126/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated126/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Εξάλλου, από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 126 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 126/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΕΛΓΕΚΑ Α.Ε. που εδρεύει στη ... του Δήμου ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίλαο Βασιλογεώργη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Του αναιρεσιβλήτου: του Αγροτικού Μελισσοκομικού Συνεταιρισμού Νικήτης Χαλκιδικής που εδρεύει στη Νικήτη Χαλκιδικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Άγγελο Φιλιππίδη και Δημήτριο Γεωργόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Δεκεμβρίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21141/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 661/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Φεβρουαρίου 2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 23 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 ΑΚ, 1 παρ.2 του Π.Δ.219/91 και 14 παρ.4 ν.3577/2007 προκύπτει ότι, ναι μεν δεν είναι δυνατή η ευθεία εφαρμογή στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής και εμπορικής παραγγελίας των διατάξεων του Π.Δ.219/1991 περί εμπορικών αντιπροσώπων, όμως με βάση τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης είναι δυνατή η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω Π.Δ/τος και στις συμβάσεις αυτές, εφόσον όμως η διαμεσολαβητική λειτουργία και των επαγγελματιών αυτών, δηλαδή του διανομέα και του παραγγελιοδοχικού αντιπροσώπου, προσομοιάζει με αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου σε τέτοιο βαθμό ώστε να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, πράγμα που συμβαίνει όταν οι επαγγελματίες αυτοί αναλαμβάνουν με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με εκείνες του εμπορικού αντιπροσώπου (4 παρ.1 Π.Δ.219/91) και ειδικότερα α) να παραλείπουν ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα τoυς πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασής τους, β) να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθούν διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα τους στη συμβατική περιοχή ευθύνης τους, υποκείμενοι μάλιστα στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή αναλόγως των αγορών, δ) να διαφημίζουν τα πωλούμενα προϊόντα, ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε) να γνωστοποιούν στον εντολέα τους το πελατολόγιό τους.
Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές vα καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, δηλαδή, αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γι' αυτόν όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασής τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη. (Ολ.ΑΠ 15 και 16/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Εξάλλου, από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 179/2013, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 467/2013, ΑΠ 568/2013, ΑΠ 1258/2013).
Με τους, πρώτο, δεύτερο και μοναδικό πρόσθετο, λόγους της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το αρθρ.559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, κατά παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 14 παρ.4 ν.3557/2007, 8, 9 ΠΔ 219/91, 725, 281, 288 ΑΚ απέρριψε, με ανεπαρκείς αιτιολογίες της ελλάσονος πρότασης του αναφερομένου στο πραγματικό (μείζονα πρόταση) των εν λόγω διατάξεων δικανικού της συλλογισμού, αφενός το περί επιδικάσεως αποζημίωσης πελατείας, λόγω της επελθούσας, συνεπεία της γενομένης από τον αναιρεσίβλητο .....καταγγελίας, λήξης της μεταξύ τους λειτουργήσασας σύμβασης αποκλειστικής διανομής, αγωγικό αίτημα αυτής (αναιρεσείουσας) δεχθείσα, (κατ' εσφαλμένη ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων και με ανεπαρκή αιτιολογία) ότι δεν χωρεί αναλογική εφαρμογή των διατάξεων των αρθ.8 και 9 παρ.1α ΠΔ 219/91 στην ένδικη σύμβαση αφού, κατά τη σχετική παραδοχή της προσβαλλόμενης, δεν συντρέχει η, απαραίτητη για την εφαρμογή τους, προϋπόθεση της ομοιότητας αυτής με τη ρυθμιζόμενη από τις διατάξεις του ΠΔ 219/1991 σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας και αφετέρου τα, με την επίκληση του αδικοπρακτικού χαρακτήρα της γενομένης καταγγελίας, υποβληθέντα λοιπά αιτήματα αποζημίωσης (επιδίκασης διαφυγόντων κερδών και χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη), δεχθείσα το μη καταχρηστικό χαρακτήρα αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, αυτή, μετ'εκτίμηση του συνόλου των από τους διαδίκους νομίμως προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ως προς την ουσία των κρισίμων ως άνω ζητημάτων, τα ακόλουθα: "....στις 22-1-1992 οι διάδικοι προήλθαν σε έγγραφη συμφωνία για εμπορική τους συνεργασία.
Συγκεκριμένα, με το από 22-1-1992 υπογραφέν μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό, όπως προκύπτει, από την ανάγνωση αυτού, συνεφώνησαν, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "...α)οι τιμές κόστους που η ΕΛΓΕΚΑ (αναιρεσείουσα) θα προμηθεύεται από τον συνεταιρισμό (αναιρεσίβλητο), το προϊόν ανά είδος έχουν ως εξής: Πευκόμελα.. . ..Ανθόμελα. . .Κυρθρόμελο. . .3)Επαναλανσάρισμα του "ΣΙΘΩΝ".
Τον Σεπτέμβρη του 1992 το προΐόν θα επαναλανσαρισθεί σε νέα μορφή, με νέα πιο ελκυστική συσκευασία και υψηλότερη τιμή.
Κατά την νέα περίοδο από Σεπτ. 1992 έως Αύγ. 1993 θα υπάρξει αύξηση του κόστους (τιμή πώλησης του συνεταιρισμού προς την ΕΛΓΕΚΑ) μέχρι 10,0% σε δύο δόσεις. Το προϊόν θα φέρει την ονομασία "ΣΙΘΩΝ" και στην ετικέτα θα αναγράφεται: παράγεται και συσκευάζεται, από την αγροτική μελισσοκομική Nικήτης Χαλκιδικής για την ΕΛΓΕΚΑ Α.Ε.
κ.λ.π. (στοιχεία αντιπροσώπου). Η διανομή του προσόντος θα γίνεται εντός Ελλάδος αποκλειστικά από την ΕΛΓΕΚΑ η οποία δεν θα διακινεί άλλη μάρκα μελιού. Ο συνεταιρισμός αναλαμβάνει την υποχρέωση να τυποποιεί και να παραδίδει στην ΕΛΓΕΚΑ τις ποσότητες που θα παραγγέλνει σύμφωνα με το πρόγραμμα πωλήσεων έγκυρα...
Ο χρόνος συνεργασίας αρχικά ορίζεται σε 5 έτη. Σημείωση. 1.Κατά την τοποθέτηση του προϊόντος στις αλυσίδες κατά την περίοδο Φεβρ.-Απριλ. αναμένεται η ΕΛΓΕΚΑ να καταβάλει περίπου 4 εκ.δρχ. για "εισιτήριο διανομής". Ο συνεταιρισμός αναλαμβάνει να καταβάλλει το 50,0% του ανωτέρω ποσού και μέχρι του μεριδίου των 2 εκ.
δρχ. ...". Από τους ως άνω ρητώς συμφωνηθέντες μεταξύ των διαδίκων όρους σαφώς προκύπτει ότι η μεταξύ αυτών (διαδίκων) καταρτισθείσα σύμβαση, φέρει τον χαρακτήρα της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, δυνάμει της οποίας ο μεν εναγόμενος θα πωλούσε αποκλειστικά στην ενάγουσα τα συμφωνηθέντα εμπορεύματα (τυποποιημένο μελί ανθόμελο, πευκόμελο, κυρθρόμελο) έναντι τιμήματος που θα καθοριζόταν από αυτούς, ακολούθως δε η ενάγουσα θα μεταπωλούσε αυτά σε τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό της έναντι τιμήματος καθοριζομένου από την ίδια και τους τρίτους αγοραστές-πελάτες της, και απολαμβάνοντας ως μόνο αντάλλαγμα της δραστηριότητάς της αυτής το καθαρό κέρδος από τη διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς των προϊόντων από τον εναγόμενο και πώλησης αυτών προς τους πελάτες της, μετά την αφαίρεση των εκπτώσεων που παρείχε η ίδια προς τους πελάτες της και των δαπανών προβολής και διαφήμισης των προϊόντων και εισαγωγής αυτών στα μεγάλα σούπερ μάρκετ και μετά την πρόσθεση των εσόδων της από τη συμμετοχή του εναγομένου προμηθευτή στα συμφωνηθέντα έξοδα προώθησης των εν λόγω προϊόντων.
Έτσι, με την εν λόγω σύμβαση ουδόλως συνεφωνήθη δικαίωμα του εναγομένου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία των εργασιών της ενάγουσας και να δίδει οδηγίες ως προς τον τρόπο της ανάπτυξης της εμπορικής της δραστηριότητας στην Ελλάδα, όσον αφορά τα ως άνω εμπορεύματα, ούτε συνεφωνήθη υποχρέωση της τελευταίας (ενάγουσας) να γνωστοποιεί στον πρώτο (εναγόμενο) το πελατολόγιό της, ούτε συνεφωνήθη η τήρηση, επαγγελματικού απορρήτου.
Όμως, οι εν λόγω συμβατικές υποχρεώσεις, οι οποίες στην ένδικη σύμβαση δεν συνεφωνήθησαν, ομού μετά της ως άνω συμφωνηθείσης ρήτρας μη ανταγωνισμού και της υποχρεώσεως διαφημίσεως του προϊόντος, έστω και αν αυτή (διαφήμιση) δεν συμφωνήθηκε να γίνει με αποκλειστικές δαπάνες της ενάγουσας, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και με συμμετοχή σ'αυτές (δαπάνες) του εναγόμενου, καθιστούν αυτόν (διανομέα) σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην αμέσως πιο πάνω νομική σκέψη, αναπόσπαστο και αποφασιστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητος του παραγωγού και η συνδρομή τους προσδίδει στη μεταξύ τους σύμβαση εμπορικής συνεργασίας ομοιότητα, κατά τα ουσιώδη αυτής στοιχεία, με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, που επιβάλλει, και επ' αυτής την ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991 περί καταγγελίας και αποζημίωσης πελατείας (Βλ.
AD HOC ΑΠ 1935/2009 ο.π.). Επομένως, το ως άνω με στοιχείο α αγωγικό κονδύλιο, για τη νομική θεμελίωση του οποίου η ενάγουσα επικαλείται το άρθρο 9 του Π.Δ. 219/1991, ως αναλογικώς εφαρμοζόμενο νομικό κανόνα, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που, με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε αυτό ως τέτοιο, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, αφού δέχθηκε εκ προοιμίου μη αναλογική εφαρμογή του π.δ. 219/1991 στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, ενώ, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, είναι δυνατή η εφαρμογή αυτού (π.
δ.) σ' αυτή (σύμβαση αποκλειστικής διανομής) υπό την προϋπόθεση όμως να ομοιάζει, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της με αυτή (εμπορική αντιπροσωπεία), η οποία όμως (προϋπόθεση) ελλείπει στην ένδικη σύμβαση. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η επίδικη σύμβαση μετά τη λήξη της συμβατικής της διάρκειας, ήτοι, αυτή των πέντε (5) ετών, συνέχισε να ισχύει και κατέστη έτσι αορίστου χρόνου, καθόλο δε το χρονικό διάστημα λειτουργίας της η ενάγουσα διένειμε αποκλειστικά στην Ελλάδα τα προϊόντα του εναγομένου, επιδεικνύοντας επιμέλεια και ζήλο ώστε το μεν να γίνονται γνωστά σε ολόκληρη την επικράτεια, το δε να επιτυγχάνεται όσο το δυνατόν αύξηση της ποσότητας πωλήσεως αυτών με την πάροδο του χρόνου, όπως είχε συμβατική υποχρέωση, αφού, για το χρονικό διάστημα από την ως άνω ημερομηνία καταρτίσεως της ενδίκου συμβάσεως και μέχρι τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους (1992) είχε συμφωνηθεί να διατεθούν περίπου 200 τόννοι (βλ.
σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό). Η σύμβαση αυτή λειτούργησε μέχρι τις 30-12-2003, ημερομηνία κατά την οποία ο πρόεδρος του Δ.Σ. και νόμιμος εκπρόσωπος του εναγομένου απέστειλε την υπ' αριθμ.πρωτ. 351/30-12-2003 επιστολή προς την ενάγουσα, με την οποία κατήγγειλε την εν λόγω σύμβαση, ορίζοντας ως χρόνο λύσης αυτής την 1-1-2004.
Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθούν τα εξής: Κατ' αρχήν, όπως προειπώθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, όπως η παρούσα σύμβαση, εφαρμόζονται οι διατάξεις περί εντολής, ο δε παραγωγός έχει το δικαίωμα, κατ'ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 725 του ΑΚ, να καταγγείλει τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, που υπάρχει, όταν, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως, δεν είναι ανεκτή η συνέχισή της, σε περίπτωση δε που την καταγγείλει, εκτάκτως χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου υποχρεούται, σε αποζημίωση του διανομέα.
Η ενάγουσα με την υπό κρίση αγωγή της, ισχυριζόμενη, όπως προαναφέρθηκε, καταχρηστική άσκηση του εν λόγω δικαιώματος του εναγομένου, αντίθεση στα χρηστά ήθη και αθέμιτο ανταγωνισμό και επιπλέον αρνούμενη την ύπαρξη λόγου καταγγελίας, που να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με αντισυμβατική συμπεριφορά αυτής, ζητούσε τα ως άνω με στοιχεία β (κατ'εκτίμηση από το δικαστήριο) και δ κονδύλια ως αποθετική της ζημία κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-12-2005 και το με στoιχείo ε κονδύλιο ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Ο εναγόμενος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ισχυρίσθηκε παραδεκτά διά των εμπροθέσμως κατατεθεισών προτάσεών του, ότι συνέτρεχε σπουδαίος λόγος για καταγγελία της ενδίκου συμβάσεως, συνιστάμενος στην αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας να αυξήσει την τιμή αγοράς των προϊόντων που από αυτόν προμηθευόταν, περιορίζοντας τα υψηλά ποσοστά κέρδους της, αιτία που τον οδηγούσε στον οικονομικό μαρασμό, ακόμη δε και σε αφανισμό του, και γι, αυτό δεν ήταν πλέον ανεκτή γι' αυτόν η συνέχισή της.
Τον εν λόγω νόμιμο, κατά τα ανωτέρω, ισχυρισμό του επαναφέρει παραδεκτώς και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου δια των εμπροθέσμως κατατεθεισών εγγράφων προτάσεων, ο οποίος (ισχυρισμός) αποδεικνύεται και ουσία βάσιμος. Τούτο δε διότι από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν επιπρόσθετα και τα ακόλουθα.
Έγγραφη συμφωνία, όπως προειπώθηκε, μεταξύ των διαδίκων για το ποσοστό αύξησης της τιμής πωλήσεως των προϊόντων του εναγομένου στην ενάγουσα κατά το, χρονικό διάστημα ισχύος της εν λόγω συμβάσεως υπήρξε μόνο για αυτό του Σεπτεμβρίου 1992 έως Αυγούστου 1993, για το οποίο και συμφωνήθηκε αύξηση μέχρι 10% σε δύο δόσεις (για το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία καταρτίσεως της συμβάσεως έως τον Αύγουστο 1992 είχαν συμφωνηθεί οι αναφερόμενες σ' αυτό -ιδιωτικό συμφωνητικό- τιμές).
Ενόψει του γεγονότος αυτού προφορικά συμφωνήθηκε μεταξύ τους, για το μετέπειτα χρονικό διάστημα ισχύος της συμβάσεως, η κατ' έτος αναπροσαρμογή της τιμής των ως άνω προϊόντων, τουλάχιστον κατά ποσοστό ίσο με την αύξηση του κόστους παραγωγής αυτών. Η ενάγουσα, με τη δικαιολογία ότι δαπανά ποσά μεγάλα για προώθηση και διαφήμιση των προϊόντων προέβαινε σε αύξηση ανερχόμενη μόλις στο 3% κατ' έτος (σημειώνεται ότι ουδόλως αμφισβητείται από αυτή αυτό), ποσό υπολειπόμενο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ενόψει της γενικής ανατιμήσεως των υλικών και της αύξησης του τιμαρίθμου, του κόστους παραγωγής αυτών (προϊόντων).
Το γεγονός αυτό απετέλεσε την αιτία για τον εναγόμενο συνεταιρισμό, ήδη από το έτος 2002 προφορικώς και από τις αρχές του έτους 2003 γραπτώς, επισημάνσεως προς την ενάγουσα του κινδύνου αφανισμού του, εξ αιτίας της ανυπαρξίας κερδοφορίας για τα μέλη του κατά τα τελευταία έτη και κάλεσε αυτή να περιορίσει το περιθώριο κέρδους της με ανατίμηση των διανεμομένων προϊόντων κατά ποσοστό 15%, διαφορετικά θα ελάμβανε άμεσα μέτρα αναστολής της λειτουργίας του κλάδου παραγωγής μελιού.
Η ενάγουσα εντός του έτους 2003 αποδέχθηκε εν μέρει την πρόταση του εναγομένου με σταδιακή ανατίμηση κατά ποσοστό 3% κατά μήνα Φεβρουάριο και 3,5% κατά το μήνα Οκτώβριο του εν λόγω έτους (2003), δηλώνοντας συγχρόνως προς αυτόν (εναγόμενο) ότι δεν θα υπάρξει καμμία άλλη αύξηση μέσα στο έτος 2004. Δηλαδή, η ενάγουσα συνέχισε στην ουσία την ίδια ως άνω τακτική της με μόνη διαφοροποίηση ότι το ποσοστό του 3,5% το έδωσε από του τέλους του προηγούμενου έτους.
Έτσι, η επίμονη άρνηση της ενάγουσας να συμμορφωθεί προς την ως άνω προφορική συμβατική της υποχρέωση, έστω και με μικρό περιορισμό του δικού της ποσοστού κέρδους, κατέστησε ιδιαίτερα επαχθή τη συνέχιση της εν λόγω διαρκούς εννόμου σχέσεως για τον εναγόμενο, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, που επέβαλαν την ομαλή εξακολούθηση της χωρίς δυσμενείς συνέπειες γι' αυτόν, που προσπαθούσε επί ένα και πλέον έτος φορτικά και πιεστικά να πείσει αυτή (ενάγουσα) για την αναγκαιότητα επίτευξης και εκ μέρους του κερδοφορίας.
Έτσι, αυτός (εναγόμενος), έχοντας προ οφθαλμών την πιο πάνω ταχέως επιδεινούμενη συρρίκνωση των κερδών του, η οποία θα οδηγούσε με βεβαιότητα σε αναστολή της δραστηριότητάς του, κατήγγειλε την _ένδικη σύμβαση και ανέθεσε για τον μετά την καταγγελία χρόνο την αποκλειστική διανομή των προϊόντων του σε νέο διανομέα, και συγκεκριμένα στην εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...." η οποία δέχθηκε την πρότασή του περί καθορισμού του μικτού του κέρδους σε ποσοστό 22% επί της τιμής πώλησης, ασκώντας έτσι δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του και επίτευξη του καταστατικού του σκοπού, τον τρόπο της οποίας (διαχειρίσεως) αυτός μόνο μπορεί να αποφασίζει, ακόμη και αν η άσκηση του δικαιώματος αυτού επιφέρει βλάβη έστω και μεγάλη στην ενάγουσα.
Υπό τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η συμπεριφορά του εναγομένου, ήτοι η άσκηση από αυτόν του δικαιώματος του περί λύσεως της ενδίκου συμβάσεως διά καταγγελίας, η οποία, σημειωτέον, κατά νόμο, δεν απαιτεί πάροδο ορισμένης προθεσμίας για να επιφέρει, έννομα αποτελέσματα, όπως απαιτούν οι στη μείζονα σκέψη αναφερόμενες διατάξεις του π.δ.219/1991, οι οποίες όμως δεν εφαρμόζονται αναλογικώς στην παρούσα σύμβαση, όπως προειπώθηκε, πέραν του ότι, και αν ήθελε θεωρηθεί ότι είναι εφαρμοστέες και πάλι δεν θα απαιτείτο πάροδος έξι μηνών, εξ αιτίας υπάρξεως του ως άνω σπουδαίου λόγου, που δικαιολογεί κατά πάντα χρόνο την λύση αυτής, δεν είχε αθέμιτο χαρακτήρα και δεν υπήρξε παράνομη, ούτε και αντίθετη στα χρηστά συναλλακτικά ήθη, αφού δεν χρησιμοποιήθηκαν από αυτόν τρόποι και μέσα αντίθετα προς την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών, κατά την αντίληψη του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου εντός του συγκεκριμένου συναλλακτικού κύκλου, όπου εκδηλώθηκε η συμπεριφορά του εναγομένου.
Αλλά ούτε μπορεί να γίνει λόγος για συμπεριφορά του εναγομένου που να δημιούργησε στην ενάγουσα την πεποίθηση ότι, δεν θα ασκήσει, αυτός το ως άνω δικαίωμά του, αφού ούτε τέτοιες πράξεις αποδείχθηκαν, ούτε και νοείται η δημιουργία τέτοιας πεποιθήσεως στην ενάγουσα μετά τις ως άνω αναφερθείσες αλλεπάλληλες οχλήσεις και προειδοποιήσεις της προς περιορισμό του κέρδους της, ώστε να έχει και αυτός οικονομικά οφέλη με την ιδιότητα του προμηθευτή.
Ισχυρίζεται, βέβαια, η ενάγουσα ότι η μη αύξηση από αυτήν της τιμής αγοράς των προϊόντων από τον εναγόμενο οφειλόταν στον τότε επικρατούντα κυβερνητικό έλεγχο για συγκράτηση των τιμών και στο ότι δεν ήταν αποδεκτή οποιαδήποτε ανατίμηση από το οργανωμένο λιανεμπόριο. Ο ισχυρισμός της αυτός, και αληθής υποτιθέμενος, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση καταγγελίας από τον εναγόμενο.
Τούτο δε διότι, για την περίπτωση αυτή ευχερώς θα μπορούσε η ίδια, χωρίς να προβεί σε ανατίμηση της τιμής των προϊόντων προς τρίτους, να περιορίσει το κέρδος αυτής, το οποίο, σημειωτέον, κατά τους αγωγικούς της ισχυρισμούς, ήταν αρκετά σημαντικό, διά της αυξήσεως της τιμής αγοράς αυτών από τον εναγόμενο, αν πράγματι επιθυμούσε να υφίσταται η ένδικη σύμβαση επ' ωφελεία αμφοτέρων των συμβληθέντων και όχι μόνο της ιδίας.
Αλλά και ο έτερος ισχυρισμός της, συνιστάμενος στο ότι ο εναγόμενος, ενώ ήταν σε ισχύ η ένδικη σύμβαση, ήλθε σε διαπραγματεύσεις προς ανεύρεση νέου αποκλειστικού διανομέα των προϊόντων του, που ήταν αντικείμενο αυτής (συμβάσεως) και ότι η ενέργεια του αυτή έγινε με αποκλειστικό σκοπό να καρπωθεί την πελατεία που η ιδία δημιούργησε και επομένως η υπό κρίση καταγγελία είναι αθέμιτη και αντίθετη στα χρηστά ήθη, ελέγχεται απορριπτέος ως αβάσιμος.
Τούτο δε διότι, κατ'αρχήν, η επιλογή άλλου προσώπου ως διανομέα αμέσως μετά ή και πριν ακόμη από την καταγγελία της σύμβασης δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη κατά τη γενική αντίληψη του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου στο σχετικό τομέα συναλλαγών, αφού, έχοντας κατά νου την καταγγελία της συμβάσεως, ήταν εύλογο το συμφέρον του εναγομένου να εξεύρει έγκαιρα αντικαταστάτη της ενάγουσας, ώστε να μη παρουσιαστεί κενό στο σύστημα διανομής των προϊόντων, του και αποδυναμωθεί η ανταγωνιστική του θέση.
Άλλωστε, το ότι σκοπός του εναγομένου δεν ήταν η απόσπαση και εκμετάλλευση της πελατείας της ενάγουσας διά της ανευρέσεως της ως άνω νέας αποκλειστικής διανομέως ανωνύμου εταιρίας προκύπτει και από αυτή την κατάθεση του μάρτυρος της ενάγουσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο οποίος, καταθέτοντας σχετικά με αυτήν (νέα διανομέα) χαρακτηριστικά επί λέξει, ανέφερε "...η εταιρία αυτή είναι ο ηγέτης της κατηγορίας...", και άρα ένας "ηγέτης" στην κατηγορία διαθέσεως του μελιού στο εμπόριο ασφαλώς και δεν έχει ανάγκη αποσπάσεως ξένης πελατείας, προκειμένου να καθιερωθεί στο εμπόριο, αφού ήδη έχει καθιερωθεί, κατέχων μάλιστα την πρώτη θέση ("ηγέτης").
Ενισχυτικό της εν λόγω κρίσης του Δικαστηρίου είναι και το γεγονός, ότι ο εναγόμενος, παρά την καταγγελία της συμβάσεως, στις 12-1-2004 ήλθε σε επικοινωνία με την ενάγουσα, ενέργεια που υποδηλώνει την θέληση συνέχισης της συνεργασίας τους, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι η τελευταία θα έκανε δεκτό το αίτημά του περί αυξήσεως της τιμής αγοράς των προϊόντων για το έτος 2004, πλην όμως απέβη και αυτή άκαρπος, εξ αιτίας της εμμονής αυτής (ενάγουσας) περί μηδενικής πλέον αυξήσεως".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, τις, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 14 παρ.4 ν.3577/2007, 8 και 9 Π.Δ.219/1991, 725, 281 και 218 ΑΚ αναφορικά με τα ουσιώδη ως προς την έκβαση της δίκης, ζητήματα αφενός της μη αναλογικής εφαρμογής των περί εμπορικής αντιπροσωπείας διατάξεων και ιδίως αυτών του αρθρ.8 παρ.3 και 9 παρ.2 Π.Δ.219/1991 επί της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσας ένδικης σύμβασης και αφετέρου του μη καταχρηστικού χαρακτήρα της γενομένης από τον αναιρεσίβλητο συνεταιρισμό καταγγελίας, δεχθείσα Ι) ως προς μεν το πρώτο ζήτημα ότι δεν αποδείχθηκε η συνδρομή της απαραίτητης για την εν λόγω αναλογική εφαρμογή προϋπόθεσης, της λειτουργίας, δηλαδή, της αναιρεσείουσας διανομέως στο πλαίσιο της ένδικης σύμβασης ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή αναιρεσιβλήτου, με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή ορθή και πλήρη αιτιολογία της αποδειχθείσας απουσίας από την ένδικη σύμβαση χαρακτηριστικών τέτοιας λειτουργίας υπό την έννοια της ταύτισης, κατά τα ουσιώδη σημεία, της διαμεσολαβητικής δραστηριότητας της αναιρεσείουσας μ'αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου "αφού ουδόλως συνεφωνήθη (με την ένδικη σύμβαση) δικαίωμα του εναγομένου (αναιρεσιβλήτου) να ασκεί έλεγχο και εποπτεία των εργασιών της ενάγουσας (αναιρεσείουσας) και να δίδει οδηγίες ως προς τον τρόπο της ανάπτυξης της εμπορικής της δραστηριότητας στην Ελλάδα, όσον αφορά τα ως άνω εμπορεύματα, ούτε συνεφωνήθη υποχρέωση της τελευταίας (ενάγουσας-αναιρεσείουσας) να γνωστοποιεί το πελατολόγιο στον πρώτο (εναγόμενο - αναιρεσίβλητο) ούτε συνεφωνήθη η τήρηση επαγγελματικού απορρήτου", η συνδρομή των οποίων (χαρακτηριστικών) αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη σχετική μείζονα, ....της επικαλούμενης από την αναιρεσείουσα αναλογικής εφαρμογής.
Το γεγονός ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται η παραδοχή "...όμως οι εν λόγω συμβατικές υποχρεώσεις, οι οποίες, στην ένδικη σύμβαση, δεν συνεφωνήθησαν, ομού μετά της ως άνω συμφωνηθείσης ρήτρας μη ανταγωνισμού και της υποχρεώσεως διαφημίσεως του προϊόντος, έστω και αν αυτή (διαφήμιση) δεν συμφωνήθηκε να γίνει με αποκλειστικές δαπάνες της ενάγουσας, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και με συμμετοχή σ' αυτές (δαπάνες) του εναγομένου, καθιστούν αυτόν (διανομέα), σύμφωνα, και με τα αναφερόμενα στην αμέσως πιο πάνω νομική σκέψη, αναπόσπαστο τμήμα της επιχειρηματικής δραστηριότητος του παραγωγού και η συνδρομή τους προσδίδει στη μεταξύ τους σύμβαση εμπορικής συνεργασίας ομοιότητα, κατά τα ουσιώδη αυτής στοιχεία, με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, που επιβάλλει και επ' αυτής την ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991 περί καταγγελίας και αποζημίωσης πελατείας", από την οποία (παραδοχή) φαίνεται να καταφάσκεται η παραπάνω αναλογική εφαρμογή δεν καθιστά αντιφατική την, αναφορικά με το κρίσιμο αυτό ζήτημα, αιτιολογία της απόφασης, όπως εσφαλμένως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη την εν λόγω παραδοχή, αφού, από την επισκόπηση του όλου περιεχομένου αυτής και ιδίως από την παραδοχή ότι είναι δυνατή η εφαρμογή του π.δ/τος 219/1991 "στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής υπό την προϋπόθεση όμως να ομοιάζει, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της με αυτή της εμπορικής αντιπροσωπείας, η οποία όμως προϋπόθεση ελλείπει στην ένδικη περίπτωση", προκύπτει σαφής και κατηγορηματική διαπίστωση της ανυπαρξίας ομοιότητας μεταξύ της ένδικης σύμβασης και αυτής της εμπορικής αντιπροσωπείας και συνακόλουθα της μη δυνατότητας αναλογικής εφαρμογής των διατάξεων της τελευταίας στην ένδικη πρώτη σύμβαση (διανομής).
Την κρίση δ'αυτή επαναλαμβάνει η προσβαλλομένη απόφαση και στην αιτιολογία που αναφέρεται στο απρόθεσμο της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης δεχόμενη ότι "από τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά η συμπεριφορά του εναγομένου, ήτοι η άσκηση απ'αυτόν του δικαιώματος περί λύσεως της ενδίκου συμβάσεως δια καταγγελίας η οποία, σημειωτέον, κατά νόμο, δεν απαιτεί πάροδο ορισμένης προθεσμίας για να επιφέρει έννομα αποτελέσματα, όπως απαιτούν οι διατάξεις του Π.Δ.219/1991, οι οποίες όμως δεν εφαρμόζονται αναλογικώς στην παρούσα σύμβαση όπως προειπώθηκε, αιρομένης, συνακολούθως, της οιασδήποτε ήθελε εγερθεί αμφιβολίας αναφορικά με την επί του ζητήματος αυτού κρίση της προσβαλλομένης.
ΙΙ) ως προς δε το δεύτερο από τα παραπάνω κρίσιμα ζητήματα και ειδικότερα ως προς το αναφερόμενο στην ανυπαρξία καταχρηστικότητας της γενομένης καταγγελίας (δεχθείσα) τη συνδρομή -σπουδαίου λόγου-, ο οποίος την επέβαλε στον αναιρεσίβλητο, συνιστάμενος στην αντισυμβατική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας να αρνηθεί την κατ'έτος αναπροσαρμογή -της τιμής αγοράς των προμηθευομένων από τον αναιρεσίβλητο προϊόντων- κατά ποσοστό ίσο με την αύξηση του κόστους παραγωγής αυτών, κατά παράβαση της σχετικής προφορικής συμφωνίας, που καταρτίστηκε μεταξύ τους μετά τον Αύγουστο του έτους 1993, οπότε έληξε η έγγραφη περί αυτής (αναπροσαρμογής) συμφωνία, περιορισθείσα στην χορήγηση ετησίας αυξήσεως ποσοστού 3%, το οποίο όμως δεν κάλυπτε το κόστος παραγωγής των προϊόντων, που είχε αυξηθεί κατά μεγαλύτερο ποσοστό ενόψει της μεσολαβήσασας γενικής αύξησης των υλικών και της αύξησης του τιμάριθμου, τακτική στην οποία επέμενε, παρά τις προφορικές αλλά και τις έγγραφες διαμαρτυρίες του αναιρεσιβλήτου καθώς και τις επισημάνσεις αυτού ότι τυχόν εμμονή της αναιρεσείουσας στην τακτική αυτή θα καθιστούσε λίαν πιθανή την αναστολή της λειτουργίας του κλάδου παραγωγής μελιού, αφού, με τον τρόπο αυτό απέβαινε ιδιαιτέρως επαχθής γι'αυτόν η μη επιδοκιμαζομένη, με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, εξακολούθηση της συνεργασίας τους και αναπόφευκτη πλέον η αναστολή της όλης δραστηριότητάς του, λόγος για τον οποίο αυτός προέβη στην άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της ένδικης σύμβασης, η οποία, ενόψει των παραπάνω παραδοχών, κρίθηκε, ορθώς, ότι δεν είναι καταχρηστική, ως μη υπερβαίνουσα τα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ προβλεπόμενα όρια, παραδοχή η οποία δεν αναιρείται από την επιδειχθείσα προγενεστέρως της καταγγελίας, επωφελή για τον καταγγέλοντα αναιρεσίβλητο συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, αφού αυτή μόνη (επωφελής συμπεριφορά) εντασσομένη στο πλαίσιο της καλόπιστης εκπλήρωσης της παροχής, δεν μπορεί να θεμελιώσει καταχρηστικότητα της γενομένης καταγγελίας (Ολ.ΑΠ 12 και 13/2004).
Υπό τις παραδοχές αυτές της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού της προσβαλλομένης, οι οποίες καλύπτουν πλήρως το πραγματικό (μείζονα πρόταση) των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και δικαιολογούν απολύτως το αποδεικτικό πόρισμα, καθιστώσες δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο, δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι από το αρθ.559 αρ.1 και 19 προβαλλόμενες αιτιάσεις, οι οποίες για το λόγο αυτό κρίνονται απορριπτέες ως ουσιαστικά αβάσιμες.
Η περαιτέρω αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος αναφορικά με το μη καταχρηστικό χαρακτήρα της γενομένης καταγγελίας δεν έλαβε υπόψη της "τα επί της μακροχρόνιας, χωρίς προβλήματα, λειτουργίας της ένδικης σύμβασης και της επωφελούς για τον καταγγέλοντα αναιρεσίβλητο συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας θεμελιούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία επέβαλαν την αντίθετη κρίση", κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη καθόσον τα επικαλούμενα δεν αποτελούν διδάγματα κοινής πείρας υπό την έννοια των γενικών αρχών συναγομένων (βλ.
σχ. ΑΠ 208/11 ΑΠ 1232/09) επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπορικής πραγματικότητας αλλά συνιστούν υποχρεώσεις επιβαλλόμενες από την προβλεπόμενη από το αρθ.288 ΑΚ αρχή της καλόπιστης εκπλήρωσης της παροχής (Ολ.ΑΠ 12/04, ΑΠ 83/10), μη στοιχειοθετουμένου, συνακολούθως, του εντεύθεν επικαλούμενου αναιρετικού λόγου από το 559 αρ.1 εδ.β ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, η αιτίαση περί ανεπαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης αναφορικά (και) με την κρίση ότι "η εξακολούθηση της ένδικης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης κατέστη, μετά την άρνηση της αναιρεσείουσας να, προβεί σε αναπροσαρμογή της ετήσιας αύξησης σε ποσοστό μεγαλύτερο του 3%, ιδιαιτέρως επαχθής και ασύμφορη", απορρέουσα από την έλλειψη προσδιορισμού του ακριβούς ύψους του κόστους παραγωγής των προϊόντων καθώς και της μη αναφοράς των καταδεικνυόντων το ασύμφορο και επιζήμιο της εξακολούθησης της συνεργασίας οικονομικών μεγεθών (ετήσιο ύψος κερδών αναιρεσιβλήτου, κύκλος εργασιών αυτού) κρίνεται απορριπτέα, ως απαράδεκτη καθόσον αναφέρεται σε ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και στην αιτιολόγηση του εξ αυτών αποδεικτικού πορίσματος, που δεν ιδρύουν τον από το αρθρ.559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο. (ΑΠ 179/13, ΑΠ 495/13, ΑΠ 467/13).
Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων, και, ενόψει της μη προβολής άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει ν'απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι καταδικαζομένης της αναιρεσείουσας στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (αρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-2-2012 και τους από 22-1-2013 αίτηση και προσθέτους λόγους αναίρεσης της 661/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσιες (2700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ