Legislator Case Law & Legislation
1269/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to improper service of process and inadmissible common sense argument.

Case Number 1269/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a first-instance judgment, ruling the appeal inadmissible due to improper service of process and an invalid legal argument. The appellants argued that the lower court failed to apply common sense principles regarding fault, but the court held such arguments do not constitute grounds for appeal. Consequently, the appeal was rejected, costs were awarded to the respondents, and the original judgment stands.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 577 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 1, section 2: The Supreme Court examines procedural defects like improper service, and violations of common sense principles do not constitute grounds for appeal unless they concern legal interpretation or application.

Keywords

AI generated
improper service of process inadmissible appeal common sense principles procedural defect costs allocation service of summons appeal grounds

Cited Legislation

AI generated
Articles 576, 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1, section 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3, section 5, subsection d of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 182, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1269 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1269/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Α. του Γ., 2) Α. Κ. του Ε., συζύγου Ε. Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γαβριηλίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. χήρας Α. Β., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Γ. Φ. του Β., κατοίκου ..., 2) Θ. Φ. του Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Νίτσιου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/4/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκε η 9802/2015 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8/3/2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 και 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν, κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικος ή ο ομόδικός του, ερευνάται, αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή και αν εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 1 εδ. 3 και 4 του Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων, που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε και να την εγγράψει στο οικείο πινάκιο.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, που απολείπεται, κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο, εφόσον είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως, κατά την ίδια δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν μη νόμιμη κλήτευσή του, κατά την αρχική δικάσιμο.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την 9231-ΣΤ'/15-11-2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, την οποία προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη καταθέσεώς της στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου και την από 2-10-2019 πράξη της Προεδρεύουσας του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίστηκε ως δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης η 5η-10-2020.

Κατά την ημερομηνία αυτή, η συζήτηση αναβλήθηκε, με κοινό αίτημα των διαδίκων, για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο (20-9-2021), κατά την οποία η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του οικείου πινακίου, η συζήτηση, όμως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρούσα.

Μετά ταύτα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της 9802/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καταστάσας τελεσίδικης δια της παρελεύσεως της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας προς άσκηση εφέσεως, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3Β περ. β', 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 του ίδιου Κώδικα).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 93/2020, Α.Π. 23/2020, Α.Π. 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που, εκ περισσού, εκτίθενται ή διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις.

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 1455/2009). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε (έστω και εσφαλμένα) για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 12/1991, Α.Π. 695/2020, Α.Π. 272/2020, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 99/2020, Α.Π. 78/2020, Α.Π. 1293/2017, Α.Π. 927/2017), ακόμη και αν έγινε σιωπηρά, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων των αντιθέτων προς αυτό που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π. 15/2021, Α.Π. 5/2020, Α.Π. 2086/2017, Α.Π. 841/2017, Α.Π. 1386/2015).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά. Δεν απαιτείται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι αυτά λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (Α.Π. 1409/2019, Α.Π. 779/2019, Α.Π. 342/2016, Α.Π. 1633/2009).

Συνεπώς, η ύπαρξη αμφιβολιών σχετικά με το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη των κρίσιμων, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, θεμελιώνει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 2/2008).

Από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: "Η α' εναγομένη κατέθεσε στις 4-11-2010 ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης έγκληση εναντίον των εναγόντων, προτείνοντας ως μάρτυρες τους β' και γ' εναγομένους. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της εγκλήσεως ο α' ενάγων, σε συνεργασία με τη δεύτερη ενάγουσα, αφαίρεσε από τη νομή και κατοχή της α' εναγομένης, περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2007, ένα σκάφος με το όνομα "Γ." και Λ.Θ.

… μαζί με την εξωλέμβια μηχανή μάρκας ΥΑΜΑΗΑ 40 ΗΡ, που ανήκαν στον αποβιώσαντα τον Οκτώβριο του 2007 σύζυγό της Α. Β.. Αντίστοιχα, οι β' και γ' εναγόμενοι, κληθέντες για μάρτυρες στα πλαίσια της διενεργούμενης προανάκρισης, κατέθεσαν ενώπιον του ΙΔ' Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης στις 7-1-2011, επί λέξει τα εξής: Ο β' εναγόμενος ότι 'το σκάφος αυτό το αφήρεσε από το αγκυροβόλιό του μετά το θάνατο του ιδιοκτήτη του ο α' εγκαλούμενος το έτος 2007 και το μετέφερε με τρέιλερ στο σπίτι του, που βρίσκεται απέναντι από το δικό μου σπίτι.

Εκεί το κράτησε για 6-7 μήνες περίπου, το έβαψε, έβαλε αριθμό σκάφους που είχε παλαιότερα στο όνομά της η β' εγκαλουμένη και άλλαξε το όνομά του από 'Γ.' σε 'ΠΡΩΤΑ Ο ΘΕΟΣ', όνομα που επίσης είχε το καταστραφέν από 15ετίας περίπου σκάφος της β' εγκαλουμένης... Το σκάφος αυτό έχει ΑΜΜΑΣ … και μέχρι το έτος 2007 φαίνεται καταχωρημένο στα κομπιούτερ της ΕΕ στο όνομα του Α.

Β. ' και ο γ' εναγόμενος ότι '...

Συνεπώς ο εγκαλούμενος τα τελευταία χρόνια δεν είχε επίσημο σκάφος στην κατοχή του και όταν αρρώστησε ο σύζυγος της εγκαλούσας έπαιρνε το σκάφος και έκανε τη δουλειά του και το επέστρεφε στη θέση του, όταν δε το έτος 2007 απεβίωσε, το αφαίρεσε οριστικά, το έβαψε, έβαλε τα νούμερα του κατεστραμμένου δικού του σκάφους που ήταν γραμμένο στο όνομα της συζύγου του, άλλαξε δε το όνομά του από Γ.

σε Πρώτα ο Θεός, ονομασία που είχε το καταστραφέν σκάφος και έτσι το χρησιμοποιούσε'. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. …/….06.1986 τιμολογίου της επιχειρήσεως Δ. Μ. - Σ. Δ. ' ο σύζυγος της α' εναγομένης είχε προβεί στην αγορά ενός σκάφους πολυεστερικού, προκειμένου να το χρησιμοποιεί στην εργασία του ως αλιεύς μυδοκαλλιέργειας στη θαλάσσια περιοχή των ….

Το σκάφος αυτό επανδρώθηκε με μια μηχανή εξωλέμβια ΥΑΜΑΗΑ 40 ΗΡ..., απέκτησε το όνομα 'Γ.' και καταχωρήθηκε νόμιμα στα αρμόδια λεμβολόγια με Λ.Θ. …, είχε δε μήκος ολικό 7,20 μέτρα, πλάτος νηολόγησης 1,65 μέτρα και βάθος νηολόγησης 0,55 μέτρα. Το σκάφος αυτό χρησιμοποιούσε ο σύζυγος της πρώτης εναγομένης μαζί με το συνεταίρο του Θ.

Γ. και το έτος 2001 μεταβιβάστηκε σε τρίτο πρόσωπο... η μεταβίβαση όμως αυτή όπως αποδείχθηκε αφορούσε μόνο την άδεια και όχι το σκάφος αυτό καθ' αυτό και τη μηχανή του ως πράγματα, τα οποία παρέμειναν στην κατοχή και χρήση του συζύγου της α' εναγομένης... Το έτος 2005 ο τελευταίος εκδήλωσε σοβαρά προβλήματα υγείας με αποτέλεσμα να σταματήσει την εργασία του και απεβίωσε τον Οκτώβριο του 2007.

Μετά το θάνατό του το σκάφος εξαφανίστηκε από το σημείο που ήταν πάντα προσαραγμένο, η δε πρώτη εναγομένη το αναζητούσε αρχικά και στη συνέχεια το θεωρούσε απωλεσθέν μέχρι τη στιγμή που αναγνωρίστηκε στο Λιμεναρχείο Θεσσαλονίκης ότι επρόκειτο για το δεσμευμένο σκάφος που έφερε το όνομα 'Πρώτα ο Θεός'.

Ακόμη, αποδείχθηκε ότι μετά το θάνατο του πατέρα της β' ενάγουσας, λόγω κληρονομικής διαδοχής, μεταβιβάστηκε στην τελευταία κατά κυριότητα ένα ερασιτεχνικό μηχανοκίνητο σκάφος, ξύλινο, που έφερε το όνομα 'ΠΡΩΤΑ Ο ΘΕΟΣ'. Το συγκεκριμένο σκάφος ήταν καταχωρημένο στα λεμβολόγια του Κ.Λ. Θεσσαλονίκης με το παραπάνω όνομα και αριθμό λεμβολογίου ΛΘ … και σε σχέση με τα χαρακτηριστικά αυτού, σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά αυτού, σύμφωνα με τις σχετικές καταχωρήσεις εμφανιζόταν ότι ήταν αλιευτική λέμβος, αποτελούμενη από ξύλο με έτος κατασκευής το 1971, ολικό μήκος 7,00 μέτρα, πλάτος νηολόγησης 1,65 μέτρα και βάθος νηολόγησης 0,34 μέτρα.

Με το από 16.06.2009 πρωτόκολλο δέσμευσης λέμβου δεσμεύτηκε μια αλιευτική λέμβος με στοιχεία 'ΠΡΩΤΑ Ο ΘΕΟΣ' Λ.Θ. …, η οποία έφερε εξωλέμβιο κινητήρα μάρκας MARINER 20 HP, με την κατηγορία ότι το σκάφος δεν ανταποκρινόταν στα στοιχεία της μερίδας του σκάφους 'ΠΡΩΤΑ Ο ΘΕΟΣ', με αριθμό λεμβητολογίου Λ.Θ. … .... Από την από 24-6-2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ν.

Σ. αποδεικνύεται ότι η λέμβος 'Πρώτα ο Θεός' είναι καταχωρημένη στο Κεντρικό Λιμεναρχείο Θεσσαλονίκης στις 2-6-1992 με αριθμό λεμβολογίου ΛΘ …, ως αλιευτική, κατασκευασμένη από ξυλεία, έτους κατασκευής 1971, με ολικό μήκος 7 μέτρα, πλάτος νηολογήσεως 1,65 μέτρα, βάθος νηολογήσεως 0,34 μέτρα, ύψος (κοίλο) 0,42 μέτρα, χωρητικότητα 1,038 και GT 0,55, ενώ η λέμβος που δεσμεύτηκε στις 16-6-2009 και έφερε το όνομα 'Πρώτα ο Θεός' διαπιστώθηκε ότι είχε ολικό μήκος 7,20 μέτρα, πλάτος νηολόγησης 1,65 μέτρα, βάθος νηολόγησης 0,55 μέτρα και είναι κατασκευασμένη εξ ολοκλήρου από ενισχυμένο πλαστικό.

Κατά συνέπεια, η δεσμευθείσα λέμβος, αν και έφερε το όνομα 'Πρώτα ο Θεός' και ανέγραφε ως αριθμό λεμβολογίου Λ.Θ. …, ήταν εντελώς διαφορετικό σκάφος από τη λέμβο που ήταν καταχωρημένη στα αρχεία των λεμβολογίων του Κ.Λ.Θ. Από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η λέμβος η οποία βρέθηκε στην κατοχή των εναγόντων και δεσμεύθηκε στις 16-6-2009 ταυτίζεται απόλυτα με τη λέμβο της α' εναγομένης που κληρονόμησε από τον σύζυγό της Α.

Β.. Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι δήθεν η δεσμευθείσα από τη Λιμενική Αρχή είναι η δική τους ξύλινη λέμβος την οποία επένδυσαν εξωτερικά με πλαστικό δεν αποδείχθηκε καθόσον στις επιθεωρήσεις που έλαβαν χώρα στις 9-12-2006 και στις 5-2-2009 η λέμβος 'Πρώτα ο Θεός' εξακολουθούσε να αναφέρεται ως κατασκευασμένη από ξυλεία (βλ.

άδειες αλιευτικού σκάφους με θεωρήσεις στις ημερομηνίες 9-12-2006 και 5-8-2009). Τέλος, αποδείχθηκε ότι η α' εναγομένη δεν γνώριζε προσωπικά τους ενάγοντες μέχρι την άσκηση της εγκλήσεως. Συνακόλουθα, από τα προεκτεθέντα, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι η α' εναγομένη ισχυρίστηκε τα επίμαχα πραγματικά περιστατικά στην έγκλησή της, πεπεισμένη περί της αληθείας αυτών, με μοναδικό σκοπό να περιφρουρήσει το δικαίωμά της, οι δε β' και γ' εναγόμενοι κληθέντες από τον ΙΔ' Πταισματοδίκη ως μάρτυρες κατέθεσαν όσα αναφέρθηκαν εν γνώσει τους ότι είναι αληθινά και σε εκτέλεση καθήκοντος.

Πέραν τούτων, από το όλο ύφος του περιεχομένου του δικογράφου της εγκλήσεως και των από 7-1-2011 ενόρκων καταθέσεων των β' και γ' εναγομένων... δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι η μεν έγκληση της α' εναγομένης εντάσσεται στο πλαίσιο άσκησης του δικαιώματός της για τη λήψη έννομης προστασίας, οι δε ένορκες καταθέσεις των β' και γ' εναγομένων έλαβαν χώρα σε εκτέλεση του καθήκοντος μαρτυρίας.

Σε κάθε πάντως περίπτωση και αν ήθελε υποτεθεί ότι τα ως άνω έγγραφα εμπεριέχουν δυσφημιστικά σχόλια για τους ενάγοντες, θα πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός ισχυρισμός των εναγομένων περί άρσης του παρανόμου χαρακτήρα της αδικοπραξίας, κατ' άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ... Επιπρόσθετα, δεν αποδείχθηκε ότι αυτοί είχαν σκοπό να μειώσουν την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων, καθώς ούτε το ύφος της διατύπωσης των αποδιδόμενων φράσεων είναι εξυβριστικό ούτε δείχνει περιφρόνηση προς αυτούς, υπό την έννοια ότι οι εναγόμενοι για την απόδοση των σκέψεών τους δεν χρησιμοποίησαν τρόπο που υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο, για να προσβάλλουν την τιμή των εναγόντων με την αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου ή την περιφρόνηση αυτών.

Δεν αποδείχθηκε επίσης η στοιχειοθέτηση της ψευδορκίας σε βάρος των β' και γ' εναγομένων...". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσία την αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία, οι τελευταίοι υποστήριξαν ότι υπέστησαν προσβολή της προσωπικότητάς τους από την έγκληση της πρώτης των αναιρεσιβλήτων κατ' αυτών και τις ένορκες καταθέσεις των λοιπών και ζητούσαν χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν.

Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αγνόησε τον ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό τους, όπως επιβεβαιώνεται τόσον από τη 280/8-1-2013 αμετάκλητη απόφαση του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης όσον και από την ήδη αμετάκλητη 743/26-2-2013 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (για τα πλημμελήματα), ότι οι αναιρεσίβλητοι τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειας των ισχυρισμών τους, με συνέπεια να απορρίψει την αγωγή τους, ενώ, αν τον είχε λάβει υπόψη, θα διαπίστωνε την αναλήθεια των ισχυρισμών των αντιδίκων τους και θα έκανε δεκτή την αγωγή τους ως ουσιαστικά βάσιμη.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από τις προπαρατιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ανωτέρω αγωγικό ισχυρισμό και τον απέρριψε, αφού κατέληξε σε αντίθετο από το επιθυμητό για τους αναιρεσείοντες αποτέλεσμα. Κατά τα λοιπά, με τις προβαλλόμενες αιτιάσεις πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του Κ.Πολ.Δ. Για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε, αυτεπάγγελτα ή μετά από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους, της έρευνας για τη συνδρομή ή μη των συντεταγμένων του δεδικασμένου και ακολούθως δέχθηκε ή δεν δέχθηκε την ύπαρξη ή τη ύπαρξή του (Ολ.Α.Π 19/2005, Α.Π. 148/2020, Α.Π. 169/2019). Ως εκ τούτου, αν, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με το δεδικασμένο, τότε δεν ιδρύεται ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος (Α.Π. 14/2021, Α.Π. 451/2019, Α.Π. 410/2016, Α.Π. 644/2015). Δεν παράγουν δεδικασμένο για τα πολιτικά δικαστήρια οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, έστω και αν συμπίπτουν τα θεμελιούντα την ποινική κατηγορία και την αστική αξίωση περιστατικά, αλλά συνεκτιμώνται με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία ως δικαστικά τεκμήρια (Α.Π. 777/2018, Α.Π. 215/2013, Α.Π. 1716/2012, Α.Π. 410/2010, Α.Π. 1349/2008, Α.Π. 987/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά το νόμο, παρέλειψε να λάβει υπόψη του, αυτεπαγγέλτως, το δεδικασμένο εκ της 280/8-1-2013 αμετάκλητης απόφασης του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι του εγκλήματος της κλοπής, παρότι αυτοί επικαλέστηκαν και προσκόμισαν την ως άνω απόφαση με τις από 22-3-2013 προτάσεις τους. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί, καθόσον, κατά τα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη εκτιθέμενα, η ανωτέρω αμετάκλητη ποινική απόφαση δεν παράγει δεδικασμένο για την υπό κρίση αστική διαφορά των διαδίκων.

Με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι, παρά το γεγονός ότι προσκόμισαν, μετ' επικλήσεως στις έγγραφες προτάσεις τους α) το από 10-9-2006 πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής ευρεθείσας λέμβου του Λιμεναρχείου Ν.

Μουδανιών, β) αποδείξεις τροφοδοσίας καυσίμων 1996-2006, γ) το από 13-7-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό αγοραπωλησίας του σκάφους "Γ." από το σύζυγο της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, συνοδευόμενο από αίτημα αλλαγής ονόματος σε "Σ." και το …/….-11-2002 πιστοποιητικό κυριότητας μικρού σκάφους του Λιμεναρχείου Θεσσαλονίκης, από τα οποία (έγγραφα) αποδεικνύεται η αλήθεια των ισχυρισμών τους και δη ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων δεν απέκτησε εκ κληρονομίας το ως άνω σκάφος, καθόσον ο σύζυγός της το είχε μεταβιβάσει το έτος 2001, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης κατέληξε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, παραβλέποντας τους κανόνες της κοινής λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καταδεικνύεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να αχθεί στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά, όπως συνάγεται από το προοίμιο της ελάσσονος προτάσεως του δικανικού της συλλογισμού αλλά και από το περιεχόμενο αυτής.

Σε κάθε περίπτωση, οι αιτιάσεις, που εμπεριέχονται στο λόγο αυτό, υπό την επίφαση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας, βάλλουν κατά της αναιρετικώς ανέλεγκτης περί τα πράγματα κρίσης του Δικαστηρίου. Από τον αριθμό 1β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται αναιρετικώς λόγος από την παράβαση των διδαγμάτων των κοινής πείρας, μόνον αν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικώς από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές και επιστημονικές γνώσεις του μέσης μόρφωσης ανθρώπου, προς αυτά δε εξομοιώνονται οι κανόνες της τυπικής λογικής.

Τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν αποτελούν κανόνες δικαίου, μπορούν, όμως, να χρησιμοποιηθούν για την ερμηνεία κανόνα δικαίου (ιδίως για την εξειδίκευση αόριστης νομικής έννοιας) ή για την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών. Η παράβασή τους, όμως, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 121/2021, Α.Π. 109/2020, Α.Π. 12/2020).

Συνακόλουθα, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που διατυπώνονται στο τελευταίο σκέλος του τρίτου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας για τη διάγνωση της υπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων, ήτοι, για την ορθή, κατά την άποψή τους, εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, δεν ιδρύουν τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης και, εντεύθεν, τυγχάνουν απορριπτέες ως απαράδεκτες.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν αυτοί στα δικαστικά έξοδα των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους (άρθρ. 176, 180 παρ.1, 182, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό. Αντίθετα, δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα για την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, η οποία δεν παραστάθηκε στην αναιρετική δίκη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8-3-2019 (4617/487/8-3-2019) αίτηση των 1) Ε. Α. του Γ. και 2) Α. Κ. του Ε. για αναίρεση της 9802/2015 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Οκτωβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1 Νοεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ