Supreme Court allows appeal against eviction order due to procedural defects in the lower court's decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by 16 plaintiffs against a final eviction order issued by the Thessaloniki Court of Appeal. The plaintiffs argued that the lower court failed to properly address their claims regarding the partial opening of the road and the construction of drainage pits. The court ruled that the first two grounds of the appeal were admissible and sufficient to overturn the lower decision, mandating a retrial before a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(2) and 260(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine an appeal ex officio if the respondent fails to appear, and if admissible grounds are found, the appealed decision is annulled and the case remitted for retrial before a new collegium.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1269 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1269/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α... χήρας Β... Α..., το γένος Ν... Π..., έως 20) Μ... Σ... του Δ..., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 4η, 5ος, 6η, 7η, 9ος, 10η, 11ος, 13ος, 14η, 15ος, 16η, 18η, 19ος και 20η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δέσποινα Χατζηκυριάκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στις από 18-9-2020 κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε ότι εκ παραδρομής στο αναιρετήριο η 4η αναιρεσίβλητη αναγράφτηκε λανθασμένα "...χήρα Γ... Π..." αντί του ορθού "...χήρα Γ... Π...". Οι λοιποί των αναιρεσειόντων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ... Σ... του Δ... και 2) Σ... χας Δ... Σ..., το γένος Μ... Π..., κατοίκων Σ...Θ..., που δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2013 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την διά των προτάσεων ανταίτηση των ήδη αναιρεσειόντων.
Εκδόθηκε η 960/2017 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-3-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι 4η, 5ος, 6η, 7η, 9ος, 10η, 11ος, 13ος, 14η, 15ος, 16η, 18η, 19ος και 20η των αναιρεσειόντων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 260 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι ή εμφανίζονται, αλλά δεν μετέχουν κανονικά στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται. Στην προκειμένη περίπτωση, η συζήτηση της υπό κρίση, από 30.3.2018 με ειδικό αριθμό καταθέσεως 82/2018, αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδεται με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων.
Κατά τη συζήτηση αυτής, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως, δεν εμφανίστηκαν αφ' ενός μεν οι εκ των αναιρεσειόντων: 1η (...), 2ος (...), 3η (...), 8ος (...), 12ος (...) και 17η (...), αφ' ετέρου δε αμφότεροι οι αναιρεσίβλητοι, ενώ αντίθετα εμφανίστηκαν οι εκ των αναιρεσειόντων: 4η (...), 5ος (...), 6η (...), 7η (...), 9ος (...), 10η (...), 11ος (... ), 13ος (...), 14η (..., 15ος (...), 16η (...), 18η (...), 19ος (...) και 20η (... ), νομίμως εκπροσωπούμενοι από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Δέσποινα Χατζηκυριάκου.
Επομένως, η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 260 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζεται και κατά την προκειμένη αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 του Κ.Πολ.Δικ.), πρέπει, ως προς τους μη εμφανισθέντες ως άνω αναιρεσείοντες, ενόψει της μη εμφανίσεως των αναιρεσιβλήτων, να κηρυχθεί ματαιωμένη.
Από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από τους εμφανισθέντες ως άνω αναιρεσείοντες, υπ' αριθμ. 7715 Η' και 7719 Η'/11.6.2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Δ... Μ..., προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της αιτήσεως αυτής με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως, ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, με παραγγελία της προαναφερόμενης πληρεξουσίας δικηγόρου τους, στους αναιρεσιβλήτους (και δη δια θυροκολλήσεως, κατ' άρθρο 128 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ., καθ' όσον αφορά στη δεύτερη τούτων), αντίγραφο δε του επιδοθέντος στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ως άνω εγγράφου παραδόθηκε στα χέρια της Αρχιφύλακα Αικατερίνης Π...
Αξιωματικού Υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Νεαπόλεως - Συκεών Θεσσαλονίκης, ενώ έγγραφη ειδοποίηση απεστάλη, δια του ταχυδρομείου, από τον παραπάνω δικαστικό επιμελητή προς την ως άνω δεύτερη αναιρεσίβλητη, νομότυπα, κατ' άρθρο 128 αριθμ. 4 γ' του Κ.Πολ.Δικ., περί της γενομένης προς αυτήν δια θυροκολλήσεως, κατά τα ανωτέρω, επιδόσεως.
Επομένως, εφόσον αμφότεροι οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν, όπως προαναφέρθηκε, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλαν την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. δήλωση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., και να χωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως καθ' όσον αφορά στους εμφανισθέντες αναιρεσείοντες, δεδομένου ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων, που επισκοπούνται παραδεκτώς, περί των οποίων θα γίνει λόγος παρακάτω, οι αναιρεσείοντες συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ολ.
Α.Π. 20/2005, 28/1998, 32/1996, καθώς και Α.Π. Ολομ. Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π.209/2019, Α.Π. 472/2017).
Εξ άλλου, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δεν υπάρχει, επομένως, ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 1361/2013, Α.Π.1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως, δηλαδή, εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ολ.Α.Π. 20/2005).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 188 παρ. 1, 2 και 3 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (Κ.Β.Π.Ν.), που εγκρίθηκε με το από 14/27.7.1999 π. δ/γμα (Δ' 580), όπως οι διατάξεις αυτές τροποποιήθηκαν με το άρθρο 5 του ν. 3010/2002 (Α' 91), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 153 και 349 του ιδίου ως άνω π. δ/τος (Κ.Β.Π.Ν.), τα ρέματα, δια των οποίων συντελείται η απορροή των πλεοναζόντων υδάτων προς άλλους υδάτινους αποδέκτες σε χαμηλότερες στάθμες, αποτελούν επιπλέον φυσικούς αεραγωγούς και με τη χλωρίδα και την πανίδα τους συνιστούν οικοσυστήματα με ιδιαίτερο μικροκλίμα που συμβάλλουν πολλαπλώς στην ισορροπία του περιβάλλοντος.
Για τους λόγους αυτούς έχουν ζωτική σημασία για το προστατευόμενο από το άρθρο 24 του Συντάγματος οικιστικό και φυσικό περιβάλλον, ιδίως μάλιστα αυτά που διασχίζουν οικισμούς, και προστατεύονται καθ' όλη την έκτασή τους και ανεξάρτητα από τις διαστάσεις τους, ώστε να διατηρείται η φυσική τους κατάσταση και να διασφαλίζεται η επιτελούμενη από αυτά λειτουργία της απορροής των υδάτων (ΣτΕ 899/2011, 3849/2006, 2215/2002).
Κατ' ακολουθίαν, το κράτος υποχρεούται να διατηρεί τα πάσης φύσεως υδρορέματα στη φυσική τους κατάσταση προς διασφάλιση της λειτουργίας τους ως οικοσυστημάτων, επιτρέπεται δε μόνον η εκτέλεση των απολύτως αναγκαίων τεχνικών έργων διευθετήσεως της κοίτης και των πρανών τους προς διασφάλιση της ελεύθερης ροής των υδάτων, αποκλειομένης κάθε άλλης αλλοιώσεως της φυσικής τους καταστάσεως με επίχωση ή κάλυψη της κοίτης τους ή τεχνική επέμβαση στα σημεία διακλαδώσεώς τους (ΣτΕ 899/2011, 3849/2006, 2591/2005, 2874/2004, 2215/2002).
Η ένταξή τους σε πολεοδομική ρύθμιση είναι επιτρεπτή μόνο όταν τούτο επιβάλλουν οι ανάγκες ενός ευρύτερου πολεοδομικού σχεδιασμού και μόνο εφόσον διασφαλίζεται η επιτέλεση της φυσικής τους λειτουργίας. Πρωταρχικός όρος για την ένταξη των ρεμάτων σε πολεοδομική ρύθμιση είναι η προηγούμενη αποτύπωσή τους και ο καθορισμός της οριογραμμής τους (ΣτΕ 899/2011, 3849/2006).
Ειδικότερα, με το άρθρο 188 παρ. 1, 2 και 3 του Κ.Β.Π.Ν. ορίζεται ότι " 1. Οι χείμαρροι, τα ρυάκια, τα ρέματα που βρίσκονται εντός ή εκτός ρυμοτομικού σχεδίου ή εντός οικισμών που δεν έχουν ρυμοτομικό σχέδιο αποτυπώνονται σε τοπογραφικό διάγραμμα (οριζοντιογραφικό και υψομετρικό) με κατάλληλη κλίμακα, που συντάσσεται α) από το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων ή β) από την αρμόδια Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών του νομού ή γ) από τους δήμους ή κοινότητες ή δ) από ιδιώτη μηχανικό (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) που έχει αρμοδιότητα για τη σύνταξη τέτοιου διαγράμματος.
Στις περιπτώσεις γ' και δ' η ακρίβεια της αποτύπωσης επαληθεύεται από την αρμόδια Διεύθυνση τεχνικών Υπηρεσιών, η οποία και θεωρεί το σχετικό διάγραμμα. 2. Ο καθορισμός της οριογραμμής (όχθης) των ρεμάτων, χειμάρρων ή ρυακιών της προηγούμενης παραγράφου σημειώνεται στο διάγραμμα από το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων ή από τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών του νομού. 3.
Τα παραπάνω διαγράμματα επικυρώνονται με π. δ/γματα που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, ύστερα από γνώμη του οικείου δήμου ή κοινότητας, η οποία παρέχεται μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τη σχετική πρόσκληση ή και χωρίς τη γνώμη αυτή ύστερα από πάροδο άπρακτης της παραπάνω προθεσμίας.
Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, ερμηνευομένων υπό το πρίσμα της ως άνω συνταγματικής επιταγής περί προστασίας του περιβάλλοντος, σκοπός της οριοθετήσεως είναι η αποτύπωση της φυσικής κοίτης του μη πλεύσιμου ποταμού ή του ρέματος, λαμβανομένου υπόψη του χαρακτήρα του, αφ' ενός ως υδρογεωλογικού στοιχείου και αφ' ετέρου ως οικοσυστήματος και, επομένως, η αποτύπωση αυτή δεν στηρίζεται μόνο στην πραγματική κατάσταση της κοίτης, η οποία ενδεχομένως έχει διαμορφωθεί και κατόπιν αυθαίρετων επιχώσεων ή άλλων ανθρώπινων επεμβάσεων.
Επίσης, η οριοθέτηση πρέπει να γίνεται: α) κατόπιν ειδικής μελέτης, υδρογεωλογικής και υδραυλικής, η οποία λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη και την λειτουργία του ρέματος ως οικοσυστήματος, β) επί οριζοντιογραφικού και υψομετρικού τοπογραφικού διαγράμματος, υπό κατάλληλη κλίμακα, δηλαδή υπό κλίμακα πρόσφορη και για τον περαιτέρω τυχόν πολεοδομικό σχεδιασμό της περιοχής, με τον καθορισμό των οχθιογραμμών (οχθών), των γραμμών πλημμύρας και των οριογραμμών του ρέματος, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 1 παρ. 4, 7 και 9, αντίστοιχα, του ν. 4258/2014.
Προκειμένου δε να είναι εφικτός ο έλεγχος της νομιμότητας της οριοθετήσεως αυτής, απαιτείται η σύνταξη συνοπτικής επεξηγηματικής τεχνικής εκθέσεως, στην οποία εκτίθενται αφ' ενός μεν οι λόγοι για τους οποίους χαράχθηκε η οριογραμμή και αφ' ετέρου εάν αυτή εξυπηρετεί την επιπλέον λειτουργία του ρέματος ως οικοσυστήματος (ΣτΕ 899/2011, 2591/2005, 2215/2002).
Η οριοθέτηση γίνεται κατ' αρχήν για το σύνολο του υδατορέματος. Κατ' εξαίρεση είναι δυνατό να γίνει τμηματική οριοθέτηση, εφόσον τούτο δικαιολογείται για ειδικούς λόγους, όπως όταν το υπόλοιπο τμήμα του ρέματος έχει ήδη ενταχθεί σε ρυμοτομικό σχέδιο και εφόσον στις οικείες μελέτες έχουν ληφθεί υπόψη στοιχεία που αφορούν το σύνολο του ρέματος.
Κατά την προβλεπόμενη ως άνω διαδικασία χωρεί η οριοθέτηση και των εντός ρυμοτομικού σχεδίου ρεμάτων, η οποία αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για να επιτραπεί η δόμηση στις παραρεμάτιες περιοχές (ΣτΕ 573/2012). Εν όψει δε του γεγονότος ότι η οριοθεσία του ρέματος επηρεάζει προφανώς την τακτοποίηση των παραρεμάτιων ιδιοκτησιών, δεν επιτρέπεται να εκδοθεί πράξη εφαρμογής ρυμοτομικού σχεδίου, προσκυρώσεως, τακτοποιήσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως αν δεν έχει καθορισθεί προηγουμένως η οριστική οριογραμμή του ρέματος, ενώ, προκειμένου να λάβουν χώρα οι τυχόν επιτρεπόμενες επεμβάσεις στα υδρορέματα ή και πλησίον αυτών, απαιτείται, σε κάθε περίπτωση, η προηγούμενη οριοθέτησή τους (ΣτΕ 573/2012).
Τέλος, κατά το άρθρο 9 παρ. 3 και 4 του ν. 4258/2014, με τίτλο "μεταβατικές διατάξεις", "μέχρι την έκδοση της αποφάσεως των υπουργών της παρ. 5 του άρθρου 2 του παρόντος, με την οποία θα καθοριστούν οι τεχνικές προδιαγραφές σύνταξης των δικαιολογητικών του φακέλου οριοθέτησης, εφαρμόζονται τα αναφερόμενα στις υφιστάμενες σχετικές διατάξεις (παρ. 3).
Έως την έκδοση του προεδρικού διατάγματος που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 28 του ν. 4067/2012, οι αποστάσεις δόμησης από τις γραμμές πλημμύρας που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 5 του παρόντος ορίζονται ως εξής: Α. Για τις εντός σχεδίου και εντός ορίων οικισμών περιοχές, απόσταση 10 μέτρων από κάθε μία των γραμμών πλημμύρας και Β.
Για τις εκτός σχεδίου περιοχές, απόσταση 20 μέτρων από κάθε μία των γραμμών πλημμύρας (παρ. 4)". Στην υπό κρίση περίπτωση, το (Τριμελές) Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη, υπ' αριθμ. 960/2017, απόφασή του, αφού συνεκδίκασε: α) την από 19.12.2013 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία οι τελευταίοι ζητούσαν να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως των λεπτομερώς περιγραφομένων στην αίτηση εδαφικών τμημάτων της συνιδιοκτησίας τους, για τα οποία υπόχρεοι προς αποζημίωση είναι οι καθ' ων και ήδη αναιρεσείοντες, τα οποία απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για την εφαρμογή του σχεδίου ρυμοτομίας του Δήμου Συκεών Θεσσαλονίκης, που εγκρίθηκε με το από 9.9.1970 διάταγμα (Φ.Ε.Κ.
Δ'240/17.10.1970) και τροποποιήθηκε με το από 19.8.1981 διάταγμα (Φ.Ε.Κ. Δ' 513/16.12.1981) και την υπ' αριθμ. πρωτ. 29/46831/ΠΣΚ/1237/19.12.2002 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης (Φ.Ε.Κ. Δ' 1160/30.12.2002), για την οποία αποζημίωση εκδόθηκαν οι, νομίμως μεταγραφείσες, υπ' αριθμ. 7669/2006 και 7781/2008 πράξεις αναλογισμού αποζημιώσεως της Διευθύνσεως Πολεοδομίας της ΝΑ Θεσσαλονίκης, που εγκρίθηκαν νομίμως με τις αναφερόμενες αποφάσεις του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, στο ποσό των 1.200 ευρώ ανά τ.μ.
και β) την ασκηθείσα με τις από 15.1.2016 προτάσεις των εκ των αναιρεσειόντων 7, 8, 9, 10, 11,14, 15, 16, 18, 19 και 20 (ως προς τους οποίους ερευνάται, κατά τα προεκτεθέντα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως), ανταίτηση, με την οποία ζητούσαν να καθοριστεί ως οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως για τα ως άνω ρυμοτομούμενα οικοπεδικά τμήματα της συνιδιοκτησίας των αιτούντων το ποσό των 18 ευρώ ανά τ.μ.
και επικουρικώς το ποσό των 108,21 ευρώ ανά τ.μ., επικαλούμενοι ότι το με αριθμό 1613 ρέμα, που εφάπτεται σε όλο το μήκος της βόρειας πλευράς του επιδίκου ακινήτου, εξακολουθεί να υφίσταται, δεν έχει αποχαρακτηριστεί, ούτε έχει νομίμως διευθετηθεί με την απαιτούμενη διαδικασία, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία και την έκδοση των σχετικών προεδρικών διαταγμάτων και, επομένως, το επίδικο ακίνητο υπόκειται σε περιορισμούς στη δόμηση, καθιστάμενο μη άρτιο και οικοδομήσιμο και κατά συνέπεια μη εκμεταλλεύσιμο κατά τον προορισμό του (αστικό ακίνητο), με αποτέλεσμα η μοναδική δυνατότητα αξιοποιήσεως αυτού να είναι η γεωργική καλλιέργεια, συνακολούθως δε, λόγω του περιορισμού της δόμησης που υφίσταται από την ύπαρξη του ρέματος σε όλη την βόρεια πρόσοψή του, η αξία των απαλλοτριουμένων τμημάτων αυτού να ανέρχεται στο ποσό των 18 ευρώ ανά τ.μ.
και επικουρικώς στο ποσό των 108,21 ευρώ ανά τ.μ., δέχθηκε, ανέλεγκτα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το απαλλοτριωθέν ακίνητο βρίσκεται στην περιοχή του Δήμου Νεάπολης Συκεών Θεσσαλονίκης, πλησίον των βυζαντινών τειχών και ειδικότερα πάνω από την Άνω Πόλη και κάτω από τα βυζαντινά τείχη, με πρόσοψη επί της οδού Μεσολογγίου, σε αμιγώς οικιστική περιοχή του πολεοδομικού συγκροτήματος Συκεών, αρκούντως διαμορφωμένη.0ι δρόμοι, πλην της οδού ..., η οποία είναι διανοιγμένη μέχρις αποστάσεως 50 μέτρων από το επίδικο, είναι όλοι διανοιγμένοι και ασφαλτοστρωμένοι.
Η οδός ... σε απόσταση 100 περίπου μέτρων από το επίδικο διασταυρώνεται με την οδό ..., που είναι η κεντρικότερη οδική αρτηρία που ενώνει την ανατολική με την δυτική Θεσσαλονίκη, επί της οποίας -σε απόσταση περίπου 300 μέτρων από το επίδικο- παρατηρείται εμπορική κίνηση [..............]. Το επίδικο ανήκει στην ζώνη προστασίας από την αρχαιολογική υπηρεσία, λόγω της εγγύτητάς του προς τα βυζαντινά τείχη, για την οικοδόμησή του χρειάζεται ειδική άδεια από την Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, ενώ το κτίσμα πρέπει να έχει ιδιαίτερη έκταση, μορφή και υλικά κατασκευής.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι το επίδικο οικόπεδο των αιτούντων προέρχεται από τα υπ'αριθμ.1938 και 1620 τεμάχια της οριστικής διανομής του αγροκτήματος Ροδοχωρίου 1962-1964, με συνολική έκταση 1730 τ.μ. (χωράφι εκτός σχεδίου). Εντάχθηκε πρώτη φορά στο σχέδιο πόλεως με το από 9-9-1970 διάταγμα ρυμοτομίας (Φ.Ε.Κ. Δ'240/1970), σύμφωνα με το οποίο ρυμοτομούνταν εξ ολοκλήρου, καθώς βρισκόταν μέσα στην οδό ...
και σε χώρο πρασίνου (μη οικοδομήσιμο οικόπεδο). Στην συνέχεια με την υπ' αριθμ. 29/46831/ΠΚΣ/1237/2002 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης (ΦΕΚ Δ'1160/2002) εγκρίθηκε, μεταξύ άλλων, η τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου με μετατόπιση της θέσεως τμήματος της οδού ... προς όφελος των οικοδομικών τετραγώνων και την δημιουργία τριών Ο.Τ. (Γ 359 Β, Γ 359 Α και Γ 359 Γ).
Έτσι, μετά το έτος 2002, με την προαναφερόμενη τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου τμήμα, εκτάσεως 716,60 τ.μ. της ιδιοκτησίας των αιτούντων εντάχθηκε εντός του Ο.Τ. Γ 359 Α, με αποτέλεσμα οι αιτούντες να αποκτήσουν ένα άρτιο και οικοδομήσιμο οικόπεδο. Η αξιοποίηση και οικοδομική εκμετάλλευση του οικοπέδου αποτελεί αντικείμενο ολοκληρωμένης αρχιτεκτονικής μελέτης, κατά την οποία μπορούν να διερευνηθούν και να δοθούν τεχνικές λύσεις σε ζητήματα τοποθετήσεως του κτιρίου ή αξιοποιήσεως της στενής επιμήκους λωρίδας, μήκους 25 μ.
και πλάτους 5 μ. με τρόπο ωφέλιμο (λ.χ. κλειστές θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων ή ισόγειες αποθήκες των κατοικιών). Η υψομετρική διαφορά ανάμεσα στο ύψος της οδού ... και στο εναπομείναν τμήμα αυτού είναι μόλις πέντε μέτρων, η οποία είναι συνήθης για την ιδιαιτέρως επικλινή και βραχώδη ευρύτερη περιοχή άνωθεν της Άνω Πόλης και κάτω από τα βυζαντινά τείχη, αντιμετωπίζεται δε με την κατάλληλη εδαφοτεχνική μελέτη, χωρίς ιδιαίτερη αισθητική ή οικονομική επιβάρυνση, ενώ δεν θα υπάρξει κανένα πρόβλημα προσβάσεως από και προς την οδό ..., εφόσον οι αιτούντες τηρήσουν τα υψόμετρα της εγκεκριμένης υψομετρικής μελέτης κατά την ανέγερση νέας οικοδομής στο εναπομείναν τμήμα.
Εξ άλλου, η υψομετρική τοποθέτηση του κτιρίου μέσα στο οικόπεδο, που καθορίζει και την ευκολία προσβάσεως από και προς την οδό, αποτελεί αντικείμενο και επιλογή της αρχιτεκτονικής μελέτης ανεγέρσεώς του, τηρουμένων των κανόνων που προβλέπονται από τον οικοδομικό κανονισμό............. Απορριπτέα, επίσης, ως αβάσιμη είναι και η αιτίαση των καθ' ων - ανταιτούντων ότι το επίδικο ακίνητο των αιτούντων έχει πρόσωπο στο υφιστάμενο υπ' αριθμ.1613 ρέμα και, συνεπώς, υπόκειται σε περιορισμούς στην δόμηση , αφού το αναφερόμενο υπό των καθ' ων ρέμα, που εμφανίζεται στο διάγραμμα της διανομής του έτους 1960, αποδεικνύεται ότι έχει διευθετηθεί από τον Δήμο Συκεών στον αποχετευτικό αγωγό κάτωθεν της ασφαλτοστρωμένης ήδη οδού ...
και έχουν κατασκευαστεί και τα σχετικά φρεάτια αποχετεύσεως, με αποτέλεσμα το ρέμα αυτό να μην εμφανίζεται επί εδάφους σε κανένα σημείο της οδού ..............". Και υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές δέχθηκε εν μέρει την από 28.11.2013 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, απέρριψε την ανταίτηση των καθ' ων - ανταιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων και καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως, για το έδαφος, στο ποσό των 600 ευρώ ανά τ.μ.
Κρίνοντας, όμως, έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να δεχθεί ότι το υπ' αριθμ. 1613 ρέμα έχει διευθετηθεί και, συνεπώς, το επίδικο ακίνητο δεν υπόκειται σε περιορισμούς στη δόμηση, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις αναφερθείσες στην αρχή της παρούσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα στο ως άνω ζήτημα της διευθετήσεως του ρέματος, οι οποίες δεν καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των εφαρμοσθεισών από εκείνο ουσιαστικού δικαίου ως άνω διατάξεων, στερώντας έτσι, κατά τούτο, την απόφασή του νόμιμης βάσεως.
Ειδικότερα, το Εφετείο, ενώ αρχικά δέχεται κυριαρχικώς ως αποδειχθέν ότι "...το απαλλοτριωθέν ακίνητο βρίσκεται...... με πρόσοψη επί της οδού ......... αρκούντως διαμορφωμένη. Οι δρόμοι, πλην της οδού ... η οποία είναι διανοιγμένη μέχρις αποστάσεως 50 μέτρων από το επίδικο, είναι όλοι διανοιγμένοι και ασφαλτοστρωμένοι......." (βλ. 10η σελίδα της προσβαλλομένης αποφάσεως), δέχεται, δηλαδή, ότι η οδός ...
δεν είναι ασφαλτοστρωμένη και διανοιγμένη σε όλο το μήκος και πλάτος της και μάλιστα δεν είναι διανοιγμένη στο σημείο που εφάπτεται με τη βόρεια πλευρά του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων, καθ' όσον η διάνοιξη αυτής σταματάει 50 μέτρα από το επίδικο ακίνητο, στη συνέχεια δέχεται αντιφατικώς προς τα παραπάνω ότι το εν λόγω ρέμα ".....έχει διευθετηθεί από το Δήμο Συκεών στον αποχετευτικό αγωγό κάτωθεν της ασφαλτοστρωμένης ήδη οδού ...
και έχουν κατασκευαστεί και τα σχετικά φρεάτια αποχετεύσεως, με αποτέλεσμα το ρέμα αυτό να μην εμφανίζεται επί του εδάφους σε κανένα σημείο της οδού ..." (βλ. 12η σελίδα της προσβαλλομένης αποφάσεως), χωρίς όμως να διευκρινίζει πως, αν και, κατά τις παραδοχές του, η οδός ... δεν είναι διανοιγμένη σε όλο το μήκος και πλάτος της και ειδικότερα μπροστά από το επίδικο ακίνητο, αφού η διάνοιξή της σταματά σε απόσταση 50 μέτρων από αυτό, δέχεται ότι το εν λόγω υπ' αριθμ. 1613 ρέμα δεν εμφανίζεται επί εδάφους σε κανένα σημείο της οδού ...
και χωρίς να αιτιολογεί πως το τμήμα του ρέματος που παρέμεινε εκτός των ορίων και του πλάτους της μερικώς διανοιχθείσας οδού ... και ειδικότερα το τμήμα του ρέματος κατά μήκος της πρόσοψης του επιδίκου ακινήτου έχει διευθετηθεί, εφόσον, κατά τις παραδοχές του, η διάνοιξη της οδού ... σταματά 50 μέτρα πριν από το επίδικο και, συνεπώς, μπροστά από αυτό (επίδικο) η ως άνω οδός παραμένει μη διανοιχθείσα.
Περαιτέρω, αν και, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, η διευθέτηση ενός ρέματος και ο εξ αυτής επιδιωκόμενος σκοπός της υπάρξεως του παντορροϊκού αγωγού προς αποφυγή πλημμυρών και υπερχειλίσεως αυτού (ρέματος) επέρχεται με τον καθορισμό των οριογραμμών οχθών του ρέματος, των γραμμών πλημμύρας και των γραμμών του υδατορέματος και την επικύρωση αυτών με προεδρικό διάταγμα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 24 και 43 παρ. 2 του Συντάγματος, προσέτι δε και με την πλήρη και όχι μερική διάνοιξη της οδού και εν προκειμένω της οδού ..., σε όλο το πλάτος και μήκος αυτής, με την απαιτούμενη, δηλαδή, πλήρη διάνοιξη ακόμη και μπροστά από το πρόσωπο του επιδίκου ακινήτου και δη στο βόρειο τμήμα αυτού, στο σημείο, δηλαδή, που, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν έχει ακόμη διανοιχθεί πλήρως η οδός αυτή, το Εφετείο δέχεται ότι το προαναφερθέν ρέμα έχει διευθετηθεί μόνον:
α) με τη μερική και όχι πλήρη, σε όλο το πλάτος και μήκος της, διάνοιξη της οδού ..., η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, σταματά σε απόσταση 50 μέτρων από το επίδικο και τη συνακόλουθη μερική και όχι πλήρη κάλυψη, σε όλο το πλάτος και μήκος του, του υφιστάμενου ρέματος, σύμφωνα με το ρυμοτομικό σχέδιο της περιοχής, εφ' όσον τμήμα αυτού (και δη το τμήμα του που εφάπτεται με την βόρεια πλευρά του επιδίκου ακινήτου) παραμένει εκτός της μερικώς διανοιχθείσας οδού ...
και β) με την κατασκευή των σχετικών φρεατίων αποχετεύσεως κάτωθεν της ασφαλτοστρωμένης οδού ..., της οποίας, όμως, οδού η πλήρης διάνοιξη και η ασφαλτόστρωση, όπως η ίδια η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται, σταματά, όπως έχει εκτεθεί ήδη, σε απόσταση 50 μέτρα από το επίδικο. Κατά συνέπειαν, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας των τρίτου και τετάρτου λόγων αυτής, οι οποίοι αναφέρονται στο ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως και καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των ως άνω λόγων που έγιναν δεκτοί.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς τους παρισταμένους αναιρεσείοντες και να παραπεμφθεί, αντιστοίχως, η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.).
Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων αναιρεσειόντων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους παρισταμένους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος εκ μέρους τους παραβόλου, ενόψει της νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει ματαιωμένη τη συζήτηση της από 30.3.2018 με ειδικό αριθμό καταθέσεως 82/2018 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 960/2017 αποφάσεως του (Τριμελούς) Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τους εκ των αναιρεσειόντων: 1η ( ), 2ο ( ), 3η (), 8ο (), 12ο () και 17η ().
Δικάζει την αίτηση ως προς τους λοιπούς παρισταμένους αναιρεσείοντες, που αναφέρονται στο σκεπτικό.
Αναιρεί την 960/2017 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τους παρισταμένους αναιρεσείοντες.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς τους παρισταμένους αναιρεσείοντες για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων αναιρεσειόντων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο ως άνω παρισταμένους αναιρεσείοντες. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ