126/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated126/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα, αντίφαση στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν δεν προκύπτει από την απόφαση ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. (Β) Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 εδάφ.
Full text
Απόφαση 126 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 126/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Πετρόγλου.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΜ ΑΕ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΡΑΜ", που εδρεύει στο Ελληνικό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6-6-2003 και 25-6-2003 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 608/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2809/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-4-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 31-12-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος του, και την απόρριψη αυτού κατά τα λοιπά, καθώς και του δευτέρου λόγου αυτής. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. (Α) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία , είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Ειδικότερα, αντίφαση στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν δεν προκύπτει από την απόφαση ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. (Β) Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 εδάφ.
α' του ν. 2112/1920 "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι` ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθ. 648 και 652 ΑΚ, μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη που γίνεται κατ` αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, ανεξάρτητα αν αυτή είναι επωφελής ή βλαπτική για τον εργαζόμενο.
Για την εφαρμογή όμως της εν λόγω διάταξης απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ` αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της σύμβασης και γίνεται κατ’ ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος ο εργοδότης μπορεί να μεταβάλει τους όρους παροχής της εργασίας έστω και σε βάρος του μισθωτού, ο οποίος προστατεύεται μόνο από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ που απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος.
Ειδικότερα ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης με βάση το διευθυντικό δικαίωμά του, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών, αλλά άλλων, άσχετων με αυτούς, επιδιώξεων του εργοδότη τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος, τούτο δε διότι η καλή πίστη επιβάλλει στον φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους.
Αυτό επιβάλλεται ιδίως σε σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπλήρωσης της παροχής από το μισθωτό αποτελεί μονομερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή ο οικονομικώς σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία αυτού στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών.
Κατά συνέπεια καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη υπάρχει, όταν η μονομερής μεταβολή γίνεται απ' αυτόν σύμφωνα μεν με τους όρους της σύμβασης, του νόμου ή του κανονισμού εργασίας, αλλά καθ' υπέρβαση των ορίων που τάσσονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών συνιστά τελικά και βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης, αφού η μεταβολή επέρχεται κατά παράβαση του άρθ. 281 ΑΚ.
Τέτοια καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη και βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας αποτελεί και η εκ μέρους του ανάθεση στον μισθωτό καθηκόντων υποδεέστερης ειδικότητας ή θέσης απ' αυτή που ήδη κατείχε, χωρίς να δικαιολογείται από υπηρεσιακές ανάγκες, κατά τρόπο που συνεπάγεται δυσμενείς υλικές ή ηθικές ως προς το κύρος και την προσωπικότητά του συνέπειες.
Περαιτέρω, από την προαναφερόμενη διάταξη σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648, 652 και 656 ΑΚ, προκύπτει ότι στην περίπτωση της σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή, κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του, προβεί, κατά κατάχρηση αυτού, στον προσδιορισμό της παροχής εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικά τις εξής δυνατότητες:
α) ν' αποδεχθεί την μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία, εκ μέρους του, της εργασιακής σύμβασης και ν` απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης, που προβλέπεται από το ν. 2112/1920 και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας, ή, εκφράζοντας την αντίθεσή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους.
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 57, 59, 281, 288, 648, 652, 914, 932 ΑΚ, 2 παρ. 2 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει, ότι, αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος ν' αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον υποβιβασμό και την ανεπίτρεπτη επαγγελματική του μείωση.
Τέλος, κρίσιμος χρόνος για τον χαρακτηρισμό της μονομερούς μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας ως βλαπτικής ή μη, και δη για την κρίση ως προς τον χαρακτήρα της νέας θέσης, στην οποία τοποθετείται ο εργαζόμενος από τον εργοδότη, ως υποδεέστερης ή μη σε σχέση με αυτήν που κατείχε προηγουμένως, είναι καταρχήν ο χρόνος της πραγματοποίησης της μεταβολής αυτής, αφού κατά τον χρόνο αυτόν και με τα υπάρχοντα τότε δεδομένα καλείται και ο εργαζόμενος να την αποδεχθεί ή να την αποκρούσει, εφόσον, όμως, η μεταβολή αυτή κατά τον χρόνο της πραγματοποίησής της είναι οριστική και μόνιμη και όχι όταν η τοποθέτηση του μισθωτού γίνεται σε θέση προσωρινά υποδεέστερη της προηγουμένως κατεχομένης με βεβαιότητα αναβάθμισής της στο προσεχές μέλλον με την ανάθεση καθηκόντων ανάλογης σπουδαιότητας και κρίσιμων αρμοδιοτήτων για μεγάλο ή και απεριόριστο χρονικό διάστημα.
Τέλος, από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.
Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν απαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, όπως είναι η διεκδίκηση από τον εργαζόμενο των νομίμων δικαιωμάτων του από την εργασιακή σχέση, δεν είναι, όμως, καταχρηστική η καταγγελία, όταν δικαιολογείται από τα καλώς νοούμενα συμφέροντα του εργοδότη, όπως συμβαίνει, όταν γίνεται λόγω συμπεριφοράς του μισθωτού που δημιουργεί προβλήματα στην ομαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας του και στις ανάγκες της επιχείρησης και ειδικότερα όταν ο μισθωτός αρνείται ν' αποδεχθεί την μεταβολή των όρων εργασίας του, υπολαμβάνοντας αυτήν ως βλαπτική, η οποία, όμως, αφενός δεν είναι βλαπτική γι' αυτόν και αφετέρου επιβάλλεται από το πραγματικό συμφέρον της επιχείρησης, με αποτέλεσμα την δημιουργία από την άρνηση αυτή σοβαρών προβλημάτων, εξαιτίας των οποίων ο εργοδότης εξαναγκάζεται να προβεί στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας, για να επιτευχθεί η ομαλή λειτουργία της επιχείρησής του.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερ' από έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, επί αγωγών αυτού με αντικείμενο αξιώσεις από μονομερή από την τώρα αναιρεσίβλητη, ανώνυμη εταιρεία, βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του γενόμενη κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματός της και από καταχρηστική καταγγελία της εργασιακής σύμβασής του, δέχθηκε με την προσβαλλομένη 2809|2006 απόφασή του, ότι η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία (αναιρεσίβλητη) έχει ως σκοπό, κατά το καταστατικό της, την μελέτη, επίβλεψη, κατασκευή, δημοπράτηση, προμήθεια, οργάνωση, διαχείριση και εκμετάλλευση δικτύων αστικών τροχιοδρόμων-τραμ καθώς και των αναγκαίων προς τούτο εγκαταστάσεων, οχημάτων και εν γένει υλικών και μέσων, στα πλαίσια δε του σκοπού της αυτού ανέλαβε την κατασκευή συγχρόνου τροχιοδρόμου (τραμ) στην περιοχή της Αθήνας, έργο που χαρακτηρίσθηκε αρμοδίως ως απαραίτητο για την εξυπηρέτηση των Ολυμπιακών Εγκαταστάσεων και των έργων υποστήριξής τους, ότι ο ενάγων (αναιρεσείων) είναι πτυχιούχος του Πολυτεχνείου της Φρανκφούρτης Γερμανίας, έχοντας ιδιαίτερες επαγγελματικές γνώσεις σε θέματα κατασκευής τούνελ, διεύθυνσης εργοταξίου, μελέτης και τεχνικής επιμέλειας εργοταξίου για κατασκευές εδαφομηχανικής και εξειδικευμένων θεμελιώσεων, καθώς και μελέτης, τεχνικής επιμέλειας εργοταξίου και συμβούλου "project manager" σε έργα τραμ, ότι κατά το χρονικό διάστημα 1980-1997 εργάσθηκε ως υπεύθυνος διεύθυνσης εργοταξίων διαφόρων έργων στην Γερμανία, όπως επέκτασης και διαπλάτυνσης σιδηροδρομικών γραμμών, κατασκευής και αναπαλαίωσης γεφυρών, επέκτασης υπάρχοντος δικτύου και κατασκευής νέου δικτύου τραμ, ενώ κατά τα έτη 2000-2001 υπήρξε συνεργάτης-σύμβουλος μηχανικός της ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ για την εκπόνηση της προκαταρκτικής μελέτης για την κατασκευή του τραμ, ότι λόγω της ως άνω εμπειρίας του και της προϋπηρεσίας του σε τεχνικούς τομείς και εξειδικευμένες θέσεις το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης, στα πλαίσια στελέχωσης, κάλυψης των αναγκών και επίτευξης του ανωτέρω σκοπού της, αποφάσισε κατά την 7|11-4-2001 συνεδρίασή του την πρόσληψη του ενάγοντος στην εταιρεία, σε εκτέλεση δε της απόφασης αυτής ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη με την από 29-5-2001 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως προϊστάμενος κατασκευών, έναντι ακαθαρίστων μηνιαίων αποδοχών ύψους 1.800.000 δρχ.
και με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που περιέχονται στην σύμβαση αυτή, ότι στην συνέχεια με την 19/15-2-2002 απόφαση του ΔΣ της εναγομένης ο ενάγων τοποθετήθηκε στην ιεραρχικά ανώτερη θέση του αναπληρωτή διευθυντή έργου, στην οποία τα νέα καθήκοντά του αφορούσαν την διοίκηση του έργου, σε αυτά δε περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, η παρακολούθηση και η εποπτεία της προόδου του έργου όλων των αναδόχων μέσω αναφορών των υφισταμένων για κάθε υποέργο, η έγκριση και αξιολόγηση της πορείας του έργου, οι προτάσεις διορθωτικών παρεμβάσεων σύμφωνα με τις απαιτήσεις του έργου, η εποπτεία της αξιολόγησης των αναδόχων-υπεργολάβων σε σχέση με τους όρους των συμβάσεων, ο συντονισμός του προγραμματισμού του έργου, η εποπτεία του κόστους και των χρονικών ορίων όλων των υποέργων και η ενημέρωση της διοίκησης για τυχόν υπερβάσεις τους, η εποπτεία όλων των δοκιμών και της ετοιμότητας της λειτουργίας, η επιθεώρηση του επιπέδου διασφάλισης ποιότητας και ασφάλειας των εργαζομένων, η επαφή με εργολάβους, προμηθευτές, εμπλεκομένους κοινωνικούς φορείς για διευθέτηση θεμάτων του έργου, η προετοιμασία τακτικών αναφορών προς την διοίκηση, η ενημέρωση για την πορεία του έργου και η εισήγηση βελτιώσεων ή και διορθώσεων, η αξιολόγηση των αμέσως υφισταμένων και η μέριμνα για την στελέχωση των υφισταμένων θέσεων εργασίας σύμφωνα με τις διαδικασίες της εταιρείας, ο έλεγχος της αλληλογραφίας της εταιρείας, καθώς και ο έλεγχος και συντονισμός με τους οργανισμούς κοινής ωφέλειας για την μελέτη-κατασκευή του έργου, ότι στα πλαίσια των ως άνω καθηκόντων του ο ενάγων με το από 24-2-2003 υπηρεσιακό σημείωμά του προς τον διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης Κ.
Γ., αφού επισήμανε σειρά προβλημάτων στην διαχείριση του έργου, όπως εκκρεμότητες με την κοινοπραξία που εκτελούσε το έργο, ανάγκες στελέχωσης της εταιρείας, καθώς και προβλήματα εσωτερικής λειτουργίας των διαφόρων τμημάτων της που είχαν ως αποτέλεσμα αρνητικές επιπτώσεις και καθυστερήσεις στην εκτέλεση του έργου, στην συνέχεια εξέθετε τις απόψεις του, προκειμένου να εξασφαλισθεί η υλοποίηση του έργου, ανέφερε μάλιστα ότι δίδονταν συνεχώς εντολές του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας σχετικά με τον καθορισμό προσωπικού στις θέσεις, στις οποίες λαμβάνονταν τεχνικές αποφάσεις, χωρίς συμμετοχή ή σύμφωνη γνώμη του διευθυντή του έργου ή του αναπληρωτή του, και ότι οι εντολές και οι παρεμβάσεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα την τοποθέτηση σε θέσεις ευθύνης ατόμων που ήσαν ανεπαρκή, με αποτέλεσμα να τίθεται σε κίνδυνο το έργο, και ζητούσε για τον λόγο αυτόν να υπάρξει και να τηρηθεί στην πράξη προσδιορισμός αρμοδιοτήτων, προκειμένου να εξασφαλισθεί η έγκαιρη, ποιοτική και οικονομική υλοποίηση του έργου, ότι λίγες ημέρες αργότερα με την 2264|17-3-2003 απόφαση του διευθύνοντος συμβούλου της εναγομένης ο ενάγων απομακρύνθηκε από την θέση του αναπληρωτή διευθυντή έργου και τοποθετήθηκε στην θέση του Υπευθύνου Λειτουργίας, με τις ίδιες αποδοχές, ενώ στην μέχρι τότε θέση του τοποθετήθηκε ο υφιστάμενός του Ι.
Κ., ειδικότερα δε στην απόφαση αυτή αναφέρεται ότι "στα πλαίσια της προετοιμασίας της λειτουργίας του συστήματος του σύγχρονου τραμ ο κ. Β. Μ. ορίζεται να ασκεί καθήκοντα υπεύθυνου λειτουργίας, σε επίπεδο αναπληρωτή από 18-3-2003", ότι η τοποθέτηση αυτή του ενάγοντος στην θέση του υπευθύνου λειτουργίας είχε ως άμεση συνέπεια τον αποκλεισμό του από κάθε αντικείμενο εργασίας που σχετιζόταν με την ιδιότητα του αναπληρωτή διευθυντή έργου, έπαυσε δε να κοινοποιείται σ' αυτόν η καθημερινή αλληλογραφία της εταιρείας, ενώ την 2-4-2003 ο διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης του ανακοίνωσε ότι στο εξής δεν θα συμμετείχε στα εβδομαδιαία συμβούλια με την κατασκευάστρια εταιρεία, ότι ο ενάγων από την πρώτη στιγμή αρνήθηκε την τοποθέτησή του στην θέση του υπευθύνου λειτουργίας της εταιρείας, θεωρώντας βλαπτική την μεταβολή αυτήν, σύμφωνα και με την σχετική σημείωσή του στην επιδοθείσα σ' αυτόν ως άνω απόφαση, και δήλωσε ότι θα συνεχίσει ν' ασκεί τα καθήκοντά του ως αναπληρωτής διευθυντής έργου και με τις αρμοδιότητες που του είχαν ανατεθεί, ότι το ίδιο ανέφερε και στην από 18-3-2003 εξώδικη δήλωσή του προς την εναγομένη, με την οποία ζήτησε την ανάκληση της πιο πάνω απόφασης του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας, καθώς και στην από 3-4-2003 νέα εξώδικη δήλωσή του, με την οποία, μεταξύ άλλων, παραπονέθηκε για την αφαίρεση όλων των αρμοδιοτήτων του και για την άρνηση της εναγομένης να τον απασχολεί σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης εργασίας του, ενώ παράλληλα επανέλαβε σ' αυτήν ότι θα εξακολουθούσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως αναπληρωτής διευθυντής έργου, ότι στις ανωτέρω διαμαρτυρίες του ενάγοντος η εναγομένη απάντησε με την από 8-4-2003 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία εξηγούσε σ' αυτόν τους λόγους της τοποθέτησής του στην θέση του υπευθύνου λειτουργίας, ισχυριζομένη ειδικότερα ότι η τοποθέτηση αυτή επιβλήθηκε από το γεγονός ότι, ενόψει της εγκατάστασης στην Ελλάδα της γερμανικής εταιρείας BVG, που είχε αναδειχθεί ως Σύμβουλος παροχής υπηρεσιών οργάνωσης και λειτουργίας του τραμ, έπρεπε να ορισθεί κάποιο στέλεχος της εταιρείας ως υπεύθυνος λειτουργίας, προκειμένου να συνεργασθεί με την πιο πάνω εταιρεία, ώστε να καταστεί δυνατή η εμπρόθεσμη λειτουργία του τραμ για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, καθόσον το έργο αυτό αποτελούσε Ολυμπιακό έργο, ότι ο ενάγων συνέχισε ν' αρνείται την ως άνω μεταβολή και με την από 16-4-2003 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, απορριφθείσα τελικά με την 829|2003 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου ως ουσιαστικά αβάσιμη, ζήτησε ν' ανασταλεί προσωρινά η εκτέλεση της 2264|2003 απόφασης του διευθύνοντος συμβούλου της εναγομένης και να υποχρεωθεί η τελευταία ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες του ως αναπληρωτή διευθυντή έργου, ότι σύμφωνα με το οργανόγραμμα της εναγομένης που ίσχυε κατά τον χρόνο της παραπάνω μεταβολής των όρων εργασίας του ενάγοντος (17-3-2003) η θέση του υπευθύνου λειτουργίας ήταν ιεραρχικά κατώτερη της θέσης του αναπληρωτή διευθυντή έργου, η άσκηση μάλιστα καθηκόντων υπευθύνου λειτουργίας "σε επίπεδο αναπληρωτή διευθυντή", όπως αναφέρεται στην 2264/2003 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης, δεν προβλεπόταν στο ως άνω οργανόγραμμα, στο οποίο απλώς οριζόταν, ότι στα καθήκοντα του υπευθύνου λειτουργίας περιλαμβάνονταν ο συντονισμός και η εποπτεία του ελέγχου "της λειτουργικότητας και της προετοιμασίας λειτουργίας, ώστε να διασφαλιστεί η άρτια και ασφαλής λειτουργία του έργου", ότι κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο ο κλάδος λειτουργίας της εναγομένης δεν είχε οργανωθεί ακόμη και έτσι η προαναφερομένη θέση δεν είχε αντικείμενο εργασίας και γι' αυτό και μέχρι τότε η θέση του υπευθύνου λειτουργίας ήταν κενή, αφού δεν είχε τοποθετηθεί σ' αυτή κάποιο στέλεχος της εναγομένης, η θέση μάλιστα αυτή ήταν η μοναδική στον κλάδο λειτουργίας, αφού στο ισχύον τότε οργανόγραμμα δεν προβλέπονταν άλλες θέσεις, ότι ο συγκεκριμένος κλάδος λειτουργίας επρόκειτο να οργανωθεί αργότερα με την υποστήριξη του Συμβούλου Λειτουργίας, που είχε προκύψει ύστερ' από σχετικό διαγωνισμό, ότι πραγματικά η εναγομένη με την RFP-07/2002 διακήρυξή της είχε προκηρύξει την διενέργεια διεθνούς διαγωνισμού με ανοικτή διαδικασία για την ανάδειξη "Συμβούλου παροχής υποστηρικτικών υπηρεσιών οργάνωσης και λειτουργίας του σύγχρονου τραμ της Αθήνας για δύο έτη", ότι με την 88/6-3-2003 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης το αποτέλεσμα του ως άνω διαγωνισμού κατακυρώθηκε στην γερμανική εταιρεία BVG, με την οποία η σχετική σύμβαση υπογράφηκε τον Σεπτέμβριο του 2003, και η οργάνωση του κλάδου λειτουργίας από την ως άνω αλλοδαπή εταιρεία άρχισε τα τέλη του έτους 2003, ότι ενόψει της εγκατάστασης στην Ελλάδα της εταιρείας BVG η εναγομένη αποφάσισε την 17-3-2003 να ορισθεί κάποιο ικανό και έμπειρο στέλεχος της εταιρείας ως υπεύθυνος λειτουργίας, προκειμένου να συνεργασθεί με την πιο πάνω γερμανική εταιρεία, ώστε να καταστεί δυνατή η εμπρόθεσμη λειτουργία του τραμ για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, έργο που συμπεριλαμβανόταν στα ολυμπιακά έργα, ότι η εναγομένη έκρινε ως κατάλληλο πρόσωπο για την πλήρωση της προβλεπομένης από το ισχύον τότε οργανόγραμμα θέσης του υπευθύνου λειτουργίας τον ενάγοντα, δεδομένου ότι αυτός, έχοντας σπουδάσει στην Γερμανία, γνώριζε την γερμανική γλώσσα, ενώ κατά το διάστημα 1980-1997 είχε προϋπηρεσία σε διάφορα έργα στην χώρα αυτή, μεταξύ δε αυτών και ως υπεύθυνος επέκτασης υπάρχοντος και κατασκευής νέου δικτύου τραμ, ότι δεν αποδείχθηκε ότι η μεταβολή της εργασιακής σχέσης του ενάγοντος έγινε λόγω της αποστολής απ' αυτόν του από 24-2-2003 υπηρεσιακού σημειώματος προς τον διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης και με σκοπό να εξαναγκασθεί ο ενάγων σε παραίτηση, δεδομένου ότι μεταξύ της αποστολής του σημειώματος αυτού και της τοποθέτησής του στη νέα θέση μεσολάβησε η 88|6-3-2003 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης, με την οποία κατακυρώθηκε ο διαγωνισμός για την ανάδειξη του Συμβούλου λειτουργίας στην ως άνω γερμανική εταιρεία, η δε αφαίρεση των αρμοδιοτήτων του ενάγοντος ως αναπληρωτή διευθυντή έργου υπήρξε, κατά τα προαναφερθέντα, άμεση συνέπεια της τοποθέτησής του στη νέα θέση και δεν οφείλεται σε εκδικητική συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης εξαιτίας της αποστολής στον διευθύνοντα σύμβουλο αυτής του ως άνω υπηρεσιακού σημειώματος, ότι η μεγαλύτερη προϋπηρεσία του ενάγοντος σε κατασκευαστικά έργα δεν καθιστούσε αδύνατη ή δυσχερή την ανταπόκρισή του στα νέα καθήκοντά του, αφού αυτός ουδέποτε επικαλέσθηκε κάτι τέτοιο, αλλά εξαρχής αρνήθηκε ν' αναλάβει τα νέα του καθήκοντα επικαλούμενος βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, επειδή θεωρούσε αυτά απλά και μόνον υποδεέστερα, ότι τα νέα καθήκοντα του ενάγοντος ήταν η συνεργασία του με την ως άνω γερμανική εταιρεία σε όλα τα ζητήματα οργάνωσης του κλάδου λειτουργίας της εναγομένης (οργανογράμματα, περιγραφή καθηκόντων, οργάνωση των θεμάτων λειτουργίας κλπ.), ότι η ως άνω εταιρεία κατάρτισε και εισηγήθηκε πράγματι το νέο οργανόγραμμα του κλάδου λειτουργίας που εγκρίθηκε με την 173/20-1-2004 απόφαση του ΔΣ της εναγομένης, στο οργανόγραμμα δε αυτό προβλέπεται η θέση Γενικού Διευθυντή Λειτουργίας, στην οποία, μετά την καταγγελία της σύμβασης του ενάγοντος, τοποθετήθηκε στέλεχος που διατέθηκε στην εναγομένη, προς υποστήριξη του κλάδου λειτουργίας της, από τον ΟΣΕ, ότι σύμφωνα με τα παραπάνω κατά την χρονική στιγμή της τοποθέτησης του ενάγοντος ως Υπευθύνου Λειτουργίας (17-3-2003) η θέση αυτή δεν είχε αντικείμενο εργασίας και συγκεκριμένα καθήκοντα, αφού αυτά επρόκειτο να καθορισθούν στο μέλλον μετά την οργάνωση του τμήματος λειτουργίας από την γερμανική εταιρεία, μέχρι δε την οργάνωση του κλάδου λειτουργίας ο ενάγων στη νέα θέση του δεν θα είχε ουσιαστικές αρμοδιότητες ούτε υφισταμένους, καθόσον το ισχύον τότε οργανόγραμμα δεν προέβλεπε την ύπαρξη τμημάτων στον κλάδο λειτουργίας και την παρουσία άλλων υπαλλήλων, ότι η κατάσταση αυτή ήταν προσωρινή, δεδομένου ότι επέκειτο με βεβαιότητα η υπογραφή της σύμβασης με τον Σύμβουλο Λειτουργίας και η αναβάθμιση, στην συνέχεια, τόσο του κλάδου λειτουργίας όσο και του υπευθύνου λειτουργίας, ενώ εξάλλου μετά την ολοκλήρωση του έργου, που προβλεπόταν για τον Απρίλιο του 2004, η λειτουργία του τραμ θ' αποτελούσε τη μόνη δραστηριότητα της εταιρείας και επομένως η θέση του συμβούλου λειτουργίας είχε πολύ βαθύτερο χρονικό ορίζοντα και μεγαλύτερη διάρκεια απασχόλησης σε σχέση με την θέση του αναπληρωτή διευθυντή έργου, η οποία μετά την ολοκλήρωση της κατασκευής του τραμ δεν θα είχε πλέον κανένα αντικείμενο, πραγματικά δε στο ισχύον ήδη νέο οργανόγραμμα της εταιρείας δεν προβλέπεται θέση αναπληρωτή διευθυντή έργου, ενώ, αντίθετα προβλέπεται αυτή του γενικού διευθυντή λειτουργίας, που είναι αντίστοιχη εκείνης του υπευθύνου λειτουργίας, στην οποία τοποθετήθηκε ο ενάγων, ότι κατά συνέπεια η θέση του υπευθύνου λειτουργίας, μετά την αναμενόμενη οργάνωση του κλάδου λειτουργίας, ήταν τουλάχιστον ανάλογης σπουδαιότητας εκείνης που κατείχε μέχρι τότε ο ενάγων και ως εκ τούτου με την τοποθέτηση του ενάγοντος στην ανωτέρω θέση ουσιαστικά δεν ανατέθηκαν σ' αυτόν καθήκοντα υποδεέστερα εκείνων που ασκούσε μέχρι τότε, αφού μετά την οργάνωση του κλάδου λειτουργίας θα είχε κρίσιμες αρμοδιότητες και για απεριόριστο χρονικό διάστημα, με την τοποθέτησή του δε στη νέα θέση δεν μειώθηκαν οι αποδοχές του και δεν επήλθαν και ηθικές, ως προς το κύρος και την προσωπικότητά του, συνέπειες, αφού η έλλειψη αρμοδιοτήτων και υφισταμένων ήταν προσωρινή, όπως συμβαίνει, κατά κανόνα, σε περιπτώσεις ίδρυσης ή λειτουργίας νέων κλάδων μιας επιχείρησης, ότι κατά τα προαναφερθέντα, εφόσον (α) η τοποθέτηση του ενάγοντος σε άλλη θέση σε σχέση με την προηγουμένη και με άλλο αντικείμενο απασχόλησης εδικαιολογείτο απόλυτα από τις οργανωτικές και λειτουργικές ανάγκες της εναγομένης και επιβαλλόταν από το πραγματικό συμφέρον της εταιρείας (β) η τοποθέτηση αυτή στη νέα θέση δεν είχε ως επακόλουθο την διαρκή ανάθεση σ' αυτόν υποδεέστερων καθηκόντων, παρά μόνο προσωρινά, μέχρι την αναμενόμενη με βεβαιότητα, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, οργάνωση και αναβάθμιση του κλάδου λειτουργίας, και (γ) με την μεταβολή αυτή δεν επήλθαν δυσμενείς υλικές ή ηθικές, ως προς το κύρος και την προσωπικότητα του ενάγοντος, συνέπειες, η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης να τοποθετήσει τον ενάγοντα στην θέση του υπευθύνου λειτουργίας δεν είναι καταχρηστική και συνεπώς δεν συντρέχει περίπτωση βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του ενάγοντος, ότι ο ενάγων έχοντας ασκήσει, εκτός από την ένδικη αγωγή, και την από 16-4-2003 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ζητώντας ν' ανασταλεί προσωρινά η εκτέλεση της 2264/17-3-2003 απόφασης του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης και να υποχρεωθεί αυτή να αποδέχεται προσωρινά τις υπηρεσίες του ως αναπληρωτή διευθυντή έργου, μέχρι την συζήτηση της ως άνω αίτησης προσερχόταν κανονικά στο γραφείο του, αλλά αρνείτο ν' αναλάβει τα νέα καθήκοντά του, με αποτέλεσμα να βρίσκεται σε κατάσταση αργομισθίας, ότι η επίμονη και πεισματική αυτή άρνηση του ενάγοντος δημιουργούσε έντονα προβλήματα στην εναγομένη, αφού ήταν άμεση η ανάγκη για την πλήρωση της θέσης του υπευθύνου λειτουργίας για την καλύτερη προετοιμασία της οργάνωσης του κλάδου λειτουργίας και κατά συνέπεια για την έγκαιρη έναρξη λειτουργίας του τραμ, ενόψει της επικειμένης έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων, γεγονός που γνώριζε ο ενάγων λόγω της θέσης που κατείχε στην εναγομένη, ότι για τον λόγο αυτόν η τελευταία, ύστερ' από την 114/5-6-2003 απόφαση του ΔΣ αυτής, προέβη την 10-6-2003 σε έγγραφη καταγγελία της εργασιακής σχέσης του ενάγοντος, καταβάλλοντας σ' αυτόν τη νόμιμη αποζημίωσή του, ότι κατά τα προαναφερθέντα η καταγγελία αυτή δεν οφείλεται σε εμπάθεια και εκδικητικότητα των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης, αλλά αποκλειστικά και μόνο στην επίμονη άρνηση του ενάγοντος ν' αποδεχθεί τη μεταβολή των όρων εργασίας του, η οποία δεν ήταν βλαπτική γι' αυτόν και επιπλέον ήταν αναγκαία και εξυπηρετούσε το πραγματικό συμφέρον της εταιρείας, με αποτέλεσμα από την μη πλήρωση της θέσης του υπευθύνου λειτουργίας να δημιουργούνται προβλήματα στην προετοιμασία της οργάνωσης του κλάδου λειτουργίας και στην έγκαιρη έναρξη λειτουργίας του τραμ, που έπρεπε οπωσδήποτε να γίνει πριν από την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων, και ότι κατά συνέπεια η καταγγελία από την εναγομένη της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος δεν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, είναι έγκυρη και επέφερε την λύση της εργασιακής σχέσης του ενάγοντος, με βάση δε τις παραδοχές αυτές απέρριψε τους σχετικούς λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος ενάγοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η από 25-6-2003 αγωγή του.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο: (Α) Ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 7 ν. 2112/1920, 281, 648, 652, 656 ΑΚ, διάλαβε δε συναφώς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, καθόσον ναι μεν δέχθηκε ότι κατά τον χρόνο της μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος (17-3-2003), δηλ.
της τοποθέτησής του στην θέση του Υπευθύνου Λειτουργίας αντί της προηγουμένως κατεχομένης απ' αυτόν θέσης του Αναπληρωτή Διευθυντή Έργου, ο κλάδος λειτουργίας δεν είχε ακόμη συσταθεί και η θέση του Υπευθύνου Λειτουργίας δεν είχε αντικείμενο εργασίας και συγκεκριμένα καθήκοντα, η κατάσταση, όμως, αυτή, όπως δέχθηκε περαιτέρω, ήταν προσωρινή, αφού επέκειτο με βεβαιότητα η υπογραφή της σύμβασης με τον Σύμβουλο Λειτουργίας και η αναβάθμιση τόσο του κλάδου όσο και του υπευθύνου λειτουργίας, λαμβανομένου άλλωστε υπόψη ότι μετά την κατασκευή του έργου η λειτουργία του τραμ θ' αποτελούσε την μοναδική ουσιαστική δραστηριότητα της εναγομένης και η θέση του υπευθύνου λειτουργίας είχε πολύ βαθύτερο χρονικό ορίζοντα και μεγαλύτερη διάρκεια απασχόλησης (σε σχέση με την θέση του αναπληρωτή διευθυντή έργου, η οποία μετά την ολοκλήρωση της κατασκευής του τραμ δεν θα είχε πλέον κανένα αντικείμενο) και κατά συνέπεια η θέση του υπευθύνου λειτουργίας, μετά την αναμενόμενη οργάνωση του κλάδου λειτουργίας, ήταν τουλάχιστον ανάλογης σπουδαιότητας με την μέχρι τότε κατεχομένη από τον ενάγοντα, στον οποίο με την τοποθέτησή του στην ανωτέρω θέση δεν ανατέθηκαν καθήκοντα υποδεέστερα των μέχρι τότε ασκουμένων απ' αυτόν, αφού μετά την οργάνωση του κλάδου λειτουργίας ο ενάγων θα είχε κρίσιμες αρμοδιότητες και για απεριόριστο χρονικό διάστημα.
Σύμφωνα με όλα τα γενόμενα ως άνω δεκτά, η τοποθέτηση του ενάγοντος στην ως άνω νέα θέση, δικαιολογουμένη απόλυτα από τις προαναφερθείσες οργανωτικές και λειτουργικές ανάγκες της εναγομένης και μη έχουσα δυσμενείς υλικές και ηθικές συνέπειες για τον ενάγοντα, δεν έγινε κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης και δεν συνιστά βλαπτική μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας του.
Περαιτέρω και ειδικότερα δεν υπάρχει αντίφαση αιτιολογιών (α) μεταξύ της παραδοχής ότι κατά τον χρόνο της τοποθέτησης του ενάγοντος ως Υπευθύνου Λειτουργίας (17-3-2003) η θέση αυτή δεν είχε αντικείμενο εργασίας και συγκεκριμένα καθήκοντα τα οποία επρόκειτο να καθορισθούν στο μέλλον μετά την οργάνωση του τμήματος λειτουργίας που άρχισε από την γερμανική εταιρεία στα τέλη του 2003, και του γενομένου στην συνέχεια δεκτού ότι τα νέα καθήκοντα του ενάγοντος ήταν η συνεργασία με την ως άνω γερμανική εταιρεία σε όλα τα ζητήματα του κλάδου λειτουργίας της εναγομένης (οργανογράμματα, περιγραφή καθηκόντων κλπ.), καθόσον η ύπαρξη των καθηκόντων αυτών της νέας θέσης του ενάγοντος δεν συνδέθηκε, με αντίστοιχη παραδοχή, με τον χρόνο της μεταβολής, της τοποθέτησής του δηλ.
στην θέση αυτή (β) σε σχέση με το θέμα της ικανότητας και εμπειρίας του ενάγοντος για την απασχόλησή του στη νέα του θέση, μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλομένης απόφασης ότι κατά τα έτη 1980-1997 είχε προϋπηρεσία σε διάφορα κατασκευαστικά έργα στην Γερμανία, μεταξύ δε αυτών και ως υπεύθυνος επέκτασης υπάρχοντος και κατασκευής νέου δικτύου τραμ, δηλ.
σε καθήκοντα αμιγώς τεχνικής κατασκευαστικής φύσης, και της περαιτέρω παραδοχής ότι ο ενάγων ήταν ικανό και έμπειρο στέλεχος και κατάλληλος ν' αναλάβει την θέση του Υπευθύνου Λειτουργίας, αφού η ως άνω προηγουμένη εμπειρία του ενάγοντος δεν αποκλείει λογικά την καταλληλότητά του και για την θέση του Υπευθύνου Λειτουργίας (γ) σε σχέση με το ζήτημα της καταχρηστικότητας της "καθαίρεσής" του από την θέση του Αναπληρωτή Διευθυντή Έργου και της τοποθέτησής του στην θέση του Υπευθύνου Λειτουργίας, μεταξύ των παραδοχών ότι ο ενάγων με το από 24-2-2003 υπηρεσιακό σημείωμά του, στα πλαίσια των καθηκόντων του ως Αναπληρωτή Διευθυντή Έργου, επεσήμανε προς τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης σειρά προβλημάτων στην διαχείριση του έργου και δη ότι δίδονταν συνεχώς εντολές του Διευθύνοντος Συμβούλου σχετικές με τον καθορισμό του προσωπικού σε θέσεις ευθύνης ως προς την λήψη τεχνικών αποφάσεων, χωρίς την συμμετοχή ή την σύμφωνη γνώμη του διευθυντή ή του αναπληρωτή διευθυντή έργου με αποτέλεσμα την τοποθέτηση στις θέσεις αυτές ατόμων ανεπαρκών που έθεταν σε κίνδυνο το έργο, ανέφερε δηλ.
γεγονότα αντικειμενικά ικανά, κατά τον λόγο αυτόν αναίρεσης, να προκαλέσουν την εκδικητικότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου, αφού αφορούσαν αντικανονικές και αντιδεοντολογικές ενέργειές του, και της περαιτέρω παραδοχής ότι η αφαίρεση των αρμοδιοτήτων του ενάγοντος ως αναπληρωτή διευθυντή έργου υπήρξε άμεση συνέπεια της τοποθέτησής του στη νέα θέση και δεν οφείλεται σε εκδικητική συμπεριφορά των οργάνων της εναγομένης, είναι δε οι αιτιολογίες αυτές και επαρκείς, αφού προηγουμένως το δικαστήριο της ουσίας έχει διαλάβει, διατυπώνοντας σαφές αποδεικτικό πόρισμα, ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι η μεταβολή της εργασιακής σχέσης του ενάγοντος έγινε λόγω της αποστολής του ως άνω υπηρεσιακού σημειώματος προς τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης και με σκοπό να εξαναγκασθεί αυτός σε παραίτηση.
Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ ως προς όλα τα σκέλη του (Β) Διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της καταχρηστικότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, αφού, έχοντας δεχθεί, και ορθά, ότι η τοποθέτησή του στην θέση του Υπευθύνου Λειτουργίας δεν αποτελούσε βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του, δέχθηκε περαιτέρω ότι η καταγγελία αυτής οφειλόταν αποκλειστικά στην άρνηση του ενάγοντος ν' αναλάβει τα νέα καθήκοντά του και στην συνακόλουθη δημιουργία των ως άνω σοβαρών προβλημάτων στην εναγομένη ως προς την έγκαιρη έναρξη της λειτουργίας του τραμ κλπ.
και όχι σε εμπάθεια και εκδικητικότητα των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης έναντι αυτού, παραδοχή η οποία ως εκ της γενικής και αδιάστικτης διατύπωσής της καλύπτει και τον ισχυρισμό περί εκδικητικότητας ειδικά λόγω της εκ μέρους του ενάγοντος αποστολής προς τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης του ως άνω υπηρεσιακού σημειώματος, διατυπώνοντας με τον τρόπο αυτόν σαφές αποδεικτικό πόρισμα.
Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-4-2009 αίτηση του Β. Μ. για αναίρεση της 2809/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ