126/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated126/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η 2η αναιρεσίβλητη έχει παρέμβει προσθέτως υπέρ της 1ης και κατά της αναιρεσείουσας ως ειδική διάδοχος αυτής (ΚΠολΔ 225 § 2). Η εναγομένη - αναιρεσείουσα κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής αρνήθηκε αιτιολογημένα την αγωγή ισχυριζόμενη ότι η από 27-5-2010 κοινοποίηση με θυροκόλληση από τη δικαστική επιμελήτρια του Πρωτοδικείου Αθηνών Α.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 126 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 126/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Μαΐου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπός της Μ. - Φ. Κ. του Α. με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γιαννόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 19-4-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", που εδρεύει στη ... διατηρεί υποκατάστημα στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκε και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλκαίο - Παναγιώτη Σιβιτανίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-8-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 15-1-2013 αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης και με τις από 25-10-2013 (αρ. εκθ. καταθ. 3135/2013 και 3136/2013) πρόσθετες παρεμβάσεις της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 964/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1338/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-3-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Θεόδωρο Μαντούβαλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της 2ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. ...'/15-1-2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ν. Τ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων. Κατά συνέπεια, εφόσον, σύμφωνα με τα πρακτικά, αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση (ΚΠολΔ 242 § 2 και 573 § 1), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης είναι ή ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος όχι μόνο γενικώς, ως προς το ένδικο μέσο της αναίρεσης, αλλά και ειδικώς, ως προς κάθε ένα λόγο αναίρεσης, πρέπει δε ο αναιρεσείων να επικαλείται τούτο για τη νομιμοποίησή του στην αίτηση αναίρεσης.
Το έννομο συμφέρον πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό και άμεσο του αναιρεσείοντος, ο οποίος υφίσταται βλάβη και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής συνέπειας (ΑΠ 1241/2008, 1197/2008). Η βλάβη αυτή πρέπει να αναφέρεται με σαφήνεια στο λόγο αναίρεσης και αν δεν προσδιορίζεται ή ελλείπει, συνεπάγεται κατ' άρθρα 73 και 577 § 3 ΚΠολΔ, την απόρριψη του λόγου αναίρεσης, ως απαράδεκτου (ΑΠ 1663/2010).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλομΑΠ 2/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, πρόκειται για μισθωτική διαφορά καταβολής καθυστερούμενων μισθωμάτων από την αναιρεσείουσα στην 1η αναιρεσίβλητη, λόγω εκχωρήσεως σ' αυτήν (1η αναιρεσίβλητη) από τον εκμισθωτή της απαίτησης καταβολής των μισθωμάτων από την μισθώτρια αναιρεσείουσα, η οποία εκχώρηση αναγγέλθηκε στην αναιρεσείουσα την 27-5-2010, και έκτοτε υποχρεούταν να καταβάλει σ' αυτή τα μισθώματα.
Η 2η αναιρεσίβλητη έχει παρέμβει προσθέτως υπέρ της 1ης και κατά της αναιρεσείουσας ως ειδική διάδοχος αυτής (ΚΠολΔ 225 § 2). Η εναγομένη - αναιρεσείουσα κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής αρνήθηκε αιτιολογημένα την αγωγή ισχυριζόμενη ότι η από 27-5-2010 κοινοποίηση με θυροκόλληση από τη δικαστική επιμελήτρια του Πρωτοδικείου Αθηνών Α.
Χ. της από 18-5-2010 σύμβασης εκχώρησης μισθωμάτων, που καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας και του εκμισθωτή, ήταν άκυρη, διότι δεν έγινε νομίμως, καθόσον έλαβε χώρα στο ένδικο μίσθιο επί της οδού ..., το οποίο δεν αποτελούσε προβλεπόμενο από τις οικείες διατάξεις του ΚΠολΔ χώρο νόμιμης επίδοσης, δεδομένου ότι, παρά τα περί του αντιθέτου βεβαιούμενα από τη δικαστική επιμελήτρια στην σχετική υπ' αριθμ. .../27-5-2010 έκθεσή της, δεν αποτελούσε έδρα, υποκατάστημα, επαγγελματικό χώρο/γραφείο της ή νόμιμη κατοικία οποιουδήποτε εκ των νομίμων εκπροσώπων της, μελών του διοικητικού συμβουλίου Μ.
Κ., Τ. Κ. και Κ. Κ., αλλά χρησιμοποιείτο ως χώρος προσωρινής διαμονής αυτών κατά τις επισκέψεις τους στην Αθήνα. Τόσο το Πρωτόδικο Δικαστήριο, όσο και το δικάσαν την έφεση της εναγομένης - αναιρεσείουσας Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψαν τον ισχυρισμό αυτό ως απαράδεκτο για το λόγο ότι (κατά τις παραδοχές του Εφετείου) "...ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση, καθότι τα περιστατικά που βεβαιώνονται στην έκθεση επίδοσης από τον δικαστικό επιμελητή, τα οποία δεν υποπίπτουν από τη φύση τους στην άμεση αντίληψή του, όπως είναι και η βεβαίωση στην έκθεση επίδοσης ότι στη συγκεκριμένη διεύθυνση όπου έγινε η επίδοση του εγγράφου είναι το κατάστημα ή γραφείο ή εργαστήριο ή η κατοικία του παραλήπτη, είναι περιστατικά την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής και εντεύθεν, σύμφωνα με τα άρθρα 117, 139, 438 και 440 ΚΠολΔ, επιδέχονται ανταπόδειξη χωρίς να προσβληθεί η έκθεση ως πλαστή, το βάρος δε της ανταπόδειξης αυτής φέρει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, εκείνος που αμφισβητεί την αλήθεια της σχετικής βεβαίωσης στην έκθεση του επιμελητή.
Ωστόσο, η ένσταση αυτή τυγχάνει, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες νομικές σκέψεις, απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθότι δεν προτάθηκε προφορικά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και δεν σημειώθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης, όπως απαιτείται από τα άρθρα 256 παρ. 1 στοιχ.
δ', 591 § 1 περ. γ' και 649 § 1 ΚΠολΔ...". Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει πλημμέλεια στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκ του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι η αμφισβήτηση εκ μέρους της, της περιέλευσης της αναγγελίας σ' αυτή και του κύρους, της από 27-5-2010 επίδοσης είχε το χαρακτήρα άρνησης της αγωγής και κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου κρίθηκε ως ένσταση και απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.
Αν και το Εφετείο με εσφαλμένη αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν της αναιρεσείουσας, καθότι αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση με αντεστραμμένο το βάρος απόδειξης και όχι ένσταση όπως δέχθηκε, ωστόσο ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα σ' αυτόν δεν επικαλείται βλάβη την οποία υπέστη από τη δικονομική αυτή παράβαση και συγκεκριμένα ποιο αποδεικτικό στοιχείο στερήθηκε προς απόδειξη του ισχυρισμού της, του οποίου έφερε το βάρος αποδείξεως (στρεφόταν κατά μαχητού τεκμηρίου απόδειξης), ενόψει και του ότι επανέφερε στο Εφετείο τον ισχυρισμό της αυτόν με λόγο εφέσεως εκ του άρθρου 527 αρ. 6 ΚΠολΔ, ως αποδεικνυόμενο εξ εγγράφων (τα οποία σημειωτέον επικαλέστηκε και πρωτοδίκως), όπως θα λεχθεί παρακάτω.
Επομένως, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ελλείψει εννόμου συμφέροντος, σύμφωνα με τα άρθρα 68, 73, 556 και 577 § 3 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 527 αρ. 6 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Με το δεύτερο αναιρετήριο λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει πλημμέλεια στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι απέρριψε ως απαράδεκτο τον επικουρικώς προβληθέντα το πρώτον στο Εφετείο ισχυρισμό της περί μη νομιμότητας άλλως ακυρότητας της από 27-5-2010 επίδοσης της αναγγελίας, καθόσον αυτός αποδεικνυόταν από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα.
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Με την έφεση η εκκαλούσα επαναφέρει τον ως άνω... ισχυρισμό της περί ακυρότητας της από 27/5/2010 επίδοσης της αναγγελίας της επίμαχης εκχώρησης/ενεχύρασης, επικαλούμενη απόδειξή του εξ εγγράφων. Πλην, όμως, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός... ουδόλως αποδεικνύεται πλήρως και παραχρήμα εκ των επικαλούμενων από την αντίδικο (ενν.
εκκαλούσα) εγγράφων, σύμφωνα με τις περί εγγράφων διατάξεις των άρθρ. 432 επ. ΚΠολΔ, παρά τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό της. Ειδικότερα, η εκκαλούσα δεν προσδιορίζει συγκεκριμένα έγγραφα και χωρία αυτών από τα οποία να αποδεικνύεται ο χαρακτήρας του μισθίου ως χώρος ακατάλληλος για επίδοση, αλλά αντίθετα παραθέτει, συλλήβδην και αδιακρίτως την πλήρη λίστα των εγγράφων που προσκόμισε και πρωτόδικα, είτε σχετίζονται με τον ισχυρισμό αυτό είτε όχι (μεταξύ των οποίων και αντίγραφα δικαστικών αποφάσεων προσκομιζόμενων νομολογιακώς, όπως και αποσπασμάτων θεωρητικών συγγραμμάτων), καθιστώντας με τον τρόπο αυτό αόριστη την επίκληση της εν λόγω εξαίρεσης.
Εξάλλου εκ του ότι σε κάποια από τα επικαλούμενα έγγραφα, (δικαστικές αποφάσεις ή συμβολαιογραφικά έγγραφα που αφορούν την εκκαλούσα ή το νόμιμο εκπρόσωπό της) αναφέρονται ως έδρα της εκκαλούσας και τόπος κατοικίας του νομίμου εκπροσώπου της η Πάτρα και η Θεσσαλονίκη αντίστοιχα, δεν αποδεικνύεται ότι το μίσθιο δεν ήταν γραφείο της εταιρίας, ενώ μάλιστα το αντίθετο προκύπτει, από το από 19/3/2001 ιδιωτικό συμφωνητικό της μίσθωσης, που επικαλείται η εκκαλούσα, και στο οποίο ρητά ορίζεται ότι το μίσθιο το είχε μισθώσει αυτή για να χρησιμοποιηθεί ως γραφείο της.
Κατά συνέπεια, και παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα, δεν συντρέχει περίπτωση παραδεκτής προβολής του εν λόγω ισχυρισμού της ενώπιον του δικαστηρίου τούτου". Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δεχόμενο ότι από τα έγγραφα που επικαλείται και προσκομίζει η εκκαλούσα -αναιρεσείουσα δεν αποδεικνύεται ο επίμαχος ισχυρισμός της, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και μετά ταύτα απορρίπτοντας τούτον ως απαράδεκτο, ως το πρώτον υποβληθέντα στο Εφετείο, ορθά το άρθρο 527 αρ. 6 ΚΠολΔ ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν έσφαλε και ο περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά ταύτα και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί η τελευταία λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη της δεύτερης των αναιρεσίβλητων, η οποία κατέθεσε και προτάσεις και αιτείται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-3-2018 και με αριθμό καταθέσεως 213/2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1338/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ