Legislator Case Law & Legislation
1269/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on public works contract dispute, ruling it must be a specific appeal under special laws.

Case Number 1269/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision regarding a public works contract dispute. The appellant argued that the lower court erred in treating the case as a general civil action rather than a specific administrative appeal. The court held that the presence of annulment claims transformed the legal nature of the suit into a specific appeal governed by special legislation, thereby invalidating the appellant's procedural arguments.

Legislator headnote

AI generated

Articles 13(8) of Law 1418/1984 and 3669/2008; When a lawsuit against a public works contract includes annulment claims, it constitutes a specific appeal under special laws, excluding the general civil action route.

Keywords

AI generated
public works contracts specific appeal procedure annulment claims special legislation legal nature of suit administrative law contractual dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 13(8) of Law 1418/1984
Law 3669/2008
Article 175(1)(a) of Law 4412/2016
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1) and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1269 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1269/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γ. Σ. με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Πρωτοπαπά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/3/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3931/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2636/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/5/2020 αίτησή της και τους από 18/2/2022 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επί της από 30-3-2011 αγωγής της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδόθηκε η 3931/2013 οριστική απόφαση, που την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία. Ακολούθως, επί εφέσεως της αναιρεσείουσας εκδόθηκε η 2636/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων.

Το Εφετείο, κρίνοντας αυτεπαγγέλτως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν υλικά αναρμόδιο για την αγωγή, διότι αποτελούσε προσφυγή καθώς αναφερόταν σε αξιώσεις από δημόσιο έργο και περιείχε και ακυρωτικά αιτήματα, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και, δικάζοντας σε πρώτο βαθμό, απέρριψε την αγωγή λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της αναιρεσείουσας προς άσκησή της.

Κατ' αυτής της απόφασης βάλλει η τελευταία με την κρινόμενη από 28-5-2020 αίτηση αναίρεσης και τον από 18-2-2022 πρόσθετο λόγο της. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή.

Εμπρόθεσμα και νομότυπα ασκήθηκε και ο πρόσθετος λόγος της, εντός της οριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμίας, με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 23.2.2022. Επομένως η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος της πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 175 παρ. 1 εδ. α.ν. 4412/2016, που αφορά τις δημόσιες συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 ν. 4491/2017, κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα της σύμβασης ως διοικητικής ή ως ιδιωτικού δικαίου, επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο διοικητικό εφετείο της περιφέρειας, στην οποία εκτελείται το έργο, ενώ κατά την παρ. 7 του ίδιου άρθρου αν ο ανάδοχος του έργου είναι κοινοπραξία, η προσφυγή ασκείται είτε από την ίδια είτε από όλα τα μέλη της, που, μεταξύ τους, στην περίπτωση αυτή υπάρχει αναγκαστική ομοδικία.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 198 παρ. 11 του ίδιου νόμου, που αναφέρεται στις δημόσιες μελέτες, το ως άνω άρθρο 175 εφαρμόζεται αναλόγως και για τη δικαστική επίλυση των διαφορών, που προκύπτουν μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών κατά την εκτέλεση των δημόσιων συμβάσεων μελετών και παροχής τεχνικών και λοιπών συναφών επιστημονικών υπηρεσιών, αρμόδιο δε δικαστήριο είναι το διοικητικό εφετείο της περιφέρειας στην οποία έχει υπογράφει η σύμβαση.

Και με το άρθρο 205 Α παρ. 1 εδ. α' και 6 του ίδιου νόμου, που αναφέρεται στη δικαστική επίλυση διαφορών από δημόσιες προμήθειες, ορίζεται ότι κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση προμήθειας ή παροχής υπηρεσιών, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα της σύμβασης ως διοικητικής ή ως ιδιωτικού δικαίου, επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο Διοικητικό Εφετείο της περιφέρειας, στην οποία εκτελείται η σύμβαση, εάν δε ο ανάδοχος της σύμβασης είναι κοινοπραξία, η προσφυγή ασκείται είτε από την ίδια είτε από όλα τα μέλη της, που μεταξύ τους στην περίπτωση αυτή υπάρχει αναγκαστική ομοδικία.

Με τις παραπάνω διατάξεις καθιερώθηκε ενιαίος τρόπος και ενιαία δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων για τη δικαστική επίλυση των διαφορών που προκύπτουν από συμβάσεις δημοσίων έργων, δημοσίων μελετών και δημοσίων προμηθειών, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα της σύμβασης ως διοικητικής ή ιδιωτικού δικαίου.

Ενόψει αυτών των ρυθμίσεων, καταργήθηκε με το άρθρο 26 ν. 4491/2017 η παράγραφος 4 του άρθρου 64 ΕισΝΚΠολΔ, που προέβλεπε εκδίκαση των διαφορών από την εκτέλεση δημοσίων έργων από τα (πολιτικά) Εφετεία υπό πενταμελή σύνθεση, και με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 379 παρ. 14 ν. 4412/2016, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 28 ν. 4491/2017, ορίσθηκε ότι προσφυγές ή αγωγές, που έχουν κατατεθεί μέχρι την 1.11.2017, δικάζονται από το Δικαστήριο, στο οποίο έχουν κατατεθεί (ως τέτοιο νοείται προδήλως το διοικητικό ή πολιτικό Εφετείο ενόψει των προγενέστερων νομοθετικών προβλέψεων), εξαιρετικά όμως, όσες από αυτές εκκρεμούν στο πολιτικό Πενταμελές Εφετείο αλλά δεν είναι εγγεγραμμένες στο πινάκιο γιατί έχει ματαιωθεί η συζήτησή τους, όταν επαναφερθούν για συζήτηση, θα εισαχθούν στο πολιτικό Τριμελές Εφετείο.

Η τελευταία αυτή ρύθμιση εφαρμόζεται, κατά λογική ακολουθία, αναλόγως και για όσες υποθέσεις έχουν αχθεί για οποιονδήποτε λόγο ενώπιον του Τριμελούς (πολιτικού) Εφετείου, είτε το πρώτον (ενδεχομένως εκ παραδρομής ως προς την αρμοδιότητα του πενταμελούς ή τριμελούς εφετείου), οπότε δεν καταλείπεται πλέον περιθώριο παραπομπής τους στο πενταμελές Εφετείο, είτε ενόψει εφέσεων επί αποφάσεων, οι οποίες αναρμοδίως είχαν εκδοθεί από πρωτοδικεία, παρότι οι σχετικές υποθέσεις υπάγονταν προηγουμένως στην αρμοδιότητα του Πενταμελούς Εφετείου, με συνέπεια την εξαφάνισή τους από τα Τριμελή Εφετεία και τη διακράτησή τους πλέον από αυτά προς εκδίκαση της υπόθεσης σε πρώτο βαθμό.

Εξάλλου, κατά τα άρθρο 559 αριθ. 5 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, σύμφωνα με τις οποίες δεν υπόκεινται σε προσβολή με ένδικο μέσο απόφαση πρωτοδικείου, πολυμελούς ή μονομελούς, για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου, και απόφαση πολυμελούς πρωτοδικείου, για υπόθεση της αρμοδιότητας του μονομελούς.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης απόφαση, αναφερόμενο σε παραδοχή καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου. Επομένως δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το Τριμελές Εφετείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως κατά αποφάσεως που Τριμελούς Πρωτοδικείου, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην για την εκδίκαση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 30/1995, 3/1991, ΑΠ 962/2020, 1476/2017).

Σ` αυτήν την τελευταία περίπτωση δεν ιδρύεται ούτε ο από τον αριθμό 1 (ή από τον αριθμό 19, εάν το δικαστήριο έκρινε την υπόθεση κατ' ουσία) του άρθρου 559 λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται στην πλημμέλεια της εκ μέρους του ίδιου δικαστηρίου ευθείας (ή εκ πλαγίου) παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, διότι οι διατάξεις για την καθ` ύλην αρμοδιότητα δεν είναι διατάξεις ουσιαστικού αλλά δικονομικού δικαίου, αυτό δε δεν αλλάζει, όταν το εν λόγω δικαστήριο την κρίση του περί της αναρμοδιότητας του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο ότι επίσης παραβιάσθηκε, αφού τελικά με την προσβαλλόμενη απόφαση εκείνου επιλύεται μόνο το δικονομικό ζήτημα ποιό είναι το για τη συγκεκριμένη υπόθεση καθ` ύλην αρμόδιο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 962/2020, 1476/2017,1477/2013, ΑΠ 257/2001, πρβλ.

Ολ. ΑΠ 1/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της ένδικης αιτήσεώς της, προβάλλει την από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένως δέχθηκε, μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, ότι το Τριμελές Πρωτοδικείο, το οποίο έκρινε επί της ουσίας τη διαφορά και απέρριψε την αγωγή της ως ουσιαστικά αβάσιμη, ήταν καθ' ύλην αναρμόδιο να εκδικάσει την υπόθεση, διότι επρόκειτο για διαφορά από την εκτέλεση δημοσίου έργου κατά την έννοια του ν. 1418/1984, απεφάνθη δε στη συνέχεια και περί αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου με αυτόθροη συνέπεια την παραπομπή της υπόθεσης στο (πολιτικό) Εφετείο υπό πενταμελή σύνθεση.

Η ανωτέρω αιτίαση δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατά το πρώτο του μεν σκέλος, το αναφερόμενο στην κρίση του Εφετείου ως προς την αναρμοδιότητα του Τριμελούς Πρωτοδικείου, ο λόγος αυτός είναι ειδικότερα απαράδεκτος, αφού στο Εφετείο δεν αποδίδεται σφάλμα αναφερόμενο σε παραδοχή καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου, αλλά σφάλμα ως προς την κρίση του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, δεν ήταν καθ' ύλη αρμόδιο για την εκδίκαση της διαφοράς.

Κατά το δεύτερο του σκέλος ο λόγος αυτός είναι ειδικότερα απαράδεκτος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το Τριμελές Εφετείο δεν έκρινε εαυτό αναρμόδιο παραπέμποντας την υπόθεση στο Πενταμελές Εφετείο, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, αλλά αντιθέτως, μετά την κρίση του περί της αναρμοδιότητας του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση, κρίνοντας πως το ίδιο ήταν πλέον αρμόδιο προς εκδίκασή της σε πρώτο βαθμό λόγω του ανωτέρω νομικού χαρακτηρισμού, που προσέδωσε στη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, ενόψει της ως άνω κατάργησης της παραγράφου 4 του άρθρου 64 του ΕισΝΚΠολΔ και της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 379 παρ. 14 ν. 4412/2016, που εφάρμοσε κατά τη δεύτερη πρόβλεψή της αναλόγως.

Σε κάθε περίπτωση ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι κατά το δεύτερο σκέλος του και αβάσιμος, αφού το Τριμελές Εφετείο είτε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είτε ως πρωτοβάθμιο (όπως έγινε δεκτό, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις) ήταν αρμόδιο προς εκδίκαση της διαφοράς. Ο νόμος 1418/1984, που κωδικοποιήθηκε με τον ν. 3669/2008 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκείμενη περίπτωση χρόνο, ήδη καταργήθηκε δε (πλην ορισμένων μη αφορωσών την κρινόμενη υπόθεση άρθρων του) με τον νόμο 4412/2016, όριζε στο άρθρο 1 παρ. 1, 2 και 3: "1.

Τα δημόσια έργα είναι έργα υποδομής της χώρας που καλύπτουν βασικές ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, συμβάλλουν στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνατοτήτων, στην αύξηση του εθνικού προϊόντος, στην ασφάλεια της χώρας και γενικά αποσκοπούν στη βελτίωση της ποιότητας ζωής του λαού. 2 Τα δημόσια έργα εντάσσονται στο γενικό πλαίσιο της κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης της χώρας και υλοποιούν επιλογές του δημοκρατικού προγραμματισμού. 3.

Από τεχνική άποψη δημόσια έργα είναι όλα τα έργα που εκτελούν φορείς του δημόσιου τομέα και συνδέονται με οποιοδήποτε τρόπο με το έδαφος, το υπέδαφος ή τον υποθαλάσσιο χώρο, όπως και τα πλωτά τμήματα των τεχνικών έργων. Ως έργο νοείται κάθε νέα κατασκευή ή επέκταση ή ανακαίνιση ή επισκευή ή συντήρηση και η οικονομικά ή τεχνικά αυτοτελής λειτουργία, καθώς και κάθε σχετική ερευνητική εργασία, που απαιτεί τεχνική γνώση και επέμβαση (όπως το δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2229/1994)...", στο άρθρο 2: "Ο νόμος αυτός εφαρμόζεται σε όλα τα έργα που προγραμματίζονται και εκτελούνται από τους φορείς, που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.) και του εκάστοτε αρμόδιου υπουργού είναι δυνατόν έργα που προγραμματίζονται και εκτελούνται από νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου των ανωτέρω φορέων να εξαιρούνται διατάξεων του παρόντος (όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 2229/1994)..." στο άρθρο 13 παρ. 1, 2, 3, 6 και 8: "1.

Κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημοσίου έργου επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με την επιφύλαξη των επομένων παραγράφων... (όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 3 εδ.

α' του ν. 3481/2006). 2. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των διαφορών αυτών είναι το διοικητικό ή πολιτικό εφετείο της περιφέρειας στην οποία εκτελείται το έργο. Παρέκταση αρμοδιότητας δεν επιτρέπεται... 3. Της προσφυγής στο εφετείο προηγείται υποχρεωτικά αίτηση θεραπείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 76, διαφορετικά η προσφυγή κηρύσσεται απαράδεκτη.

Η προσφυγή στο εφετείο ασκείται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο (2) μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης που εκδόθηκε επί της αιτήσεως θεραπείας ή από τη λήξη της τρίμηνης προθεσμίας της παραγράφου 14 του άρθρου 76 του παρόντος... Δεν απαιτείται η τήρηση ενδικοφανούς προδικασίας στις περιπτώσεις που ασκείται από τον ενδιαφερόμενο αγωγή, στο δικόγραφο της οποίας δεν σωρεύεται αίτημα ακύρωσης ή τροποποίησης διοικητικής πράξης ή παράλειψης. 6.

Η αίτηση αναίρεσης κατά των αποφάσεων του πολιτικού εφετείου επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 559 αριθμός 1 έως 7, 9,16, 17,19 και 20 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας... 8. Αν ο ανάδοχος του έργου είναι κοινοπραξία, η προσφυγή ασκείται είτε από την ίδια είτε από όλα τα μέλη της, που μεταξύ τους στην περίπτωση αυτή υπάρχει αναγκαστική ομοδικία." Ο νόμος 3316/2005, αναφερόμενος στις δημόσιες συμβάσεις μελετών και συναφών υπηρεσιών, που αντικατέστησε τον νόμο 716/1977 και ίσχυε επίσης μέχρι την κατάργησή του με το ν. 4412/2016, όριζε στο άρθρο 1 ότι: "Για την εφαρμογή του νόμου αυτού, οι παρακάτω όροι έχουν τις αντίστοιχες έννοιες: 1. "Δημόσια σύμβαση" είναι η έγγραφη σύμβαση εξ επαχθούς αιτίας, η οποία συνάπτεται μεταξύ αναθέτουσας Αρχής της παραγράφου 9 και αναδόχου της παραγράφου 19 και έχει ως αντικείμενο την εκπόνηση μελέτης ή την παροχή λοιπών υπηρεσιών μηχανικού, όπως αυτή ορίζεται στις κείμενες διατάξεις, καθώς και την παροχή υπηρεσιών άλλων ελευθέριων επαγγελμάτων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2.

Οι δημόσιες συμβάσεις του νόμου αυτού διακρίνονται σε συμβάσεις εκπόνησης μελετών και παροχής υπηρεσιών. 2. α) "Μελέτη" είναι το αποτέλεσμα συστηματικής και αναλυτικής επιστημονικής και τεχνικής εργασίας και έρευνας σε συγκεκριμένο απλό ή σύνθετο γνωστικό αντικείμενο, που αποβλέπει ιδίως στην παραγωγή τεχνικού έργου ή στην επέμβαση σε τεχνικό έργο ή αφορά στο σχεδιασμό και την απεικόνιση τεχνικού έργου ή παραγωγικής διαδικασίας ή σε μεθόδους ανάπτυξης και σχεδιασμού του ευρύτερου χώρου.

Η μελέτη έχει την έκταση και το βάθος που απαιτείται με τη σύμβαση, απεικονίζεται δε και παραδίδεται στην αναθέτουσα Αρχή με συγκεκριμένη συμφωνημένη μορφή, β) "Σύμβαση παροχής υπηρεσιών" είναι η σύμβαση στην οποία η παροχή του αναδόχου συνίσταται στην προσφορά γνώσεων και ικανοτήτων, με τη διάθεση κυρίως συγκεκριμένου επιστημονικού προσωπικού και άλλων μέσων επί ορισμένου χρόνου, που προσδιορίζεται είτε ημερολογιακά είτε σε συνάρτηση με ορισμένο γεγονός της διαδικασίας παραγωγής έργου...", στο άρθρο 2 ότι: "1.

Ο νόμος αυτός ρυθμίζει τη σύναψη και εκτέλεση όλων των δημοσίων συμβάσεων, ανεξαρτήτως αξίας, για την εκπόνηση μελετών και παροχή λοιπών υπηρεσιών μηχανικού και άλλων ελευθερίων επαγγελμάτων των κατηγοριών των μελετών της παραγράφου 2. 2. Οι μελέτες ή και υπηρεσίες επίβλεψης μελετών και έργων, ανάλογα με το αντικείμενο τους, διακρίνονται στις ακόλουθες κατηγορίες: ... (28) Μελέτες συστημάτων πληροφορικής και δικτύων", και στο άρθρο 41 παρ. 14 ότι: "14.

Για τη δικαστική επίλυση των διαφορών που προκύπτουν μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, κατά την εκτέλεση των συμβάσεων μελετών, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 1418/1984 (ΦΕΚ 23 Α' ), όπως ισχύουν κάθε φορά. Αρμόδια δικαστήριο είναι το διοικητικό ή πολιτικό εφετείο της περιφέρειας στην οποία υπογράφηκε η σύμβαση.

Παρέκταση της αρμοδιότητας δεν επιτρέπεται". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγονται τα εξής: α) Ως "δημόσια έργα" από τεχνική άποψη δεν είναι μόνο όσα συνδέονται με το έδαφος, το υπέδαφος ή τον υποθαλάσσιο χώρο, αλλά και "κάθε οικονομικά ή τεχνικά αυτοτελής λειτουργία, καθώς και κάθε σχετική ερευνητική εργασία που απαιτεί τεχνική γνώση και επέμβαση".

Αυτό προκύπτει ιδίως από το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 1 του νόμου 1418/1984, που αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2229/1994. Ειδικότερα, το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου αυτής, πριν την αντικατάστασή του, όριζε ότι: "Ως έργο νοείται κάθε νέα - κατασκευή ή επέκταση ή ανακαίνιση ή επισκευή και συντήρηση και κάθε σχετική ερευνητική εργασία που απαιτεί τεχνική γνώση και επέμβαση", ενώ με την αντικατάσταση προστέθηκε στην έννοια του δημοσίου έργου και "κάθε οικονομικά ή τεχνικά αυτοτελής λειτουργία".

Η τελευταία αποσυνδέεται νοηματικά από την προϋπόθεση σύνδεσης με το έδαφος και επομένως δεν προϋποθέτει αναγκαστικά κατασκευή συνδεόμενη με το έδαφος. β) Ως "μελέτη", με την έννοια του νόμου 3316/2005, νοείται πλην άλλων και η μελέτη πληροφορικής και δικτύων. γ) Όλες οι διαφορές που απορρέουν από συμβάσεις με αντικείμενο την εκτέλεση δημοσίων έργων ή μελετών και παροχής υπηρεσιών μηχανικού και άλλων ελευθερίων επαγγελμάτων των κατηγοριών των μελετών της παραγράφου 2 του άρθρου, οι οποίες έχουν ανατεθεί σε ιδιώτες από νομικά πρόσωπα που ανήκουν στο δημόσιο τομέα, επιλύονται με προσφυγή ή αγωγή που απευθύνεται στο Εφετείο (βλ.

ΑΠ 1476/2017). δ) Η υπαγωγή μιας συμβάσεως έργου υπό το ιδιαίτερο νομοθετικό καθεστώς των ανωτέρω διατάξεων προϋποθέτει μεταξύ των άλλων ότι το αντικείμενο αυτής συνίσταται στην εκτέλεση δημοσίου έργου, όπως το εννοιολογικό αυτού περιεχόμενο προσδιορίζεται παραπάνω, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή ο χαρακτηρισμός της εργολαβικής συμβάσεως ως διοικητικής ή μη.

Ο χαρακτηρισμός αυτός απλώς προσδιόριζε τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου (διοικητικού ή πολιτικού) προς επίλυση των εκ της εργολαβίας διαφορών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 του ν. 1418/1984 (ΑΠ 845/2009, ΑΠ 1499/2009). ε) Για την επίλυση των διαφορών από δημόσια έργα, που περιλαμβάνουν και ακυρωτικά αιτήματα, με τα οποία προσβάλλονται βλαπτικές για τον ανάδοχο πράξεις και αποφάσεις ή παραλείψεις των οργάνων της διοίκησης του κυρίου του έργου και όχι μόνον αναγνωριστικά ή καταψηφιστικά αιτήματα για εκκαθαρισμένες και αναγνωρισμένες από τον κύριο του έργου απαιτήσεις, οπότε πρόκειται περί ευθείας αγωγής, ασκείται το ένδικο βοήθημα της προσφυγής με υποχρεωτική τήρηση ενδικοφανούς προδικασίας και αντικείμενο (και) την ακύρωση ή τροποποίηση των προσβαλλόμενων βλαπτικών πράξεων ή παραλείψεων (ανεξαρτήτως αν σωρεύονται σ' αυτήν και αιτήματα αναφερόμενα σε αποζημιωτικές αξιώσεις του αναδόχου), που μπορεί μεν να έχει ως πρότυπο θεσμούς του διοικητικού δίκαιου, προβλέπεται όμως από ειδικές δικονομικές διατάξεις του ν. 1418/1984 και 3669/2008, οι οποίες κατισχύουν των γενικών διατάξεων του ΚΠολΔ, προς τον σκοπό της ενιαίας ρύθμισης και της ταχείας εκδίκασης των διαφορών από δημόσια έργα.

Ειδικότερα δια της προσφυγής ελέγχεται το κύρος και η νομιμότητα των ανωτέρω πράξεων και αποφάσεων, οι οποίες, ακόμη και όταν εκδίδονται από υπαγόμενα στις διατάξεις του νόμου 3669/2008 νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν θεωρούνται μεν εκτελεστές διοικητικές πράξεις βάσει του οργανικού κριτηρίου (παρότι λειτουργικά προσομοιάζουν σε τέτοιες), έχουν όμως, ως δηλώσεις δικαιοπρακτικής βούλησης κατά το αστικό δίκαιο, έννομη σημασία για την εξέλιξη της εργολαβικής συμβάσεως και τις εξ αυτής αξιώσεις του αναδόχου εργολάβου, που έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την ακύρωση ή τροποποίησή τους, επικαλούμενος ελαττώματά τους.

Διαφορετικά, όλες οι διαφορές, που θα ανέκυπταν κατά το διάστημα από την έναρξη εκτελέσεως του έργου μέχρι την περάτωση και παράδοσή του, από τέτοιες βλαπτικές των συμφερόντων του αναδόχου πράξεις και αποφάσεις των οργάνων του κυρίου του έργου, δεν θα ήταν δυνατόν να επιλυθούν και θα παρέμεναν εκκρεμείς, αν οι συμβαλλόμενοι αρνούνταν να τις άρουν συμβατικά.

Ο νομοθέτης μάλιστα, επιδιώκοντας να εκλείψει το ενδιάμεσο αυτό στάδιο νομικής αβεβαιότητας, πρόβλεψε με συγκεκριμένη και ειδική διάταξη περίπτωση δικαστικής διάπλασης, δηλαδή δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής με ακυρωτικά (διαπλαστικά) αποτελέσματα και στις διαφορές που αναφύονται στα δημόσια έργα των ν.π.ι.δ., μη υπακούοντας σε δογματικές δικονομικές ανάγκες, αλλά αποβλέποντας στο ευεργετικό για την πρόοδο των δημόσιων έργων αποτέλεσμα της εξαλείψεως της ανωτέρω αβεβαιότητας (ΑΠ 1066/2018, 1038/2017).

στ) Αντίστοιχη με την προβλεπόμενη για τα δημόσια έργα διαδικασία προβλεπόταν (και συνεχίζει και βάσει του ανωτέρω νεότερου νόμου να προβλέπεται) για την επίλυση διαφορών από δημόσιες συμβάσεις μελετών καθώς και παροχής υπηρεσιών μηχανικού και άλλων ελευθερίων επαγγελμάτων των προσδιοριζόμενων κατηγοριών μελετών και υπηρεσιών επίβλεψης μελετών και έργων.

Για όλες δε αυτές τις περιπτώσεις υφίσταται εξαιρετική ρύθμιση για τη νομιμοποίηση στις σχετικές δίκες, σύμφωνα με την οποία, αν ο ανάδοχος του έργου είναι κοινοπραξία, η προσφυγή ασκείται είτε από την ίδια είτε από όλα τα μέλη της, που μεταξύ τους στην περίπτωση αυτή υπάρχει αναγκαστική ομοδικία. Με αυτή τη ρύθμιση, που αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως αφορώσα τη νομιμοποίηση διαδίκου και επομένως ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστική προστασίας (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 42/2021, 1157/2017, 279/2013), προσδιορίζονται με αποκλειστικό τρόπο οι δικαιούμενοι να ασκήσουν προσφυγή επί των ως άνω διαφορών στην περίπτωση κατά την οποία ανάδοχος είναι κοινοπραξία, και αυτοί είναι είτε η ίδια η κοινοπραξία (ανεξαρτήτως αν αυτή έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα ή όχι) είτε όλα τα μέλη της από κοινού.

Έτσι στην τελευταία περίπτωση, κατά την οποία την προσφυγή δεν την ασκεί η κοινοπραξία, καθιερώνεται υποχρέωση κοινής εναγωγής, ασκήσεως δηλαδή από κοινού προσφυγής όλων των μελών. Εφόσον συντρέξει δε αυτή η απαραίτητη για τη νομιμοποίηση των μελών της κοινοπραξίας προϋπόθεση, δημιουργείται και σχέση αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ των εναγόντων μελών της (όπως άλλωστε προβλέπεται και από το άρθρο 76 παρ. 1 περ.

γ' ΚΠολΔ). Και στον Αστικό Κώδικα, κατά το άρθρο 681 ΑΚ, με τη σύμβαση έργου (έννοιας σαφώς ευρύτερης από την ως άνω προβλεπόμενη έννοια του δημόσιου έργου) μεταξύ εργολάβου και κυρίου του έργου, ο μεν εργολάβος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, ο δε κύριος του έργου (εργοδότης) να του καταβάλει την εργολαβική αμοιβή, ως έργο νοείται δε το αποτέλεσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας, συνισταμένης στη δημιουργία μιας νέας κατάστασης σε σχέση με εκείνη που προϋφίσταται, μπορεί δε το έργο να είναι υλικό ή άυλο, να συνδέεται με ενσώματο αντικείμενο είτε άμεσα είτε έμμεσα, να είναι ορατό ή αόρατο.

Επομένως ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου, στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη (ΑΠ 286/2020, 703/2019, 554/2018).

Βάσει της συμβάσεως έργου είναι δυνατό ο εργολάβος να παράσχει υλικά αντικείμενα που είναι αναγκαία για την εκτέλεση του έργου, τα οποία θα περιέλθουν στον εργοδότη. Εφόσον δε η σχετική υποχρέωσή του εντάσσεται στον σκοπό της επίτευξης συγκεκριμένου ευρύτερου αποτελέσματος, διαφοροποιούμενου από την απλή μεταβίβαση της κυριότητάς τους, και δη στη δημιουργία νέας κατάστασης, οπότε η σύμβαση περιέχει τα τυπικά στοιχεία συμβάσεως έργου, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις για τη σύμβαση έργου και δεν καταλείπεται πεδίο εφαρμογής του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 683 ΑΚ (πρβλ.

ΑΠ 957/2019, 957/1992), ο οποίος άλλωστε δεν είναι δυνατό εφαρμοσθεί σε κάθε κατηγορία έργου αλλά αναφέρεται μόνο στην κατασκευή αμιγώς υλικού έργου (βλ. και ΑΠ 554/2018). Αναλόγως δε και επί δημοσίων έργων, που αποβλέπουν στην παραγωγή ορισμένου ευρύτερου λειτουργικού και κατά κύριο λόγο άυλου αποτελέσματος, όπως συμβαίνει με την ανάληψη υποχρεώσεως του εργολάβου για τη δημιουργία οικονομικά ή τεχνικά αυτοτελούς λειτουργίας, που εξυπηρετεί δημόσιους σκοπούς, μπορεί να προβλέπεται η παροχή και των απαραίτητων για την παραγωγή του επιδιωκόμενου αποτελέσματος υλικών αντικειμένων, χωρίς αυτό να διαφοροποιεί τον κύριο χαρακτήρα της σύμβασης ως σύμβασης δημόσιου έργου.

Περαιτέρω στους φορείς, που προγραμμάτιζαν ή εκτελούσαν έργα, επί των οποίων εφαρμοζόταν ο νόμος 1418/1984, υπάγονταν κατά το άρθρο 14 παρ. 1 περ. η' του ν. 2190/1994 και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, που ανήκουν στο Κράτος ή επιχορηγούνται τακτικώς, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από κρατικούς πόρους κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους.

Δυνάμει δε της 10071/27-3-2001 κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β'324/2001), κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 παρ. 3 του ν. 2860/2000 (ΦΕΚ Α' 251), έχει συσταθεί η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Κοινωνία της Πληροφορίας (ΚτΠ Α.Ε.)" και καταρτίστηκε το καταστατικό αυτής, η οποία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και το μετοχικό της κεφάλαιο ανήκει εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο εποπτεύει την εταιρία δια του Υπουργού των Εσωτερικών.

Καταστατικός σκοπός της και κύρια αποστολή της είναι η ανάπτυξη δράσεων και η υποστήριξη αρμοδίων φορέων για τη βελτίωση της διοικητικής ικανότητας της δημόσιας διοίκησης, καθώς και την εκτέλεση και διαχείριση έργων στον τομέα της πληροφορικής, επικοινωνίας και νέων τεχνολογιών για τη δημόσια διοίκηση και για την υλοποίηση του σκοπού της μεταξύ άλλων εκτελεί έργα χρηματοδοτούμενα από πόρους του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης.

Εξάλλου η κοινοπραξία, κατά την ελληνική έννομη τάξη, αποτελεί προσωρινή ένωση φυσικών ή νομικών προσώπων, χωρίς νομική προσωπικότητα (κατ' αρχήν), για την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού, η οποία λύεται αυτοδικαίως με την ολοκλήρωση του σκοπού της, και αυτή η αυτοτελής ένωση καθίσταται κατά νόμο φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (ΟλΣτΕ 606/2008).

Κατά το άρθρο δε 293 παρ. 1 του νόμου 4072/2012, που εφαρμόζεται και επί εταιριών οι οποίες κατά την έναρξη ισχύος του (11-4-2012) δεν τελούν σε εκκαθάριση ή σε πτώχευση, η κοινοπραξία είναι εταιρία χωρίς νομική προσωπικότητα και, εφόσον εμφανίζεται προς τα έξω (π.χ. συμβαλλόμενη υπό το συγκεκριμένο σχήμα με τρίτο ή εκτελώντας έργο ως τέτοια), αποκτά ως ένωση προσώπων ικανότητα δικαίου ( αυτοτελή ικανότητα να έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις) και πτωχευτική ικανότητα.

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, το οποίο καθόρισε το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1/2016, ΑΠ 78/2020, 83/2015). Η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας κατά τα προαναφερόμενα και επομένως η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχει ή όχι οι προϋπόθεση αυτή ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 (ΟλΑΠ 25/2008). Ο νομικός δε χαρακτηρισμός της σύμβασης και η επιλογή των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο αποφαίνεται με βάση πάντοτε τα προτεινόμενα από τους διαδίκους (και αποδεικνυόμενα, εφόσον εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης) πραγματικά περιστατικά και είναι αδιάφορη η ονομασία την οποία έδωσαν στη σύμβαση τα μέρη (ΑΠ 754/2021, 772/2012, 1438/1995).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής της αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι αυτή επικαλέσθηκε προς θεμελίωση της αγωγής της τα ακόλουθα: Με την 504/2.4.2007 σύμβαση έργου, που καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης "Κοινωνία της Πληροφορίας Ανώνυμη Εταιρία" και της ένωσης εταιριών - αναδόχου αποτελουμένης από την αναιρεσείουσα, την ανώνυμη εταιρία "...." και την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", κατόπιν νομότυπης διεξαγωγής διαγωνισμού, η αναιρεσίβλητη ανέθεσε στην ανάδοχο ένωση εταιριών την υλοποίηση του έργου "Δημιουργία Πληροφοριακού Συστήματος για την υποστήριξη της οργάνωσης και διοίκησης των μονάδων υγείας της Β' Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής", που είχε ως αντικείμενο την προμήθεια του κατάλληλου λογισμικού και εξοπλισμού για το σύνολο των πληροφοριακών συστημάτων και η παροχή όλων των απαιτούμενων υπηρεσιών εγκατάστασης, παραμετροποίησης και διασύνδεσης και υποστήριξης λειτουργίας Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Υγείας (ΟΠΣΥ) με σκοπό την οργάνωση και διοίκηση των μονάδων υγείας της Β' Δ.Υ.ΠΕ.

Αττικής και την υποστήριξη της συγκρότησης της Β' Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής σε σύστημα σύμφωνα με το σχετικό παράρτημα της συμβάσεως. Ειδικότερα το έργο, που ανέλαβε να εκτελέσει η ανωτέρω ανάδοχος, περιλάμβανε τα εξής τμήματα: Α. Υποσυστήματα ERP/HIS/MIS/PORTAL/ΥΤΕΠ του πληροφοριακού συστήματος για την υποστήριξη της οργάνωσης και διοίκηση Μονάδων υγείας της β' ΔΥΠΕ Αττικής.

Β. Υποσυστήματα LIS του πληροφοριακού συστήματος για την υποστήριξη της οργάνωσης και διοίκηση Μονάδων υγείας της β' ΔΥΠΕ Αττικής. Γ. Υποσυστήματα Διαχείρισης εξοπλισμού ΒΙΤ του πληροφοριακού συστήματος για την υποστήριξη της οργάνωσης και διοίκηση Μονάδων υγείας της β' ΔΥΠΕ Αττικής και η συνοπτική περιγραφή του αντικειμένου του έργου περιελάμβανε ανά τμήμα τα εξής: 1.

τη σύνταξη μελέτης εφαρμογής - επικαιροποίηση απαιτήσεων όλου του αναγκαίου εξοπλισμού, των υποδομών και του λογισμικού πακέτου που απαιτείται για την παραγωγική λειτουργία του περιφερειακού κέντρου δεδομένων (ΠΚΔ) και των πληροφοριακών συστημάτων όλων των διοικητικών μονάδων και μονάδων υγείας (ΜΥ) που εντάσσονται στο έργο [κεντρική υπηρεσίας και των αναφερόμενων έξι περιφερειακών νοσοκομείων], 2.

την υλοποίηση του ΠΚΔ, 3. την προμήθεια του κατάλληλου λογισμικού και του απαιτούμενου εξοπλισμού για το σύνολο των πληροφοριακών συστημάτων και την παροχή όλων των απαιτούμενων υπηρεσιών εγκατάστασης, παραμετροποίησης και πλήρη παραγωγική λειτουργία όλων των εφαρμογών και πληροφοριακών συστημάτων του έργου και την κάλυψη των λειτουργικών και επιχειρησιακών απαιτήσεων της Κεντρικής Υπηρεσίας και Μονάδων Υγείας της ΔΥΠΕ, 4.

τη συμπλήρωση /υλοποίηση της πύλης (Internet Portal) της ΔΥΠΕ ως πύλης εξυπηρέτησης/ πληροφόρησης στους πολίτες/ ασθενείς και παροχής ψηφιακού περιεχομένου υγειονομικής και προνοιακής φύσης, 5. την εγκατάσταση/ υλοποίηση του Υποσυστήματος Τηλεφωνικής Εξυπηρέτησης Πελατών- Διαχείριση Πολίτη/ Ασθενούς (ΥΠΕΤ) στην Κεντρική Υπηρεσία, με στόχο την ενημέρωση και τη διευκόλυνση πρόσβασης των πολιτών σε πόρους της ΔΥΠΕ, 6.

Την εγκατάσταση, παραμετροποίηση/ υλοποίηση Διοικητικού- Οικονομικού υποσυστήματος και υποσυστήματος Διαχείρισης Ασθενών, που θα καλύπτουν τις ανάγκες της ΔΥΠΕ και των ΜΥ (προϋπολογισμοί, κοστολόγηση, λογιστική, λογαριασμοί εισπρακτέοι και πληρωτέοι κ.λπ.), 7. την εγκατάσταση, παραμετροποίηση/υλοποίηση Ιατρικού Υποσυστήματος του ΟΠΣΥ στις ΜΥ (νοσηλευτική υπηρεσία, ιατρικά πρωτόκολλα και πορίσματα κ.λπ.), 8.

την εγκατάσταση, παραμετροποίηση/ υλοποίηση ενός Υποσυστήματος Επιχειρηματικής Ευφυΐας για τη διαχείριση των πληροφοριών του ΠΚΔ, 9. την εγκατάσταση, παραμετροποίηση/υλοποίηση ενός Πληροφοριακού Υποσυστήματος (μη απεικονιστικών) Εργαστηρίων στα έξι νοσοκομεία της ΔΥΠΕ και 10. την εγκατάσταση, παραμετροποίηση/ υλοποίηση ενός υποσυστήματος (εξοπλισμός και λογισμικό εφαρμογών ΒΙΤ στα τμήματα Βιοϊατρικής Τεχνολογίας των ανωτέρω νοσοκομείων).

Με το 14010/30.3.2007 συμφωνητικό συνεργασίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Τ., που καταρτίσθηκε μεταξύ των εταιριών που συμμετέχουν στην "ένωση εταιριών" - ανάδοχο του έργου, οι τελευταίες δήλωσαν ότι συμμετέχουν στην υλοποίηση και το τίμημα του έργου, η μεν αναιρεσίβλητη κατά ποσοστό 53% μελών, η δεύτερη ανωτέρω εταιρία με ποσοστό 21,8% και η τρίτη εταιρία με ποσοστό 25,2%.

Το συνολικό έργο συμφωνήθηκε να εκτελεστεί και να παραδοθεί τμηματικά σύμφωνα και με τα αναφερόμενα τροποποιηθέντα χρονοδιαγράμματα, το δε εργολαβικό αντάλλαγμα, ύψους 5.956.481,08 ευρώ πλέον ΦΠΑ ποσοστού 19% εκ ποσού 1.131.731,41 ευρώ και συνολικά ποσού 7.088.212,49 ευρώ, να καταβάλλεται σε δόσεις με βάση τη σταδιακή παραλαβή των παραδοτέων τμημάτων της σύμβασης, και συγκεκριμένα:

α] ποσοστό 5% του συνολικού κόστους του έργου, χωρίς το κόστος των υπηρεσιών υποστήριξης παραγωγικής λειτουργίας [SLA] μετά την παραλαβή της μελέτης εφαρμογής, β] ποσοστό 35% του συνολικού κόστους του έργου χωρίς το κόστος [SLA], ήτοι ποσό 1.910.273 ευρώ ως ακολούθως: 1] με την παραλαβή του παραδοτέου ΠΑ2Α υπό τον τίτλο "υποδομές και εξοπλισμός ΥΠΕ και Νοσοκομείου Σωτηρία" θα καταβληθεί ποσό 783.211 ευρώ, 2] με την παραλαβή του παραδοτέου ΠΑ2Β υπό τον τίτλο "υποδομές και εξοπλισμός νοσοκομείων ΚΑΤ, Ασκληπιείο και Γεννηματάς εκτός των δικτυακών και καλωδιακών" θα καταβληθεί ποσό 745.006 ευρώ, 3] με την παραλαβή του παραδοτέου ΠΑ2Γ υπό τον τίτλο "υποδομές και εξοπλισμός νοσοκομείου Αγία Όλγα και δικτυακός εξοπλισμός των νοσοκομείων ΚΑΤ, Ασκληπιείο, Σισμανόγλειο, Γεννηματάς και Αγία Όλγα" θα καταβληθεί ποσό 382.056 ευρώ, γ] ποσοστό 32% του συνολικού κόστους του έργου χωρίς το κόστος των υπηρεσιών υποστήριξης παραγωγικής λειτουργίας [SLA] ήτοι ποσό 2.268.228 ευρώ μετά την υπογραφή της από 24.12.2009 τροποποίησης της σύμβασης, δ] ποσοστό 10% του συνολικού κόστους του έργου, ήτοι ποσό 545.792,29 ευρώ μετά την προσωρινή παραλαβή του "ΟΠΣΥ", ε] ποσοστό 15% του συνολικού κόστους του έργου, ήτοι ποσό 818.688,43 ευρώ μετά την οριστική παραλαβή του "ΟΠΣΥ", στ] ποσοστό 5% του συνολικού κόστους των υπηρεσιών υποστήριξης παραγωγικής λειτουργίας [SLA] , ήτοι ποσό 81514,48 ευρώ μετά τη λήξη SLA στο Νοσοκομείο Σωτηρία, ζ] ποσοστό 5% του συνολικού κόστους των υπηρεσιών υποστήριξης παραγωγικής λειτουργίας [SLA], ήτοι ποσό 81514,48 ευρώ μετά τη λήξη SLA στο Νοσοκομείο Ασκληπιείο Βούλας και η] το υπόλοιπο του συνολικού κόστους του έργου μετά την οριστική παραλαβή του έργου.

Επιπρόσθετα συμφωνήθηκε: α) η παρακολούθηση και η παραλαβή του έργου να γίνεται από Επιτροπή Παρακολούθησης και Παραλαβής του Έργου (ΕΠΠΕ), σε περίπτωση δε που η προσωρινή ή οριστική παραλαβή δεν πραγματοποιηθεί από την ΕΠΠΕ εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών με υπαιτιότητα της εταιρείας, τεκμαίρεται ότι η παραλαβή συντελέστηκε αυτοδίκαια, β) η κατάθεση εγγυητικών επιστολών από την ανάδοχο συνολικού ποσού 595.650,29 ευρώ για την καλή εκτέλεση του έργου, οι οποίες θα αποδεσμεύονταν τμηματικά ανάλογα με την αξία του τμήματος της σύμβασης που θα παραλαμβάνεται, γ) η δυνατότητα αναστολής, κατά την απόλυτη κρίση της αναιρεσίβλητης, της εφαρμογής μέρους ή του συνόλου της σύμβασης με έγγραφη γνωστοποίηση στον ανάδοχο, καθώς και το δικαίωμα καταγγελίας - λύσης της σύμβασης μετά από απόφαση του αρμοδίου οργάνου της αναιρεσίβλητης κατά τα οριζόμενα στον Κανονισμό Προμηθειών της, οπότε ο ανάδοχος δε θα δικαιούται κανένα ποσό ως αποζημίωση εκτός της αμοιβής του για το έργο, που έχει ήδη εκτελέσει, και τις παραγγελίες προϊόντων, που αποδεδειγμένα έχουν προηγηθεί της καταγγελίας.

Στις 2.4.2007 η ανάδοχος προέβη σε έναρξη εργασιών κι έτσι α) στις 17.10.2007 παρέδωσε το ΠΑ1 παραδοτέο, το οποίο η αναιρεσίβλητη παρέλαβε με το αντίστοιχο πρωτόκολλο παραλαβής καταβάλλοντας στην ανάδοχο την πρώτη δόση της συμφωνηθείσας αμοιβής της, ήτοι 272.896,14 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 5% του συνολικού κόστους του έργου, β) στις 11/9/2008, 10/9/2008 και 21/11/2008 παρέδωσε τα ΠΑ2-Α, ΠΑ2-Β ΚΑΙ ΠΑ2-Γ παραδοτέα αντίστοιχα, τα οποία η αναιρεσίβλητη παρέλαβε με το αντίστοιχο πρωτόκολλο παραλαβής καταβάλλοντας στην ανάδοχο τη δεύτερη δόση της αμοιβής, ήτοι ποσό 1.910.273 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 35% του συνολικού κόστους του έργου, ποσό από το οποίο όμως παρακράτησε το συνολικό ποσό των 189.019,80 ευρώ συνεπεία επιβολής ποινικών ρητρών.

Ειδικότερα, η εναγομένη με την με αριθμό 26482/8.12.2008 επιστολή της προέβη στην επιβολή ποινικής ρήτρας στην ανάδοχο, επικαλούμενη καθυστέρηση στην παράδοση των παραδοτέων υπό στοιχ. ΠΑ2Β και ΠΑ2Γ, ποσών αντίστοιχα 70.485,25 ευρώ και 69.429,75 ευρώ χωρίς ΦΠΑ, μολονότι οι καθυστερήσεις αυτές δεν οφείλονται σε υπαιτιότητα της αναδόχου αλλά σε προβλήματα, που αντιμετώπιζαν τα νοσοκομεία σχετικά με την παραλαβή και την αποθήκευση του παραδοτέου εξοπλισμού.

Επίσης, με την με αριθμό 5974/15.4.2008 επιστολή της προέβη στην επιβολή ποινικής ρήτρας στην ανάδοχο- ένωση εταιρών, επικαλούμενη καθυστέρηση στην παράδοση των παραδοτέων υπό στοιχ. ΠΑ3 και ΠΑ4, ποσού 18.862,25 ευρώ χωρίς ΦΠΑ. Στις 24.12.2009 υπογράφηκε τροποποίηση της σύμβασης και η αναιρεσίβλητη κατέβαλε την τρίτη δόση της αμοιβής της αναδόχου, ποσού 2.268.228 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 32% του συνολικού κόστους του έργου.

Στις 24.2.2009 η ανάδοχος υπέβαλε το Παραδοτέο ΠΑ5, με το οποίο συνδέεται η καταβολή της τέταρτης δόσης της αμοιβής της, με όλα τα υποσυστήματα να βρίσκονται σε παραγωγική λειτουργία, πλην των υποσυστημάτων "SAΡ ΗR/Διαχείριση προσωπικού & Μισθοδοσία", "SΑΡ ΒW/Επιχειρησιακή Ευφυΐα ΒΙ" και "SΑΡ Ροrtal /Διαδικτυακή Πύλη 1ης Υ.Πε.", τα οποία δεν εντάχθηκαν σε λειτουργία με αποκλειστική υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης και μάλιστα επειδή δεν δόθηκαν από εκείνη τα δεδομένα μετάπτωσης και εκκρεμεί ο ορισμός των χρηστών του κάθε φορέα.

Ότι η ανάδοχος βρέθηκε σε πραγματική αδυναμία ολοκλήρωσης και των υπό στοιχεία ΠΑ6, ΠΑ8 και ΠΑ10 παραδοτέων τμημάτων του έργου, με τα οποία συνδέεται η καταβολή της πέμπτης δόσεως της αμοιβής της, λόγω της αρνήσεως της αναιρεσίβλητης να προβεί στις απαιτούμενες για τη συνέχιση του έργου πράξεις και μάλιστα, διότι δεν γνωστοποίησε στην ανάδοχο τα ονόματα των χρηστών και διαχειριστών του "ΌΠΣΥ" στις υπόλοιπες μονάδες υγείας προς εκπαίδευσή τους, πλην των νοσοκομείων Σωτηρία, Ασκληπιείο, Κωνσταντοπούλειο και 1η Υ.ΠΕ, δεν όρισε νέα νοσοκομεία για ένταξή τους στην παραγωγική λειτουργία και δεν χορήγησε τα απαραίτητα δεδομένα μετάπτωσης.

Η αναιρεσίβλητη, κάνοντας χρήση της προβλέψεως του άρθρου 17 εδ. α' της συμβάσεως, προέβη αρχικώς με τη 1734/23.2. 2010 απόφασή της στη μερική αναστολή της υλοποίησης του έργου και συγκεκριμένα της Φάσης 2 αυτού "Εκπαίδευση, πιλοτική λειτουργία και Roll out εφαρμογών" μέχρι τις 15.4.2010, προκειμένου "να βρεθεί η βέλτιστη λύση συνέχισης χρηματοδότησης του έργου και ορισμός νέων μελών στην ΕΠΠΕ από τον κύριο του έργου", στη συνέχεια δε, με τις 3293/11.5.2010 και 3660/31.5.2010 αποφάσεις της προέβη στην παράταση της αναστολής του έργου αρχικά μέχρι τις 31.5.2010 και ακολούθως μέχρι τις 30.6.2010, ενώ με τη 4321/5.7.2010 απόφασή της προέβη στην επ' αόριστο παράταση της αναστολής του έργου μέχρι την ένταξή του στο Ε.Π. "Ψηφιακή Σύγκλιση".

Ότι η αναιρεσίβλητη κατέβαλε στην ανάδοχο -ένωση εταιριών συνολικά το ποσό των 4.451.397,15 ευρώ (272.896,14+1.910.273+2.268.228), αφαιρουμένου του ποσού των 189.019,9 ευρώ, που παρακράτησε λόγω επιβολής ποινικών ρητρών. Ότι το συνολικό συμβατικό τίμημα, που αναλογούσε στην ανάδοχο, με βάση το 14010/30.3.2007 συμφωνητικό συνεργασίας μετά των εταιριών - μελών της ανερχόταν στο ποσό των 3.756.752,61 ευρώ (7.088.212,49 X 53%), η ίδια δε η αναιρεσείουσα προέβη στην τιμολόγηση ποσού 2.998.791,32 ευρώ για παρασχεθείσες υπηρεσίες και προϊόντα, εκ του οποίου η αναιρεσίβλητη της κατέβαλε ποσό 2.259.059,95 ευρώ [4.451.397,15 X 53% = 2.359.240,4 - 100.180,55 ευρώ (που αποτελεί την αναλογία της αναιρεσείουσας- ενάγουσας επί του παρακρατηθέντος ποσού των ποινικών ρητρών) = 2.259.059,95].

Από υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης και συγκριμένα λόγω της άρνησής της να χορηγήσει στην ανάδοχο τα απαραίτητα δεδομένα προς μετάπτωση σε ηλεκτρονική μορφή και να ορίσει νέο νοσοκομείο για την επέκταση της παραγωγικής λειτουργίας του έργου, διακόπηκε το έργο κατά το τελευταίο στάδιο της ολοκλήρωσης της φάσης Β και η αναιρεσίβλητη δεν προέβη ούτε στην προσωρινή, ούτε στην οριστική παραλαβή του έργου 'ΌΠΣΥ", ενώ αρνείται να καταβάλει την τέταρτη και πέμπτη δόση της συμφωνημένης αμοιβής της αναδόχου.

Η ίδια (η αναιρεσείουσα) με επιστολές της έταξε επανειλημμένα προθεσμίες στην αναιρεσίβλητη για να εκπληρώσει τις ως άνω συμβατικές της υποχρεώσεις, αυτές όμως παρήλθαν άπρακτες και επομένως η τελευταία κατέστη υπερήμερη ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων. Επικουρικώς η αναιρεσείουσα ισχυριζόταν ότι με την απόφασή της 4321/5.7.2010 για επ' αόριστον αναστολή εκτέλεσης του έργου, η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε σιωπηρά τη σύμβαση.

Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά, η αναιρεσείουσα- ενάγουσα ζητούσε: α] να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη- εναγομένη να της καταβάλει νομιμοτόκως το υπόλοιπο μέρος της οφειλόμενης βάσει της συμβάσεως αμοιβής της, κατά το ποσοστό [53%] που αντιστοιχεί στην ίδια ως μέλος της αναδόχου -ενώσεως εταιριών, ήτοι το ποσό των 1.497.692,66 ευρώ [3.756.752,61 ευρώ - 2.259.059,95 ευρώ που έχει ήδη καταβληθεί = 1.497.692,66 ευρώ], επικουρικώς δε, το ποσό των 1.338.322,30 ευρώ για υπηρεσίες και προϊόντα, που παρείχε ήδη η ίδια κατά την εκτέλεση του έργου, για τα οποία εξέδωσε τιμολόγια συνολικού ποσού 739.731,37 ευρώ, καθώς επίσης και για υπηρεσίες εκπαίδευσης και υπηρεσίες εξασφάλισης επιπέδου παρεχομένων υπηρεσιών [SLA], συμπεριλαμβανομένων και υπηρεσιών διοίκησης έργου, για τις οποίες δεν έχει ακόμη εκδώσει τιμολόγια, συνολικού ποσού 598.590,93 ευρώ και συνολικά το ποσό των 1.338.322,30 ευρώ (739.731,37+98.590,93=1.338.322,30 ευρώ), β] Να αναγνωριστεί ότι η επιβολή εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, δυνάμει των 5974/15.4.2008 και 26842/8.12.2008 επιστολών της, ποινικών ρητρών συνολικού ποσού 189.019,80 ευρώ, είναι μη νόμιμη, να διαταχθεί η ανάκληση αυτών και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη- εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 100.180,55 ευρώ που αντιστοιχεί στη μερίδα συμμετοχής της [189.180,55 ευρώ X 53%].

Γ] Να αναγνωρισθεί ότι έπαυσε η ισχύς της 85517/30.3.2007 εγγυητικής επιστολής καλής εκτέλεσης της τράπεζας "INTENSA SΑO ΡΑΟLΟ", ποσού 315.695 ευρώ, και να διαταχθεί η απόδοσή της στην ίδια. Δ] Να αναγνωριστεί η ακυρότητα των αποφάσεων της αναιρεσίβλητης περί μερικής αναστολής υλοποίησης της β' φάσης του έργου και των παρατάσεων αυτής και της απόφασης 4321/5.7.2010 περί της επ' αόριστον αναστολής εκτέλεσης του έργου.

Με βάση αυτά τα επικληθέντα από την αναιρεσείουσα πραγματικά περιστατικά το Εφετείο έκρινε ότι η μεταξύ της αναδόχου ένωσης, που είχε τη μορφή κοινοπραξίας, και της αναιρεσίβλητης σύμβαση είχε χαρακτήρα μικτής δημόσιας σύμβασης μελέτης εφαρμογής πληροφορικής και σύμβασης δημοσίου έργου, με συνέπεια να έχουν εφαρμογή επ' αυτής οι παρατιθέμενες στην αμέσως παραπάνω μείζονα σκέψη διατάξεις, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση λόγω αναρμοδιότητας του δικαστηρίου, το οποίο την εξέδωσε, κράτησε την χαρακτηριζόμενη από την αναιρεσείουσα αγωγή, την οποία εκτίμησε ως προσφυγή, επειδή περιελάμβανε και ακυρωτικά αιτήματα πέραν των σωρευομένων αποζημιωτικών αιτημάτων, και δικάζοντας την σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσείουσας- προσφεύγουσας- ενάγουσας, αφού αυτή δεν ασκήθηκε είτε από την ανάδοχο του έργου ένωση- κοινοπραξία, είτε από όλα τα μέλη της από κοινού κατ' εφαρμογή των άρθρων 13 παρ. 8 ν. 1418/1984 (και 77 παρ. 8 ν. 3669/2008, που κωδικοποίησε τις διατάξεις περί δημοσίων έργων) και 41 παρ. 14 ν. 3316/2005.

Το Εφετείο δεν παραβίασε με αυτές τις κρίσεις του ευθέως δι' εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των ανωτέρω άρθρων και των άρθρων 68, 76 παρ. 1 περ. γ' ΚΠολΔ (η τελευταία αναφερόμενη επίσης στη νομιμοποίηση υπό την ανωτέρω έννοια), τις οποίες εφάρμοσε, καθώς συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Επομένως είναι αβάσιμοι οι δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αυτής, εκτιμώμενοι ως στηριζόμενοι στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ [και όχι (και) στον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, στον οποίο αποπειράται επιπροσθέτως να επιστηρίξει τον πρόσθετο λόγο η αναιρεσείουσα, δεδομένου και ότι προβολή τέτοιου λόγου επί διαφορών από δημόσια έργα και δημόσιες μελέτες αποκλείεται κατά τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη], με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα.

Ειδικότερα το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις δεχόμενο ότι: α) Η σύμβαση μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της ένωσης, στην οποία συμμετείχε η αναιρεσείουσα και η οποία έχει κατά νόμο χαρακτήρα κοινοπραξίας για την εκτέλεση έργου, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, αποτελεί, σύμφωνα και με τα παρατιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, μικτή σύμβαση δημόσιου έργου και δημόσια σύμβαση μελέτης εφαρμογής (αυτή μάλιστα κατ' ορθότερο ακόμη νομικό της χαρακτηρισμό έχει χαρακτήρα κατά κύριο λόγο σύμβασης δημοσίου έργου και δευτερευόντως χαρακτήρα δημόσιας μελέτης), διεπόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των νόμων 1418/1984 και 3316/2005, δεδομένου ότι η αναιρεσίβλητη είναι μεν πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ανήκει όμως αποκλειστικά στο Ελληνικό Δημόσιο, λειτουργεί κατά το καταστατικό της χάριν του δημοσίου συμφέροντος και έχει ως κύρια αποστολή της την ανάπτυξη δράσεων και την υποστήριξη αρμοδίων φορέων για τη βελτίωση της διοικητικής ικανότητας της δημόσιας διοίκησης, καθώς και την εκτέλεση και διαχείριση έργων στον τομέα της πληροφορικής, επικοινωνίας και νέων τεχνολογιών για τη δημόσια διοίκηση, ενώ και με την ανωτέρω σύμβαση οι συμβληθέντες απέβλεψαν στη δημιουργία από την ανάδοχο νέας τεχνικά αυτοτελούς λειτουργίας, ήτοι στη δημιουργία σύνθετου πληροφοριακού συστήματος, που αποτελεί έργο υποδομής της χώρας, το οποίο καλύπτει βασικές ανάγκες του κοινωνικού συνόλου και αποσκοπεί στη βελτίωση της ποιότητας ζωής του λαού.

Ο χαρακτήρας της συμβάσεως ως συμβάσεως έργου αποδίδεται στη συγκεκριμένη σύμβαση και από την αναιρεσείουσα στο αγωγικό της δικόγραφο, το οποίο εξ υπαρχής αναφέρεται ότι στην ένωση εταιριών, στην οποία συμμετείχε και η οποία αναδείχθηκε ως ανάδοχος, ανατέθηκε η με δικές της δαπάνες υλοποίηση του έργου "Δημιουργία Πληροφοριακού Συστήματος για την υποστήριξη της οργάνωσης και διοίκησης των μονάδων υγείας της Β'Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (σελ. 2 της αγωγής της), συνιστάμενου στη δημιουργία νέας αυτοτελούς λειτουργίας, ενώ η αναιρεσείουσα επανειλημμένως στην αγωγή της αναφέρεται στο "Έργο" και την εκτέλεσή του, έστω και αν αυτή δεν το χαρακτηρίζει ως "δημόσιο" έργο.

Το επικαλούμενο από αυτήν γεγονός ότι για την εκτέλεσή του είχε αναληφθεί και υποχρέωση εισφοράς και υλικών αντικειμένων (Η/Υ κ.λπ.), που ήταν απαραίτητα για την επίτευξη του σκοπούμενου αποτελέσματος, δεν αναιρεί το χαρακτήρα της σύμβασης, ούτε είναι δυνατό, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, να της προσδώσει διαφορετικό χαρακτηρισμό.

Η μελέτη δε, την οποία ανέλαβε η ανωτέρω κοινοπραξία δεν παύει να αποτελεί μελέτη κατά την έννοια του ν. 3316/2005, έστω και αν δεν πρόκειται για προηγηθείσα μελέτη (προμελέτη ή οριστική μελέτη), αλλά για μελέτη εφαρμογής. Ο ως άνω χαρακτήρας της συμβάσεως καθιστά εφαρμοστέες τις διατάξεις των άρθρων 13 ν. 1418/1984 και 41 παρ. 14 του ν. 3316/2005, που αποτελούν ειδικές διατάξεις εφαρμοζόμενες επί δημοσίων έργων και δημόσιων μελετών, υπερισχύουσες των κοινών διατάξεων του ΚΠολΔ (αλλά ακόμη και του ν. 4072/2012, που, σε κάθε περίπτωση, αναγορεύει την κοινοπραξία σε αυτοτελές υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, αναγνωρίζοντάς της με ρητή διάταξη πλέον ικανότητα δικαίου) και προβλέπουν ειδικούς κανόνες ως προς τη νομιμοποίηση των διαδίκων στις σχετικές δίκες.

Αυτό δεν αναιρείται, όπως αβασίμως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, από την πρόβλεψη στο άρθρο 37 του Κανονισμού Δημοπράτησης, Ανάθεσης και Εκτέλεσης έργων, Υπηρεσιών και Προμηθειών της αναιρεσίβλητης, που κυρώθηκε με τη 263/24-4-2002 Κ.Υ.Α των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών- Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, ότι οι διαφορές, που προκύπτουν από την εκτέλεση και ερμηνεία σύμβασης μεταξύ της αναιρεσίβλητης εταιρίας και αναδόχου, καθώς και από κάθε άλλη πράξη οργάνου της εταιρίας ή συμβαλλομένου με την εταιρία και πάντοτε σε σχέση με συγκεκριμένη σύμβαση ανάθεσης έργου, υπηρεσίας ή προμήθειας επιλύονται δικαστικά (και με διαιτησία εάν αυτό προβλέπεται στη διακήρυξη και στη σύμβαση ανάθεσης), εφαρμοστέο δε δίκαιο είναι το ελληνικό ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο και αποκλειστικά αρμόδια τα καθ' ύλην αρμόδια δικαστήρια της Αθήνας, εκτός αν ρητά συμφωνηθεί διαφορετικά.

Αντιθέτως, αυτή η πρόβλεψη παραπέμπει στο ελληνικό δίκαιο, στο οποίο εντάσσονται οι εφαρμοσθέντες νόμοι 1418/1984 και 3316/2005, ενώ αναφέρεται και στα αρμόδια καθ' ύλην δικαστήρια, τα οποία καθορίζονται από το ισχύον ελληνικό δικονομικό δίκαιο, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι ρυθμίσεις των ανωτέρω νόμων, όταν πρόκειται για δημόσιο έργο και δημόσια μελέτη.

β) Η αγωγή της αναιρεσείουσας αποτελεί, κατ' ορθό χαρακτηρισμό του δικογράφου της, προσφυγή. Αυτή δεν περιλαμβάνει μόνο αναγνωριστικά ή καταψηφιστικά (αποζημιωτικά) αιτήματα για εκκαθαρισμένες και αναγνωρισμένες από τον κύριο του έργου απαιτήσεις, οπότε θα επρόκειτο περί ευθείας αγωγής, αλλά σ'αυτήν σωρεύονται καταψηφιστικά αιτήματα για μη αναγνωρισμένες από τον κύριο του έργου αξιώσεις της καθ' ης και ακυρωτικά αιτήματα.

Συγκεκριμένα η αναιρεσείουσα ζητούσε, πέραν των αιτημάτων της για επιδίκαση των προαναφερομένων ποσών, να αναγνωρισθεί και 1) ότι η επιβολή εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ποινικών ρητρών είναι μη νόμιμη και να διαταχθεί η ανάκληση αυτής, 2) η ακυρότητα των αποφάσεων της αναιρεσίβλητης περί μερικής αναστολής υλοποίησης της β' φάσης του έργου και των παρατάσεων αυτής και της τελευταίας απόφασής περί της επ' αόριστον αναστολής εκτέλεσης του έργου.

Με αυτά προσβλήθηκαν βλαπτικές για την ανάδοχο πράξεις και αποφάσεις των οργάνων της διοίκησης του κυρίου του έργου, η αναγνώριση της ακυρότητας ή μη νομιμότητας των οποίων αποτελούσε και προϋπόθεση για παραδοχή καταψηφιστικών αιτημάτων της (των στηριζομένων σε υπερημερία εργοδότη λόγω μη αναγκαίας σύμπραξής του, άλλως σε καταγγελία).

Τα ακυρωτικά αιτήματα (έστω και αν σωρεύθηκαν με καταψηφιστικά) προσέδωσαν στο ένδικο βοήθημα, που άσκησε η αναιρεσείουσα, όπως κρίθηκε από το Εφετείο, τον χαρακτήρα της προσφυγής (με σώρευση σε αυτήν και αποζημιωτικής αγωγής), που προβλέπεται από ειδικές δικονομικές διατάξεις του ν. 1418/1984 και 3669/2008, οι οποίες κατισχύουν των γενικών διατάξεων του ΚΠολΔ, και έχουν ως συνέπεια την υποχρεωτική τήρηση ενδικοφανούς προδικασίας και αντικείμενο (και) την ακύρωση ή τροποποίηση των προσβαλλόμενων βλαπτικών πράξεων, που, παρότι δεν θεωρούνται μεν εκτελεστές διοικητικές πράξεις βάσει του οργανικού κριτηρίου, αφού εκδόθηκαν από την υπαγόμενη στις διατάξεις του νόμου 3669/2008 αναιρεσίβλητη, νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, έχουν, ως δηλώσεις δικαιοπρακτικής βούλησης κατά το αστικό δίκαιο, έννομη σημασία για την εξέλιξη της εργολαβικής συμβάσεως και τις εξ αυτής αξιώσεις της αναδόχου- εργολάβου.

Επομένως ισχύει ως προς την ασκηθείσα προσφυγή η αποκλειστική ρύθμιση της νομιμοποίησης, που προβλέπεται από την τελευταία παράγραφο του άρθρου 13 παρ. 8 ν. 1418/1984, ενώ δεν είναι και νοητός ο χωρισμός του ένδικου βοηθήματος που άσκησε η αναιρεσείουσα σε ευθεία αγωγή (η οποία χωρεί, σε κάθε περίπτωση, μόνο όταν από τον κύριο του έργου έχει ήδη αναγνωρισθεί η απαίτηση) και σε προσφυγή, δια του διαχωρισμού των αποζημιωτικών από τα ακυρωτικά αιτήματα, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρόσθετο λόγο της αίτησής της.

Μετά απ' αυτά, πρέπει να απορριφθεί η από 28-5-2020 αίτηση αναίρεσης και ο από 18-2-2022 πρόσθετος λόγος της για αναίρεση της 2636/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

Εξάλλου, η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την κρινόμενη από 28-5-2020 αίτηση αναίρεσης και τον από 18-2-2022 πρόσθετο λόγο της κατά της 2636/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ