Legislator Case Law & Legislation
1269/2019 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against lower court dismissal of appeal, remanding case for retrial.

Case Number 1269/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by the eleventh appellant against the Third Instance Court of Piraeus. The lower court had dismissed the original appeal and ordered costs against the appellants. The Supreme Court found the lower court's reasoning flawed regarding the dismissal of the appeal and remanded the case for further examination by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580 and 495 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal against a decision dismissing an appeal if the lower court erred in its substantive assessment, remanding the case for retrial by a different panel.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal against appeal dismissal of appeal remand for retrial different panel of judges legal costs allocation substantive assessment error

Cited Legislation

AI generated
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1269 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1269/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "...", που έχει συσταθεί με έδρα τις ... αλλά εδρεύει στον ....και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Εταιρείας με την επωνυμία "...", που έχει συσταθεί με έδρα τις ... αλλά εδρεύει στον ....και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Εταιρείας με την επωνυμία "...", που έχει συσταθεί με έδρα τις ...

αλλά εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) Εταιρείας με την επωνυμία "...", που έχει συσταθεί με έδρα τις ... αλλά εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) Εταιρείας με την επωνυμία "...", που έχει συσταθεί με έδρα τις ... αλλά εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) Εταιρείας με την επωνυμία "...", που έχει συσταθεί με έδρα τις ...

αλλά εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 7) Εταιρείας με την επωνυμία "...", που έχει συσταθεί με έδρα τις ... αλλά εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 8) Εταιρείας με την επωνυμία "...", που έχει συσταθεί με έδρα τις ... αλλά εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 9) Εταιρείας με την επωνυμία "...", που έχει συσταθεί με έδρα τις ...

αλλά εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 10) Εταιρείας με την επωνυμία "...", που έχει συσταθεί με έδρα τις ... αλλά εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, 11) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 12) Γ.

Κ. του Ν., 13) Σ.-Δ. Κ. του Ν., 14) Ν. Κ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Χαλιακόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "... PLC", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) P. P., κατοίκου ..., 3) Εταιρείας με την επωνυμία "... LTD", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Αλεξανδρή και κατέθεσαν προτάσεις, 4) H. A., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Παναγιώτη Βρυώνη και Παναγιώτη Βασιλακόπουλο και κατέθεσε προτάσεις, 5) C. A., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Αλεξανδρή και κατέθεσε προτάσεις, 6) Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, 7) Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, 8) J. D., κατοίκου ..., 9) R. R., κατοίκου ..., 10) E. C., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Παναγιώτη Βρυώνη και Παναγιώτη Βασιλακόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3805/2014 μη οριστική και 5204/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 4384/2015 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/12/2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Aπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η προς τον οποίο πληρεξουσιότητα δίδεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και παρέχει το δικαίωμα να παριστά στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις, που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ενδίκων μέσων, καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται στις υποθέσεις αυτές.

Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της.

Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό και με αυτές των άρθρων 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας του φερομένου ως ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου χωρίς την απόδειξη ύπαρξης πληρεξουσιότητας αυτού προς τον υπογράψαντα αυτήν (αναίρεση) δικηγόρο, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι αυτός έχει κλητευθεί νόμιμα, ώστε να είναι έγκυρη η συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 160/2016, ΑΠ 240/2014, ΑΠ 1852/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι δέκα πρώτες των αναιρεσειόντων, οι οποίες δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα από τους πρώτη, δεύτερο, τρίτη και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων, όπως τούτο προκύπτει από τις επικαλούμενες και νόμιμα προσκομιζόμενες από τους τελευταίους εκθέσεις επίδοσης υπ' αριθ. ....50, ....36-....42, ....51, ....43/29-10-2018 του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς Μ.-Ζ.

Κ.. Επομένως, εφόσον δεν αποδεικνύεται πληρεξουσιότητα των πιο πάνω μη εμφανισθέντων και μη παρασταθέντων αναιρεσειόντων προς τον υπογράφοντα την ένδικη αίτηση αναίρεσης δικηγόρο Πειραιά Ηλία Χαλιακόπουλο, αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου και να καταδικαστούν οι τελευταίοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι για τους περισσότερους ομοδίκους αναιρεσιβλήτους παραστάθηκαν διαφορετικοί δικηγόροι και συγκεκριμένα άλλος για τους πρώτη, δεύτερο, τρίτη και πέμπτο και άλλοι για τους λοιπούς αυτών (αναιρεσιβλήτων) και ως εκ τούτου επιδικάζονται γι' αυτούς χωριστές δικαστικές δαπάνες, δεομένου ότι η εν λόγω εκπροσώπησή τους ήταν αναγκαία, ενόψει και της φύσεως της διαφοράς (άρθρ. 176, 180 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

II. Με την κρινόμενη από 15-12-2017 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 472/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων:

Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες (νομικά και φυσικά πρόσωπα), με την από 21-12-2012 αγωγή τους, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ισχυρίστηκαν ότι από τις περιγραφόμενες στην αγωγή αδικοπρακτικές συμπεριφορές των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων (φυσικών και νομικών προσώπων) υπέστησαν τις αναφερόμενες στην αγωγή ζημίες, όπως και ηθική βλάβη, ζήτησαν δε, μετά περιορισμό του αιτήματός τους, να αναγνωριστεί ότι υποχρεούνται τα τελευταία, εις ολόκληρον ενεχόμενα, να καταβάλουν σε καθένα από αυτά (ενάγοντα πρόσωπα) τα προσδιοριζόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά ως αποζημίωσή τους και για τη χρηματική ικανοποίησή τους νομιμοτόκως.

Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3805/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς-Ναυτικό Τμήμα, με την οποία, μετά από αίτημα των εναγόμενων προσώπων, ανεστάλη η συζήτηση της αγωγής και υποχρεώθηκαν τα ενάγοντα πρόσωπα να παράσχουν εγγυοδοσία υπέρ των εναγόμενων προσώπων προς εξασφάλιση των δικαστικών εξόδων από την ενώπιον αυτού (πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) διαδικασία, με την κατάθεση ποσού 139.722 ευρώ στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, εντός προθεσμίας τριών μηνών από την επίδοση της απόφασης αυτής.

Τα ενάγοντα πρόσωπα επανήλθαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την από 31-10-2014 αίτησή τους και ζήτησαν να ερμηνευτεί η ως άνω απόφαση και να διευκρινιστεί ότι το ποσό της εγγυοδοσίας βαρύνει, κατ' ισομοιρίαν, καθένα από τα ενάγοντα πρόσωπα, περαιτέρω δε να διορθωθεί η αυτή απόφαση, ως προς το ποσό της καταβλητέας εγγυοδοσίας και να υπολογιστεί αυτό σε ποσοστό 0,05% επί του ποσού των 90.340.988,08 ευρώ, προσαυξημένο κατά ποσοστό 5%.

Επί της ως άνω αίτησης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5204/2014 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία η αίτηση έγινε δεκτή κατά το αίτημά της περί ερμηνείας της υπ' αριθμ. 3805/2014 απόφασής του και διευκρινίστηκε ότι το συνολικό ποσό της εγγυοδοσίας υποχρεούνται να καταβάλουν, κατ' ισομοιρίαν, τα ενάγοντα πρόσωπα, ενώ κατά το αίτημά της περί διόρθωσης της ίδιας απόφασης η αίτηση απορρίφθηκε.

Ακολούθως, με την από 12-02-2015 κλήση των εναγόντων προσώπων, η αγωγή εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με την πρόσθετη δήλωση των εναγόντων ότι ορισμένα εξ αυτών κατέβαλαν το ποσό της ταχθείσης εγγυοδοσίας, ενώ τα λοιπά θα το καταβάλουν κατά τον δέοντα χρόνο. Περαιτέρω, εφόσον, όπως διαπιστώθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μόνο το εντέκατο νομικό πρόσωπο ("...

ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ") είχε προβεί στην καταβολή του αναλογούντος σ' αυτό ποσού εγγυοδοσίας, τα λοιπά ενάγοντα πρόσωπα με κοινό αίτημα τους, το οποίο καταχωρήθηκε στα πρακτικά της συζήτησης και περιλήφθηκε στις προτάσεις τους, ζήτησαν την ανάκληση της απόφασης που τα υποχρέωσε στην καταβολή εγγυοδοσίας.

Εξάλλου, τα εναγόμενα πρόσωπα, με την από 16-02-2015 αίτησή τους, που συνεκδικάστηκε με την επαναφερθείσα με την ανωτέρω κλήση αγωγή, ζήτησαν να θεωρηθεί ότι η ανωτέρω αγωγή δεν ασκήθηκε από τα λοιπά, πλην του εντέκατου, νομικά πρόσωπα και τούτο διότι δεν κατέβαλαν καθόλου την βαρύνουσα αυτά εγγυοδοσία. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 4384/2015 απόφασή του, αφού απέρριψε την από 12-02-2015 κλήση, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής ως προς όλα τα ενάγοντα φυσικά και νομικά πρόσωπα, πλην του εντέκατου.

Περαιτέρω δε δέχτηκε την από 16-02-2015 αίτηση, αποφάνθηκε ότι η από 21-12-2012 αγωγή αναφορικά με τα λοιπά, πλην του εντέκατου, πρόσωπα ανακλήθηκε και επέβαλε τα δικαστικά έξοδα εις βάρος των καλούντων. Ακολούθως, το ίδιο Δικαστήριο έκρινε την ως άνω αγωγή κατά το μέρος που ασκήθηκε από το εντέκατο νομικό πρόσωπο και αποφάνθηκε ότι δεν δύναται να εκφέρει κρίση για την αγωγή, καθόσον αυτή στρέφεται κατά των πρώτης, δεύτερου, τρίτης, τέταρτου, πέμπτου και ένατου των εναγόμενων προσώπων, για το λόγο ότι στερείται διεθνούς δικαιοδοσίας, απέρριψε δε αυτήν (αγωγή) και συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων αυτών.

Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε την αγωγή, καθόσον αυτή απευθυνόταν κατά των λοιπών εναγομένων προσώπων και ανέβαλε την συζήτησή της, εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η αρξαμένη ποινική διαδικασία με αφορμή την από 15-04-2013 έγκληση του εντέκατου ενάγοντος νομικού προσώπου κατά των έκτης, έβδομης, όγδοου και δέκατης των εναγομένων.

Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου άσκησαν την από 17-06-2016 έφεσή τους τα πρώτο, δεύτερο, τρίτο και πέμπτο εναγόμενα πρόσωπα, καθώς και τα ενάγοντα πρόσωπα την από 15-6-2016 έφεσή τους, αποδίδοντας στην εκκαλούμενη απόφαση εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους τα ενάγοντα πρόσωπα παραπονέθηκαν γιατί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έκανε δεκτή την αίτησή τους να ανακαλέσει την απόφασή του για την καταβολή εγγυοδοσίας εκ μέρους τους, ως προϋπόθεση για την πρόοδο της συζήτησης της αγωγής τους, επιπλέον δε έκανε δεκτή την αίτηση των αντιδίκων προσώπων και αποφάνθηκε ότι η αγωγή τους έχει ανακληθεί.

Επίσης, με το δεύτερο λόγο της έφεσής τους τα ίδια πρόσωπα παραπονέθηκαν για το ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, αποφάνθηκε ότι στερείται διεθνούς δικαιοδοσίας για την εκδίκαση της αγωγής, κατά το μέρος που ασκήθηκε από το εντέκατο νομικό πρόσωπο και στρέφεται κατά των πρώτου, δεύτερου, τρίτου και πέμπτου των εναγομένων προσώπων.

Επί των πιο πάνω εφέσεων εκδόθηκε η προαναφερόμενη υπ' αριθ. 472/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο, συνεδικάζοντας αυτές, απέρριψε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων καθώς και την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων. Ειδικότερα, ως προς την τελευταία έφεση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η από 15-06-2016 έφεση, ασκηθείσα από τα λοιπά πλην του εντέκατου εκκαλούντα πρόσωπα και κατά το μέρος της, με το οποίο ζητείται να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, καθόσον αποφάνθηκε ότι η αγωγή τους έχει ανακληθεί, είναι απαράδεκτη, γιατί στρέφεται κατά μη οριστικής απόφασης, προσκρούοντας στην απαγόρευση του άρθρου 513 § 1 στοιχ.

β' ΚΠολΔ. Επιπλέον, το ίδιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι η αυτή έφεση, ασκηθείσα από το εντέκατο εκκαλούν πρόσωπο και καθόσον με αυτή ζητείται η εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, ως προς την κρίση της ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στερείται διεθνούς δικαιοδοσίας να εκδικάσει την αγωγή, αναφορικά με τα πρώτο, δεύτερο, τρίτο και πέμπτο εφεσίβλητα πρόσωπα, ασκήθηκε παραδεκτά και είναι τυπικά δεκτή, στη συνέχεια δε απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν.

Με τα δεδομένα αυτά, η πιο πάνω αίτηση αναίρεσης κατά της προαναφερόμενης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τους παρισταμένους ενδέκατη, δωδέκατο, δέκατο τρίτο και δέκατο τέταρτο των αναιρεσειόντων (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω καθόσον αφορά στους πιο πάνω αναιρεσείοντες και ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

IIΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ως "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την παραβίαση δικονομικής διάταξης (Ολ ΑΠ 8/2017, Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 535/2018, ΑΠ 108/2018, ΑΠ 350/2017).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 169 ΚΠολΔ, το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του εναγόμενου ή του διαδίκου, εναντίον του οποίου ασκήθηκε κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο, μπορεί να υποχρεώσει σε εγγυοδοσία τον ενάγοντα ή τον διάδικο που άσκησε την κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο για τα έξοδα της διαδικασίας, που γίνεται στο ίδιο δικαστήριο, αν αυτό κρίνει ότι υπάρχει προφανής κίνδυνος αδυναμίας να εκτελεστεί η ενδεχόμενη καταδίκη του διαδίκου αυτού στη δικαστική δαπάνη του αντιδίκου του.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποσκοπεί στην εξασφάλιση του εναγομένου (του καθ` ου η κύρια παρέμβαση ή του καθ' ου ασκήθηκε το ένδικο μέσο) για την είσπραξη των εξόδων της διαδικασίας στο οικείο δικαστήριο, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 171 και 172 ΚΠολΔ, προκύπτει: α) για να υπάρξει υποχρέωση προς παροχή εγγυοδοσίας του ενεργούντος την επιθετική πράξη διαδίκου υπέρ του αντιδίκου του, είναι ανάγκη να υποβληθεί αίτηση του τελευταίου και μάλιστα κατά την πρώτη συζήτηση με ποινή απαραδέκτου (άρθρ. 263 περ.

γ' ΚΠολΔ), β) ότι κριτήριο της υποχρέωσης εγγυοδοσίας είναι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η προφανής οικονομική αδυναμία του επιτιθέμενου διαδίκου, ανεξάρτητα από τις πιθανότητες ουσιαστικής κρίσης της διαφοράς υπέρ του ενός ή του άλλου διαδίκου μέρους. Ο σχετικός κίνδυνος πρέπει να είναι προφανής και τούτο ισχύει, όταν ο επιτιθέμενος διάδικος δεν έχει εμφανή περιουσία, έχει άγνωστη διαμονή, είναι αναξιόχρεος λόγω πολλαπλών χρεών έναντι τρίτων ή και του ίδιου του αιτούντος και, εν γένει, αφερέγγυος, γ) ότι για να διαταχθεί η εγγυοδοσία, πρέπει, κατά την κρίση του δικαστηρίου που δικάζει και σχηματίζεται με ελεύθερη απόδειξη, προαποδεικτικά, από τα στοιχεία που έχουν τεθεί υπόψη του, να υπάρχει προφανής κίνδυνος για την αδυναμία εκτέλεσης της διάταξης για τα δικαστικά έξοδα σε περίπτωση καταδίκης σ' αυτά του υπόχρεου στην καταβολή της εγγυοδοσίας διαδίκου, δ) ότι το δικαστήριο, που δέχεται τη διακωλυτική ένσταση της δίκης για εγγυοδοσία, ορίζει όχι μόνο το ποσό της, αλλά και την προθεσμία, εντός της οποίας οφείλει ο υπόχρεος να την καταβάλει.

Αν αυτή παρέλθει άπρακτη, το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση εκείνου που είχε ζητήσει την εγγυοδοσία, "αποφασίζει ότι ανακλήθηκε η αγωγή, η κυρία παρέμβαση ή το ένδικο μέσο", πράγμα που είναι υποχρεωτικό για το δικαστήριο και δεν απόκειται στην διακριτική του ευχέρεια. Η ανάκληση δε, θεωρείται, ότι αφορά το δικόγραφο και όχι το δικαίωμα προς άσκηση της αγωγής, της κύριας παρέμβασης ή του ενδίκου μέσου, ε) ότι το βάρος της απόδειξης των προϋποθέσεων της ανωτέρω δικονομικής αναβλητικής ένστασης, η οποία εισάγει εξαιρετικού χαρακτήρα δικονομικό κανόνα, φέρει ο εναγόμενος, ο καθ' ου η κυρία παρέμβαση ή εκείνος, κατά του οποίου ασκείται το ένδικο μέσο, ενώ η ένσταση είναι βάσιμη, αν αποδειχθεί πλήρως, χωρίς να αρκεί απλή πιθανολόγηση (ΑΠ 304/2016, ΑΠ 167/2015, ΑΠ 1875/2014, ΑΠ 1709/2013, ΑΠ 990/2008).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 309 εδ. α' ΚΠολΔ, οι αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση, δεν μπορούν, μετά τη δημοσίευσή τους, να ανακληθούν από το δικαστήριο, το οποίο τις εξέδωσε. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 308, 309, 513, 539 και 533 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, οριστική απόφαση είναι εκείνη, με την οποία τελειώνει η δίκη με την παραδοχή ή την απόρριψη της αγωγής ή άλλου εισαγωγικού δικογράφου και το δικαστήριο απεκδύεται κάθε άλλης εξουσίας στη δικαζόμενη υπόθεση, δηλαδή το δικαστήριο αποξενώνεται από κάθε δικαιοδοτική εξουσία.

Αντίθετα, μη οριστικές αποφάσεις είναι εκείνες, που παρασκευάζουν την υπόθεση, ώστε να καταστεί ώριμη για έκδοση δικαστικής απόφασης, δηλαδή διαμορφώνουν τη διαδικασία και προετοιμάζουν την οριστική επίλυση της διαφοράς (Ολ ΑΠ 230/1983, ΑΠ 358/2011, ΑΠ 2008/2009, ΑΠ 1721/2007). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας επί της από 15-6-2016 έφεσης των ήδη αναιρεσειόντων δέχθηκε συναφώς τα ακόλουθα: "Η από 15-06-2016 έφεση, ασκηθείσα από τα λοιπά πλην του εντέκατου εκκαλούντος (ήδη αναιρεσείοντος) προσώπου και κατά το μέρος της με το οποίο ζητείται να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση καθόσον αποφάνθηκε ότι η αγωγή τους έχει ανακληθεί, είναι απαράδεκτη γιατί στρέφεται κατά μη οριστικής αποφάσεως, προσκρούοντας στην απαγόρευση του άρθρου 513 § 1 στοιχ.

β' ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η εκκαλούμενη απόφαση καθόσον απέρριψε την κλήση των εκκαλούντων προσώπων (πλην της εντέκατης), κήρυξε τη συζήτηση της αγωγής τους απαράδεκτη και δέχτηκε την αίτηση των εναγόμενων προσώπων έχει μη οριστικό χαρακτήρα...". Με τα δεδομένα αυτά, και σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στις νομικές σκέψεις στην αρχή της παρούσας, η ανωτέρω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πράγματι δεν ήταν εκκλητή, αφού ούτε την ουσία της διαφοράς έκρινε, ούτε το νόμιμο και παραδεκτό της αγωγής, αλλά πρόκειται απλώς για μια απόφαση, η οποία διαμορφώνει τη διαδικασία και προετοιμάζει την οριστική επίλυση της διαφοράς (ΑΠ 1717, 1721/2007).

Συνεπώς, το Εφετείο, με την απόρριψη της ως άνω έφεσης ως απαράδεκτης για τον ως άνω λόγο, δεν παραβίασε τις ως άνω δικονομικές διατάξεις και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης των δωδέκατου, δέκατου τρίτου και δεκάτου τετάρτου των αναιρεσειόντων κατά όλων των αναιρεσιβλήτων από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός από τις αναφερόμενες στην παρ. 2 αυτού εξαιρέσεις περί των οποίων δεν πρόκειται, στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι καθιερώνεται διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων επί ιδιωτικών διαφορών, εφόσον αυτές συνδέονται με την Ελληνική πολιτεία με κάποιο στοιχείο, που θεμελιώνει δωσιδικία και δη αρμοδιότητα κάποιου ελληνικού δικαστηρίου (ΑΠ 1529/2017, ΑΠ 613/2017, ΑΠ 8/2015).

Περαιτέρω, από 1 Μαρτίου 2002 άρχισε να ισχύει ο Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου "για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις", ο οποίος, κατά το άρθρο 76 της τότε ισχύουσας Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος-μέλος.

Ο εν λόγω Κανονισμός εφαρμόζεται μόνο στις αγωγές που ασκούνται κλπ μετά την έναρξη της ισχύος του (άρθρ. 66 παρ. 1 αυτού), αντικατέστησε δε την από 27-9-1968 Διεθνή Σύμβαση των Βρυξελλών, η οποία είχε κυρωθεί με το ν. 1814/1988, όπως αυτή τροποποιήθηκε και αντικαταστάθηκε στη συνέχεια με μεταγενέστερες Συμβάσεις που κυρώθηκαν με το ν. 2004/1992.

Από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 59 και 60 παρ. 1 του Κανονισμού αυτού, συνάγεται ότι, καθιερώνεται ως βάση της διεθνούς δικαιοδοσίας η κατοικία του εναγομένου και επί νομικών προσώπων ο τόπος της καταστατικής έδρας τους ή της κεντρικής διοίκησης ή της κύριας εγκατάστασης (ουσιαστικά όμοιες ρυθμίσεις περιλαμβάνονταν και στην ως άνω Σύμβαση των Βρυξελλών).

Παράλληλα, όμως, θεσπίζονται κατά το άρθρο 3 παρ. 1 αυτού, κατά τρόπο περιοριστικό, και ειδικές (συντρέχουσες) δικαιοδοσίες. Έτσι, σύμφωνα με το άρθρ. 5 παρ. 3 του Κανονισμού, πρόσωπο που έχει την κατοικία του (και επί νομικού προσώπου την έδρα του κλπ) στο έδαφος κράτους-μέλους, μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος-μέλος ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου, όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός.

Κατά πάγια νομολογία του ΔΕΚ, οι ως άνω κανόνες περί ειδικών βάσεων διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 5, σημεία 3 και 5, του εν λόγω Κανονισμού στηρίζονται στην ύπαρξη ιδιαιτέρως στενού συνδέσμου μεταξύ της διαφοράς και των δικαστηρίων που ενδέχεται να επιληφθούν της διαφοράς αυτής, βάσει του οποίου δικαιολογείται η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων αυτών για λόγους εύρυθμης λειτουργίας της δικαιοσύνης και αποτελεσματικής οργάνωσης της δίκης.

Ειδικότερα, όσον αφορά στην έννοια του "τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός", κατά το άρθρο 5 σημείο 3 του Κανονισμού 44/2001, κατά πάγια νομολογία του ίδιου Δικαστηρίου, ο όρος αυτός αφορά τόσο τον τόπο όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός, όσο και τον τόπο επελεύσεως της ζημίας, οπότε ο εναγόμενος μπορεί να εναχθεί, κατ' επιλογή του ενάγοντος, ενώπιον του δικαστηρίου του ενός ή του άλλου εκ των δύο αυτών τόπων.

Επομένως, από τα παραπάνω παρέχεται στον ενάγοντα η δυνατότητα να ασκήσει αγωγή είτε ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου επέλευσης της ζημίας, είτε ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου, όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός, οπότε ένα δικαστήριο μπορεί να επιληφθεί νομίμως διαφοράς βάσει μιας εκ των δύο βάσεων διεθνούς δικαιοδοσίας (Απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Ιουλίου 2018 στην υπόθεση C-27/2017, Απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Σεπτεμβρίου 2018 στην υπόθεση C-304/17, Απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Ιανουαρίου 2015 στην υπόθεση C-441/13, Απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Ιανουαρίου 2015 στην υπόθεση C-375/13).

Περαιτέρω, όταν το πολιτικό δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει την αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας) υποπίπτει στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαράδεκτου του αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ως εκ τούτου ιδρύεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης και όχι αυτός του αριθ. 4 του ίδιου άρθρου (Ολ ΑΠ 2/1999, ΑΠ 487/2011, ΑΠ 2163/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης των εκκαλούντων (ήδη αναιρεσειόντων) στην ως άνω από 15-6-2016 έφεσή τους, με τον οποίο παραπονούνταν για την απόρριψη της αγωγής τους καθ' ο μέρος ασκήθηκε από το εντέκατο αυτών νομικό πρόσωπο κατά των πρώτης, δεύτερου, τρίτης, τέταρτου, πέμπτου και ένατου των εναγόμενων προσώπων (ήδη αναιρεσιβλήτων) για τον λόγο ότι στερείται διεθνούς δικαιοδοσίας.

Ειδικότερα, το ως άνω Δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το εντέκατο ενάγον πρόσωπο για να θεμελιώσει την ύπαρξη διεθνούς δικαιοδοσίας του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ώστε αυτό (πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) να εξετάσει την από 21-12-2012 αγωγή του ισχυρίστηκε ότι υπέστη ζημία ποσού 6.600.000 $ και ηθική βλάβη που δικαιολογεί την αναζήτηση εκ μέρους του χρηματικής ικανοποιήσεως 3.999.956 ευρώ εξαιτίας της αδικοπρακτικής (απατηλής) συμπεριφοράς των εναγομένων προσώπων εξαιτίας της οποίας παρέλειψε να ασκήσει δικαιώματά της (με επιβολή αναγκαστικής κατασχέσεως και άλλων μέσων αναγκαστικής εκτελέσεως) επί των αναφερόμενων ...πλοίων, κυριότητας άλλων εναγόντων προσώπων, τα οποία μετασκευάστηκαν στις εγκαταστάσεις της, με αποτέλεσμα τα πλοία αυτά, με ενέργειες των εναγομένων προσώπων, να κατασχεθούν αναγκαστικά και να εκποιηθούν σε λιμένες τρίτων χωρών (...) και περαιτέρω αποτέλεσμα να απωλέσει τη δυνατότητα ικανοποιήσεώς της από τα πλοία αυτά.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για να κρίνει αν έχει διεθνή δικαιοδοσία ώστε να επιληφθεί της εκδικάσεως της ανωτέρω αγωγής καθόσον εγέρθηκε από το εντέκατο ενάγον πρόσωπο και στρεφόταν κατά των πρώτου, δεύτερου, τρίτου και πέμπτου προσώπων, εδρευόντων ή κατοικούντων στο ..., ερμήνευσε και εφήρμοσε το άρθρο 5§3 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για την διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, που ισχύει από την 1-03-2012 και έχει ως εξής....

Ερμηνεύοντας, λοιπόν, και εφαρμόζοντας την εν λόγω διάταξη του Κανονισμού, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι τόπος επελεύσεως της ζημίας του εντέκατου ενάγοντος προσώπου δεν είναι η Ελλάδα, όπου, κατά τους ισχυρισμούς αυτού, έλαβαν χώρα οι ψευδείς παραστάσεις προς αυτό και άλλα ενάγοντα πρόσωπα, αλλά οι χώρες της αλλοδαπής στις οποίες κατασχέθηκαν αναγκαστικά και εκπλειστηριάστηκαν τα πλοία, εφόσον στις χώρες εκείνες έλαβαν χώρα τα ζημιογόνα γεγονότα (αναγκαστική κατάσχεση, εκπλειστηριασμός των πλοίων και, ως εκ τούτων, ματαίωση της δυνατότητας ικανοποιήσεως της απαιτήσεως του εντέκατου ενάγοντος προσώπου).

Η ως άνω, κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αναφορικά με την κατάφαση ή μη της διεθνούς δικαιοδοσίας του ώστε να επιληφθεί της αγωγής είναι ορθή γιατί, πράγματι, σύμφωνα με τα περιστατικά τα ιστορούμενα στην αγωγή, τα γεγονότα που προκάλεσαν τις επιμέρους ζημίες και συνέβαλαν στην τελική ζημία του εντέκατου ενάγοντος προσώπου έλαβαν χώρα στις ανωτέρω αναφερόμενες χώρες της αλλοδαπής. 'Αλλωστε η ζημία του ενάγοντος προσώπου δεν επήλθε από την μη επιβολή εκ μέρους του αναγκαστικών μέτρων στα προαναφερόμενα πλοία αλλά από την ματαίωση της δυνατότητάς του αυτής που επήλθε λόγω της αναγκαστικής κατασχέσεως και του εκπλειστηριασμού των εν λόγω πλοίων.

Σημειώνεται ότι ο τόπος στον οποίο, ενδεχομένως, έλαβαν χώρα οι απατηλές παραστάσεις στις οποίες αναφέρεται το εντέκατο ενάγον πρόσωπο δεν πρέπει να συγχέεται με τον τόπο επελεύσεως της ζημίας του, ο οποίος συνιστά το κρίσιμο στοιχείο για την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της από 15-06-2016 εφέσεως που παραδεκτά προβλήθηκε πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τις ως άνω δικονομικές διατάξεις, αφού η πιο πάνω προβλεπόμενη από τον Κανονισμό (ΕΚ) 41/2001 (άρθρο 5 σημ. 3) ειδική βάση διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων με βάση τον τόπο, όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός, αφορά τόσο τον τόπο όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός, όσο και τον τόπο επέλευσης της ζημίας και όχι μόνο τον τόπο επέλευσης της ζημίας, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το ως άνω Δικαστήριο.

Ειδικότερα, ο τόπος στον οποίο, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, έλαβαν χώρα οι αναφερόμενες στην αγωγή απατηλές παραστάσεις (Ελλάδα-Σαλαμίνα-Πειραιάς) αρκεί για τη δημιουργία του ως άνω συνδέσμου της ένδικης διαφοράς με το Δικαστήριο, που επιλήφθηκε στον πρώτο βαθμό και τη θεμελίωση διεθνούς δικαιοδοσίας αυτού για την εκδίκασή της.

Ειδικότερα, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, καθόσον αφορά στην επικαλούμενη ζημία της ενδέκατης των αναιρεσειόντων (εναγόντων), τα ζημιογόνα γεγονότα, σε συνδυασμό με τον ως άνω νόμιμο λόγο ευθύνης, έλαβαν χώρα στην Ελλάδα (Σαλαμίνα, Πειραιά), εφόσον στον τόπο αυτό έλαβαν χώρα οι αναφερόμενες ψευδείς παραστάσεις και συγκεκριμένα έγιναν οι περισσότερες συναντήσεις μεταξύ των οριζομένων προσώπων και η παραπλάνηση αυτής (ενδέκατης των αναιρεσειόντων), η οποία και συνιστά την πράξη της απάτης.

Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει του επικαλουμένου σχεδίου εξαπάτησης εκ μέρους των αναφερομένων αναιρεσιβλήτων προσώπων, τα γεγονότα που προκάλεσαν την πιο πάνω ζημία (μείωση της περιουσίας) της ενδέκατης των αναιρεσειόντων είναι αυτά που συνδέονται με την, λόγω της εξαπάτησης, παράλειψή της να ασκήσει τα δικαιώματά της με την επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης και άλλων μέσων αναγκαστικής εκτέλεσης επί των πλοίων πριν τον απόπλου τους από την Ελλάδα και απλώς επιβεβαιώθηκε η ζημία αυτή, με την αναγκαστική κατάσχεση και εκποίηση των πλοίων σε λιμένες τρίτων χωρών.

Εξάλλου, ως τόπος επέλευσης της ζημίας της ενδέκατης των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, που στηρίζεται στην ως άνω πράξη της απάτης, είναι και η Ελλάδα (Σαλαμίνα, Πειραιάς), αφού στον τόπο αυτό η ίδια παρέλειψε να ασκήσει τα προβλεπόμενα δικαιώματά της επί των πλοίων αυτών, που συνιστά διάθεση και βλάβη της περιουσίας της, η οποία απλώς επιβεβαιώθηκε με την ως άνω κατάσχεση και εκποίηση αυτών σε λιμένες τρίτων χωρών.

Επίσης, στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να γίνει λόγος περί άμεσης ζημίας της ενδέκατης των αναιρεσειόντων στις ως άνω χώρες της αλλοδαπής και περί έμμεσης ζημίας ή αντανακλαστικής αυτής στην Ελλάδα, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσίβλητοι. Τούτο δε διότι η ζημία αυτής κατά τα ως άνω στην Ελλάδα ήταν άμεση και επέφερε μείωση της περιουσίας της.

Μετά ταύτα, είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 (και όχι 1 και 19) του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα παραπάνω. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης των δωδέκατου, δέκατου τρίτου και δέκατου τέταρτου των αναιρεσειόντων κατά όλων των αναιρεσιβλήτων και να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αναίρεσης της ενδέκατης των αναιρεσειόντων κατά των πρώτης, δεύτερου, τρίτης, τέταρτου, πέμπτου και ένατου των αναιρεσιβλήτων και να αναιρεθεί εν μέρει ως προς αυτούς η προσβαλλομένη απόφαση και ειδικότερα μόνον ως προς τη διάταξή της με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 15-6-2016 έφεση της ενδέκατης των αναιρεσειόντων κατά των πρώτης, δεύτερου, τρίτης, τέταρτου, πέμπτου και ένατου των αναιρεσιβλήτων, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές κατά την παράγραφο 3 του αρθρ. 580 ΚΠολΔ και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην ως άνω αναιρεσείουσα (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των ενδέκατης, δωδέκατου, δέκατου τρίτου και δέκατου τέταρτου των αναιρεσειόντων, που παραστάθηκαν στο ακροατήριο και των αναιρεσιβλήτων, λόγω του δυσερμηνεύτου των διατάξεων που εφαρμόστηκαν (άρθρ. 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

AΠOΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-12-2017 αίτηση των πιο κάτω αναιρεσειόντων κατά όλων των αναιρεσιβλήτων για αναίρεση της υπ' αριθ. 472/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, ήτοι : 1) της εταιρείας με την επωνυμία "...", 2) της εταιρείας με την επωνυμία "...", 3) της εταιρείας με την επωνυμία "...", 4) της εταιρείας με την επωνυμία "...", 5) της εταιρείας με την επωνυμία "...", 6) της εταιρείας με την επωνυμία "...", 7) της εταιρείας με την επωνυμία "...", 8) της εταιρείας με την επωνυμία "...", 9) της εταιρείας με την επωνυμία "..." και 10) της εταιρείας με την επωνυμία "...".

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους πιο πάνω δέκα πρώτους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ για τους πρώτη, δεύτερο, τρίτη και πέμπτο και στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ για τους λοιπούς αυτών (αναιρεσιβλήτων).

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-12-2017 αίτηση των δωδέκατου, δέκατου τρίτου και δέκατου τέταρτου των αναιρεσειόντων Γ. Κ., Σ. Δ. Κ. και Ν. Κ. κατά όλων των αναιρεσιβλήτων για αναίρεση της υπ' αριθ. 472/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την από 15-12-2017 αίτηση της ενδέκατης των αναιρεσειόντων ελληνικής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" κατά των πρώτης, δεύτερου, τρίτης, τέταρτου, πέμπτου και ένατου των αναιρεσιβλήτων, ήτοι των δημόσιας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", Π. (P.) Π. (P.), ιδιωτικής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Ltd", Η. A., Κ. (C.) Ά. (A.) και R. R. αντίστοιχα για αναίρεση της υπ' αριθ. 472/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 472/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς κατά τα οριζόμενα στο αιτιολογικό και ειδικότερα μόνον ως προς τη διάταξή της, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 15-6-2016 έφεση της ενδέκατης των αναιρεσειόντων κατά των πρώτης, δεύτερου, τρίτης, τέταρτου, πέμπτου και ένατου των αναιρεσιβλήτων.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην ενδέκατη των αναιρεσειόντων.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το ανωτέρω μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των ενδέκατης, δωδέκατου, δέκατου τρίτου και δέκατου τέταρτου των αναιρεσειόντων και των αναιρεσιβλήτων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ