Legislator Case Law & Legislation
126/2019 AI generated

126/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 126/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

126/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην δε περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της ανωτέρω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 298/2012).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 126 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 126/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Π. του Α. και 2) Α. Κ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κατσαρό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΦΑΡΣΑΛΩΝ", που εδρεύει στα Φάρσαλα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Γκόβαρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 298/2017 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-10-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλεται η 298/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία έγινε δεκτή η από 10-2-2015 έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της 12/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη, λόγω καταχρηστικής ασκήσεως, η από 24-2-2012 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με αίτημα να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες, ο πρώτος ως αυτοφειλέτης και ο δεύτερος ως εγγυητής, να του καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 14.143,39 ευρώ, το οποίο προέρχεται από οφειλόμενα από τον πρώτο των αναιρεσειόντων προς τη ΔΕΗ τέλη ηλεκτροδότησης αρδευτικής αντλίας, ευρισκομένης σε μισθωμένο από τον αναιρεσίβλητο στον πρώτο των αναιρεσειόντων αγρόκτημα, την οποία (οφειλή) η ΔΕΗ συμψήφισε με αξίωση του αναιρεσιβλήτου Δήμου κατ' αυτής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους αυτής.

Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με αποτέλεσμα να επάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση που δημιουργήθηκε από αυτόν, επαγόμενη ιδιαίτερα επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, πρόσθετα, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της καταστάσεως που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται από τα διαγραφόμενα από την ανωτέρω διάταξη όρια.

Στην δε περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της ανωτέρω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 298/2012).

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεξαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Aντίθετα, ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, όταν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια δεν συνιστούν ανεπαρκή ή ασαφή αιτιολογία. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με σαφήνεια στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και όταν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, στην περίπτωση δε που το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 207/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ως προς την αγωγή και την ένσταση των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου για την καταβολή των οφειλομένων προς τη ΔΕΗ τελών ηλεκτροδότησης του από την έναρξη της αγρομίσθωσης στις 17-9-1998 έως το μήνα Νοέμβριο 2002 χρονικού διαστήματος, τα ακόλουθα: "Με τη με αριθμό 21/1998 απόφαση του κοινοτικού συμβουλίου της πρώην Κοινότητας ….

της οποίας καθολικός διάδοχος κατέστη ο πρώην Δήμος …., του οποίου καθολικός διάδοχος τυγχάνει ο ήδη ενάγων Δήμος Φαρσάλων..., αποφασίσθηκε η εκμίσθωση για τέσσερα έτη δημοτικών καλλιεργήσιμων εκτάσεων, μεταξύ των οποίων και του κείμενου στη θέση "…" του Δ.Δ. ... συνολικής έκτασης 93 στρεμμάτων και καθορίστηκαν οι όροι για τη διενέργεια πλειοδοτικής προφορικής και φανερής δημοπρασίας για την εκμίσθωση.

Ακολούθως με τη με αριθμό 22/1998 απόφαση του ίδιου ως άνω Κοινοτικού Συμβουλίου εγκρίθηκαν τα πρακτικά της δημοπρασίας, που διενεργήθηκε στις 22-9-1998 και στην οποία αναδείχθηκε πλειοδότης ο πρώτος εναγόμενος και, ακολούθως, υπογράφηκε το από 17-9-1998 συμφωνητικό εκμίσθωσης αγροτεμαχίων, δυνάμει του οποίου ο πλειοδότης-πρώτος εναγόμενος μίσθωσε την προαναφερθείσα δημοτική έκταση για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, που άρχιζε την 17-9-1998 και έληγε στις 30-11-2000, με τη συγκομιδή του βάμβακος, με ετήσιο μίσθωμα 40.000 δραχμών/στρέμμα και συνολικά 3.720.000 δραχμών (10.917,27 ευρώ), προκαταβαλλόμενο για μεν το πρώτο μισθωτικό έτος με την κατάρτιση του προμνησθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού και για το δεύτερο έτος μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1999, τη δε προσήκουσα εκπλήρωση των απορρεουσών από τη σύμβαση της μίσθωσης υποχρεώσεων εγγυήθηκε εγγράφως ο δεύτερος εναγόμενος, ως αυτοφειλέτης, παραιτηθείς των ενστάσεων διζήσεως και διαιρέσεως.

Εξάλλου, με την υπ' αριθμ. 76/1999 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του πρώην Δήμου ..., καθολικού διαδόχου της Κοινότητας ... παρατάθηκε η συναφθείσα μίσθωση για δύο ακόμη καλλιεργητικές περιόδους, ήτοι μέχρι 30-11-2002, κατ' εφαρμογή του άρθρου 634 ΑΚ, διατηρουμένων των λοιπών όρων της σύμβασης. Όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 21/1998 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου ...

το εκτιθέμενο σε δημοπρασία ακίνητο, ήταν ποτιστικό και εξυπηρετούνταν για την άρδευσή του από στροβιλοφόρο αρδευτική αντλία (πομόνα), που λειτουργούσε με ηλεκτρογεννήτρια-πετρελαιοκινητήρα, επρόκειτο να ηλεκτροδοτηθεί, ήδη δε στο χρόνο κατάρτισης του προαναφερθέντος συμφωνητικού αγρομίσθωσης είχε συνδεθεί με το δίκτυο της ΔΕΗ.

Όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και δεν προσβάλλεται με έφεση ο πρώτος εναγόμενος, ενώ είχε υποχρέωση να καταβάλλει τη δαπάνη κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, που θα προέκυπτε από τη χρήση αυτής και θα καταγραφόταν στους λογαριασμούς που αφορούσαν στην παροχή με αριθμό σύνδεσης 4….25-01, εντούτοις δεν κατέβαλε τα οφειλόμενα προς τη ΔΕΗ τέλη ηλεκτροδότησης της στροβιλοφόρου ηλεκτρικής αντλίας (πομόνας) της γεώτρησης και τα οποία, για το χρονικό διάστημα από την έναρξη της αγρομίσθωσης έως το μήνα Δεκέμβριο του 2002, αντιστοιχούσαν στο συνολικό ποσό των 14.143,89 ευρώ.

Ενόψει της μη καταβολής του ανωτέρω χρηματικού ποσού εκ μέρους του πρώτου εναγομένου η ΔΕΗ προέβη σε συμψηφισμό με την αξίωση της εκμισθώτριας και ακολούθως του υπεισελθόντος στη μίσθωση, λόγω καθολικής διαδοχής, Δήμου ..., προς καταβολή των εκ μέρους της συνεισπραττομένων για λογαριασμό τους δημοτικών τελών.

Έτσι, ο πρώτος εναγόμενος κατέστη χωρίς νόμιμη αιτία, πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της Κοινότητας ... και ακολούθως του Δήμου ..., καθόσον εξοικονόμησε τη σχετική δαπάνη. Αντιστοίχως, αδικαιολογήτως πλουσιότερος κατέστη και ο δεύτερος εναγόμενος. Οι εναγόμενοι πρόβαλαν πρωτοδίκως την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, ισχυριζόμενοι ότι από τις 31-12-2002, που εξοφλήθηκε ο τελευταίος λογαριασμός της ΔΕΗ, μέσω του συμψηφισμού με εισπραχθέντα και μη αποδοθέντα δημοτικά τέλη, μέχρι την άσκηση της αγωγής, ο ενάγων και οι δικαιοπάροχοί του δεν τους ενόχλησαν για την ως άνω οφειλή, επέτρεπαν μάλιστα στον πρώτο εναγόμενο να συμμετέχει και σε άλλες μισθώσεις, με αποτέλεσμα να τους δημιουργηθεί η εύλογη πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν θα στραφεί εναντίον τους, αξιώνοντας την ικανοποίηση της ένδικης απαίτησής του.

Επί του ισχυρισμού αυτού των εναγομένων πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Καταρχάς και αληθούς υποτιθέμενου του γεγονότος ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι του ενάγοντος επέτρεπαν στον πρώτο εναγόμενο να λαμβάνει μέρος ως πλειοδότης και σε άλλες δημοπρασίες που αφορούσαν τη μίσθωση δημοτικών αγροτεμαχίων, παρότι αυτός δεν είχε εξοφλήσει τις προηγούμενες οφειλές του δεν αρκεί από μόνο του να θεμελιώσει καταχρηστικότητα στην άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος, αφού για τη συνδρομή της θα πρέπει να γίνεται επίκληση και να αποδεικνύονται και περιστάσεις, οι οποίες να καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του δικαιώματος κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, καθώς επίσης και να αντιτίθεται στο περί δικαίου αίσθημα, προκαλώντας έντονη εντύπωση αδικίας, στοιχεία που οι εναγόμενοι ούτε επικαλούνται αλλά ούτε και αποδεικνύονται.

Ειδικότερα στην προκειμένη περίπτωση πράγματι προκύπτει ότι ο ταμίας του Δήμου ... χορήγησε στον πρώτο εναγόμενο τη με αριθμό 780/2007 βεβαίωση περί μη οφειλής του στο Δήμο, προκειμένου ο τελευταίος να τη χρησιμοποιήσει για τη συμμετοχή του σε διαγωνισμό πλειοδοσίας σε νέα μίσθωση. Από αυτό όμως δεν μπορεί να συναχθεί ότι η βεβαίωση αυτή χορηγήθηκε από τον υπάλληλο του ενάγοντος με πρόθεση μη διεκδίκησης των οφειλομένων, καθώς η οφειλή αυτή δεν εμφανιζόταν στο ταμείο του Δήμου ..., λόγω της είσπραξής της προς τη ΔΕΗ από τα δημοτικά τέλη (βλ.

προσκομιζόμενη βεβαίωση στην οποία αναγράφεται "όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Ταμειακής μας Υπηρεσίας"). Αλλά και στη συνέχεια, κατά τη συνεδρίαση της Δημαρχιακής Επιτροπής, στην οποία συζητήθηκε το ζήτημα της έγκρισης των πρακτικών της δημοπρασίας, στην οποία ο πρώτος εναγόμενος αναδείχθηκε πλειοδότης του διαγωνισμού για τη νέα μίσθωση αγροτεμαχίων του ενάγοντος για το έτος 2007, προσκομίζοντας την προαναφερόμενη βεβαίωση, η Δημαρχιακή Επιτροπή του Δήμου ...

με την υπ' αριθμ. 9/2007 απόφασή της ενέκρινε τα πρακτικά αυτά της δημοπρασίας, όχι ομόφωνα, αλλά κατά πλειοψηφία, καθότι ένα μέλος της, ο Σ. Τ., επιφυλάχθηκε να εγκρίνει τη μίσθωση, λόγω των οφειλών του πρώτου εναγομένου από τα τέλη της άρδευσης, τα οποία, σύμφωνα με την ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, συνέπιπταν με τις δαπάνες κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας για τη χρήση της πομόνας.

Επομένως, ήδη από το έτος 2007, υπήρξε καταρχάς, μέσω της άνω έγγραφης μειοψηφίας ενός μέλους της Δημαρχιακής Επιτροπής του ενάγοντος εκπεφρασμένη αντίρρηση ως προς τη συμμετοχή του πρώτου εναγομένου στις δημοπρασίες για μίσθωση αγρών. Αλλά και η πλειοψηφία της Δημαρχιακής Επιτροπής, η οποία επέτρεψε στον πρώτο εναγόμενο να συμμετάσχει στη δημοπρασία, δεν το έπραξε με πρόθεση να προβεί σε άφεση του επιδίκου χρέους του, αλλά για να του δώσει τη δυνατότητα πορισμού εισοδήματος, με την πεποίθηση ότι μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα αυτός θα προέβαινε σε τακτοποίηση της οφειλής του.

Η απόφαση αυτή της πλειοψηφίας δεν μπορεί να ερμηνευτεί κατ' άλλο τρόπο, διότι σε διαφορετική περίπτωση, η πράξη της αυτή θα στοιχειοθετούσε το ποινικό αδίκημα της απιστίας. Εξάλλου, ακόμη και η επικαλούμενη από τους εναγομένους αδράνεια του ενάγοντος επί δέκα έτη να αξιώσει την καταβολή των οφειλομένων, δεν κρίνεται ότι είναι ικανός για να τους δημιουργήσει την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα στραφεί ο ενάγων σε βάρος τους, λαμβανομένης υπόψη και της γνωστής δυσκινησίας των δημοτικών μηχανισμών είσπραξης οφειλών.

Πέραν όμως τούτων οι εναγόμενοι δεν επικαλούνται ούτε αποδεικνύουν ποιες θα είναι οι επαχθείς συνέπειες σε βάρος τους από την άσκηση της αξίωσης του ενάγοντος, καθόσον μόνο η καταβολή των οφειλομένων δεν αποτελεί επαχθή σε βάρος τους συνέπεια. Τέλος, προκειμένου να κριθεί εάν η άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος είναι καταχρηστική, θα πρέπει, κατά τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, να ληφθούν υπόψη και αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του.

Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων Δήμος με τα δημοτικά τέλη που επιβάλλει στους δημότες του αντιμετωπίζει τις δαπάνες καθαριότητας και φωτισμού, καθώς και κάθε άλλη δαπάνη από παγίως παρεχόμενες δημοτικές υπηρεσίες ανταποδοτικού χαρακτήρα. Επομένως, η μη αναζήτηση της ένδικης οφειλής των εναγομένων, η οποία συνεισπράχθηκε από τη ΔΕΗ μέσω συμψηφισμού με εισπραχθέντα και μη αποδοθέντα δημοτικά τέλη, αποβαίνει σε βάρος του κοινωνικού συμφέροντος των δημοτών του, το οποίο εξυπηρετείται από την είσπραξη των δημοτικών τελών.

Οι συνέπειες αυτές σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να συγκριθούν με το οποιοδήποτε βάρος επέλθει στον πρώτο εναγόμενο με την εκπλήρωση της ατομικής του οφειλής. Έτσι, υπό ουδεμία άποψη, τα επιχειρήματα των εναγομένων δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν την καλόπιστη, εύλογη και αντικειμενικά δικαιολογημένη πεποίθηση του πρώτου εναγομένου ότι ο ενάγων δεν θα διεκδικούσε τις καταβληθείσες από αυτό δαπάνες ηλεκτρισμού.

Συνακόλουθα, ουδόλως στοιχειοθετείται η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που πρόβαλαν οι εναγόμενοι και επομένως θα πρέπει αυτή να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 14.143,89 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί απόρριψης της ένστασης κατάχρησης δικαιώματος που πρότειναν οι εναγόμενοι, κατά την άποψη της πλειοψειφούσας γνώμης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ διότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να υπαχθούν στο πραγματικό του ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου, τον οποίο επόμενως δεν παραβίασε ευθέως.

Επίσης κατά την άποψη της πλειοψηφούσας γνώμης, διέλαβε σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για την απόρριψη της ως άνω ένστασης, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της απόφασης, η οποία επομένως έχει νόμιμη βάση, ενώ καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου.

Ειδικότερα το Εφετείο με σαφή αιτιολογία δέχθηκε α) ότι η επικαλούμενη από τους εναγόμενους-αναιρεσιβλήτους αδράνεια του ενάγοντος επί δέκα έτη να αξιώσει την καταβολή των οφειλομένων δεν κρίνεται ότι είναι ικανός χρόνος για να τους δημιουργήσει την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα αξιώσει την απαίτησή του, β) ότι οι συνέπειες που θα επέλθουν σε βάρος του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου από την παραδοχή της ένστασης θα είναι επαχθείς αφού αποβαίνουν σε βάρος του κοινωνικού συμφέροντος των δημοτών του, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό της απόφασης σε σχέση με τις συνέπειες που θα επέλθουν σε βάρος των εναγομένων, καθόσον μόνο η καταβολή των οφειλομένων δεν αποτελεί επαχθή σε βάρος τους συνέπεια.

Οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης περί του ότι, 1) οι νόμιμοι εκπρόσωποι του εναγομένου του επέτρεψαν να λάβει μέρος σε άλλες δημοπρασίες για τη μίσθωση άλλων αγροτεμαχίων, 2) ο ταμίας του Δήμου χορήγησε βεβαίωση περί μη οφειλής του στο Δήμο προκειμένου να λάβει μέρος σε νέες πλειοδοσίες, 3) η δημαρχιακή επιτροπή ενέκρινε τα πρακτικά δημοπρασίας για τη νέα μίσθωση, δεν έρχονται σε αντίθεση με το αποδεικτικό πόρισμα περί μη καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, όπως αβάσιμα διατείνονται οι αναιρεσείοντες, και τούτο διότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης τα παραπάνω δεν άγουν σε καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος γιατί η έγκριση των πρακτικών της δημοπρασίας έγινε όχι ομόφωνα, αλλά κατά πλειοψηφία, καθότι ένα μέλος της επιφυλάχθηκε να εγκρίνει τη μίσθωση λόγω των οφειλών του πρώτου εναγομένου προς το Δήμο από τα τέλη άρδευσης, εκφράζοντας έτσι, και μάλιστα από το έτος 2007, την αντίρρηση ως προς τη συμμετοχή του εναγομένου στις δημοπρασίες, ενώ η άποψη της πλειοψηφίας δικαιολογείται κατά τις παραδοχές ότι έγινε όχι με πρόθεση άφεσης του επιδίκου χρέους του αλλά για να δώσει στον εναγόμενο τη δυνατότητα πορισμού εισοδήματος προκειμένου να τακτοποιήσει την οφειλή του.

Επίσης και η χορήγηση από τον Ταμία του Δήμου βεβαίωσης περί μη οφειλής στο Δήμο, προκειμένου να τη χρησιμοποιήσει ο εναγόμενος για τη συμμετοχή του στο διαγωνισμό πλειοδοσίας δεν άγει σε καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, καθόσον σύμφωνα με αυτές, η βεβαίωση αυτή δε χορηγήθηκε με πρόθεση μη διεκδίκησης των οφειλομένων, αλλά γιατί η οφειλή αυτή δεν εμφανιζόταν στο ταμείο του Δήμου καθόσον η είσπραξή της έγινε από τη ΔΕΗ μέσω συμψηφισμού με εισπραχθέντα και μη αποδοθέντα δημοτικά τέλη.

Οι παραπάνω αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης αρκούσαν για να στηρίξουν το αποδεικτικό της πόρισμα. Επομένως, κατά την άποψη της πλειοψηφούσας γνώμης, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 για εσφαλμένη ερμηνεία του ως άνω κανόνα δικαίου και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ για εκ πλαγίου παράβαση του παραπάνω κανόνα δικαίου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά την άποψη όμως της μειοψηφούσας γνώμης και ειδικότερα του Εισηγητή Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Παναρίτη έπρεπε να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο από τον αριθμό 1 πρώτος λόγος αναίρεσης και ο από τον αριθμό 19 του ως άνω άρθρου τέταρτος λόγος της αναίρεσης. Και τούτο γιατί το Εφετείο, κατά τη γνώμη αυτή, εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του σχετικά με την προβληθείσα από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες νόμιμη από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.

Ειδικότερα ενώ δέχεται ως αποδεδειγμένα α) ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσείων πήρε μέρος σε δημοπρασίες για την εκμίσθωση του επιδίκου δημοτικού αγροκτήματος, αλλά και άλλων δημοτικών αγροκτημάτων, παρόλο που δεν είχε εξοφλήσει τις οφειλές του προς τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο από τη δαπάνη κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας και ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι του ενάγοντος επέτρεπαν στον πρώτο εναγόμενο να συμμετέχει σε δημοπρασίες για την εκμίσθωση δημοτικών αγροκτημάτων, αν και υπήρχε απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου ..., διάδοχος του οποίου είναι ο αναιρεσίβλητος Δήμος, με την οποία αποκλείονταν από τις δημοπρασίες όσοι δεν είχαν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους προς το Δήμο από προηγούμενες εκμισθώσεις αγροκτημάτων, β) ότι ο αρμόδιος υπάλληλος της Ταμειακής υπηρεσίας του Δήμου ...

χορήγησε στον πρώτο εναγόμενο τη με αριθμό πρωτοκόλλου 780/2007 βεβαίωση περί μη οφειλής του στο Δήμο, προκειμένου ο α' εναγόμενος να τη χρησιμοποιήσει και πράγματι τη χρησιμοποίησε για τη συμμετοχή του σε διαγωνισμό πλειοδοσίας σε νέα μίσθωση, γ) ότι με την υπ' αριθμ. 7/2007 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου ...

εγκρίθηκαν και κατακυρώθηκαν κατά πλειοψηφία (τέσσερις υπέρ και ένας κατά) τα πρακτικά της δημοπρασίας για την εκμίσθωση της δημοτικής αγροτικής έκτασης 93 στρεμμάτων στον πλειοδότη Ν. Π. (α' εναγόμενο) και ότι καταρτίσθηκε με αυτόν, μετά την ανάδειξή του ως πλειοδότη, η από 4-4-2007 σύμβαση αγρομίσθωσης, δ) ότι ουδέποτε μέχρι την άσκηση της από 24-2-2012 αγωγής αξίωσαν από τον α' εναγόμενο να τους καταβάλει τις οφειλές του από τη μη πληρωμή των λογαριασμών της ΔΕΗ, ήτοι ότι ο ενάγων Δήμος και οι προκάτοχοί του αδράνησαν επί δεκαετία να αξιώσουν την πληρωμή των λογαριασμών της ΔΕΗ για την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος στο ως άνω αγρόκτημα από Σεπτέμβριο 1998 έως Νοέμβριο 2002, δεν αξιολογούνται τα ως άνω περιστατικά χωριστά το καθένα (πλην του υπό στοιχείο α', το οποίο, όπως κρίθηκε με την προσβαλλομένη, δεν αρκεί από μόνο του να θεμελιώσει καταχρηστικότητα στην άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος) και αθροιστικά σε σχέση με την προβληθείσα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής.

Περαιτέρω το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν αξιολόγησε τον ισχυρισμό των εναγομένων, που παραδεκτά είχαν προτείνει με τις προτάσεις τους στο πρωτόδικο δικαστήριο προς στήριξη της ενστάσεώς τους από το άρθρο 281 ΑΚ, την οποία και νόμιμα επανέφεραν στο Εφετείο με τις προτάσεις τους, ότι στα προ του έτους 2007 συμφωνητικά μισθώσεως του επιδίκου αγροκτήματος ουδέν αναφέρεται περί υποχρεώσεως του α' εναγομένου για καταβολή της δαπάνης ηλεκτροδότησης του εν λόγω αγροκτήματος, για πρώτη δε φορά στο από 4-4-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης αναγράφεται η υποχρέωση του α' εναγομένου για πληρωμή της δαπάνης ηλεκτροδότησης και ότι το ετήσιο μίσθωμα ανά στρέμμα, που επιτεύχθηκε με το τελευταίο συμφωνητικό μίσθωσης ήταν χαμηλότερο από εκείνο που είχε επιτευχθεί κατά την προ του έτους 2007 περίοδο, ήτοι κατά την οκταετία 1998-2006.

Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά συνολικώς εκτιμώμενα είναι δυνατόν να προσδώσουν βασιμότητα στην κατά τα ανωτέρω ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά για αυτό (δικαστήριο), καθορίζει ο νόμος (ΚΠολΔ 352, 438-440, 447), προβλέποντας ιδίως, ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο παράγει πλήρη απόδειξη χωρίς ή με δυνατότητα ανταποδείξεως, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως, κατ' αρχήν, έχει δικαίωμα από το νόμο (ΚΠολΔ 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα από τα άλλα αυτά αποδεικτικά μέσα.

Για το ορισμένο του από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, προς απόδειξη ποιου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού μέσου και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα και ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ' αυτήν ο νόμος, καθώς και που έγκειται το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1781/2017, ΑΠ 732/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αφού δεν προσέδωσε την αυξημένη αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων σε έγγραφα που νόμιμα και με επίκληση προσκομίσθηκαν και συγκεκριμένα 1) στην υπ' αριθμ.

…80/2007 βεβαίωση περί μη οφειλής στο Δήμο ... του πρώτου των αναιρεσειόντων, την οποία συνέταξε και υπέγραψε ο ταμίας του Δήμου Β. Φ., που είναι αρμόδιος για τη χορήγηση παρομοίων βεβαιώσεων και 2) της υπ' αριθμ. 7/2007 απόφασης της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου ... με την οποία εγκρίθηκαν τα πρακτικά δημοπρασίας, στην οποία ο πρώτος των αναιρεσειόντων αναδείχθηκε πλειοδότης του διαγωνισμού για τη νέα μίσθωση του παραπάνω αγροκτήματος.

Ο λόγος αυτός ομόφωνα πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, καθόσον δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο τα αναφερόμενα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη, αναγκαία για το ορισμένο του λόγου αυτού στοιχεία και ειδικότερα, δεν αναφέρεται για την απόδειξη ποιου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκαν τα σχετικά αποδεικτικά μέσα και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης και επιπροσθέτως ποιο είναι το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς αυτά τα αποδεικτικά μέσα.

Κατά τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός αποτελεί αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 42/2002).

Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του. Όμως, δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι, τόσο με τις προτάσεις προς απόκρουση της αγωγής στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, όσο και με τις προτάσεις τους στο Εφετείο, υποστήριξαν, εκτός των άλλων, ότι περί το τέλος Αυγούστου του 20…, δηλαδή λίγο πριν τις αυτοδιοικητικές εκλογές του Οκτωβρίου του έτους αυτού, δεκατέσσερις κάτοικοι του ...

κινούμενοι προφανώς από διάθεση δημιουργίας εντυπώσεων σε βάρος του τότε δημάρχου Ε. Μ., αλλά και κατά του πρώτου από αυτούς και του αδελφού του Α., δημοσίευσαν σε δύο τοπικές εφημερίδες αναφορά, την οποία απηύθυναν προς τη Γενική Γραμματεία Περιφέρειας Θεσσαλίας, με συκοφαντικό περιεχόμενο και συγκεκριμένα ανέφεραν ότι ετύγχαναν της εύνοιας του τότε δημάρχου και όχι μόνο δεν κατέβαλαν τη δαπάνη του ηλεκτρικού ρεύματος της γεώτρησης, αλλά και ότι δεν πλήρωναν τα μισθώματα και πότιζαν και άλλα στρέμματα πέραν των 93 στρεμμάτων που αφορά η μίσθωση.

Ότι μετά από αυτά υπέβαλαν κατά των παραπάνω προσώπων την από 18-10-2010 έγκληση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λάρισας και ασκήθηκε κατ' αυτών ποινική δίωξη για συκοφαντική δυσφήμηση κατά συναυτουργία, κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή, ακολούθως δε με την υπ' αριθμ. 2053/8-6-2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας οι κατηγορούμενοι, πλην ενός, κρίθηκαν κατά πλειοψηφία ένοχοι του ως άνω αδικήματος και επιβλήθηκαν σε αυτούς ποινές έξι και οκτώ μηνών, και ότι στη συνέχεια, μετά από έφεση των κατηγορουμένων, η υπόθεση εκδικάσθηκε από το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λάρισας και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 296/19-2-2013 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, με την οποία οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν ομόφωνα ένοχοι.

Ότι τις παραπάνω ποινικές αποφάσεις προσκόμισαν με επίκληση με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο καθώς και στο Εφετείο κατά τη συζήτηση της έφεσης του αντιδίκου τους, πλην όμως το τελευταίο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, δεν συνεκτίμησε τα παραπάνω έγγραφα και σε κάθε περίπτωση είναι βέβαιο ότι δεν τα έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης.

Με βάση τα παραπάνω προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ο παραπάνω λόγος ομόφωνα κρίνεται ότι είναι πρωτίστως απαράδεκτος, αφού τα έγγραφα που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και ειδικότερα οι προαναφερθείσες αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας και Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Λάρισας, δεν ασκούσαν επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού αφορούσαν καταδίκη 13 κατοίκων του Δήμου για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης διά του τύπου, σε βάρος του πρώτου εναγομένου, συνισταμένου στο ότι οι παραπάνω σε δημοσίευμα ανέφεραν ότι ο παραπάνω εναγόμενος δεν κατάβαλε στο Δήμο τη δαπάνη του ηλεκτρικού ρεύματος των γεωτρήσεων που είχε μισθώσει.

Το γεγονός όμως της ύπαρξης οφειλής του πρώτου εναγομένου προς τον ενάγοντα Δήμο, από τη δαπάνη κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος (που έμμεσα αφορούν οι παραπάνω αποφάσεις), είχε κριθεί από τη με αριθμό 12/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ήτοι του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, και κατά το σημείο της αυτό δεν επλήγη με λόγο έφεσης η απόφαση αυτή από τον πρώτο εναγόμενο, συνεπώς κατά το κεφάλαιο αυτό είχε καταστεί τελεσίδικη, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης.

Συνεπώς, ουδεμία έννομη επιρροή ασκούσε η κρίση των ποινικών δικαστηρίων, επί του θέματος αυτού, της οφειλής του πρώτου εναγομένου αλλά ούτε και επί της ένστασης κατάχρησης δικαιώματος που ερεύνησε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατόπιν άσκησης έφεσης του αναιρεσείοντος Δήμου κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή την ένσταση αυτή. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον από τη ρητή διαβεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία, αλλά αντίθετα καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο, όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης"), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.

Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού. Το δε δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε (ΑΠ 749/2017, ΑΠ 437/2005). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παρακάτω εγγράφων που είχαν προσκομίσει νόμιμα προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής του αναιρεσιβλήτου και συγκεκριμένα 1) παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ.

….80/2007 βεβαίωσης περί μη οφειλής του πρώτου από αυτούς στο Δήμο, που χορήγησε ο ταμίας του Δήμου ..., κρίνοντας ότι "...δεν μπορεί να συναχθεί ότι η βεβαίωση αυτή χορηγήθηκε από τον υπάλληλο του ενάγοντος με πρόθεση μη διεκδίκησης των οφειλομένων, καθώς η οφειλή αυτή δεν εμφανιζόταν στο ταμείο του Δήμου ..., λόγω της είσπραξής της προς τη ΔΕΗ από τα δημοτικά τέλη..." και 2) παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 7/2007 απόφασης της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου ..., με την οποία εγκρίθηκαν τα πρακτικά της δημοπρασίας, στην οποία ο πρώτος αναιρεσείων αναδείχθηκε πλειοδότης του διαγωνισμού για τη νέα μίσθωση για το έτος 2007, κρίνοντας ότι "...Αλλά και η πλειοψηφία της Δημαρχιακής Επιτροπής, η οποία επέτρεψε στον πρώτο εναγόμενο να συμμετάσχει στη δημοπρασία, δεν το έπραξε με πρόθεση να προβεί σε άφεση του επιδίκου χρέους του, αλλά για να του δώσει τη δυνατότητα πορισμού εισοδήματος, με την πεποίθηση ότι μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα αυτός θα προέβαινε σε τακτοποίηση της οφειλής του.

Η απόφαση αυτή της πλειοψηφίας δεν μπορεί να ερμηνευτεί κατ' άλλον τρόπο, διότι σε διαφορετική περίπτωση, η πράξη της αυτή θα στοιχειοθετούσε το ποινικό αδίκημα της απιστίας.." και ότι δίνοντας το Εφετείο στα έγγραφα αυτά το ως άνω περιεχόμενο δεν συνεκτίμησε το πραγματικό περιεχόμενό τους με τα υπόλοιπα πραγματικά στοιχεία και απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία την παραπάνω ένστασή τους.

Κατά την άποψη της πλειοψηφούσας γνώμης ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των ως άνω εγγράφων, αλλά, αφού τα ανέγνωσε σωστά, τα εκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν σωστό.

Εξάλλου, το Εφετείο την κρίση του για τη μη βασιμότητα της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής δεν τη στήριξε μόνο στα ως άνω έγγραφα αλλά τη σχημάτισε, όπως ρητά αναφέρεται, από τη συνεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων και όλων των εγγράφων που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου, του Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Παναρίτη, η αναιρεσιβαλλoμένη απόφαση με τις πιο πάνω παραδοχές της απέδωσε στα ως άνω κρίσιμα και ουσιώδη έγγραφα περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που έχει αποτυπωθεί σε αυτά, καθόσον με το 780/2007 έγγραφό της η Ταμειακή Υπηρεσία του Δήμου ... βεβαιώνει ότι δεν υπήρχε οφειλή του πρώτου αναιρεσείοντα στο Δήμο και ως τέτοιο το εκτίμησε η επιτροπή δημοπρασιών του Δήμου, που επέτρεψε στον α' αναιρεσείοντα να συμμετάσχει στο διαγωνισμό για τη νέα μίσθωση αγροτεμαχίων του Δήμου για το έτος 2007, και η Δημαρχιακή Επιτροπή του Δήμου, που με την 9/2007 απόφασή της ενέκρινε, κατά πλειοψηφία, τα πρακτικά δημοπρασίας, στην οποία ο α' αναιρεσείων αναδείχθηκε πλειοδότης του ως άνω διαγωνισμού, με το περιεχόμενο δε αυτό έπρεπε να εκτιμηθούν τα εν λόγω κρίσιμα έγγραφα, που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι αναιρεσείοντες προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής του αναιρεσιβλήτου.

Συνεπώς, κατά τη γνώμη του μειοψειφούντος μέλους, έπρεπε να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Τέλος, με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, διότι, κρίνοντας ότι η με αριθμ. πρωτ. …80/2007 βεβαίωση περί μη οφειλής του α' αναιρεσείοντος στο Δήμο και η υπ' αριθμ. 7/2007 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής περί εγκρίσεως των πρακτικών της δημοπρασίας και αναδείξεως του α' αναιρεσείοντος πρώτου πλειοδότη, έχουν το ως άνω περιεχόμενο, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ περί ερμηνείας των δικαιοπραξιών. Ο λόγος αυτός (άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), ομόφωνα, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο δεν κατέληξε ερμηνευτικώς και κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων στο ως άνω πόρισμα, αλλά από την εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμά του. Είναι, επομένως, αβάσιμος ο λόγος αυτός και πρέπει να απορριφθεί.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί, κατ' άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται υπέρ του αναιρεσιβλήτου ελλείψει σχετικού αιτήματος του τελευταίου (άρθρα 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-10-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 298/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Και

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ