126/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 126 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 126/2012
Legislator headnote
AI generated126/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 126 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 126/2012
Full text
Απόφαση 126 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 126/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 6η Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ν. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρήστο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Εξωτερικών, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γεωργία Παπαδάκη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 31-5-2007 και 6-7-2007 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1425/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3167/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-4-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 15-11-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν ο κανόνας αυτός του ουσιαστικού δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για κήρυξη ή μη ακυρότητας, εκπτώσεως ή απαραδέκτου, ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι διατάξεως ουσιαστικού δικαίου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 126 παρ. 1 εδ. ε' ΚΠολΔ η επίδοση για το Δημόσιο γίνεται σε εκείνους που το εκπροσωπούν σύμφωνα με το νόμο. Κατά το άρθρο 85 παρ. 1 του ΚΕΔΕ (ν.δ/γμα 356/1974), επί δικών του νομοθετήματος αυτού το δημόσιο εκπροσωπεί ο διευθυντής του δημόσιου ταμείου, κατά του οποίου στρέφεται και κοινοποιείται κάθε δικόγραφο με ποινή απαραδέκτου. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, με την ίδια ως άνω κύρωση, απαιτείται κοινοποίηση του δικογράφου και στον Υπουργό των Οικονομικών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 του "Κώδικος Νόμων περί δικών του Δημοσίου" (Διάταγμα 26.6/10.7.1944), "μόνον αι προς τον Υπουργόν Οικονομικών κατά τας διατάξεις του από 24/28 Μαρτίου 1867 ν.ΡλΡ γενόμεναι κοινοποιήσεις οποιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Δημοσίου παράγουσι εννόμους συνεπείας. Η διάταξις εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιον εκπροσωπείται δικαστικώς εκ μέρους των διευθυντών ταμείων ή οικονομικών εφόρων ή τελωνών ή ετέρου οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, της προς τον Υπουργό Οικονομικών επιδόσεως απαιτουμένης και τότε ως προσθέτου τοιαύτης, επί συνεπεία ακυρότητος αυτεπαγγέλτως εξεταζομένης". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, για να είναι έγκυρη η επίδοση προς το Δημόσιο του σχετικού δικογράφου, πρέπει να γίνει, με ποινή απαραδέκτου στις δίκες του ΚΕΔΕ, ακυρότητας δε στις λοιπές, τόσον στον Υπουργό Οικονομικών, όσο και στο αρμόδιο όργανο και τούτο για μεγαλύτερη εξασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου. Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν δεν επιδοθεί το δικόγραφο και στον Υπουργό Οικονομικών, η επίδοση δεν έχει ολοκληρωθεί και δεν παράγει έννομες συνέπειες, με αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως βλάβης του Δημοσίου, να επέρχεται απαράδεκτο ή ακυρότητα, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (Ολομ.ΑΠ 34/1988, ΑΕΔ 27/04). Οι διατάξεις αυτές δεν παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας και δεν αντίκεινται στα άρθρα 25 § 1 του Συντάγματος, 6 § 1, 8 § 2, 9 § 2 και 10 § 2 της ΕΣΔΑ (βλ. Α.Ε.Δ. 27/2004, ΑΠ 1058/2009). Κατ' ακολουθίαν, το Εφετείο το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της υπ' αριθμ. 1425/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία είχαν απορριφθεί οι από 31-5-2007 και 6-7-2007 αγωγές της αναιρεσείουσας για αναγνώριση της ακυρότητας απολύσεως αυτής και καταβολής αποζημιώσεως λόγω απολύσεως, ως απαράδεκτες, λόγω μη κοινοποιήσεως αυτών και στον Υπουργό Οικονομικών εντός της προβλεπόμενης από το νόμο νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση τους, με την αιτιολογία ότι, εφόσον καμία από τις ένδικες αγωγές δεν επιδόθηκε στον Υπουργό Οικονομικών μέχρι τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (23-1-2008) όπως απαιτείται για το έγκυρο αυτών σύμφωνα με τα άρθρα 6 παρ. 1 και 2 του ν. 3198/1955, οι επιδόσεις αυτών που έγιναν μόνο στον Υπουργό Εξωτερικών είναι άκυρες. Έτσι αφού η επίδοση των δικογράφων των κρινόμενων αγωγών δεν έγινε εγκύρως και νόμιμα στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, με επίδοση στον Υπουργό Οικονομικών, δεν επήλθε διακοπή των προβλεπομένων από το άρθρο 6 παρ. 1 και 2 του ν. 3198/1955 προθεσμιών, ακόμη και με την εκδοχή ότι οι προθεσμίες αυτές ανεστάλησαν μέχρι τον Απρίλιο του 2007, όπως εκθέτει η ενάγουσα στην αγωγή της γιατί απετράπη να ασκήσει τα σχετικά δικαιώματα της δολίως.
Συνεπώς το δικαίωμα της αναιρεσείουσας για αναγνώριση της ακυρότητας της ένδικης καταγγελίας και καταβολής αποζημιώσεως αποσβέστηκε λόγω παρελεύσεως της προβλεπόμενης από τις ως άνω διατάξεις τρίμηνης και εξάμηνης προθεσμίας αντίστοιχα. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά έκρινε ότι οι ως άνω διατάξεις δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα και στις διατάξεις της ΕΣΔΑ εφαρμόζοντας αυτές και δεν κήρυξε παρά το νόμο ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας και δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη, στηριζόμενη σε ορισμένες διατάξεις ή μη νόμιμη ή απαράδεκτη. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, γιατί απορρίφθηκε η αγωγή, ως απαράδεκτη χωρίς επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-4-2011 αίτηση της Ν. Β. για αναίρεση της 3167/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ