Legislator Case Law & Legislation
126/2008 AI generated

126/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 126/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

126/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Είναι δε αδιάφορο αν στην τελευταία περίπτωση το πιο πάνω αίτημα ασκείται με τις προτάσεις ως πρόσθετος λόγος εφέσεως, αφού και στην περίπτωση αυτή δεν έχει τηρηθεί η επιβαλλόμενη από τη διάταξη του άρθρου 111 παρ. 2 ΚΠολΔ προδικασία (βλ. σχ. Ολ. ΑΠ 10/2007). Τέλος, ότι, κατά τα πιο πάνω, ισχύει για τον ανατοκισμό ισχύει και για κάθε περαιτέρω ανατοκισμό του τόκου των τόκων, που και αυτός (ανατοκισμός) επιτρέπεται υπό τους ανωτέρω περιορισμούς.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 126 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 126/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (Δ.Ε.Η.) Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 19-11-2007 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..........., 2) ........., 3) ........... και 4) ............, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αδάμη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1420/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 7161/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-9-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 22-10-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε τη μερική αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του πρώτου λόγου αναιρέσεως κατ' αμφότερα τα μέρη του και την απόρριψη αμφοτέρων των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου296 παρ. 1 του ΑΚ, "για τόκους κάθε είδους οφείλεται τόκος, αν τέτοιος τόκος συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με αγωγή και στις δύο όμως περιπτώσεις μόνο για οφειλόμενους τόκους ενός ολόκληρου τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσης αν πρόκειται για το Δημόσιο. Η συμφωνία για πληρωμή τέτοιου τόκου πρέπει να γίνεται, ή η αγωγή να επιδίδεται, αφού λήξει το έτος ή η χρήση".

Από τη διάταξη αυτήν προκύπτει ότι ο ανατοκισμός είναι επιτρεπτός, αν αυτός συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με καταψηφιστική αγωγή από το δανειστή. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις ο ανατοκισμός είναι επιτρεπτός με τον περιορισμό ότι καθυστερούνται απαιτητοί τόκοι τουλάχιστον ενός ολόκληρου έτους (ή μιας χρήσεως αν πρόκειται για το Δημόσιο) και η συμφωνία καταρτίστηκε ή η αγωγή ασκήθηκε μετά την πάροδο ενός τουλάχιστον έτους (ή μιας χρήσεως για το Δημόσιο), δηλαδή, αφού έχει συμπληρωθεί κατά την κατάρτιση της συμφωνίας ή την άσκηση της αγωγής ετήσια ή και μεγαλύτερη (ποτέ όμως βραχύτερη του έτους) χρήση του κεφαλαίου και συνεπώς, εφόσον θα υπάρχουν δεδουλευμένοι, δηλαδή ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί, τόκοι τουλάχιστον ενός έτους ή μιας χρήσεως.

Αίτημα της αγωγής με την οποία ζητούνται τόκοι τόκων, είναι η επιδίκασή τους από την επίδοσή τους, αφού ο ανατοκισμός δεν ανατρέχει στο παρελθόν, έως την εξόφληση του τοκοφόρου ποσού των τόκων, η οποία διακόπτει και τον ανατοκισμό. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 283 ΚΠολΔ προκύπτει ότι επιτρέπεται η άσκηση παρεμπίπτουσας αγωγής ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους στο ίδιο δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, αλλά καις την κατ' έφεση για παρεπόμενο αίτημα, ενώ από τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 525 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι επιτρέπεται στη δευτεροβάθμια δίκη να υποβληθούν με τις προτάσεις αιτήσεις για παρεπόμενες αιτήσεις, που γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Ως παρεπόμενη απαίτηση νοείται εκείνη που αποτελεί αναγκαίο παρακολούθημα της απαίτησης, της οποίας επίκληση είχε γίνει στο δικόγραφο της αγωγής, η οποία αποτελεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο προϋπόθεση για τη γένεση της πρώτης. Με την έννοια αυτήν παρεπόμενη είναι, μεταξύ άλλων, και η απαίτηση για τους τόκους του κεφαλαίου που ζητείται με την αγωγή, όχι όμως και η απαίτηση καταβολής τόκου επί του ποσού καθυστερούμενων τόκων, αφού τούτο δεν αποτελεί αναγκαίο παρακολούθημα της από το κεφάλαιο απαιτήσεως και των τόκων αυτής.

Ο τόκος τόκων αποτελεί παρεπόμενο μιας νέας απαιτήσεως, την οποία απαρτίζουν οι τόκοι ενός τουλάχιστον έτους, και εφόσον δεν έχουν συμφωνηθεί τέτοιοι τόκοι, μπορούν να ζητηθούν μόνο με αγωγή, η οποία αποτελεί στην περίπτωση αυτήν αναγκαία προϋπόθεση για τη γένεσή τους. Επομένως, εφόσον για τη γένεση της αξιώσεως για τόκους τόκων δεν αρκεί, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, η άσκηση της κυρίας αγωγής για τη νομιμότοκη καταβολή του οφειλόμενου κεφαλαίου (ενώ αρκεί η άσκηση της αγωγής αυτής για τη γένεση τόκων επί του κεφαλαίου αυτού), αλλά απαιτείται (αν δεν υπάρχει συμφωνία περί ανατοκισμού) η άσκηση ξεχωριστής αγωγής με την οποία να ζητούνται τόκοι τόκων με τη συνδρομή των προϋποθέσεων που αναφέρθηκαν, το αίτημα για την καταβολή τόκων δεν θεωρείται παρεπόμενο της κυρίας απαιτήσεως, ώστε να δύναται να υποβληθεί για πρώτη φορά με τις προτάσεις είτε στην πρωτόδικη είτε στην κατ' έφεση δίκη.

Είναι δε αδιάφορο αν στην τελευταία περίπτωση το πιο πάνω αίτημα ασκείται με τις προτάσεις ως πρόσθετος λόγος εφέσεως, αφού και στην περίπτωση αυτή δεν έχει τηρηθεί η επιβαλλόμενη από τη διάταξη του άρθρου 111 παρ. 2 ΚΠολΔ προδικασία (βλ. σχ. Ολ. ΑΠ 10/2007). Τέλος, ότι, κατά τα πιο πάνω, ισχύει για τον ανατοκισμό ισχύει και για κάθε περαιτέρω ανατοκισμό του τόκου των τόκων, που και αυτός (ανατοκισμός) επιτρέπεται υπό τους ανωτέρω περιορισμούς.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσίβλητοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, τις οποίες κατέθεσαν κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) συζήτηση της υποθέσεως, διευρύνοντας το σχετικό αγωγικό τους αίτημα, ζήτησαν να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να τους καταβάλει νόμιμους τόκους επί των μέχρι τη συζήτηση της ένδικης αγωγής τους οφειλόμενων τόκων επί των κύριων ένδικων απαιτήσεών τους.

Ακόμη, οι ίδιοι (αναιρεσίβλητοι) με τους πρόσθετους λόγους εφέσεως και την αντέφεση που άσκησαν με τις προτάσεις τους που υπέβαλαν κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση της υποθέσεως ζήτησαν να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να τους καταβάλει και τους τόκους επί του ποσού οφειλόμενων, κατά τους αναιρεσιβλήτους, τόκων των τόκων για τις ένδικες αξιώσεις τους από τις 9-1-2004, χρονολογία συμπληρώσεως ενός έτους από τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και μέχρι τη συζήτηση της εφέσεως, με το νόμιμο τόκο μέχρι την εξόφληση.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, έκρινε τα αιτήματα αυτά παραδεκτά και νόμιμα, εκτιμώντας όμως ότι το δεύτερο από αυτά είχε διαφορετικό περιεχόμενο από ό,τι πράγματι, κατά τα πιο πάνω, είχε, και ακολούθως αφενός απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως και αφετέρου, αφού δέχτηκε κατά ένα μέρος κατ' ουσίαν την έφεση, τους πρόσθετους λόγους εφέσεως και την αντέφεση των αναιρεσιβλήτων κατά τις ίδιας αποφάσεως και εξαφάνισε την εν λόγω απόφαση, στη συνέχεια δέχτηκε κατά ένα μέρος την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα, πλέον των άλλων, να καταβάλει τους αναιρεσιβλήτους α) τους τόκους επί των τόκων για τις ένδικες κύριες αξιώσεις τους από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά τις 9-1-2003 συζήτησή της, με το νόμιμο τόκο έκτοτε, δηλαδή από τις 9-1-2003, και β) τους τόκους επί των τόκων για τις ίδιες κύριες αξιώσεις τους του χρονικού διαστήματος από τη συζήτηση της αγωγής (9-1-2003) μέχρι τη συζήτηση της εφέσεως (15-3-2005), με το νόμιμο τόκο έκτοτε, δηλαδή από τις 15-3-2005.

Με το να κρίνει όμως έτσι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε, σύμφωνα με τα άρθρα 223 και 525 παρ. 2 και 3 του ΚΠολΔ, το απαράδεκτο του αιτήματος για ανατοκισμό, που απαραδέκτως είχε υποβληθεί με τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υποθέσεως, αλλά και του αιτήματος για περαιτέρω ανατοκισμό, που επίσης απαραδέκτως είχε υποβληθεί με τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση της υποθέσεως, υποπίπτοντας έτσι, προεχόντως, στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, κατά τον πρώτο κατά το ένα από τα μέρη του λόγο αναιρέσεως, ο οποίος έτσι πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατά το μέρος του αυτό και να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το λόγο αυτόν αναιρέσεως, δηλαδή μόνο κατά το μέρος της που αφορά την επιδίκαση υπέρ των αναιρεσιβλήτων α) των τόκων επί των τόκων για τις ένδικες κύριες αξιώσεις τους από την επίδοση της ένδικης αγωγής μέχρι την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά τις 9-1-2003 συζήτησή της, με το νόμιμο τόκο έκτοτε, δηλαδή από τις 9-1-2003, και β) των τόκων επί των τόκων για τις ίδιες κύριες αξιώσεις τους του χρονικού διαστήματος από τη συζήτηση της αγωγής (9-1-2003) μέχρι τη συζήτηση της εφέσεως (15-3-2005), με το νόμιμο τόκο έκτοτε, δηλαδή από τις 15-3-2005.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ πρέπει η υπόθεση, κατά το μέρος κατά το οποίο χωρεί η αναίρεση της αποφάσεως, να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν.-

2.- Επειδή, κατά το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, "αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο 'Αρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση".

Στην περίπτωση, εξάλλου της υποβολής της αιτήσεως με τις προτάσεις δεν τίθεται ως όρος του παραδεκτού αυτής η κατάθεση των προτάσεων είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, όπως απαιτείται, κατά το άρθρο 570 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, όταν με αυτές προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό ή το εμπρόσθιο της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων, εφόσον αρκεί οι προτάσεις αυτές να κατατέθηκαν μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως, ούτε απαιτείται για τη συζήτηση της αιτήσεως η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου επί της αξίας του αντικειμένου στο οποίο αναφέρεται, γιατί η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση διατάσσεται για την άρση της αδικίας που έγινε στον αναιρεσείοντα από την εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ισχυρίζεται ότι αυτή σε εκούσια εκτέλεση της ως άνω αναιρούμενης αποφάσεως κατέβαλε για τόκους τόκων, που, κατά τα πιο πάνω, επιδικάστηκαν α) στον πρώτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 2.776,81 ευρώ, β) στο δεύτερο αναιρεσίβλητο το ποσό των 1.509,24 ευρώ, γ) στον τρίτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 1.852,36 ευρώ και δ) στον τέταρτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 2.520,58 ευρώ και ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκούσια αυτήν εκτέλεση της ως άνω αναιρούμενης αποφάσεως με την επιστροφή από κάθε έναν από τους αναιρεσιβλήτους του πιο πάνω χρηματικού ποσού που καταβλήθηκε σ' αυτόν, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου.

Η αίτηση αυτή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στην προπαρατιθέμενη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 579 του ΚΠολΔ. Από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα εκ μέρους της αναιρεσείουσας, στα οποία περιλαμβάνονται σε επικυρωμένα φωτοτυπικά αντίγραφα και σχετικές έγγραφες αποδείξεις της δικηγόρου Αθηνών Κωνσταντίνας Σκορδά υπό την ιδιότητά της ως πληρεξούσιας των αναιρεσιβλήτων, αποδεικνύεται προαποδεικτικώς ότι η αναιρεσείουσα, σε εκούσια εκτέλεση της ως άνω αναιρούμενης αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, κατέβαλε για κεφάλαιο, τόκους και δικαστική δαπάνη που επιδικάστηκαν α) στον πρώτο αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 21.554,79 ευρώ, β) στο δεύτερο αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 11.719,63 ευρώ, γ) στον τρίτο αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 14.345,19 ευρώ και δ) στον τέταρτο αναριεσίβλητο το συνολικό ποσό των 19.551,17 ευρώ.

Όμως από το όλο αυτό αποδεικτικό υλικό και παρά τα όσα αναγράφονται σε σχετικό έγγραφο του Τομεάρχη Γενικής Λογιστικής της αναιρεσείουσας αναφορικά με το ύψος των τόκων τόκων που καταβλήθηκαν στους αναιρεσιβλήτους, δεν προαποδεικνύεται η επικαλούμενη καταβολή των χρηματικών ποσών που αντιστοιχούν στους ως άνω τόκους τόκων, εφόσον, αφενός μεν στις προαναφερόμενες έγγραφες εξοφλητικές αποδείξεις που χορήγησε η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων δεν γίνεται οποιαδήποτε διάκριση των ποσών που αφορούν το κεφάλαιο, τους τόκους και τα δικαστικά έξοδα που επιδικάστηκαν και ειδικώς δεν γίνεται διάκριση του ακριβούς ύψους των μερικότερων χρηματικών ποσών που καταβλήθηκαν για επιδικασθέντες τόκους τόκων πράγμα απαραίτητο, εφόσον το καταβληθέν σε κάθε έναν αναιρεσίβλητο συνολικό χρηματικό ποσό περιλαμβανόνταν, εκτός από τα ποσά για κεφάλαιο και δικαστική δαπάνη, και ποσό για τόκους υπερημερίας επί του κεφαλαίου, αφετέρου δε το εν λόγω κρίσιμο γεγονός δεν προαποδεικνύεται από κάποιο άλλο σαφές και πειστικό αποδεικτικό μέσο, ούτε από τα προσκομιζόμενα υπηρεσιακά έγγραφα υπαλλήλων της αναιρεσείουσας.

Ειδικότερα, δεν αρκεί το παραπάνω από τα έγγραφα αυτά αναφερόμενο έγγραφο του Τομεάρχη Γενικής Λογιστικής της αναιρεσείουσας, στο οποίο γενικώς και αορίστως αναφέρονται ως καταβληθέντες τόκοι τόκων τα ποσά που αναφέρονται στη σχετική αίτηση της αναιρεσείουσας, ενώ τα χρηματικά αυτά ποσά δεν μπορούν να διακριβωθούν με ασφάλεια, με βάση τα ως άνω δεδομένα, ούτε κατόπιν σχετικού υπολογισμού από το Δικαστήριο τούτο.

Επομένως, εφόσον δεν προαποδεικνύεται η επικαλούμενη καταβολή του χρηματικού ποσού που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα σε κάθε έναν από τους αναιρεσιβλήτους για τόκους τόκων, που επιδικάστηκαν με την αναιρούμενη απόφαση, πρέπει, γι' αυτόν το λόγο η πιο πάνω αίτηση της αναιρεσείουσας να απορριφθεί στο σύνολό της.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί μερικώς, κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της, την υπ' αριθ. 7161/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.-

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος κατά το οποίο χώρησε η αναίρεση της αποφάσεως, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.- Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ