καύσιμο, βρίσκονταν σε καλή κατάσταση, χωρίς ίχνος φθοράς λόγω μακροχρόνιας λειτουργίας του(ς), ενώ κατά τη διάρκεια ελέγχου των έξι ψεκαστήρων του ως άνω αυτοκινήτου στο δοκιμαστήριο της εταιρίας "...

Hellas ΑΕΒΕ", αυτά δεν παρουσίασαν καμία δυσλειτουργία. Από την παραπάνω διαπίστωση συνάγεται ότι εφόσον υπάρχει καλή λειτουργία των μπεκ (ψεκαστήρων), αποκλείεται η χρήση κακής ποιότητας καυσίμου, δοθέντος ότι στην τελευταία περίπτωση αυτά θα καταστρέφονταν. Ως εκ τούτου, αφού τα μπεκ του εν λόγω οχήματος δεν είχαν υποστεί ζημία και λειτουργούσαν καλά, τότε και το καύσιμο που χρησιμοποιήθηκε προφανώς και δεν ήταν κακής ποιότητας.

Εξάλλου, ...οι ρωγμές στα έμβολα δεν ήταν δυνατόν να προκληθούν από επικαθίσεις, ήτοι μικρά κομμάτια άνθρακα που κάθονται στις επιφάνειες καύσης, προκαλώντας μεγάλη θερμική καταπόνηση, ...δοθέντος ότι δεν υπήρχαν επικαθίσεις στα εξαρτήματα του εν λόγω οχήματος... Περαιτέρω, ...οι ρωγμές δεν ήταν δυνατόν να προϋπάρχουν της ζημίας του οχήματος, διότι εάν υπήρχαν ρωγμές ο κινητήρας θα υπολειτουργούσε και θα προειδοποιούσε τον οδηγό με φωτεινές ενδείξεις και δη κόκκινο λαμπάκι κεραυνού.

Ωστόσο, όπως προέκυψε από την κατάσταση διελεύσεων του ως άνω οχήματος από το συνεργείο της εναγομένης, στις 23.6.2010, όταν και κρίθηκε αναγκαία η αντικατάσταση της τουρμπίνας, είχε πράγματι ανάψει στο ηλεκτρονικό σύστημα του οχήματος λαμπάκι κεραυνού, καταδεικνύοντας έτσι το πρόβλημα που είχε αρχίσει να παρουσιάζεται στον κινητήρα του οχήματος.

Ο δε ισχυρισμός της εναγομένης ότι το ελάττωμα θα είχε εμφανιστεί κατά τα πρώτα έτη λειτουργίας του οχήματος και όχι στην τριετία, δεν αποτελεί ασφαλές κριτήριο για να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός του 1ου ενάγοντος, αφού η εκδήλωση ενός κεκρυμμένου πραγματικού ελαττώματος μπορεί να γίνει προϊόντος του χρόνου χωρίς να μπορεί να τεθεί χρονικό όριο, ενώ κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, κρίνεται ότι είναι δυνατόν εξάρτημα, ακόμα και αρίστης ποιότητας, να παρουσιάσει ελάττωμα, ήτοι κατασκευαστική αστοχία, είτε μόνο αυτό και όχι και άλλα της ίδιας σειράς παραγωγής, είτε σε χρόνο μεταγενέστερο της διετίας, επιβαρύνοντας σταδιακά και έτερα εξαρτήματα.

Από τα παραπάνω αποδεικνύεται πλήρως ότι η εκτίναξη της τάπας λαδιού και η υπερχείλιση των λαδιών στο εμπρόσθιο και οπίσθιο μέρος του αυτοκινήτου, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση καπνού και τη φθορά του κινητήρα ...οφειλόταν στην ελαττωματικότητα της τουρμπίνας, η οποία αλλάχτηκε μεν τον Ιούνιο του 2010, κατόπιν φωτεινής ένδειξης κεραυνού, η οποία παραπέμπει σε βλάβη κινητήρα, ωστόσο, αυτή είχε ήδη επιφέρει ζημία, ήτοι ρωγμές, στα έμβολα του κινητήρα, τα οποία δεν άντεξαν στην πορεία του χρόνου έως τον Νοέμβριο του 2012 την μεγάλη πίεση, με αποτέλεσμα να επέλθει η προαναφερόμενη ζημία.

Δεν αποδείχθηκε όμως ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι υπήρξε κατασκευαστικό ελάττωμα και στον "κόφτη" του αυτοκινήτου, ήτοι στο ηλεκτρονικό σύστημα, που διαχειρίζεται προβλήματα του κινητήρα ρίχνοντας τις στροφές, καθώς προορισμός αυτού είναι να επαναφέρει τον κινητήρα σε χαμηλότερες στροφές, όταν πάει να ξεπεράσει το όριο και από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο ενάγων, οδηγώντας το εν λόγω όχημα, δεν ξεπέρασε τα όρια αυτά, με αποτέλεσμα να ενεργοποιηθεί, ως όφειλε, ο "κόφτης".

Επιπρόσθετα, αποδείχτηκε ότι το πραγματικό ελάττωμα που παρουσιάστηκε στην τουρμπίνα του οχήματος, με αποτέλεσμα τη δυσλειτουργία αυτής, η οποία επέφερε ρωγμές στα έμβολα του κινητήρα και κατά συνέπεια επήλθε η εκτίναξη της τάπας λαδιών και η υπερχείλιση αυτών, υφίστατο ήδη από το χρόνο παράδοσης του αυτοκινήτου στον ενάγοντα.

Και τούτο διότι, ως αποδείχθηκε, η τουρμπίνα χρειάστηκε να αλλαχθεί το 2010, ήτοι μόλις τρία χρόνια από την αγορά του οχήματος, γεγονός που καταδεικνύει κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι το ελάττωμα βρισκόταν σε λανθάνουσα κατάσταση ήδη από το χρόνο πώλησης και εκδηλώθηκε αργότερα. Εξάλλου, όπως προεκτέθηκε, επρόκειτο για αυτοκίνητο προερχόμενο από καταξιωμένη κατασκευάστρια αυτοκινήτων, η οποία φημίζεται για την ποιότητα των οχημάτων της και την ανθεκτικότητα αυτών, με μεγάλη οικονομική αξία, το οποίο, ...είχε χρησιμοποιηθεί με ασφάλεια και σύνεση από τον ενάγοντα.

Τούτο όμως το πραγματικό ελάττωμα του αυτοκινήτου, δεν είναι δυνατόν να οδηγήσει στην ευδοκίμηση της αγωγής, καθώς το υπό κρίση δικαίωμα της υπαναχώρησης του ενάγοντος έχει υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 554 ΑΚ, ορθά απορριφθείσης της αγωγής κατά την κύρια βάση της κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως της εναγομένης ως ουσία βάσιμης.

Τούτο διότι από την ημερομηνία, οπότε και ο ενάγων παρέλαβε το ως άνω IX αυτοκίνητο, ήτοι στις 29.3.2007 και μέχρι τις 25.7.2014, οπότε και επιδόθηκε στην εναγομένη η υπό κρίση αγωγή, δυνάμει της οποίας ο ενάγων ασκεί δικαίωμα υπαναχώρησης από την επίδικη πώληση λόγω πραγματικού ελαττώματος αυτού, παρήλθε χρόνος μείζων της διετίας.

Ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι η παραγραφή έχει ήδη καταστεί εικοσαετής κατά τις γενικές διατάξεις λόγω αθέμιτης απόκρυψης και αποσιώπησης του πραγματικού ελαττώματος από την πωλήτρια εταιρία, προβάλλοντας την αντένσταση εκ του άρθρου 557 ΑΚ. Όμως ουδείς εκ των εξετασθέντων μαρτύρων κατέθεσε ότι η εναγόμενη πωλήτρια εταιρία προέβη σε δόλια αποσιώπηση ή απόκρυψη του επικαλούμενου πραγματικού ελαττώματος, ούτε καν πρωτοδίκως ο μάρτυρας του ενάγοντος, ο οποίος δεν κατέθεσε με βεβαιότητα περί της γνώσης της εναγόμενης, αρκούμενος σε αναφορές όπως "ενδεχομένως το πρόβλημα να το βλέπανε" και "έπρεπε να υποψιαστούν ότι εδώ κάτι σοβαρό συμβαίνει και έπρεπε να το διερευνήσουν περισσότερο".

Οι διευκρινήσεις στις οποίες ο ίδιος προβαίνει με την υπ' αριθ. 4719/16-1-2019 ένορκη βεβαίωσή του, που εδόθη ενόψει της συζητήσεως της εφέσεως, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα όσα κατέθεσε πρωτοδίκως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Οι ισχυρισμοί στην άνω ένορκη βεβαίωσή του περί του ότι το ελάττωμα ήταν ευχερώς εντοπίσιμο και ότι ασφαλώς εντοπίστηκε αυτό από τους τεχνικούς της εναγομένης, λόγω των τεχνικών μέσων που αυτή διέθετε, δεν στηρίζονται σε λογικές παραδοχές, αλλά προσπαθεί να ερμηνεύσει και να συμπληρώσει τα όσα πρωτοδίκως σαφώς είχε περί του αντιθέτου καταθέσει, καθιστώντας έτσι την μαρτυρία του ενώπιον του συμβολαιογράφου αναξιόπιστη.

Έτσι, ουδόλως αποδείχθηκε και μάλιστα πλήρως, ότι η πωλήτρια εταιρία γνώριζε ή ήταν σε θέση να γνωρίζει, κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή - ενάγοντα, ήτοι κατά το χρόνο υλικής παράδοσης του πράγματος σε αυτόν, ότι το συγκεκριμένο πωληθέν αυτοκίνητο ήταν ελαττωματικό, ώστε να επιδιώκει τη δόλια απόκρυψη ή αποσιώπηση του.

Από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε έστω και έμμεση απόδειξη της διαθετικής έννοιας του δόλου της εναγόμενης. Το επιχείρημα του 1ου ενάγοντος ότι η εναγόμενη είχε γνώση του πραγματικού ελαττώματος κατά το χρόνο παράδοσης του αυτοκινήτου, ήτοι ήδη από το 2007, εκ μόνου του λόγου ότι του έδιδε αντιφατικές εξηγήσεις αναφορικά με τις αιτίες που προκάλεσαν το ατύχημα τον Νοέμβριο του 2012, καθώς και ότι απέφευγε να του δώσει εξηγήσεις για τους λόγους αλλαγής της τουρμπίνας τον Ιούνιο του 2010, δεν είναι βάσιμο αφού δεν μπορεί να οδηγήσει στην κατάφαση του δόλου, που απαιτεί η σχετική διάταξη.

Ενόψει των ανωτέρω, ορθά εκτιμώντας τις αποδείξεις η εκκαλουμένη απέρριψε την εκ του άρθρου 557 ΑΚ προβληθείσα αντένσταση του ενάγοντος ως κατ' ουσία αβάσιμη. Ακολούθως, ορθά η εκκαλουμένη έκρινε απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή και ως προς την επικουρική της βάση, ήτοι αυτή της αδικοπραξίας με το σκεπτικό ότι "για τη θεμελίωση εξωσυμβατικής ευθύνης από αδικοπραξία του πωλητή θα πρέπει η ύπαρξη του ελαττώματος κατά το χρόνο που ο κίνδυνος του πράγματος μεταβαίνει στον αγοραστή να αποδίδεται σε υπαίτια συμπεριφορά του πωλητή ...όπως π.χ.

συμβαίνει όταν αυτός με πρόθεση επιδιώκει να παραγάγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση στον αγοραστή, αναφορικά με την ύπαρξη του ελαττώματος του πράγματος, με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την (διαζευκτικά και όχι σωρευτικά) απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση των αληθινών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη στον αγοραστή που τα αγνοεί επιβαλλόταν από την καλή πίστη ή την υφιστάμενη ιδιαίτερη σχέση μεταξύ πωλητή και αγοραστή...

Συγκεκριμένα, η εναγόμενη δεν είναι, όπως προελέχθη, κατασκευάστρια του ανωτέρω οχήματος, αλλά εισαγωγέας του στην Ελλάδα. Ουδόλως ... αποδείχθηκε ότι αυτή γνώριζε, αλλά ούτε και μπορούσε να γνωρίζει την ύπαρξη του ανωτέρω ελαττώματος, διότι αυτό, κατά το χρόνο παράδοσης του αυτοκινήτου στον ενάγοντα, βρισκόταν, όπως προαναφέρθηκε, σε λανθάνουσα κατάσταση και δεν ήταν εφικτό από την πλευρά της εναγομένης να το διαπιστώσει.

Και τούτο διότι, παρά το γεγονός ότι η ίδια διέθετε εξουσιοδοτημένο συνεργείο για την αντιμετώπιση των τεχνικών προβλημάτων των οχημάτων, που εισήγαγε προς έλεγχο, ωστόσο, ο εντοπισμός του εν λόγω κρυφού ελαττώματος, το οποίο, λόγω της ανθεκτικότητας και της καλής ποιότητας του υλικού του εξαρτήματος δεν εκδηλώθηκε παρά μόνο τρία χρόνια μετά την παράδοση του αυτοκινήτου και το οποίο αντικαταστάθηκε, χωρίς ωστόσο, να εντοπιστούν και να αντικατασταθούν και τα έτερα εξαρτήματα που είχαν επηρεαστεί από τη δυσλειτουργία του πρώτου, προϋπέθετε προληπτική εξέταση με εξειδικευμένο εξοπλισμό υψηλής τεχνολογίας όλων των αυτοκινήτων που εισάγει, εξάρτημα προς εξάρτημα, διαδικασία ασφαλώς αδύνατη και σε κάθε περίπτωση υπερβαίνουσα κατά πολύ την επιμέλεια που οφείλει να επιδεικνύει ο μέσος συνετός εισαγωγέας αυτοκινήτων, με τα τεχνικά μέσα που διαθέτει ή οφείλει να διαθέτει.

Τούτα δε ανεξάρτητα από την ευθύνη που πιθανόν να είχε η κατασκευάστρια εταιρία, η οποία ήταν υπεύθυνη για εξονυχιστικούς ελέγχους, όπως αυτοί προαναφέρθηκαν, ώστε να εξασφαλίσει για το συγκεκριμένο προϊόν τη μεγίστη ασφάλεια, ποιότητα και τεχνική αρτιότητα, με σκοπό να θέσει σε κυκλοφορία ένα αυτοκίνητο απόλυτα ασφαλές για τον καταναλωτή".

Προς επίρρωση τούτου, θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν αποδείχτηκε ότι είχε δοθεί εντολή ανάκλησης οχημάτων λόγω ελαττωματικών εξαρτημάτων, πόσο δε μάλλον εντολή ανάκλησης λόγω ελαττώματος της τουρμπίνας του συγκεκριμένου τύπου οχήματος, ώστε να μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί ότι η εναγόμενη γνώριζε το συγκεκριμένο πραγματικό ελάττωμα.

Άλλωστε, χαρακτηριστικό της αξιοπιστίας της κατασκευάστριας του συγκεκριμένου οχήματος εταιρίας είναι και το ότι όταν διαπιστώνει την ύπαρξη αναφορών για κάποιο πρόβλημα, προβαίνει, για προληπτικούς και μόνον λόγους, σε ανάκληση οχημάτων. Πράγματι η εναγομένη προέβη σε σχετικές ανακλήσεις οχημάτων, όπως άλλωστε συμβαίνει και με άλλες μεγάλες κατασκευάστριες εταιρίες, ουδεμία των οποίων όμως αφορούσε οχήματα ημερομηνίας παραγωγής όπως το κρίσιμο, αλλά και αυτές που έγιναν αφορούσαν ελαττώματα άλλα από αυτά της τουρμπίνας ή του κινητήρα των αυτοκινήτων της.

Ως εκ τούτου, δοθέντος ότι δεν είχε καν γνώση της ύπαρξης του ελαττώματος και έχοντας δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στην ποιότητα που της παρείχε η κατασκευάστρια εταιρία, η εναγόμενη, με κανέναν τρόπο δεν επεδίωξε να παραγάγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση στον ενάγοντα, αναφορικά με την ύπαρξη του ελαττώματος, με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση των αληθινών γεγονότων, γεγονός, το οποίο δεν κατέθεσε, εξάλλου, και κανένας μάρτυρας.

Περαιτέρω, ουδεμίας μορφής υπαιτιότητα δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχε στο πρόσωπό της, απορριπτομένου ως αβασίμου και του 3ου λόγου της έφεσης". Ακολούθως με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο 1) απέρριψε την έφεση του πρώτου αναιρεσείοντος και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε απορρίψει ως προς αυτόν την από 13/6/2014 αγωγή του και 2) απέρριψε κατ' ουσίαν την ίδια αγωγή ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα, ως προς την οποία πρωτοδίκως αυτή είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς τα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα α) της βασιμότητας της προβληθείσας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ενστάσεως παραγραφής της θεμελιούμενης στη σύμβαση πωλήσεως ένδικης αξίωσης του πρώτου αναιρεσείοντος και της αβασιμότητας της αντένστασης αυτού, ότι η αναιρεσίβλητη δεν μπορεί να επικαλεστεί την παραγραφή του δικαιώματός του για υπαναχώρηση από την πώληση, λόγω πραγματικού ελαττώματος του πωληθέντος σε αυτόν αυτοκινήτου γιατί απέκρυψε, άλλως αποσιώπησε με δόλο το ελάττωμα αυτό και β) της έλλειψης υπαιτιότητας και, συνακόλουθα, αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσίβλητης σχετικά με την ύπαρξη του ένδικου ελαττώματος του πωληθέντος αυτοκινήτου, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τη μη συνδρομή εν προκειμένω των περιστατικών που είναι κατά νόμο αναγκαία για την εφαρμογή αφενός μεν της διάταξης του άρθρου 557 ΑΚ, αφετέρου δε των διατάξεων των άρθρων 914, 330, 297, 298, 932 Α.Κ., τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε εκ πλαγίου, και δικαιολογούν έτσι την απόρριψη τόσον της από το άρθρο 557 Α.Κ.

αντένστασης του πρώτου αναιρεσείοντος, όσο και της αγωγής αποζημιώσεως του πρώτου αναιρεσείοντος και καταβολής εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης αμφοτέρων των αναιρεσειόντων, με τις υποστηρίζουσες το αποδεικτικό αυτό πόρισμα αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές, ήτοι: 1) ότι το αυτοκίνητο που αγόρασε ο πρώτος αναιρεσείων από την αναιρεσίβλητη είχε, κατά τον χρόνο της παραλαβής του (29-3-2007), κρυμμένο πραγματικό ελάττωμα και συγκεκριμένα ελαττωματική τουρμπίνα στη μηχανή του, η οποία, κατά τη λειτουργία της αύξανε την πίεση και τη θερμοκρασία στον κινητήρα πέραν των επιτρεπόμενων ορίων, με συνέπεια να προξενήσει σταδιακά ρωγμές στα έμβολα του κινητήρα και οπή σε ένα τούτων, τα οποία έμβολα, παρά την αντικατάσταση της τουρμπίνας στις 23/6/2010, λόγω της φθοράς που τους είχε ήδη δημιουργηθεί, προκάλεσαν στις 10/11/2012 την διαρροή των λαδιών του κινητήρα και την εκτίναξη της τάπας του λαδιού, με τον κίνδυνο για τροχαίο ατύχημα, αλλά και για ανάφλεξη του κινητήρα, 2) ότι από την παραλαβή του αυτοκινήτου και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, στις 25/7/2014, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών και συνεπώς το δικαίωμα του πρώτου αναιρεσείοντος για υπαναχώρηση από τη σύμβαση της πώλησης, που ασκήθηκε με την αγωγή, υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το νόμο διετή παραγραφή, και 3) ότι κατά την παράδοση του αυτοκινήτου στον πρώτο αναιρεσείοντα στις 29/3/2007, η αναιρεσίβλητη, η οποία ήταν απλή εισαγωγέας του αυτοκινήτου και όχι η κατασκευάστρια αυτού, δεν γνώριζε την ύπαρξη του ανωτέρω ελαττώματος, ούτε δε και θα μπορούσε να γνωρίζει αυτό, γιατί αυτό δεν ήταν εμφανές, αλλά βρισκόταν σε λανθάνουσα κατάσταση και συνεπώς δεν απέκρυψε ούτε αποσιώπησε δολίως αυτό.

Επίσης, δεν απαιτείτο για την πληρότητα της αιτιολογίας, όπως επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, η μεγαλύτερη εξειδίκευση του ελαττώματος της τουρμπίνας και η αιτία των λοιπών ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν στο αυτοκίνητο στο συνεργείο της αναιρεσίβλητης, ούτε δε υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ότι η τουρμπίνα ήταν ελαττωματική και χρειάσθηκε να αλλαχθεί με την έτερη παραδοχή ότι, λόγω της ανθεκτικότητας και της καλής ποιότητας κατασκευής των εμβόλων, το ελάττωμά της εκδηλώθηκε όχι αμέσως, αλλά τρία χρόνια μετά την παράδοση του αυτοκινήτου στον πρώτο αναιρεσείοντα, γιατί κάθε παραδοχή αφορά σε διαφορετικό εξάρτημα του κινητήρα του αυτοκινήτου.

Συνεπώς, οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, όμως, καθό μέρος απέρριψε τη σωρευόμενη στην αγωγή βάση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης των αναιρεσειόντων, εξ αιτίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, φερόμενης ως τελεσθείσας στις 23/6/2010, όταν αυτή, κατά την αντικατάσταση της τουρμπίνας, ενώ διαπίστωσε τη βλάβη, που είχε προκληθεί στον κινητήρα λόγω της ελαττωματικής λειτουργίας της τουρμπίνας, αφ' ενός απέκρυψε αθέμιτα τη βλάβη αυτή, αφ' ετέρου παρέστησε στον πρώτο αναιρεσείοντα εν γνώσει της ψευδώς ότι το αυτοκίνητο δεν είχε πρόβλημα και ότι ήταν μία συνηθισμένη επισκευή, με αποτέλεσμα λόγω της παράνομης και υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς της να προκληθεί το ατύχημα στις 10/11/2012, το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της γνώσης της αναιρεσίβλητης κατά την αντικατάσταση της τουρμπίνας στις 23/6/2010 ότι είχε προκληθεί ζημία και στα λοιπά τμήματα του κινητήρα, που εγκυμονούσαν κίνδυνο στο μέλλον, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 330, 297, 298 και 932 ΑΚ και συνεπώς ως προς την ορθή ή μη απόρριψη της ως άνω αγωγικής βάσης, δεδομένου ότι, ενώ η προσβαλλομένη δέχεται: 1) ότι στις 23/6/2010 ο πρώτος αναιρεσείων μετέφερε το επίδικο αυτοκίνητο στο συνεργείο της αναιρεσίβλητης "γιατί ανάβει το λαμπάκι κεραυνού και κάνει διακοπές (εν.

η μηχανή)" και ότι η αναιρεσίβλητη έκρινε ότι πρέπει να γίνει αλλαγή τουρμπίνας στο αυτοκίνητο, χωρίς ωστόσο να ενημερώσει τον ενάγοντα για τον ακριβή λόγο για τον οποίο προέβη στην αλλαγή αυτή και 2) ότι η ελαττωματική λειτουργία της τουρμπίνας από την αγορά του αυτοκινήτου και μέχρι την ανωτέρω αντικατάστασή της προκάλεσε ρωγμές στα έμβολα του κινητήρα και οπή σε ένα τούτων, με αποτέλεσμα την έκρηξη και εκτίναξη της τάπας λαδιού στις 10/11/2012, παρ' όλα αυτά δεν διαλαμβάνει παραδοχές για ποιο λόγο η αναιρεσίβλητη απέκρυψε την ακριβή αιτία που επέβαλε την αλλαγή τουρμπίνας και ιδιαίτερα εάν, κατά την αλλαγή της τουρμπίνας, η αναιρεσίβλητη διαπίστωσε ή όχι, διά των αρμοδίων οργάνων και υπαλλήλων της, τις ανωτέρω βλάβες που ήδη είχαν προκληθεί στα έμβολα του κινητήρα, καθώς και τον κίνδυνο που αποτελούσαν αυτές αν δεν επισκευάζονταν, και σε καταφατική περίπτωση, εάν ενημέρωσαν γι' αυτό τον πρώτο αναιρεσείοντα, ή, σε κάθε περίπτωση, αν όφειλαν ενεργώντας με την απαιτούμενη επιμέλεια, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, να διαπιστώσουν τις βλάβες αυτές και να ενημερώσουν τον πρώτο αναιρεσείοντα για τον υφιστάμενο κίνδυνο.

Επομένως, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αρ. 1) πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω μέρος της, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ.3 Κ. Πολ. Δ. και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που παραστάθηκαν αλλά δεν κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ. Πολ. Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4715/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στους αναιρεσείοντες.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ