Legislator Case Law & Legislation
126/2015 AI generated

126/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 126/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.

Legislator headnote

AI generated

126/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 126 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 126/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 14η Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Θ. Κ. του Η., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ταρσίτσας Καλλιμπάκα και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού"(ΟΑΕΔ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Έλενα Ηλιοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από αγωγή της αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17077/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2133/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-1-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου διάβασε την από 24-9-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 7-1-2014, αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με τα εδάφια α` και γ` της οποίας ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.

α` αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β` αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις ως άνω διατάξεις του Ν. 2190/1994, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιο τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Ειδικά, όμως, με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ. 2 Ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ.

διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα.

Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλ. συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (αρθρ. 669 παρ. 1 Α.Κ.) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση τους (ΑΠ 885/2014).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 και 15 του Ν. 2639/1998, "Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ,, σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.- Τ.Ε.Ι.

και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων. "Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου." (1). " Ο Ο.Α.Ε.Δ.

μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου.

Για την ασφάλιση των συμμετεχόντων στα προγράμματα αυτά εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 18 του Ν.2458/1997 (ΦΕΚ 15 Α`). Οι δαπάνες που προκαλούνται από την εφαρμογή των προγραμμάτων της παραγράφου αυτής εξαιρούνται από τον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου"(15). Εξάλλου, κατά το Π.Δ. 164/2004, με το οποίο έγινε "η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας, όσον αφορά στο προσωπικό του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, που έχει συναφθεί μεταξύ των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα CES, UNICE και CEEP (E.E.L. 175/10.7.1999), με την οποία επιδιώκεται αφενός μεν η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με την εφαρμογή της αρχής της μη διάκρισης σε σχέση με την εργασία αορίστου χρόνου και αφετέρου η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί τυχόν κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου" (άρθρο 1), ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: " Οι διατάξεις αυτού του διατάγματος εφαρμόζονται στο προσωπικό του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του παρόντος, καθώς και στο προσωπικό των δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων, το οποίο εργάζεται με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ή σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας. 2.

Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παρ. 6 του άρθρου 11, το παρόν διάταγμα δεν εφαρμόζεται: α) Στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και στη σύμβαση ή σχέση μαθητείας. β) Στις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ)" (άρθρο 2). "1.

Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.

Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ` εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3.

Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι που την δικαιολογούν αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφόσον δεν προκύπτουν ευθέως από αυτήν. Κατ` εξαίρεση, ο έγγραφος τύπος δεν απαιτείται, όταν η ανανέωση της σύμβασης, λόγω του ευκαιριακού χαρακτήρα της απασχόλησης, δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη του ενός μηνός, εκτός αν ο έγγραφος τύπος προβλέπεται ρητά από άλλη διάταξη.

Αντίγραφο της σύμβασης παραδίδεται στον εργαζόμενο εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την έναρξη της απασχόλησής του" (άρθρο 5)."1. Συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ` εφαρμογή του προηγούμενου άρθρου είτε συνάπτονται κατ` εφαρμογή άλλων διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας. 2.

Συνολικός χρόνος διάρκειας απασχόλησης άνω των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών επιτρέπεται μόνον σε περιπτώσεις ειδικών, από τη φύση και το είδος της εργασίας τους, κατηγοριών εργαζομένων που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία, όπως, ιδίως, διευθυντικά στελέχη, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται στο πλαίσιο συγκεκριμένου ερευνητικού ή οιουδήποτε επιδοτούμενου ή χρηματοδοτούμενου προγράμματος, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται για την πραγματοποίηση έργου σχετικού με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις με διεθνείς οργανισμούς" (άρθρο 6). "1.

Οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυτοδικαίως άκυρη. 2. Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά, τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα, για το χρόνο που εκτελέσθηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του.

Εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις. Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο καταλογίζονται στον υπαίτιο. 3. Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος τιμωρείται με φυλάκιση (άρθρο 5 Ν. 1338/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 5 του Ν. 1440/1984).

Αν το αδίκημα διαπράχθηκε από αμέλεια, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. Η ίδια παράβαση στοιχειοθετεί παράλληλα και σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα" (άρθρο 7). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ., άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) συνάγεται, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Σύμβαση μαθητείας, εξάλλου, είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.

Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νοµοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται µε την φύση και τον σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόµιµες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κ.λπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον η ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν θα λαµβάνει μισθό είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για την μαθήτευσή του.

Αντίθετα επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελµα, η εκμάθηση τέχνης εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόµατη συνέπεια της εφαρμογής της συµβάσεως και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη και, συνεπώς, επί της συµβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της συµβάσεως αυτής είναι η παροχή εκ µέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αµοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη.

Σε κάθε περίπτωση ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου, μαθητείας ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση, από την απαγόρευση δε της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία (ΟλΑΠ 19 και 20/2007, ΑΠ 18/2006, ΑΠ 885/2014,ΑΠ 865/2014).

Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των εν λόγω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του Ν.2190/1994, με τα νομικά πρόσωπα, που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα όπως το αναιρεσίβλητο, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.

Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη διαδικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού εργοδότης βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως αορίστου χρόνου (ΑΠ 885/2014, ΑΠ 6/2014, ΑΠ 581/2009).

Εξάλλου , η από τα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β` του Συντάγματος επιβαλλόμενη αρχή της ίσης μισθολογικής μεταχείρισης των εργαζομένων, προϋποθέτει οι εργαζόμενοι αυτοί, αφενός μεν να έχουν τα ίδια προσόντα και να εργάζονται κάτω από τις ίδιες συνθήκες, αφετέρου να τελούν κάτω από το ίδιο νομικό καθεστώς εργασίας (ΑΠ 885/2014).

Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. (ΟλΑΠ 7/2006 και 4/2005).Με λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς .

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν ,κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, 2/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή και κατ` εκτίμηση του περιεχομένου αυτής, η ενάγουσα εκθέτει ότι στις 22-4-2005 καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και του εναγομένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο του προγράμματος STAGE 2004, που δημιουργήθηκε με την υπ' αριθμόν 2280/33/14-9-2004 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ΟΑΕΔ, για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας 17 μηνών στις υπηρεσίες του εναγόμενου ΟΑΕΔ, με διάρκεια από την 22-4-2005 έως την 21-10-2006.

Ότι τοποθετήθηκε στο ΚΠΑ Πύλης Αξιού, της ανατέθηκαν τα καθήκοντα, που αναφέρονται ειδικότερα στην αγωγή και παρείχε την εργασία της επί πέντε ημέρες την• εβδομάδα και επτά ώρες ημερησίως, με την εποπτεία και υπό τις εντολές και οδηγίες των προϊσταμένων της, αμειβόμενη, για την εργασία που παρείχε, με μικτό ημερομίσθιο 25 ευρώ.

Ότι η σύμβασή της παρατάθηκε, στη συνέχεια, δύο φορές και συνολικά απασχολήθηκε στο εναγόμενο κατά το χρονικό διάστημα από την 22-4-2005 έως την 7-11-2008. Ότι η εργασία, που παρείχε στο εναγόμενο, ήταν ίδια με αυτή που παρείχαν και όλοι οι άλλοι εργαζόμενοι στον ΟΑΕΔ, που συνδέονταν μαζί του με συμβάσεις εργασίας, εργαζόμενη στον ίδιο χώρο με αυτούς και με το ίδιο ωράριο και, έτσι, με την εργασία της αυτή, κάλυπτε στην πραγματικότητα πλήρως πάγιες και διαρκείς υπηρεσιακές ανάγκες του εναγομένου, όμοιες με αυτές που κάλυπτε και το τακτικό προσωπικό του και, επομένως, καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, που προσέφερε την εργασία της στο εναγόμενο, συνδεόταν με αυτό με σχέση εργασίας.

Ότι, ανεξάρτητα από την εγκυρότητα ή μη της σύμβασής της, ως σύμβασης εργασίας, συνδεόταν με το εναγόμενο με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου και, σύμφωνα με την αρχή της μη διάκρισης των εργαζομένων ορισμένου χρόνου από τους εργαζόμενους αορίστου χρόνου, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 4 του ΠΔ 164/2004, το εναγόμενο ήταν υποχρεωμένο να της καταβάλλει τις αποδοχές που κατέβαλλε στους εργαζόμενους που συνδέονταν με αυτό με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Ότι το εναγόμενο της κατέβαλε, για το ανωτέρω χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε, αποδοχές κατώτερες από τις νόμιμες, ήτοι αυτές που καταβάλλονταν στο προσωπικό του ΟΑΕΔ με βάση το ενιαίο μισθολόγιο, ενώ, επίσης, δεν της κατέβαλε επίδομα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και άδειας. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο νομικό πρόσωπο να της καταβάλει για τις προαναφερόμενες αιτίες το συνολικό ποσό των 29.837,17 ευρώ , με το νόμιμο τόκο, άλλως και σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι υπήρξε απλή σχέση εργασίας ,κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον ωφελήθηκε ο εναγόμενος ,με το να αποφύγει να καταβάλει το συνολικό ποσό των 10.328,54 ευρώ, το οποίο θα κατέβαλλε σε άλλον εργαζόμενο που θα απασχολούσε νόμιμα στη θέση της.

Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η υπ' αριθμόν 17077/2011 οριστική απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή τόσο κατά την κύρια όσο και κατά την επικουρική βάση της ως μη νόμιμη. Το Εφετείο, μετά από έφεση της ενάγουσας, απέρριψε την ένδικη αγωγή με την εξής αιτιολογία: "Η ένδικη αγωγή με το εκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα είναι μη νόμιμη τόσο ως προς την κύρια βάση όσο και ως προς την επικουρική βάση της, για το λόγο ότι η σύμβαση, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, με το συμφωνητικό που υπέγραψαν, είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, σύμβαση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στα πλαίσια του εκπαιδευτικού προγράμματος STAGE 2004, η οποία καταρτίσθηκε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 του Ν. 2639/1998, προκειμένου να αποκτήσει η ενάγουσα επαγγελματική κατάρτιση με θεωρητική και πρακτική ενημέρωση και εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον και την απασχόληση με το αντικείμενο της συγκεκριμένης θέσης, και αποτελεί, ως εκ τούτου, γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον στοιχείο στη γνήσια σύμβαση μαθητείας (ΑΠ 1676/2011, ΑΠ 1592/2009 ) και δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 581/2009) .

Μη νόμιμη , όμως τυγχάνει η αγωγή και για το λόγο αυτό απορριπτέα, καθόσον, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω μείζονα πρόταση, και αληθών υποτιθέμενων των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική της βάση, δηλαδή και αν ακόμα ήθελε θεωρηθεί ότι το είδος της έννομης σχέσης που συνδέει τους διαδίκους είναι στην πραγματικότητα αυτό της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και όχι της σύμβασης μαθητείας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, καθώς και ότι με τις παρεχόμενες υπηρεσίες της η ενάγουσα στην πραγματικότητα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της λειτουργίας διοικητικών υπηρεσιών του εναγομένου, δεν ισχύει η αρχή της μη διάκρισης όπως επικαλείται η ενάγουσα στην αγωγή της, στην προκειμένη περίπτωσή, καθώς η εν λόγω σύμβαση δε μπορεί να θεωρηθεί ούτε κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό ως σύμβαση αορίστου χρόνου, καθόσον έχει συναφθεί μετά την ισχύ του ΠΔ 164/2004 (19-7-2004), το οποίο, κατά ρητή επιταγή του, δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις μαθητείας (άρθρο 2 παρ. 2 εδ.

α) και με το οποίο προσαρμόσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς την ευρωπαϊκή Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της ΕΕ (που δεν αποτελεί πλέον άμεσα εφαρμοζόμενο δίκαιο), προβλέπει δε στο άρθρο 11 συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την μετατροπή σε συμβάσεις αορίστου χρόνου μόνο αυτών των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του και ήταν ενεργείς κατά το χρονικό αυτό σημείο και όχι αυτών που έχουν καταρτισθεί μεταγενέστερα, όπως εν προκειμένω, ενώ ως κύρωση για την κατάρτιση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίζονται έκτοτε μετά την έναρξη της ισχύος του κατά παράβαση των ορισμών του, προβλέπει όχι τη μετατροπή τους σε αορίστου χρόνου αλλά την αυτοδίκαιη ακυρότητά τους, την καταβολή στον εργαζόμενο των αποδοχών του και αποζημίωση, καθώς και την ποινική και πειθαρχική ευθύνη των αρμοδίων.

Αντίθετα, η επίδικη σύμβαση έχει συναφθεί υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, ως σύμβαση αορίστου χρόνου ή σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου, ακόμα και στην περίπτωση που κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες, διότι το εναγόμενο ν.π.δ.δ., στο οποίο προσέφερε τις υπηρεσίες της η ενάγουσα, ως εμπίπτον στο πεδίο εφαρμογής του ανωτέρω νόμου, δεν έχει πλέον τη νομική δυνατότητα να συνάπτει συμβάσεις αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του νόμου αυτού και, συγκεκριμένα, κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από το νόμο αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή του ΑΣΕΓΙ.

Άλλωστε , λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι, στην υπό κρίση περίπτωση, τα προγράμματα απασχόλησης ανέργων, στα οποία συμμετείχε η ενάγουσα, αφορούσαν σε πανελλαδική κλίμακα όλους τους αναφερόμενους στην παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν. 2639/2998 φορείς απασχόλησης και όχι μόνο το εναγόμενο και ότι η αρχική διάρκειά τους παρατάθηκε για ακόμη ένα 12μηνο όχι με πρωτοβουλία του εναγομένου, αλλά στα πλαίσια υλοποίησης της υπ' αριθμόν 109/19/1-4-2006 απόφασης της Επιτροπής Διαχείρισης του ΛΑΕΚ, με την οποία ορίσθηκε ότι προϋπόθεση συνέχισης συμμετοχής στο πρόγραμμα (STAGE) από κάθε ασκούμενο είναι η θετική αξιολόγησή του από τον προϊστάμενό του, δεν μπορεί να γίνει λόγος για σύμβαση εργασίας, αλλά, όπως, άλλωστε, προαναφέρθηκε, για ανεξάρτητη σύμβαση μαθητείας, στην οποία η ενάγουσα συμμετείχε με βάση τους όρους συμμετοχής και τις προϋποθέσεις που όριζε η ΥΑ 112392 ΦΕΚ Β 1813/2004, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 20 παρ. 15 του Ν. 2639/1998, για τη δυνατότητα υλοποίησης από το εναγόμενο προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (STAGE), η οποία μετά το πέρας των χρονικών ορίων των ως άνω προγραμμάτων, λύθηκε αυτοδικαίως.

Συνεπώς, η ενάγουσα δεν δικαιούται, με βάση την αρχή της μη διάκρισης, τις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων, αφού δεν συνδεόταν, κατά τα προαναφερόμενα, με το εναγόμενο με σύμβαση εργασίας, αλλά με σύμβαση μαθητείας".

Με την ως άνω κρίση του το δικαστήριο, καθό μέρος απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως μη νόμιμη και ειδικότερα ως προς τις βάσεις της για ύπαρξη έγκυρης σχέσης εργασίας αορίστου, άλλως ορισμένου χρόνου, ορθά τις ως άνω διατάξεις του ΑΚ, του Π.Δ. 164/2004, του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994, καθόσον, υπό τα αναφερόμενα στην αγωγή δεδομένα, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει έγκυρη σύμβαση εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αφού κάτι τέτοιο προσκρούει στις διατάξεις αυτές, ειδικότερα δε, καθόσον αφορά την (έμμεση) αναγνώριση, περί υπάρξεως σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, για το έγκυρο αυτής, που προβλέπονται από τα άρθρα 3, 5, 6 και 7 του Π.Δ. 164/2004, καθόσον δε αφορά τον ισχυρισμό, περί σχέσεως εργασίας αορίστου χρόνου, αυτός προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος, ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η ενάγουσα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.

Περαιτέρω το Εφετείο , ορθώς έκρινε ως απορριπτέα την αγωγή, και ως προς τη βάση της, για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, αφού αυτή προϋποθέτει, εκτός των άλλων και παροχή εργασίας υπό το αυτό νομικό καθεστώς, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε εν προκειμένω, εφόσον η ενάγουσα -αναιρεσείουσα είχε προσληφθεί, όπως αναφέρθηκε, ως μαθητευόμενη και με σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, αφενός και αφετέρου, δεν υπήρχε έγκυρη σχέσης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, κατά τα ανωτέρω, όπως αυτή (αναιρεσείουσα) ισχυρίζεται.

Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας, με το να απορρίψει την αγωγή, κατά τις ως άνω βάσεις της, ορθά τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 648, 649 ΑΚ, 8 Ν.2112|1920, Π.Δ.164/2004 και 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά το μέρος που πλήττει την ως άνω κρίση του Εφετείου, (αναφορικά με την απόρριψη της ένδικης αγωγής ως μη νόμιμης), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. 2.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει δικαιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού.

Γι' αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997).

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του ,από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ,είναι απαράδεκτος, αφού το Εφετείο δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. 3. Επειδή ο λόγος της αναίρεσης του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα, τα οποία έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή τα σφάλματα αυτά αναφέρονται στα αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού. Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να δημιουργηθεί, όταν το δικαστήριο απορρίπτει την αγωγή ως αόριστη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο της ουσίας δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ,με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ,διότι δεν έλαβε υπόψη τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από αυτήν έγγραφα, είναι απαράδεκτος, αφού το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και έτσι δεν προέβη σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών.

4. Κατά το άρθρο 904 ΑΚ, "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεωστήτου ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Ακόμη σε περίπτωση άκυρης (για οποιονδήποτε λόγο) σύμβασης εργασίας, δημιουργείται απλή σχέση εργασίας, ο δε εργαζόμενος, για την εργασία που πρόσφερε, δικαιούται να ζητήσει , κατά τις αρχές περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, την αμοιβή που ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας και τις ίδιες συνθήκες, έστω και αν ο μισθωτός γνώριζε την ακυρότητα της σύμβασης εργασίας (ΑΠ 885/2014).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975, που κύρωσε την από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, προκύπτει ότι επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, άδεια, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου όχι μόνον οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι εργαζόμενοι με βάση άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1073/2014,ΑΠ 1165/2012).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ή 560 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ή 560 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή ,ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, 2/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, δέχθηκε ότι η επίδικη σύμβαση είναι σύμβαση μαθητείας και απέρριψε ,ως μη νόμιμο (και) τον επικουρικό αγωγικό ισχυρισμό ,περί υπάρξεως απλής σχέσης εργασίας, σύμφωνα με τον οποίο, η σύμβαση αυτή λειτούργησε στην πραγματικότητα, ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και όχι μαθητείας και συνεπώς, εδικαιούτο η ενάγουσα να λαμβάνει, κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού, την αμοιβή που θα ελάμβανε άλλος, αντί αυτής, εργαζόμενος, ασχολούμενος με έγκυρη σχέση εργασίας. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1α του Συντάγματος, 20 παρ. 15 του Ν. 2639/1998, 648 επ. και 904 , 905 επ. ΑΚ, καθόσον το σχετικό αγωγικό αίτημα είναι νόμιμο, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, αφού η σύμβαση μαθητείας λειτούργησε στην πραγματικότητα ,ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και όχι μαθητείας και συνεπώς δικαιούται η αναιρεσείουσα να λαμβάνει , κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού, την αμοιβή που θα ελάμβανε ,άλλος εργαζόμενος, ασχολούμενος με έγκυρη σχέση εργασίας (ΑΠ 885/2014).

Συνεπώς, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συναφής τρίτος και τελευταίος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο τα ίδια υποστηρίζονται, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος.

Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση, κατά τον ως άνω αναφερόμενο λόγο, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).Τέλος, ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικασθεί στη μερική δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ` αριθμ. 2133/2012 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό αναφερόμενα,

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλο δικαστή και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη μερική δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, εκ χιλίων (1.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ