Legislator Case Law & Legislation
126/2007 AI generated

126/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 126/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

126/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η έρευνα όμως της ενστάσεως αυτής στην αναιρετική δίκη δεν είναι παραδεκτή, όπως δεν είναι παραδεκτή μετά την τελεσίδικη απόφαση η έρευνα στην αναιρετική δίκη άλλων καταλυτικών του αγωγικού δικαιώματος ενστάσεων. Η έρευνα των γεγονότων αυτών δεν είναι επιτρεπτή ούτε με τη δικαιολογία ότι μετά από αυτά εκλείπει το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 126 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 126/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΑΤ Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολική διάδοχος, κατόπιν συγχώνευσης με απορρόφηση, της ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "Σ. ΣΙΓΑΛΑΣ Α.Τ.Ε.". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καρούζο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Ιωάννης Παντουβάκης, που δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε την 10η Φεβρουαρίου 2006 και την δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του α)..., β)... και γ)..., οι οποίοι εκπροσωπούνται από τον ίδιο με πληρεξούσιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 23-7-2001 και 17-10-2001 αγωγές του αρχικώς αναιρεσίβλητου ..., που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 221/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 7246/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-5-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 14-11-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και του στο σκεπτικό αυτεπαγγέλτως με την παρούσα εισήγηση προτεινόμενου λόγου αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, μετά το θάνατο του αναιρεισβλήτου (...), που επήλθε στις 10-2-2006, μετά δηλαδή την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, νομίμως επαναλήφθηκε και συνεχίζεται η δίκη από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτού, δηλαδή τη σύζυγό του ... και τα τέκνα του ... και ... 2.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 296, 297 και 299 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην αναιρετική δίκη είναι απαράδεκτη η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και από το δικαίωμα που ασκήθηκε με αυτή, διότι προϋποθέτουν ότι η δίκη, της οποίας την κατάργηση επιφέρουν, είναι εκκρεμής και δεν έχει περατωθεί με έκδοση οριστικής αποφάσεως.

Η άσκηση της αναιρέσεως και η επ΄ αυτής δίκη δεν καθιστούν την αγωγή επίδικη, δεν ανοίγεται με το ένδικο αυτό μέσο νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, αλλ΄ ερευνάται το παραδεκτό και η βασιμότητα των προβαλλόμενων με τους λόγους αναιρέσεως νομικών πλημμελειών της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Η επί της αγωγής δίκη, με την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, έχει ήδη καταργηθεί και επομένως ούτε η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ούτε η παραίτηση από το δικαίωμα, ως διαδικαστικές πράξεις, επιφέρουν την κατάργησή της, διότι έχουν στερηθεί του αντικειμένου τους. Η μετά την κατάργηση της δίκης παραίτηση από το αγωγικό δικαίωμα παρέχει ένσταση από το ουσιαστικό δίκαιο, καταλυτική της ασκήσεώς του, είτε με την αγωγή, εφόσον αναιρεθεί η επ΄ αυτής τελεσίδικη απόφαση, είτε με την επίσπευση, για την ικανοποίησή του, αναγκαστικής εκτελέσεως.

Η έρευνα όμως της ενστάσεως αυτής στην αναιρετική δίκη δεν είναι παραδεκτή, όπως δεν είναι παραδεκτή μετά την τελεσίδικη απόφαση η έρευνα στην αναιρετική δίκη άλλων καταλυτικών του αγωγικού δικαιώματος ενστάσεων. Η έρευνα των γεγονότων αυτών δεν είναι επιτρεπτή ούτε με τη δικαιολογία ότι μετά από αυτά εκλείπει το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος.

Διαφορετική εκδοχή θα μετέβαλλε την αναιρετική δίκη σε ουσιαστικού τρίτου βαθμού δίκη. Επομένως η ουσιαστική ένσταση της παραιτήσεως από το δικαίωμα δεν καθιστά την αναίρεση απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος. ΄Άλλο χαρακτήρα έχει η αποδοχή της τελεσίδικης αποφάσεως από τον αναιρεσείοντα και η παραίτησή του από το δικαίωμα προς άσκηση της αναιρέσεως, που βάση έχουν το δικονομικό δίκαιο και, ως αρνητικές προϋποθέσεις αναφορικά με το παραδεκτό της αναιρέσεως, ερευνώνται κατά την αναιρετική δίκη.

Οι διατάξεις των άρθρων 299 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, κατά τις οποίες στα ένδικα μέσα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, αντίστοιχα, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 294 έως 298 του ΚΠολΔ, έχουν την έννοια της εφαρμογής τους για τον τρόπο και το χρόνο της ασκήσεως της παραιτήσεως από το ένδικο μέσο της αναιρέσεως (δικογράφου και δικαιώματος), καθώς και τα αποτελέσματά τους (Ολ.

ΑΠ 38/1996, 675/2002, 1091/2001). Επομένως, η ως προς το παραδεκτό της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ένσταση, που προβάλλεται από τους ως άνω στη θέση του αρχικού αναιρεσιβλήτου υπεισελθόντος με τις προτάσεις τους, οι οποίες έχουν κατατεθεί εμπροθέσμως και δη πέραν των 20 ημερών πριν από τη δικάσιμο (άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ), με την οποία (ένσταση) υποστηρίζεται, ότι μετά την από αυτούς διϊσχυριζόμενη ως γενόμενη παραίτηση από τα ένδικα κονδύλια, τα οποία αφορούν οι λόγοι αναιρέσεως, εξελιπε το έννομο συμφέρον, που απαιτείται για το παραδεκτό αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, ακριβώς διότι μια τέτοια παραίτηση είναι, σύμφωνα με το παραπάνω, απαράδεκτη.-

3.- Επειδή ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ΄ ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, όπως είναι, σύμφωνα με το άρθρο 339 ίδιου Κώδικα, και τα έγγραφα, που προσκομίζονται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Κατά την έννοια του παραπάνω εδαφίου του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 346 και 671 (όταν πρόκειται για εργατική διαφορά) του ως άνω Κώδικα.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς το κατά ένα μέρος κατ΄ ουσία βάσιμο των ένδικων από 23-7-2001 και από 17-10-2001 αγωγών του αναιρεσιβλήτου κατά τις επικουρικές τους βάσεις, με τις οποίες ζητείτο η επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών κ.λ.π., που οφείλονταν με βάση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες μαρτυρικές καταθέσεις και ένορκες βεβαιώσεις, καθώς και τόσο τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίστηκαν με επίκληση από τους διαδίκους, όσο και τις ομολογίες αυτών.

Όμως από μόνη τη βεβαίωση αυτήν του Εφετείου, το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του και το σύνολο των αιτιολογιών αυτής δεν καθίσταται, χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία, βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, από τα αναφερόμενα στον πρώτο λόγο αναιρέσεως έγγραφα, και την υπ΄ αριθ. 53/23-3-2001 έγγραφη απόδειξη εκ δραχμών 500.000.

Και αυτό γιατί, ενώ η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από τις προτάσεις που αυτή υπέβαλε στο Εφετείο (τόσο επί της δικής της εφέσεως όσο και επί της εφέσεως του αντιδίκου της αναιρεσιβλήτου) κατά τη συζήτηση των εν λόγω εφέσεων, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλέστηκε και προσκόμισε (εφόσον δεν γίνεται λόγος για το αντίθετο) το αμέσως πιο πάνω έγγραφο, ισχυριζόμενη ότι από αυτό, με βάση το περιεχόμενό του, που αναφέρεται στο λόγο αναιρέσεως, αποδεικνύεται ένστασή της για καταβολή χρηματικού ποσού 500.000 δραχμών έναντι των ένδικων αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου, εν τούτοις το Εφετείο, παρά το ότι σε προηγούμενη σκέψη του δέχτηκε ότι οι αναφερόμενες καταβολές, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η αμέσως πιο πάνω, δεν αφορούν τους μισθούς του χρονικού διαστήματος 1-5-2001 έως 31-12-2001, αλλ΄ αφορούν τους μισθούς προηγούμενου χρονικού διαστήματος, στη συνέχεια, κατά τον προσδιορισμό του συνολικώς εκ μέρους της αναιρεσείουσας τμηματικώς καταβληθέντος χρηματικού ποσού έναντι των μισθών που δικαιούνταν να λάβει ο αναιρεσίβλητος για το προγενέστερο της καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως εργασίας χρονικό διάστημα, από 1-9-2000 έως και 30-4-2001, παρέλειψε να συνυπολογίσει και την προαναφερόμενη μερικότερη καταβολή των 500.000 δραχμών, την οποία αφορά η ως άνω έγγραφη απόδειξη, για την οποία έτσι δημιουργείται αμφιβολία αν την έλαβε υπόψη του κατά την κρίση του αναφορικά με τη σχετική ένσταση της αναιρεσείουσας.

Επομένως ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ γ΄ ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του την προαναφερόμενη υπ΄ αριθ. 53/23-3-2001 έγγραφη απόδειξη, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.-

4.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο επιδίκασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του περισσότερα από όσα ζητήθηκαν και συγκεκριμένα επιδίκασε τελικά το επίδομα εορτών Χριστουγέννων για το έτος 2000, καθώς και το επίδομα εορτών Πάσχα για το έτος 2001 εις διπλούν, κατά τα ειδικότερα στο λόγο αυτόν αναιρέσεως διαλαμβανόμενα.

Το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, ότι το συνολικώς, κατ΄ αρχήν, από την αναιρεσείουσα οφειλόμενο στον αναιρεσίβλητο, με βάση την ένδικη σύμβαση εργασίας, χρηματικό ποσό για το από 1-9-2000, έως και 30-4-2001 χρονικό διάστημα ανέρχεται στο ποσό των 17.212,5 δηναρίων Κουβέϊτ, στο οποίο περιλαμβάνονται και τα ποσά των 1875 και 937,5 δηναρίων Κουβέϊτ για το δώρο Χριστουγέννων για το έτος 2000 και για το δώρο Πάσχα για το έτος 2001, αντίστοιχα.

Ακολούθως δέχθηκε, ότι από το αμέσως πιο πάνω συνολικό ποσό πρέπει να αφαιρεθεί συνολικό ποσό 3.563,04 δηναρίων Κουβέϊτ, που καταβλήθηκε τμηματικά στον αναιρεσίβλητο, κατά τα ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφερόμενα, και ότι, ύστερα από την αφαίρεση του τελευταίου, χρηματικού ποσού, παρέμεινε υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό 13.676,5 δηναρίων Κουβέϊτ (17.212,5 - 3.536,04).

Δέχτηκε όμως στη συνέχεια, ότι στο υπόλοιπο αυτό οφειλόμενο χρηματικό ποσό πρέπει να προστεθούν και τα χρηματικά ποσά των 1.875 δηναρίων Κουβέϊτ για δώρο Χριστουγέννων 2000 και των 937,7 δηναρίων Κουβέϊτ για δώρο Πάσχα 2001, το δε κατόπιν τούτου ποσό των 16.489 δηναρίων Κουβέϊτ που προέκυψε (13.676,5 + 1.875 + 937,7) επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο, επιδικάζοντας έτσι σ΄ αυτόν περισσότερα από όσα ζήτησε με την ένδικη από 17-10-2001 αγωγή του, αφού με αυτήν είχε ζητήσει για δώρα Χριστουγέννων για το έτος 2000 και Πάσχα για το έτος 2001 τα ποσά των 2.567 και 1.283 δηναρίων Κουβέϊτ, αντίστοιχα.

Επομένως, ο πιο πάνω (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. β΄ ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.-

5.- Επειδή, μετά ταύτα, πρέπει, κατά παραδοχή των ανωτέρω λόγων αναιρέσεως, που κρίθηκαν βάσιμοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε αυτή, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ΄ αριθ. 7246/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.-

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. - Και

Καταδικάζει τους α) ..., β) ... και γ) ..., που υπεισήλθαν στη θέση του αρχικού αναιρεσιβλήτου, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε επτακόσια είκοσι (720) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Δεκεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ