Supreme Court dismisses appeal against heirs' costs but remands case for substantive trial on remaining parties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal regarding eight specific heirs, declaring their litigation costs inadmissible due to procedural irregularities. The court upheld the lower court's decision on these parties while remanding the case for a new substantive trial concerning the remaining appellants. Consequently, the appellant health organization was ordered to pay the costs of the dismissed heirs, and the remanded parties were ordered to pay the appellant's costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The court may declare a portion of an appeal inadmissible and remand the case for substantive trial when procedural defects affect only specific parties, allowing the judgment to stand for those while the remainder proceeds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1269 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1269/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου Ελπίδα, Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, όπως νόμιμα εκπροσωπείται και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αικατερίνης Στάθη, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή της και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων:1)Δ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., 2) Σ. Ν. του Π., κατοίκου ..., 3) Ι. Α. του Σ., κατοίκου ..., 4) Δ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 5) Β. Α. του Κ., κατοίκου ..., 6) Ε. Ρ. του Π., κατοίκου ..., 7) Μ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 8) Π. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 9) Σ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 10)Κ. Φ. του Β., κατοίκου ..., 11)Κ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 12) Ι. Π. του Σ., κατοίκου ...,13)Μ.
Δ. του Δ., κατοίκου ..., 14) Θ. Ε. του Ο., κατοίκου ..., 15) Σ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 16) Γ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., 17) Ι.-Φ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., ως νομίμου εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιώσασας, Α. Γ. του Κ.,18) Χ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 19) Κ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 20)Μ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 21) Ε. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 22) Π. Ε. του Α., κατοίκου ..., 23) Κ.
Σ. του Δ., κατοίκου ..., 24) Ι. Π. του Γ., κατοίκου ..., 25) Σ. Φ. του Π., κατοίκου ..., 26) Κ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., 27) Χ. Δ. του Η., κατοίκου ..., 28) Ε. Δ., κατοίκου ..., ως καθολικής διαδόχου του αποβιώσαντος, Κ. Λ. του Κ., 29)Ν. Λ., κατοίκου ..., ως καθολικού διαδόχου του αποβιώσαντος, Κ. Λ. του Κ., 30) Ζ.-Σ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 31)Β. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 32) Β.
Μ. του Σ., κατοίκου ..., 33) Μ. Σ. του Γ., κατοίκου ...,34) Ξ. Ε. του Χ., κατοίκου ..., 35) Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 36) Α.-Σ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 37) Σ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 38) Μ. Β. του Γ., κατοίκου ..., ως νόμιμου κληρονόμου, του αποβιώσαντος Γ. Λ. του Δ., 39) Δ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., ως νόμιμου κληρονόμου του αποβιώσαντος, Γ. Λ. του Δ., 40) Δ.
Μ. του Μ., κατοίκου ..., ως νόμιμου κληρονόμου του αποβιώσαντος Γ. Λ. του Δ., 41) Χ. Λ. του Σ., κατοίκου ..., ως νομίμου κληρονόμου του αποβιώσαντος Γ. Λ. του Δ., 42) Ι. Χ. του Β., κατοίκου ..., 43)Γ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 44) Α. Π. του Ν., κατοίκου ..., 45) Β. Π. του Θ., κατοίκου ..., 46) Ε. Λ. του Γ., κατοίκου ..., 47) Ι. Π. του Κ., κατοίκου ..., 48) Λ.
Π. του Α., κατοίκου ..., 49) Α. Γ. του Χ., κατοίκου ..., 50) Ε. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 51) Μ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 52) Κ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ως νόμιμης κληρονόμου του αποβιώσαντος Ι. Σ. του Π., 53) Π. Σ. του Ι., ως νόμιμου κληρονόμου του αποβιώσαντος Ι. Σ. του Π., 54) Α. Γ. του Α., κατοίκου ... και 55) Χ. Γ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου-Ελευθερίου Τάγαρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 1008/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου της οποίας την αναίρεση ζήτησαν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 09-04-2012 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκαν αρχικά η 1603/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, και κατόπιν, μετά από επαναφορά με κλήση για νέα συζήτηση, η 355/2019 απόφασή του που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης. Επαναφέρθηκε η υπόθεση για συζήτηση με κλήση και εκδόθηκε η 533/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη 1008/2009 απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω πρωτόδικο Δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 332/2021 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2390/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-9-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει τη συζήτηση απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση (ΑΠ 1642/2023, 1026/2022, 1179/2018). Απαράδεκτη κηρύσσεται επίσης η συζήτηση όταν -στην περίπτωση που κάποιος εκ των διαδίκων δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος- από το φάκελο της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, (ΑΠ 1642/2023, 80/2022, 1020/2020, 177/2018). Τις κλητεύσεις, δε, επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1642/2023, 33/2023, 80/2022, 119/2019, 177/2018).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και ειδικά, για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή επίσης κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (ΑΠ 885/2023, 152/2023, 1298/2022, 318/2022, 220/2021).
Περαιτέρω, στην παρ. 3 εδάφιο β' του άρθρου 576 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1642/2023, 1298/2022, 1026/2022, 1179/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι, κατά τη συζήτηση της, από 23.09.2022 και με αριθμό κατάθεσης 7201/794/2022, ένδικης αίτησης αναίρεσης στην ορισθείσα δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (02.05.2023) και κατά την εκφώνησή της με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, άπαντες οι αναιρεσίβλητοι [πενήντα πέντε (55) συνολικά], φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη.
Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο ως άνω δικηγόρος, είχε πληρεξουσιότητα να παραστεί, κατά τη συζήτηση της άνω αίτησης αναίρεσης από τους 20ο, 21η, 23ο, 26ο, 48η, 50ο, 51ο και 53ο των αναιρεσβλήτων, ήτοι τους Μ. Δ., Ε. Κ., Κ. Σ., Κ. Μ., Λ. Π., Ε. Κ., Μ. Α. και Π. Σ. αντιστοίχως, αφού δεν προσκόμισε (ούτε επικαλέστηκε) έγγραφη περί τούτου εξουσιοδότηση των εν λόγω διαδίκων προς τον δικηγόρο αυτό, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εντολέων από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικό προς αυτόν πληρεξούσιο.
Επομένως, εφόσον δεν έχει χορηγηθεί πληρεξουσιότητα από τους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους στον ως άνω Δικηγόρο, προηγούμενη της συζήτησης, γεγονός που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 104 ΚΠολΔ), αυτοί δεν παρίστανται προσηκόντως κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην αναιρετική δίκη και θεωρούνται δικονομικά απόντες.
Περαιτέρω, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, αφού οι νομίμως παριστάμενοι λοιποί διάδικοι δεν αποδεικνύουν είτε κλήτευση των απολειπομένων αναιρεσιβλήτων από τους ίδιους, είτε επίσπευση της συζήτησης από τους τελευταίους. Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν προσηκόντως κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, επίσης, δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση αυτής ούτε προκύπτει ότι κλητεύθηκαν νομίμως, ενόψει δε και του ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, που επισκοπούνται παραδεκτά από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας [καθώς πρόκειται επί αγωγής περισσοτέρων εργαζομένων προς επιδίκαση υπέρ εκάστου μισθολογικών αξιώσεων (ΑΠ 1298/2022, 542/2020)], πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους ανωτέρω, 20ο, 21η, 23ο, 26ο, 48η, 50ο, 51ο και 53ο, αναιρεσίβλητους, ενώ ως προς τους προσηκόντως παρισταμένους λοιπούς διαδίκους να προχωρήσει νομίμως η συζήτησή της.
Με την, από 23.09.2022 και με αριθμό κατάθεσης 7201/794/23.09.2022, υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμόν 2390/06.05.2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ήδη αναιρεσίβλητοι πενήντα πέντε (55) ενάγοντες (μετά των καθολικών διαδόχων των αποβιωσάντων αρχικώς εναγόντων), εκ των αρχικώς 174 εναγόντων (εκ παραδρομής, ενόψει των υφιστάμενων διπλοεγγραφών, εμφανίζονται στην αγωγή αθροιστικά ως 178), με την, από 22.10.2006 και με αριθμό κατάθεσης 279266/6489/2007, αγωγή τους που απεύθυναν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του ν.π.δ.δ.
με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ -ΕΤΑΜ)", οιονεί καθολικός διάδοχος του Κλάδου Υγείας του οποίου κατέστη μεταγενεστέρως εν σχέσει με τους άνω ενάγοντες το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ)", επικαλούμενοι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ως ιατροί με τις αναφερόμενες ειδικότητες σε Κέντρα Υγείας του εναγομένου, ζήτησαν το προβλεπόμενο από τα άρθρα 8 παρ 7 και 24 ν. 2470/1997 και 8 παρ 5 ν. 3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα βάσει των διατάξεων των άρθρων αυτών και της, καθιερούμενης με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αρχής της ισότητας και επικουρικώς βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού, και συγκεκριμένα ζήτησαν:
α) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα εξ αυτών το ποσό των 16.154,46 ευρώ από 01.01.2002 έως 31.03.2008, όπως το ποσό αυτό ειδικότερα εξειδικεύεται στην αγωγή, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση και β) να αναγνωριστεί ότι είναι δικαιούχοι του επιδίκου νοσοκομειακού επιδόματος και ότι το εναγόμενο οφείλει να το εντάξει στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές τους και να καταβάλλει σε καθένα εξ αυτών το επίδικο νοσοκομειακό επίδομα από 01.04.2008 και εντεύθεν, συνιστάμενο στο ποσό των 310 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 01.04.2008 έως 31.12.2008 και στο ποσό των 345 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 01.01.2009 και εντεύθεν.
Το ανωτέρω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 1008/2009 απόφασή του απέρριψε την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής ως μη νόμιμη και κατά τα λοιπά απέρριψε την αγωγή δεχόμενο ότι οι αξιώσεις των εναγόντων καταβολής του επίδικου νοσοκομειακού επιδόματος έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του καθολικού δικαιώματος αυτού.
Κατά της απόφασης αυτής, οι ενάγοντες, άσκησαν την, από 09.04.2012 και με αριθμό κατάθεσης 38/2014 αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (Αρείου Πάγου) επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η 1603/2017 απόφαση αυτού που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και εν συνεχεία, μετά από επαναφορά της συζήτησης με κλήση, η 355/2019 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης.
Εν τέλει, μετά από επαναφορά της συζήτησης με κλήση, εκδόθηκε (μεταξύ των άλλων κατά του ήδη αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ)", ως οιονεί καθολικού διαδόχου του αρχικώς εναγομένου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) η υπ' αριθμόν 533/2020 απόφασή του Δικαστηρίου τούτου με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη (1008/2009) απόφαση κατά παραδοχή του λόγου αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, δεχόμενη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις περί παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων των εναγόντων που είναι η εικοσαετία ως προς το καθολικό δικαίωμα λήψεως του επίδικου νοσοκομειακού επιδόματος, που αρχίζει από τότε που γεννήθηκε το δικαίωμά τους για λήψη της επίδικης παροχής και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, δηλαδή από τότε που γεννήθηκε και κατέστη απαιτητή η πρώτη περιοδική δόση (που κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων το δικαιούνται από 01.01.2002), σύμφωνα με το άρθρο 254 ΑΚ και η πενταετία για κάθε επί μέρους (μηνιαία) παροχή, σύμφωνα με το άρθρο 40 παρ. 6 α.ν 1846/1951 όπως ισχύει", και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
Ακολούθως το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ως δικαστήριο της παραπομπής, εξέδωσε την 332/2021 απόφασή του με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή αναφορικά με τους ήδη διαδίκους. Κατόπιν ασκήσεως κατά της απόφασης αυτής της, από 08.10.2021 και με αριθμό κατάθεσης 78340/5750/2021, έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος ΕΟΠΥΥ κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμόν 2390/06.05.2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη (332/2021) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τους ήδη αναιρεσιβλήτους και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή ως προς αυτούς, δέχτηκε εν μέρει αυτή (αγωγή) και υποχρέωσε το εναγόμενο (ΕΟΠΥΥ) να καταβάλλει στους ενάγοντες, κατά τις εκεί διακρίσεις, τα αναφερόμενα στον καθένα ποσά από 01.01.2003 έως 31.03.2008 και αναγνώρισε ότι το εναγόμενο οφείλει να εντάξει το νοσοκομειακό επίδομα στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές των εναγόντων, πλην του 79ου ενάγοντα (ήδη 31ου αναρεσίβλητου) Β.
Κ. και ότι οφείλει να καταβάλει σε καθένα εκ των ανωτέρω εναγόντων το ένδικο νοσοκομειακό επίδομα από την 01.04.2008 και εντεύθεν έως τον Οκτώβριο του έτους 2011, συνιστάμενο στα αναφερόμενα ποσά μηνιαίως κατά τις εκεί διακρίσεις. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από το ήδη αναιρεσείον ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ)" (οιονεί καθολικό διάδικο του αρχικώς εναγομένου ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), η κρινόμενη, από 23.09.2022, δεύτερη αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ).
και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 ΚΠολΔ) ως προς εκείνους τους αναιρεσίβλητους ως προς τους οποίους δεν κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση.
Κατά τις διατάξεις περί παραγραφής του άρθρου 40 παράγραφος 6 του α.ν. 1846/1951 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (Α 179), που ίσχυαν αρχικώς, όσο και μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4476/1965 και ήδη ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους, εκ νέου, με το άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 825/1978: "Πάσαι αι αξιώσεις εκ παροχών εις χρήμα της ασφαλίσεως ασθενείας παραγράφονται μετά εξ μήνας αφ' ης κατέστησαν απαιτηταί.
Απαιτηταί δόσεις συντάξεων μη εισπραχθείσαι δι' οιονδήποτε λόγον εντός έτους παραγράφονται. Η ετήσια παραγραφή άρχεται από του τέλους του μηνός ον αφορά η υπό πληρωμήν σύνταξις [...] Πάσα άλλη οιαδήποτε κατά του Ι.Κ.Α. απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι απαιτήσεις των εργαζομένων στο Ι.Κ.Α.
σε εκτέλεση συμβάσεων παροχής εξαρτημένης ή μη εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρών, οδοντιάτρων, υπαλλήλων, κ.λπ. για μισθούς, επιδόματα, πρόσθετες αμοιβές κ.λπ. υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή. Η παραγραφή αυτή δεν αρχίζει από τη λήξη του έτους μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής, όπως ορίζει το άρθρο 253 του ΑΚ, σε συνδυασμό το άρθρο 250 του ιδίου κώδικα, αλλά αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, κατά τον κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ, δηλαδή από την επομένη της ημέρας κατά την οποία έπρεπε να πληρωθούν ο μηνιαίος μισθός και τα πάσης φύσεως επιδόματα και πρόσθετες αμοιβές (ΑΠ 885/2023, 1018/2020, 696/2015, 854/2003).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 1/2016). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 732/2023, 517/2021, 556/2020, 869/2018, 130/2016, 1420/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του πρώτου (με στοιχείο Ι.α) από τον αριθμό 1 εδαφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως απέρριψε την υποβληθείσα από αυτό ένσταση περί πενταετούς παραγραφής κατά το άρθρο 40 του α.ν. 1846/1951 των ενδίκων αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων, ιατρών - εργαζομένων στο Ι.Κ.Α.
κατ' αυτού, οι οποίες αφορούν τη διεκδίκηση του προβλεπομένου από τα άρθρα 8 παρ 7 και 24 του ν. 2470/1997 και 8 παρ 5 του ν. 3205/2003 νοσοκομειακού επιδόματος, για το από 01.01.2003 έως και 31.03.2003 χρονικό διάστημα, αφού η πενταετία αυτή δεν αρχίζει από τη λήξη του έτους μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής, όπως δέχτηκε το Εφετείο, αλλά αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, κατά τον κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ και δεδομένου ότι αγωγή επιδόθηκε στο (αρχικώς ενάγον) Ι.Κ.Α.
στις 31.03.2008. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα και την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (ΚΠολΔ 561 αρ. 2), εν σχέσει με την ένσταση του εναγομένου περί πενταετούς παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων (νοσοκομειακού επιδόματος) των άνω εναγόντων και δη την έναρξη αυτής κατά το άρθρο 40 του α.ν. 1846/1951 και τον σχετικό, τότε, δεύτερο λόγο έφεσης αυτού, δέχτηκε, ότι, με δεδομένο ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 31.03.2008, οπότε επιδόθηκε στο εναγόμενο, "...
αναφορικά με το χρονικό διάστημα από 1/1/2003 έως 31/3/2003, δεδομένου ότι η πενταετής παραγραφή του άρθρου 40 του α.ν. 1846/1951 άρχεται από το τέλος του οικείου οικονομικού έτους, η ένδικη αξίωση των εφεσίβλητων για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ήτοι από 1/1/2003 έως 31/12/2003 δεν έχει υποπέσει στην ανωτέρω πενταετή παραγραφή", ενώ, πρέπει να σημειωθεί ότι περαιτέρω δέχτηκε το Εφετείο, ότι η επίδικη αξίωση των εναγόντων αναφορικά με το χρονικό διάστημα από 01.01.2002 έως 31.12.2002 έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή (χρονικό διάστημα όμως που δεν αφορά τον προκείμενο λόγο αναίρεσης).
Κατόπιν τούτων το Εφετείο, δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου ως προς τον σχετικό δεύτερο (Β) λόγο της, εξαφάνισε ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο την πρωτοβάθμια απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής (332/2021), που είχε απορρίψει εν συνόλω την ένσταση παραγραφής, και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, δέχτηκε εν μέρει αυτή και, μεταξύ των άλλων, επιδίκασε την επίδικη αξίωση (ήτοι το νοσοκομειακό επίδομα) και στους ήδη προσηκόντως παρισταμένους αναιρεσίβλητους ενάγοντες (πλην δηλαδή εκείνων ως προς τους οποίους, κατά τα ανωτέρω, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης) και για το χρονικό διάστημα από 01.01.2003 έως 31.03.2003, εκτός από τους αμέσως κατωτέρω αναφερόμενους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους (αναφορικά με τους οποίους το απέρριψε για το εν λόγω χρονικό διάστημα) ήτοι:
Α. ως προς τους οποίους δέχτηκε ανελέγκτως, ότι ανέλαβαν υπηρεσία μεταγενέστερα της παραπάνω καταληκτικής ημερομηνίας του προβαλλόμενου αναιρετικού λόγου και περιόρισε το επιδικασθέν σ' αυτούς νοσοκομειακό επίδομα από την μεταγενέστερη ημερομηνία ανάληψης υπηρεσίας ήτοι: 1. την 116η ενάγουσα ήδη 37η αναιρεσίβλητη Σ.
Σ. που της επιδίκασε το επίδικο νοσοκομειακό επίδομα από 04.06.2003 και εφεξής, 2. τον 125ο ενάγοντα ήδη 42ο αναιρεσίβλητο Ι. Χ. που του επιδίκασε το επίδικο νοσοκομειακό επίδομα από 12.01.2004 και εφεξής και 3. την 129η ενάγουσα ήδη 44η αναιρεσίβλητη Α. Π. που της επιδίκασε το επίδικο νοσοκομειακό επίδομα από 03.02.2004 και εφεξής, και Β.
ως προς τον 79ο ενάγοντα και ήδη 31ο αναιρεσίβλητο Β. Κ., ως προς τον οποίο, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με δύναμη δεδικασμένου, εφόσον κατά τούτο δεν αναιρεσιβάλλεται, αναφορικά με την επίδικη αξίωσή του που αφορά το χρονικό διάστημα από 01.01.2002 έως 31.02.2006, και επομένως και αυτή από 01.01.2003 έως 31.03.2003, υφίσταται δεδικασμένο από άλλη απόφαση, και του επιδίκασε το σχετικό επίδομα για το μετέπειτα χρονικό διάστημα.
Με την κρίση όμως αυτή (ως προς τον χρόνο έναρξης της παραγραφής), το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 40 του α.ν. 1846/1951 και 251 ΑΚ (την τελευταία των οποίων δεν την εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέα στην κρινόμενη υπόθεση), υποπίπτοντας στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ενόψει του ότι, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην νομική σκέψη, η προβλεπόμενη από το άρθρο αυτό (άρθρο 40 του α.ν. 1846/1951) πενταετής παραγραφή των απαιτήσεων των εργαζομένων στο Ι.Κ.Α.
ιατρών, σε εκτέλεση συμβάσεων παροχής εξαρτημένης ή μη εργασίας ιδιωτικού δικαίου, όπως οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες, πέραν των άλλων, για το επίδικο νοσοκομειακό επίδομα (δεν αρχίζει από τη λήξη του έτους μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής, αλλά) αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, κατά τον κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ, δηλαδή από την επομένη της ημέρας κατά την οποία έπρεπε να πληρωθεί το εκάστοτε μηνιαίο επίδικο νοσοκομειακό επίδομα.
Επομένως, ο ανωτέρω πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο του σκέλος (Ι.α.) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιό της που αφορά τις αξιώσεις των προσηκόντως παρισταμένων αναιρεσιβλήτων (πλην δηλαδή εκείνων ως προς τους οποίους, κατά τα ανωτέρω, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης) για το χρονικό διάστημα από 01.01.2003 έως 31.03.2003, πλην των 31ου, 37ης, 42ου και 44ης των αναιρεσιβλήτων, τους οποίους, κατά τα ανωτέρω, δεν αφορά ο επίδικος χρόνος, και, επομένως, ως προς αυτούς πρέπει να απορριφθεί ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, αλλά και ο λόγος αναίρεσης με στοιχείο στο αναιρετήριο Ι.β.
εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης εκ του αριθμού 18 του ιδίου άρθρου, που αφορούν επίσης την ένσταση παραγραφής του αναιρεσείοντος αναφορικά με το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, και, επομένως, και η αίτηση αναίρεσης (εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναίρεσης που να τους αφορά), ως απαράδεκτη, έλλειψη εννόμου συμφέροντος (άρθρα 556 παρ. 2 και 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, δηλαδή (να αναιρεθεί) ως προς τους αναιρεσίβλητους: 1ο Δ.
Γ., 2ο Σ. Ν., 3ο Ι. Α., 4ο Δ. Μ., 5η Β. Α., 6η Ε. Ρ., 7η Μ. Σ., 8η Π. Σ., 9ο Σ. Κ., 10ο Κ. Φ., 11ο Κ. Γ., 12η Ι. Π., 13ο Μ. Δ., 14ο Θ. Ε., 15ο Σ. Δ., 16η Γ. Δ., 17η Ι. - Φ. Δ. ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο της αποβιωσάσης αρχικής 48ης ενάγουσας Α. Γ. κατά τον λόγο της κληρονομικής της μερίδος, 18η Χ. Α., 19ο Κ. Κ., 22ο Π. Ε., 24ο Ι. Π., 25ο Σ. Φ., 27ο Χ. Δ., 28η Ε. Δ., ως καθολική διάδοχο του αποβιώσαντος αρχικού 70ου ενάγοντος Κ.
Λ., κατά τον λόγο της κληρονομικής της μερίδος, 29ο Ν. Λ., ως καθολικό διάδοχο του αποβιώσαντος ιδίου ως άνω αρχικού 70ου ενάγοντος Κ. Λ., κατά τον λόγο της κληρονομικής του μερίδος, 30ο Ζ. - Σ. Σ., 32ο Β. Μ., 33ο Μ. Σ., 34η Ξ. Ε., 35ο Π. Κ., 36η Α.- Σ. Σ., 38η, 39ο, 40ο και 41η, Μ. Β., Δ. Μ., Δ. Μ. και Χ. Λ. εκ των αναιρεσιβλήτων αντιστοίχως, ως νομίμων κληρονόμων του αρχικώς 122ου ενάγοντα Γ.
Λ., 43η Γ. Μ., 45η Β. Π., 46η Ε. Λ., 47ο Ι. Π., 49ο Α. Γ., 52η Κ. Σ. ως νομίμου κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικώς 174ου ενάγοντα Ι. Σ. κατά τον λόγο της κληρονομικής της μερίδος, 54ο Α. Γ. και 55ο Χ. Γ., ενώ παρέλκει η εξέταση των δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου αναίρεσης (με στοιχείο στο αναιρετήριο Ι.β. εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), και δευτέρου λόγου αναίρεσης (εκ του αριθμού 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), που αφορούν επίσης την ένσταση παραγραφής του αναιρεσείοντος αναφορικά με το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, διότι καταλαμβάνονται από την αναιρετική εμβέλεια του ανωτέρω γενόμενου δεκτού Ι.α.
λόγου.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 556 και 578 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την άσκηση αναίρεσης απαιτείται έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ. Το έννομο συμφέρον απαιτείται όχι μόνο γενικά για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικά για το παραδεκτό κάθε λόγου αυτής. Η έλλειψη εννόμου συμφέροντος, που ερευνάται αυτεπάγγελτα σε κάθε στάση της δίκης, κατά το άρθρο 73 του ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ή του σχετικού λόγου ως απαράδεκτου (ΑΠ 235/2019, 1307/2018, 640/2015).
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η εκ των αριθμών 1, 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 62 και 313 παρ. 1 εδ. δ του ΚΠολΔ και 35 του ΑΚ, καθώς έπρεπε να διαγνώσει ότι η 332/2021 πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είναι ανύπαρκτη ως προς τους αρχικώς ενάγοντες Α.
Γ. (με αριθμό 48), Γ. Λ. (με αριθμό 122) και Ι. Σ. (με αριθμό 174), που απεβίωσαν στις 28.08.2013, 12.09.2012 και 02.06.2019 αντιστοίχως, ήτοι πριν από τη συζήτηση, στις 17.09.2020, της ένδικης αγωγής επί της οποίας εξεδόθη η άνω πρωτόδικη απόφαση και, επομένως εξεδόθη κατά ανυπάρκτων προσώπων, ενώ αυτή (αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση) συμπεριέλαβε και μάλιστα χωρίς αιτιολογία μεταξύ των εφεσιβλήτων τους: 1) Ι. - Φ.
Δ. με αριθμό 17 (επίσης 17η ήδη αναιρεσίβλητη), ως νόμιμη εξ αδιαθέτου κληρονόμο της θανούσης αρχικής ενάγουσας Α. Γ., 2) Μ. Β., Δ. Μ., Δ. Μ. και Χ. Λ. με αριθμό 38 (ήδη με αριθμούς 38η, 39ο, 40ο και 41η αναιρεσίβλητους αντιστοίχως), ως νόμιμους κληρονόμους του θανόντος αρχικού ενάγοντα Γ. Λ. και 3) τους Κ. Σ. και Π. Σ. με αριθμό 49 (ήδη 52η και 53ο αναιρεσίβλητους αντιστοίχως) ως νόμιμους κληρονόμους του θανόντος αρχικού ενάγοντα Ι.
Σ., αλλά υποχρέωσε τον ήδη αναιρεσείοντα (οιονεί καθολικό διάδοχο του αρχικώς εναγομένου ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) ΕΟΠΥΥ να καταβάλλει σε έκαστο από τους ανωτέρω θανόντες το ποσό των 14.853,96 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος στην προβολή του, ενόψει του ότι, με βάση τα όσα διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η ανωτέρω 332/2021 πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την οποία βάλλει ο αναιρεσείων ΕΟΠΥΥ ως ανύπαρκτη, εξαφανίστηκε ήδη με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση που έκανε δεκτή την έφεση αυτού και, επομένως, ο τελευταίος δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει αυτή κατά τούτο.
Επίσης η αναφορά στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι ο ήδη αναιρεσείων ΕΟΠΥΥ υποχρεούται να καταβάλλει το ανωτέρω ποσό σε έκαστο από τους ανωτέρω "θανόντες" και όχι στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους τους, δεν ασκεί επιρροή, αφού από την όλη απόφαση σαφώς προκύπτει ότι δικαιούχοι πλέον είναι οι νόμιμοι κληρονόμοι τους, κατά τον λόγο της κληρονομικής του μερίδος έκαστος, επί των οποίων και εξεδόθη η απόφαση αυτή.
Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι ως προς τον 53ο αναιρεσίβλητο Π. Σ., ως προς τον οποίο, κατά τα ανωτέρω, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ο λόγος αυτός είναι άνευ αντικειμένου και επομένως απορριπτέος. Με τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 593/2021), ορίζεται ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης, η οποία εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.
Επομένως, σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης στην ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί, όμως, αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, εφ' όσον δεν υφίσταται και δεν νοείται υπό την ισχύ της προαναφερόμενης διάταξης ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης, αλλά στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.
Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση, που εισάγεται προς συζήτηση με κλήση από τον επιμελέστερο των διαδίκων, οφείλει να τηρεί τις διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση εντός των ορίων που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, εφόσον όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 524 παρ. 1 εδ.
β' ΚΠολΔ και μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις (ΑΠ 1603/2023, 1781/2022, 88/2019, 87/2019, 760/2019, 1123/2017). Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, και εφόσον αναιρείται (εν μέρει) η υπ' αριθμόν 2390/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό μετά από έφεση κατά της υπ' αριθμόν 332/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε, ως το δικαστήριο της παραπομπής, μετά από αναίρεση, με την με αριθμό 533/2020 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (Αρείου Πάγου), της προηγούμενης υπ' αριθμόν 1008/2009 απόφασης του ως άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για την ίδια υπόθεση, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση κατά το αναιρεθέν μέρος, από το τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα ύστερα από κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει α. να καταδικαστεί το αναιρεσείον ν.π.δ.δ., το οποίο εκπροσωπήθηκε από ιδιώτη δικηγόρο, που υπηρετεί σ' αυτό, με πάγια αντιμισθία και όχι μέσω του νομικού συμβουλίου του Κράτους, ώστε να συντρέχει περίπτωση επιβολής μειωμένων εις βάρος του δικαστικών εξόδων (ΑΠ 885/2023, 1072/2020, 18/2020), λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα των 31ου, 37ης, 42ου και 44ης των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό και β.
να καταδικαστούν οι λοιποί προσηκόντως παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τον χωρισμό της υπόθεσης, όσον αφορά τους 20ο, 21η, 23ο, 26ο, 48η, 50ο, 51ο και 53ο αναιρεσίβλητους, ήτοι τους Μ. Δ., Ε. Κ., Κ. Σ., Κ. Μ., Λ. Π., Ε. Κ., Μ. Α. και Π. Σ. αντιστοίχως
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους αναιρεσίβλητους αυτούς.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 23.09.2022 και με αριθμό κατάθεσης 7201/794/2022, αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμόν 2390/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους αναιρεσιβλήτους: 31ο Β. Κ., 37η Σ. Σ., 42ο Ι. Χ. και 44η Α. Π.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ), στα δικαστικά έξοδα των αμέσως ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΑΝΑΙΡΕΙ την με, αριθμόν 2390/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιό της που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας ως προς τους (λοιπούς) αναιρεσίβλητους: 1ο Δ. Γ., 2ο Σ. Ν., 3ο Ι. Α., 4ο Δ. Μ., 5η Β. Α., 6η Ε. Ρ., 7η Μ. Σ., 8η Π. Σ., 9ο Σ. Κ., 10ο Κ. Φ., 11ο Κ. Γ., 12η Ι. Π., 13ο Μ. Δ., 14ο Θ. Ε., 15ο Σ. Δ., 16η Γ. Δ., 17η Ι. - Φ. Δ. ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο της αποβιωσάσης αρχικής 48ης ενάγουσας Α. Γ. κατά τον λόγο της κληρονομικής της μερίδος, 18η Χ. Α., 19ο Κ. Κ., 22ο Π. Ε., 24ο Ι. Π., 25ο Σ. Φ., 27ο Χ. Δ., 28η Ε. Δ., ως καθολική διάδοχο του αποβιώσαντος αρχικού 70ου ενάγοντος Κ. Λ., κατά τον λόγο της κληρονομικής της μερίδος, 29ο Ν. Λ., ως καθολικό διάδοχο του αποβιώσαντος ιδίου ως άνω αρχικού 70ου ενάγοντος Κ. Λ., κατά τον λόγο της κληρονομικής του μερίδος, 30ο Ζ.- Σ. Σ., 32ο Β. Μ., 33ο Μ. Σ., 34η Ξ. Ε., 35ο Π. Κ., 36η Α.- Σ. Σ., 38η, 39ο, 40ο και 41η, Μ. Β., Δ. Μ., Δ. Μ. και Χ. Λ. εκ των αναιρεσιβλήτων αντιστοίχως, ως νομίμων κληρονόμων του αρχικώς 122ου ενάγοντα Γ. Λ., 43η Γ. Μ., 45η Β. Π., 46η Ε. Λ., 47ο Ι. Π., 49ο Α. Γ., 52η Κ. Σ. ως νομίμου κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικώς 174ου ενάγοντα Ι. Σ. κατά τον λόγο της κληρονομικής της μερίδος, 54ο Α. Γ. και 55ο Χ. Γ.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση, κατά το αναιρεθέν μέρος, σε νέα συζήτηση που θα ορισθεί στο τμήμα τούτο, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ