126/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά τη διάταξη του άρθρου 703 § 1 ΑΚ, εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον άλλο (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μιας σύμβασης, έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνο αν η σύμβαση καταρτισθεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή της υπόδειξης. Πότε υπάρχει μεσολάβηση και πότε υπόδειξη δεν ορίζεται στο νόμο και, εφόσον το περιεχόμενο αυτών δεν προκύπτει από τη σύμβαση, η μεσολάβηση περιλαμβάνει συνήθως κάθε πρόσφορη ενέργεια του μεσίτη για να έλθουν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα μέρη, με σκοπό να συνεννοηθούν για την κατάρτιση της σύμβασης και είναι δυνατό, αλλά δεν απαιτείται, να περιλαμβάνει επιπλέον και την παρακολούθηση από το μεσίτη των συνεννοήσεων των μερών, τη μεταφορά ή γνωστοποίηση των προτεινόμενων από το ένα μέρος στο άλλο όρων ή και τη διαπραγμάτευση των όρων αυτών, ενώ η υπόδειξη ευκαιρίας είναι κάτι λιγότερο από τη μεσολάβηση, διότι με αυτήν ο μεσίτης ενημερώνει απλώς τον εντολέα του για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστης προηγουμένως σ` αυτόν δυνατότητας σύναψης της σύμβασης που τον ενδιαφέρει (ΑΠ 17/2014, ΑΠ 229/2014).
Legislator headnote
AI generated126/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου ανέγνωσε την από 26/10/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιoι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 126 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 126/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Γεώργιο Παπαγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "..." με το δ.τ. "..." η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δέσποινα Μαρκοπούλου, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βερβαινιώτη, που κατέθεσε προτάσεις και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Παπαγεωργίου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/9/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 309/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 1615/2012 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/9/2014 αίτησή της και τους από 20/11/2014 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου ανέγνωσε την από 26/10/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιoι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 703 § 1 ΑΚ, εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον άλλο (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μιας σύμβασης, έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνο αν η σύμβαση καταρτισθεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή της υπόδειξης. Πότε υπάρχει μεσολάβηση και πότε υπόδειξη δεν ορίζεται στο νόμο και, εφόσον το περιεχόμενο αυτών δεν προκύπτει από τη σύμβαση, η μεσολάβηση περιλαμβάνει συνήθως κάθε πρόσφορη ενέργεια του μεσίτη για να έλθουν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα μέρη, με σκοπό να συνεννοηθούν για την κατάρτιση της σύμβασης και είναι δυνατό, αλλά δεν απαιτείται, να περιλαμβάνει επιπλέον και την παρακολούθηση από το μεσίτη των συνεννοήσεων των μερών, τη μεταφορά ή γνωστοποίηση των προτεινόμενων από το ένα μέρος στο άλλο όρων ή και τη διαπραγμάτευση των όρων αυτών, ενώ η υπόδειξη ευκαιρίας είναι κάτι λιγότερο από τη μεσολάβηση, διότι με αυτήν ο μεσίτης ενημερώνει απλώς τον εντολέα του για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστης προηγουμένως σ` αυτόν δυνατότητας σύναψης της σύμβασης που τον ενδιαφέρει (ΑΠ 17/2014, ΑΠ 229/2014).
Η εντολή προς το μεσίτη μπορεί να αφορά μόνο στη μεσολάβηση ή μόνο στην υπόδειξη ευκαιρίας ή και στις δύο (ΑΠ 229/2014, ΑΠ 17/2014). Αν η εντολή και η υπόσχεση αμοιβής δόθηκαν για την υπόδειξη ευκαιρίας και η κύρια σύμβαση καταρτίσθηκε με μεσολάβηση του μεσίτη, πληρούται ο σκοπός του νόμου και οφείλεται η αμοιβή, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σύμβαση μεσιτείας.
Στην αντίστροφη περίπτωση, δηλαδή όταν η υπόσχεση αμοιβής δόθηκε αποκλειστικά και μόνο για τη μεσολάβηση του μεσίτη, η κατάρτιση της σύμβασης με απλή υπόδειξη του τελευταίου δεν αρκεί για το εναγώγιμο της αμοιβής του (ΑΠ 17/2014). Εξάλλου από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ουσιώδης προϋπόθεση για τη γέννηση, σε βάρος του μεσιτικού εντολέα, της υποχρέωσης να πληρώσει την αμοιβή, την οποία υποσχέθηκε στο μεσίτη κατά την ανάθεση της εντολής προς μεσολάβηση ή, έστω, υπόδειξη ευκαιρίας για σύναψη της σκοπούμενης σύμβασης, είναι το να επήλθε, πράγματι, η κατάρτιση της σύμβασης αυτής ως συνέπεια μόνο της συμβολής του μεσίτη.
Ήτοι, είναι απαραίτητη η κατάφαση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αφ` ενός της δραστηριότητας του μεσίτη, ως αιτίου και αφ` ετέρου της κατάρτισης της σκοπούμενης σύμβασης, ως αποτελέσματος, υπό την έννοια ότι αυτό δεν θα είχε επέλθει, οπωσδήποτε, χωρίς τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη του μεσίτη (ΑΠ 229/2014, ΑΠ 52/2012).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 229/2014, ΑΠ 253/2013) Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα παρακάτω, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά:
Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία (και ήδη αναιρεσείουσα) έχει αντικείμενο εργασιών, μεταξύ των άλλων, τη μεσιτεία αστικών συμβάσεων και διατηρεί μεσιτικό γραφείο. Η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία (και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), είχε μισθώσει, σε κτήριο που βρισκόταν στη διασταύρωση των οδών ... στο Δήμο Νέας Ιωνίας Αττικής, δύο συνεχόμενα καταστήματα, τα οποία μπορούσαν να συνενωθούν σε ένα ενιαίο κατάστημα, με δικαίωμα υπεκμίσθωσης εκ μέρους της, και πιο συγκεκριμένα το ένα κατάστημα, εμβαδού 450 τμ περίπου, το είχε μισθώσει από την Τράπεζα Κύπρου με την από 21-12-2004 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης και το άλλο κατάστημα, εμβαδού 550 τμ περίπου, το είχε μισθώσει με το από 20-12-2000 συμφωνητικό μισθώσεως από την Ε.
Σ.. Η πρώτη εναγομένη, έχοντας σκοπό να υπεκμισθώσει τα ως άνω καταστήματα, στα μέσα του έτους 2005,ανάρτησε έξω από αυτά αγγελία μισθώσεως και προέβη και σε δημοσιεύσεις αγγελιών σε εφημερίδες. Η ενάγουσα, όταν πληροφορήθηκε, μέσω των προαναφερομένων αγγελιών, την πρόθεση της πρώτης εναγομένης να υπεκμισθώσει τα ακίνητα, επικοινώνησε με αυτή και της πρότεινε να διαμεσολαβήσει στη ανεύρεση υπομισθωτών.
Η πρώτη εναγομένη, δια του νομίμου εκπροσώπου της, έδωσε στην ενάγουσα, αρχικά προφορικά και στη συνέχεια εγγράφως, με τηλεομοιοτυπία (FAX), που φέρει ημερομηνία αποστολής 27-10-2005, την εντολή να διαμεσολαβήσει και να αναζητήσει μισθωτές για ισόγειο κατάστημα εμβαδού 1.850 τμ στη Νέα Ιωνία Αττικής, με τιμή εκμίσθωσης 32.000 ευρώ και μεσιτική αμοιβή 32.000 ευρώ, ήτοι ένα μηνιαίο μίσθωμα, πλέον ΦΠΑ 19%.
Περαιτέρω, την ίδια ημερομηνία, η πρώτη εναγομένη, δια του νομίμου εκπροσώπου της, έδωσε στην ενάγουσα και δεύτερη έγγραφη εντολή με FAX, με την οποία της ανέθεσε τη μεσιτική εντολή να διαμεσολαβήσει και να αναζητήσει μισθωτές για ισόγειο κατάστημα 2.500 τμ, με τιμή εκμίσθωσης 45.000 ευρώ και μεσιτική αμοιβή 45.000 ευρώ, ήτοι ένα μηνιαίο μίσθωμα, πλέον ΦΠΑ 19%,που αφορούσε το ίδιο ακίνητο.
Η ενάγουσα και η πρώτη εναγομένη δεν διευκρινίζουν, ούτε προσκομίζουν αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει, ότι πέραν των δύο προαναφερθέντων καταστημάτων εμβαδού 450 τμ και 550 τμ, ήτοι συνολικού εμβαδού 1.000 τμ, υπήρχε στο ίδιο οικοδόμημα και άλλο ή άλλα συνεχόμενα καταστήματα, των οποίων η πρώτη εναγομένη είχε δικαίωμα εκμίσθωσης ή υπεκμίσθωσης, δεδομένου ότι στη μία μεσιτική εντολή αναφέρεται ακίνητο εμβαδού 1.850 τμ και στη δεύτερη μεσιτική εντολή αναφέρεται ακίνητο 2.500 τμ, που αφορούσαν αμφότερες το ίδιο οικοδόμημα.
Στα πλαίσια της ως άνω πρώτης εντολής η ενάγουσα προέβη σε δημοσιεύσεις αγγελίας στην εφημερίδα "..." στις 23-10-2005, στις 30-10-2005 και στις 6-11-2005 με το εξής περιεχόμενο "ΝΕΑ ΙΩΝΙΑ ΤΡΙΦΑΤΣΟ ισόγειο κατάστημα 1.850 τ.μ., πατάρι 650 τ.μ., πρόσοψη 17 μ., σε κομβικό και εμπορικό σημείο κοντά Praktiker, ενοίκιο 32.000 ευρώ. Πληροφορίες ...., τηλ 210-6829000".
Ήδη μετά την πρώτη δημοσίευση η δεύτερη εναγομένη, μέσω της υπαλλήλου της Ι., ήλθε σε επαφή με το συνεργάτη της ενάγουσας Δ. Φ. και ο τελευταίος συμφώνησε να επιδείξει το ακίνητο αποστέλλοντας στη δεύτερη εναγομένη, με FAX, την από 27-10-2005 μεσιτική εντολή μίσθωσης, που αφορούσε ισόγειο κατάστημα εμβαδού 1.850 τμ, στη Νέα Ιωνία Αττικής, με τιμή μίσθωσης 32.000 ευρώ και μεσιτική αμοιβή 32.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 19%, την οποία υπέγραψε αυθημερόν η δεύτερη εναγομένη, όπως εκπροσωπείτο νόμιμα.
Συγχρόνως η ενάγουσα, μέσω του ως άνω συνεργάτη της, είχε στείλει στην υπάλληλο της δεύτερης εναγομένης Ι., με FAX, φωτογραφίες του ακινήτου. Στη συνέχεια και κατόπιν συνεννοήσεως των εκπροσώπων των διαδίκων ανωνύμων εταιρειών, ο εκπρόσωπος της ενάγουσας επέδειξε, στις 11-11-2005, το ακίνητο στον εκπρόσωπο της δεύτερης εναγομένης.
Από το Σεπτέμβριο του έτους 2005 οι εναγόμενες εταιρείες, μέσω των εκπροσώπων τους, βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις για την υπεκμίσθωση των ως άνω ακινήτων, που, όπως προαναφέρθηκε, προωθούσε η πρώτη εναγομένη με ανάρτηση σχετικής πινακίδας και με δημοσίευση αγγελιών δια του τύπου, οι οποίες, όμως, άργησαν να ολοκληρωθούν, γιατί η εναγομένη επιθυμούσε αρχικά την μίσθωση μεγαλύτερου ακινήτου.
Εξ άλλου, το ότι οι εναγόμενες εταιρείες βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις από το Σεπτέμβριο του έτους 2005 προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα της δεύτερης εναγομένης, αλλά και από το από 25-9-2005 έγγραφο (FAX) του εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης Α. Β. προς τον Α. Ρ., ως εκπρόσωπο της δεύτερης εναγομένης, με το οποίο του υπενθύμιζε ότι περίμενε απάντηση από τη δεύτερη εναγομένη για τη μίσθωση του ακινήτου.
Περαιτέρω η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η δεύτερη εναγομένη δεν γνώριζε το ακίνητο πριν από τη δική της διαμεσολάβηση, αφού, στην αντίθετη περίπτωση, θα το είχε αντιληφθεί με βάση τις πληροφορίες που είχε λάβει από τον συνεργάτη της (φωτογραφικό υλικό κλπ) και δεν θα είχε υπογράψει τη μεσιτική εντολή. Πλην, όμως, σύμφωνα με τα στοιχεία που είχε η δεύτερη εναγομένη από την ενάγουσα, το μίσθιο είχε εμβαδόν 1.850 τ.μ.
με πατάρι 650 τ.μ., ενώ η δεύτερη εναγομένη βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με την πρώτη εναγομένη για τη μίσθωση των δύο συνεχόμενων ακινήτων, εμβαδού 1.000 τ.μ. περίπου. Για την εξεύρεση μισθίου ακινήτου στην περιοχή της Νέας Ιωνίας είχαν ασχοληθεί σε διαφορετικούς χρόνους διαφορετικά στελέχη της δεύτερης εναγομένης και πιο συγκεκριμένα ο εξετασθείς μάρτυρας της δεύτερης εναγομένης, Ι.
και ο πρόεδρος του Δ/Σ αυτής. Εξ άλλου και η ίδια η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η διαδικασία αποστολής από αυτή, με FAX, της μεσιτικής εντολής και των φωτογραφιών του κτηρίου στη δεύτερη εναγομένη και της αποδοχής της από τη δεύτερη εναγομένη, διήρκεσε δέκα (10) λεπτά περίπου, διάστημα πολύ μικρό για να διαπιστώσουν τα στελέχη της δεύτερης εναγομένης ότι επρόκειτο περί του ιδίου ακινήτου για το οποίο βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με την πρώτη εναγομένη.
Επομένως ήταν εύλογο να μην αντιληφθεί η δεύτερη εναγομένη ότι επρόκειτο για το ίδιο ακίνητο και για το λόγο αυτό έδωσε τη σχετική μεσιτική εντολή στην ενάγουσα. Ο ισχυρισμός της τελευταίας ότι στα 1.850 τμ που αναγραφόταν στις αγγελίες περιλαμβάνονταν και τα 650 τ.μ. του παταριού, δεν ευσταθεί, καθότι από το περιεχόμενο της αγγελίας που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "...", που ανέφερε για μίσθωση ισογείου καταστήματος 1.850 τμ, με πατάρι 650 τ.μ., δεν προέκυπτε στην έκταση των 1.850 τμ περιλαμβάνεται και το εμβαδόν των 650 τμ του παταριού, η ύπαρξη του οποίου δεν αναφέρεται ούτε στα από 20-1-2006 ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως, που υπογράφηκαν μεταξύ των εναγομένων.
Επομένως, η δεύτερη εναγομένη έδωσε τη μεσιτική εντολή στην ενάγουσα χωρίς να έχει αντιληφθεί ότι επρόκειτο για το ακίνητο για το οποίο βρισκόταν, ήδη, σε απευθείας διαπραγματεύσεις με την πρώτη εναγομένη. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, ο πρόεδρος της δεύτερης εναγομένης, δήλωσε στον εκπρόσωπο της ενάγουσας, κατά τη μετάβασή τους στο μίσθιο, ότι γνώριζε το ακίνητο και ότι ήταν λιγότερα τετραγωνικά μέτρα, όπως προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης, ενώ για τη διαμαρτυρία του εκπροσώπου της δεύτερης εναγομένης ως προς τα τετραγωνικά μέτρα και για παράπονα αυτού κατέθεσε, όπως προαναφέρθηκε, και ο μάρτυρας της ενάγουσας.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες εταιρείες συνέχισαν τις διαπραγματεύσεις και τελικά κατέληξαν στην υπογραφή στις 20-1-2006 δύο ιδιωτικών συμφωνητικών μισ0ώσεως για τα δύο ως άνω καταστήματα, αντί μηνιαίου μισθώματος 12.000 ευρώ έκαστο. Μετά τη σύναψη των ως άνω μισθώσεων η ενάγουσα απέστειλε στη δεύτερη εναγομένη την από 1-4-2007 εξώδικη δήλωση-όχληση, με την οποία την καλούσε να της καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή.
Στην ως άνω εξώδικη δήλωση απάντησε η δεύτερη εναγομένη με την από 7-6-2007 εξώδικη απάντηση διαμαρτυρία-πρόσκληση, την οποία επέδωσε στην ενάγουσα στις 13-6-2007, με την οποία της δήλωνε ότι η επίδικη μίσθωση δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής της μεσολάβησης, αφού πριν από τη δική της υπόδειξη γνώριζε ήδη το μίσθιο για το οποίο βρισκόταν ήδη σε διαπραγματεύσεις με την πρώτη εναγομένη και ότι της έδωσε τη σχετική εντολή γιατί θεωρούσε ότι επρόκειτο για άλλο ακίνητο.
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι οι υπεκμισθώσεις των δύο συνεχόμενων ακινήτων από την υπεκμισθώτρια πρώτη εναγομένη προς τη υπομισ0ώτρια δεύτερη εναγομένη ήταν αποτέλεσμα απευθείας διαπραγματεύσεων που είχαν ξεκινήσει μεταξύ τους, από τις αρχές Σεπτεμβρίου του έτους 2005, δηλαδή πριν από την σύναψη των προαναφερθεισών συμβάσεων μεσιτείας εκάστης των εναγομένων με την ενάγουσα και πριν από την επίδειξη του μισθίου από την τελευταία στη δεύτερη εναγομένη.
Συνεπώς, ενόψει των προεκτεθέντων, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι η σύναψη, εκ μέρους των εναγομένων, των από 20-1-2006 συμβάσεων υπεκμισθώσεων των ακινήτων ήταν απότοκος των μεσιτικών δραστηριοτήτων της ενάγουσας, με τη μορφή της διαμεσολάβησης στους εναγομένους ή με τη μορφή της υπόδειξης ευκαιρίας σ’ αυτούς προς σύναψη των συμβάσεων αυτών, δεν οφείλεται από τις εναγόμενες στην ενάγουσα η συμφωνηθείσα αμοιβή και η υπό κρίση αγωγή είναι αβάσιμη κατ’ ουσία. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία και εκείνο, δειχθέν, κατ` αποτέλεσμα, τα ίδια, απέρριψε την αγωγή κατ’ ουσία. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά δεν εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 703 ΑΚ. Επομένως, ο τα αντίθετα υποστηρίζων δεύτερος, κατά ένα μέρος , λόγος των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς, το αποδεικτικό πόρισμα του και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης που προαναφέρθηκε και την οποία εφάρμοσε.
Οι παρακάτω, ειδικότερες, αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι δεν αιτιολογείται επαρκώς η κρίση του δικαστηρίου: 1) πως κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το ακίνητο που μισθώθηκε ήταν άλλο από εκείνο για το οποίο δόθηκε εντολή, 2) το εύλογο της πλάνης της δεύτερης αναιρεσίβλητης ερειδόμενη μόνο στο δεκάλεπτο διάστημα μεταξύ αποστολής φωτογραφιών και υπογραφής της σύμβασης μεσιτείας, 3) πως ήταν δυνατόν να μην αντιληφθεί η δεύτερη εναγομένη, ενώ διαπραγματευόταν επί ένα τουλάχιστον μήνα μαζί της, ότι πρόκειται για το ίδιο ακίνητο, 4) από πού προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητες ήρθαν σε συμφωνία κατόπιν μεταξύ των διαπραγματεύσεων, 5) γιατί οι αναιρεσίβλητες υπέγραψαν τις συμβάσεις μεσιτείας ,αφού είχαν δήθεν συμφωνήσει μεταξύ τους για τη μίσθωση του ακινήτου μόλις πριν από την υπογραφή των συμβάσεων μεσιτείας, 6) γιατί οι αναιρεσίβλητες δεν κατήγγειλαν τις μεσιτικές συμβάσεις ,αν και υπήρχε όρος καταγγελίας τους, 7) από πού προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητες προχώρησαν στη σύναψη μίσθωσης του συγκεκριμένου ακινήτου χωρίς τη μεσολάβησή της και 8) αν πραγματικά τα ακίνητα των επίδικων μισθωτικών συμβάσεων είναι τα ίδια και τα μόνα στο ίδιο οικοδόμημα ,που μίσθωσε η πρώτη αναιρεσίβλητη, με αυτά που υπεκμίσθωσε, με αυτά που αναφέρονται στις δύο εντολές της προς αυτήν και με αυτά που περιέγραψε στην επίδικη σύμβαση μεσιτείας, ή αυτοτελή, διαφορετικά και κείμενα σε άλλο οικοδόμημα, ακίνητα, είναι απαράδεκτες διότι, με την επίκληση της, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειας επιχειρείται, απαραδέκτως, ο έλεγχος της επί της ουσίας κρίσης του δικαστηρίου.
Επομένως, οι πρώτος λόγος αναιρέσεως και ο δεύτερος, κατά ένα μέρος , λόγος των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
2.Ο λόγος αναιρέσεως του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως << πράγματα>> θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ως και οι λόγοι εφέσεως ,όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 1933/2006).
Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 178/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, κατά ένα μέρος, λόγο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αναφερόμενο στην αγωγή της ισχυρισμό ότι μεταξύ των διαδίκων έχει συναφθεί και μάλιστα εγγράφως σύμβαση μεσιτείας που θεμελιώνει το ουσιαστικό δικαίωμα που ασκήθηκε με την αγωγή και στηρίζει το αίτημα αγωγής για καταβολή μεσιτικής αμοιβής.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως ως ουσιαστικά αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι δεν συνήφθη σύμβαση μεσιτείας μεταξύ των διαδίκων.
Συνεπώς ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. 3. Σύμφωνα με το άρθρα 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν.2915/2001,υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008).
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλ’ αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
γ’ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, με τον πρώτο, κατά ένα μέρος ,λόγο των πρόσθετων λόγων της αναίρεσης, διότι δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε και ειδικότερα, ψέγει το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα των συμβάσεων μεσιτείας, που συνήφθησαν μεταξύ αυτής και των αναιρεσιβλήτων, από τα οποία προκύπτει η σύναψη των επιδίκων συμβάσεων μεσιτείας.
Από την επισκόπηση, όμως, της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ’ αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενό της, όπου γίνεται ρητή αναφορά σε αυτά τα έγγραφα των συμβάσεων, δε γεννάται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και τα συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματός του.
Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, από τις οποίες η πρώτη κατέθεσε προτάσεις, ενώ η δεύτερη δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-9-2014 αίτηση και τους προσθέτους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1615/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει, για μεν την πρώτη εναγομένη, στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για δε την δεύτερη εναγομένη, στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ