Supreme Court dismisses appeal on fixed-term contract duration and constitutional prohibition of automatic conversion to open-ended contracts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of her lawsuit against the Greek State. The appellant argued that successive fixed-term contracts formed a single open-ended contract, violating constitutional protections against automatic conversion. The court held that the specific duration of these contracts and the timing of their execution precluded such characterization under the relevant labor law and transitional provisions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648 and 669 of the Civil Code; Articles 281, 648, 671 of the Civil Code; Article 25 of the Constitution; Article 21 of Law 2190/1994; Directive 1999/70/EC; Paragraphs 7 and 8 of Article 103 of the Constitution; Article 11 of Presidential Decree 164/2004: A series of fixed-term contracts does not constitute a single open-ended contract if the duration is not indefinite and the contracts were executed before the constitutional amendment prohibiting automatic conversion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1269 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1269/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου- Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Γ. του Ι., κατοίκου Αθηνών, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μελισσάρη, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρία Οικονόμου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/10/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 681/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 4272/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/9/2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 27.9.2017 και με αριθ. κατάθ. 6980/647/29.9.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 4272/1.10.2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 31.7.2014 και με αριθ. κατάθ. 5423/5.8.2014 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 681/4.3.2014 απόφασης του Μονολελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η ανωτέρω έφεση της ως άνω εκκαλούσας - ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της προαναφερθείσας οριστικής απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη η από 19.10.2007 και με αριθ.
κατάθ. 230497/4673/23.10.2007 αγωγή αυτής [επί συνόλου 36 αρχικά εναγόντων] κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται να λάβει χώρα καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 217/2017, ΑΠ 104/2016). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του ΑΝ 547/1937, ορίζεται ότι "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον" (παρ.1). "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ` ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου (παρ.3)".
Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα, ενώ κατά τη γραμματική της διατύπωση αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την καταγγελία ο Ν.2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, στις περιπτώσεις ιδίως των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που στην πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται κυρίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, παρέχοντας μάλιστα πληρέστερη προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης με αριθμό 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας (ΟλΑΠ 7/2011).
Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 1664/2007).
Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση.
Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2190/1994 ορίσθηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του ιδίου νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Κατ' εξαίρεση δε των ανωτέρω ρυθμίσεων επιτρέπεται η πρόσληψη προσωπικού για την εκτέλεση προγραμμάτων ή έργων που χρηματοδοτούνται ή επιδοτούνται από διεθνείς οργανισμούς κλπ με συμβάσεις ορισμένου χρόνου διαρκείας ενός έτους που μπορεί να ανανεώνονται μέχρι το τέλος του προγράμματος ή του έργου, αποκλειομένης σε κάθε περίπτωση της αναγνώρισής των ως συμβάσεων αορίστου χρόνου.
Με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10 περ.
ε του Ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται αυτεπαγγέλτως για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ. και παραπέμπονται υποχρεωτικά στην αρμόδια πειθαρχική δικαιοδοσία. Αντίστοιχες ρυθμίσεις, διαφέρουσες αυτών ως προς τη διάρκεια του χρόνου των συμβάσεων εργασίας (πέντε μήνες για τη κάλυψη εποχιακών ή περιοδικών αναγκών, ένα έτος για τη κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών, δυνάμενες να ανανεωθούν για τρεις μήνες και ένα έτος αντίστοιχα) περιείχαν και οι διατάξεις των άρθρων 65 ( σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 64) και 72 παρ. 1 και 73 του Π.Δ/τος 410/1988, που κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για το με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ.
Σε συνάφεια με την κατά τα ανωτέρω νομοθεσία και ειδικά για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών κατά την εκτέλεση αρχαιολογικών έργων, με το άρθρο 81 του Ν. 1958/1991 (ΦΕΚ Α 122) προβλέφθηκε στις περιπτώσεις επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης εκτέλεσης κάποιου αρχαιολογικού έργου, μη περιλαμβανομένου στο ετήσιο εγκεκριμένο πρόγραμμα του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου (Κ.Α.Σ.) για την αποτροπή κινδύνου, η πρόσληψη του αναγκαίου ωρομίσθιου προσωπικού μέσα στα όρια των συγκεκριμένων πιστώσεων για το συγκεκριμένο έργο, με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει τον αριθμό των 880 ωρών για κάθε απασχολούμενο, αριθμός που μεταγενέστερα αυξήθηκε σε 1320 ώρες με το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 2833/2000.
Ο ίδιος ως άνω νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ.3 του άρθρου 14 αυτού ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1, γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό, είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του, τις οποίες ειδικότερα θεσπίζει αντίστοιχα στις διατάξεις των άρθρων 15 και 18 αυτού, αναλόγως των απαιτουμένων κατά την κείμενη νομοθεσία τυπικών προσόντων για τις αντίστοιχες προσλήψεις, και μετά από προηγουμένη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ).
Εξ άλλου, στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ.2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ.3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17.4.2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει".
Επίσης, στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του Π.Δ/τος 410/1988 και του Ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 18.4.2001, οπότε δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το νέο Σύνταγμα, και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.
Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν.2190/1994) για τη πρόσληψη τακτικού προσωπικού.
Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλΑΠ 19, 20/2007).
Συνεπώς στις συναφθείσες μετά τις 18.4.2001 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε φορείς του δημοσίου τομέα, δεν είναι πλέον δυνατή η εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν.2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος, από τις οποίες προκύπτει κατά τα ήδη προαναφερθέντα ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 1, 3, 5 του Β.
Δ/τος 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα αυτών ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου, χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 19 και 20/2007). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).
Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C - 212/2004).
Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα.
Ειδικότερα, με το Π.Δ/μα 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα" (ΦΕΚ Α 134), που άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, θεσπίσθηκαν νομοθετικά μέτρα που λήφθηκαν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ.1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, καθώς και για το προσωπικό δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων (άρθ. 2 παρ.1 και 3 στοιχ.
γ αυτού), με σκοπό την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη των ρυθμίσεων της ως άνω με αριθμό 1999/70 Οδηγίας. Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία με το Π.Δ/μα 164/2004 των μέτρων που αυτό προβλέπει για την επίτευξη του στόχου της εν λόγω με αριθ.1999/70 Οδηγίας έγινε, αφού αυτή έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.
Μάλιστα οι ρυθμίσεις του ανωτέρω Π.Δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.4.2009 υποθέσεις C - 378 έως C - 380). Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1, 2 και 4 του εν λόγω με αριθ. 164/2004 Π.Δ/τος ορίσθηκε ότι απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ιδίου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών (παρ.1), ότι η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, αντικειμενικός δε λόγος υφίσταται όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης (παρ.2) και ότι σε κάθε περίπτωση ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ.2 του επομένου άρθρου (παρ.4).
Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του ιδίου Π.Δ/τος ορίσθηκε ότι, με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου, συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογή του προηγουμένου άρθρου, είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογή άλλων διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας.
Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ρυθμίσεων αυτών, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, με τη διάταξη του άρθρου 7 του εν λόγω Προεδρικού Διατάγματος, προβλέφθηκε η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του, ενώ επίσης θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Όμως, ενόψει του ότι οι πιο πάνω διατάξεις του Π.Δ/τος 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19 Ιουλίου 2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από τις 10 Ιουλίου 2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή.
Έτσι με την μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 παρ.1 περ.α, 2 εδ.α και β, 3 και 5 του πιο πάνω Προεδρικού Διατάγματος, που κρίθηκε συνταγματικώς ανεκτή ως μεταβατική διάταξη τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων (ΟλΑΠ 16/2017), ρυθμίσθηκε το ζήτημα του χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος (δηλαδή διαδοχικών συμβάσεων με αντικείμενο την ίδια ή παρεμφερή εργασία μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί διάστημα μικρότερο των τριών μηνών), που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του Διατάγματος και ήσαν ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού (19.7.2004) ή είχαν λήξει εντός του προηγουμένου τριμήνου, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εφεξής χρόνο, υπό τις τασσόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα απασχόλησης και έλεγχο από το ΑΣΕΠ.
Επομένως εάν η τελευταία από τις διαδοχικές σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου έληξε πριν τις 19 Απριλίου 2004 ή δεν συντρέχουν οι τιθέμενες από το πιο πάνω Π.Δ/μα λοιπές προϋποθέσεις, η διάταξη του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής και μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου δεν μπορεί να γίνει (ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 104/2016, ΑΠ 1664/2007).
Ενόψει δε των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις ρυθμίσεις της με αριθ.1999/70 Οδηγίας, που δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε κατ' επιταγή της ως άνω Οδηγίας, για το μεσοδιάστημα από 10.7.2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας σε αυτήν) μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.Δ/τος 164/2004 (19.7.2004), ούτε βεβαίως μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου (ΟλΑΠ 19/2007).
Αντίθετα, η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος, μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (και της πιο πάνω με αριθ. 1999/70 Οδηγίας που εφαρμόσθηκε αργότερα).
Τούτο διότι οι συμβάσεις αυτές, παρά την απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα (ΟλΑΠ 7/2011 και 8/2011).
Η δε από το νόμο (Ν. 2190/1994) κατά τα ήδη προαναφερθέντα απαγόρευση μετατροπής των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου δεν επάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης από το δικαστήριο του πραγματικού χαρακτήρα της συγκεκριμένης έννομης σχέσης, η οποία δεν συνιστά "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό αυτής κατά την δικαστική διαδικασία (ΟλΑΠ 18/2006).
Στην περίπτωση αυτή η μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων (18.4.2001) και της με αριθμό 1999/70 Οδηγίας (10.7.2002) συνέχιση της εξακολούθησης της κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που είχαν όμως αρχίσει να συνάπτονται πριν την ανωτέρω συνταγματική αναθεώρηση, είναι νομικώς αδιάφορη, διότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είχε ήδη προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο και διατήρησε στη συνέχεια κατά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων (ΟλΑΠ 7/2011).
Προϋπόθεση όμως για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 είναι οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου και υπό τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας να διακρίνονται από συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ τους, δηλαδή, να μη μεσολαβούν πολύμηνα συνήθως χρονικά διαστήματα μεταξύ του χρόνου λήξης της μιας και του χρόνου έναρξης της ισχύος της αμέσως επόμενης (ΑΠ 788/2017, ΑΠ 1425/2015, ΑΠ 244/ 2015, ΑΠ 696/2013, ΑΠ 79/2013, ΑΠ 1032/2012).
Τοιαύτη περίπτωση συνοχής και χρονικής ενότητας δεν συντρέχει κατά νόμο όταν μεταξύ των εν λόγω συμβάσεων μεσολαβεί χρονικό διάστημα ενός ή δύο και πλέον ετών. Στο σημείο αυτό άλλωστε είναι χαρακτηριστική η ρύθμιση του μεταγενεστέρου από τον εδώ κρίσιμο χρόνο άρθρου 5 παρ. 1 του ως άνω Π.Δ/τος 164/2004 που ορίζει ότι το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ των συμβάσεων, προκειμένου να χαρακτηρισθούν αυτές διαδοχικές, πρέπει να είναι μικρότερο των τριών μηνών.
Επίσης άλλη προϋπόθεση της κατά τα ανωτέρω εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 είναι οι ως άνω διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου να καταρτίσθηκαν απ' ευθείας μεταξύ του ιδίου εργοδότη και του ιδίου εργαζομένου με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους. Ως εργοδότης δε στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, κατά την έννοια του άρθρου 648 του ΑΚ, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αφενός δικαιούται να αξιώσει από τον εργαζόμενο την παροχή της συμφωνημένης εργασίας και αφετέρου υποχρεούται να του καταβάλλει τον συμφωνημένο ή νόμιμο μισθό.
Συνήθως εργοδότης είναι το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον εργαζόμενο κατά τη κατάρτιση της σύμβασης εργασίας. Ειδικότερα στις περιπτώσεις δανεισμού εργαζομένου, ο οποίος κατά τα άρθρα 648, 651 και 361 του ΑΚ προϋποθέτει παροχή των υπηρεσιών του εργαζομένου για ορισμένο ή αόριστο χρόνο σε άλλο πρόσωπο (τρίτο), με την συναίνεση ή συμφωνία του εργαζομένου, και μάλιστα αδιαφόρως της βραχυχρόνιας ή μακροχρόνιας παραχώρησης του εργαζόμενου από τον αρχικό εργοδότη του, δεν λύεται η σύμβαση εργασίας και ο αρχικός (άμεσος) εργοδότης δεν αποβάλλει την ιδιότητά του αυτή αλλά είναι υποχρεωμένος, ως αντισυμβαλλόμενος στη σύμβαση εργασίας, να καταβάλει τις αποδοχές στον μισθωτό, εκτός τυχόν αντίθετης συμφωνίας (ΑΠ 1240/2014, ΑΠ 800/2014, ΑΠ 1580/2012), ενώ ο τρίτος (έμμεσος εργοδότης) που χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, ασκεί κατά τη διάρκεια της παραχώρησης το διευθυντικό δικαίωμα κατά την παροχή των υπηρεσιών του μισθωτού προς αυτόν.
Κατά συνέπεια λόγω της μη μεταβολής της εργασιακής σχέσης μεταξύ άμεσου εργοδότη και μισθωτού, η αρχική και οι τυχόν επακολουθήσασες αυτής συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μεταξύ του αρχικού εργοδότη και του μισθωτού δεν προσμετρώνται ως μέρος ενιαίας σύμβασης εργασίας, σε περίπτωση τυχόν κατάρτισης προγενέστερης ή μεταγενέστερης αυτών σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ του τρίτου (ως άμεσου εργοδότη πλέον) και του μισθωτού, εκ μόνου του λόγου της παροχής της εργασίας από τον μισθωτό χάριν του έμμεσου εργοδότη - τρίτου (ΑΠ 1320/2017, ΑΠ 674/2012), εκτός εάν αυτή (σύμβαση δανεισμού) κατά την περί τούτου ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας καταρτίσθηκε εικονικά με πραγματικό εργοδότη τον τρίτο και με σκοπό την καταστρατήγηση του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 από τον τρίτο (έμμεσο εργοδότη).
Τούτο άλλωστε ορίσθηκε ρητώς και νομοθετικά με τις μεταγενέστερες του επίδικου χρόνου διατάξεις του άρθρου 3 περ. α του Π.Δ/τος 81/2003 και του άρθρου 3 παρ. α του Π.Δ/τος 164/2004, που εκδόθηκαν καθυστερημένα προς ενσωμάτωση στο εσωτερικό δίκαιο της υπ' αριθ. 1999/70 οδηγίας (βλ. και ρήτρα 3 παρ.2 της Οδηγίας), κατά τις οποίες ως εργαζόμενος ορισμένου χρόνου νοείται κάθε φυσικό πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσα "απευθείας" μεταξύ εργοδότη και του εργαζομένου, περίπτωση που δεν υφίσταται επί δανεισμού εργαζόμενου.
Επομένως και στην ανάλογη περίπτωση της διενέργειας σωστικής ανασκαφής που πραγματοποιείται από αρχαιολόγο κατά τη διάρκεια κατασκευής δημοσίου τεχνικού έργου ή ιδιωτικού έργου υπερβαίνοντος κατά τον προϋπολογισμό του το ποσό των 587.000 ευρώ, η οποία κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 37 παρ. 6 του Ν. 3028/2002 χρηματοδοτείται από τον κύριο του έργου [όπως ήταν το έργο κατασκευής του μητροπολιτικού σιδηροδρόμου Αθηνών, όπου κύριος του έργου ήταν η συσταθείσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." κατά το Ν. 1955/1991], οσάκις καθ' υπόδειξη της αρχαιολογικής υπηρεσίας ορίζεται για τη διενέργεια της σωστικής ανασκαφής αρχαιολόγος που δεν υπηρετεί στο Ελληνικό Δημόσιο, πλην όμως προσλαμβάνεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και μισθοδοτείται από τον κατασκευαστή του έργου, διενεργεί δε τη σωστική ανασκαφή υπό την εποπτεία της πιο πάνω υπηρεσίας, εργοδότης του αρχαιολόγου παραμένει η Κοινοπραξία κατασκευής του έργου.
με την οποία καταρτίσθηκε η σχετική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και από την οποία καταβάλλονται οι συμφωνηθείσες με αυτήν αποδοχές. Το δε γεγονός ότι λόγω της φύσης της παρεχομένης εργασίας του αρχαιολόγου και του επιδιωκομένου από αυτήν σκοπού της διάσωσης των μνημείων που αποκαλύπτονται κατά τη διάρκεια εκτέλεση του τεχνικού έργου, η πρόσληψή αυτού από τον κατασκευαστή γίνεται με υπόδειξη της αρχαιολογικής υπηρεσίας και αυτός παρέχει τις υπηρεσίες του κατά τη διάρκεια της σωστικής ανασκαφής υπό την εποπτεία της τελευταίας, δεν αρκεί για να προσδώσει στο Ελληνικό Δημόσιο την ιδιότητα του εργοδότη, ούτε επάγεται εικονικότητα ως προς το πρόσωπο του εργοδότη της μεταξύ του αρχαιολόγου και της Κοινοπραξίας κατασκευής του έργου σύμβασης εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 714/2018, ΑΠ 2074/2007).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 58/2015). Εξ άλλου προϋπόθεση της ίδρυσης αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα αιτιολογίας, είναι ότι το δικαστήριο της ουσίας κατάρτισε ελάσσονα πρόταση, ερευνώντας κατ' ουσία την ενώπιον αυτού αχθείσα υπόθεση και διατυπώνοντας αποδεικτικό πόρισμα.
Κατά συνέπεια η προϋπόθεση αυτή δεν υφίσταται στην περίπτωση που η επικαλούμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη μείζονα σκέψη της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 788/2017, ΑΠ 77/2016, ΑΠ 1563/2012). Στην περίπτωση αυτή οι τυχόν πλημμέλειες της προσβαλλομένης απόφασης ερευνώνται στο πλαίσιο του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.
Τέλος ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παρά το νόμο λήψης υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας πραγμάτων που δεν προτάθηκαν ή της μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκη δεν ιδρύεται επί απαραδέκτων, αλυσιτελών ή αβασίμων κατά νόμο ισχυρισμών , αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 232/2009), ούτε όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), ούτε όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη από 19.10.2007 και με αριθ. κατάθ. …73/2007 αγωγή, η ενάγουσα [επί 36 συνολικά αρχικά εναγόντων] και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι απασχολήθηκε στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ως αρχαιολόγος α) από 12.11.1991 έως 31.12.1991 στο ... Μουσείο, β) από 16.10.2000 έως 31.12.2000 στην ..., γ) από 18.7.2006 έως 31.12.2006 και δ) από 18.1.2007 έως 3.10.2007 στην ..., δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και ότι από 4.5.1993 έως 6.4.1998 προσλήφθηκε από την ….
και απασχολήθηκε σε σωστικές ανασκαφές στο πλαίσιο κατασκευής του έργου, καθ' υπόδειξη και υπό την εποπτεία της Γ' Εφορίας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, παρέχοντας εργασία που κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, το οποίο αποτελεί κατά νόμο τον μόνο αρμόδιο δημόσιο φορέα για την επιστημονική εποπτεία και ευθύνη των ανασκαφών και την αξιοποίηση του υλικού, στα πλαίσια προάσπισης του δημοσίου συμφέροντος, που συνίσταται στη διάσωση και διαφύλαξη των αρχαιοτήτων και της πολιτιστικής εν γένει κληρονομιάς της χώρας.
Επικαλούμενη δε τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και εκείνες των άρθρων 174, 181 και 281 του ΑΚ, ως και τις ρυθμίσεις της με αριθ. 1999/70 Κοινοτικής Οδηγίας, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστης χρονικής διάρκειας, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας αυτής με την άρνηση του εναγομένου με τη λήξη της τελευταίας από τις πιο πάνω συμβάσεις να αποδεχθεί την εργασία της χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες προϋποθέσεις του Ν. 3198/1955 και χωρίς να της καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να την απασχολήσει με την ίδια ειδικότητα και με τους όρους που ίσχυαν πριν την καταγγελία, με την απειλή χρηματικής ποινής ύψους 300 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής του να συμμορφωθεί προς το διατακτικό της εκδοθησομένης απόφασης.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμό 681/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη ως προς την 36η των εναγόντων (αναιρεσείουσα) με το σκεπτικό ότι μεταξύ των εν λόγω συμβάσεων αυτής με το εναγόμενο μεσολάβησαν μεγάλα χρονικά διαστήματα, χωρίς να γίνεται επίκληση ότι κατά τη διάρκεια αυτών αυτή συνέχισε να απασχολείται έστω και με άκυρη σύμβαση εργασίας (βλ. 8ο φύλλο αυτής).
Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 31.7.2004 και με αριθ. κατάθ. 5423/5.8.2014 έφεση αυτής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, κρίνοντας, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι η αγωγή της ενάγουσας ήταν στο σύνολό της μη νόμιμη και συνεπώς απορριπτέα με το ακόλουθο σκεπτικό : " ...
σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η ενάγουσα [ήδη αναιρεσείουσα] απασχολήθηκε σε υπηρεσίες του εναγομένου [ ήδη αναιρεσίβλητου] 1,6 μήνες το έτος 1991, 2,5 μήνες το έτος 2000, 5,5 μήνες το έτος 2006 και 8,5 μήνες το έτος 2007. Υποστηρίζει ακόμα [ενν. η ενάγουσα] ότι απασχολήθηκε στην Κοινοπραξία του Μετρό Αθηνών περίπου 4 χρόνια και 11 μήνες εξυπηρετούσα πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.
Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση που προηγήθηκε, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001, κατά την παράγρ. 8 του [ενν. άρθρου] 103 αυτού απαγορεύεται η μονιμοποίηση του προσωπικού που απασχολείται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο Δημόσιο και σε όλους τους τομείς [ενν. φορείς] του δημόσιου τομέα, έστω και εάν στην πραγματικότητα καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού.
Ως εκ τούτου διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν μπορούν να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου. Η ενάγουσα υποστηρίζει ότι απασχολήθηκε σε υπηρεσίες του εναγομένου πριν από το έτος 2001, κατά τα έτη 1991, 1993 έως 1998 και 2000. Μετά το έτος 2001 απασχολήθηκε 5,5 μήνες το έτος 2006 και 8,5 μήνες το έτος 2007. Επομένως, ακόμη και αν κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου κατά τα δύο τελευταία έτη (2006 και 2007), οι δύο διαδοχικές συμβάσεις απασχόλησής της δεν μπορούν να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου.
Όσον αφορά τα χρονικά διαστήματα, που επικαλείται η εκκαλούσα ότι απασχολήθηκε πριν από το έτος 2001, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως υποστηρίζει η ίδια, από τις 4.5.1993 έως 6.4.1998 προσλήφθηκε από την ... και απασχολήθηκε σε σωστικές ανασκαφές στα πλαίσια κατασκευής του εν λόγω έργου. Υποστηρίζει ακόμη στην αγωγή της ότι απασχολήθηκε καθ' υπόδειξη της Γ' Εφορίας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων.
Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα εργοδότης της ήταν η Κοινοπραξία κατασκευής του Μετρό και όχι το εναγόμενο, αφού δεν γίνεται επίκληση συμφωνίας δανεισμού εργαζομένου, σύμφωνα με την οποία παρείχε με τις υπηρεσίες της στην Κοινοπραξία του Μετρό, αλλά εργοδότης της παρέμενε το εναγόμενο ή άλλης συμφωνίας που ρύθμιζε τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις μεταξύ αυτής και του εναγομένου.
Υποστηρίζει ακόμη η εκκαλούσα ότι προσλήφθηκε από την Κοινοπραξία καθ' υπόδειξη του εναγομένου, που αποτελεί το μόνο αρμόδιο δημόσιο φορέα για την επιστημονική εποπτεία και ευθύνη των ανασκαφών, αλλά δεν προσλαμβάνει μόνιμο προσωπικό για λόγους καθαρά δημοσιονομικής πολιτικής, καταφεύγοντας στην απασχόληση έκτακτου προσωπικού για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του.
Από αυτά συνάγεται ότι εργοδότης της εκκαλούσας ήταν η Κοινοπραξία, από την οποία και μισθοδοτούνταν, ενώ το γεγονός και μόνο ότι προσλήφθηκε από την Κοινοπραξία καθ' υπόδειξη του εναγομένου λόγω της ιδιότητάς της ως αρχαιολόγου, δεν αρκεί για να αποδοθεί στο εναγόμενο ο χαρακτηρισμός του εργοδότη. Ως εκ τούτου το χρονικό διάστημα από 4.5.1993 έως 6.4.1998, που απασχολούνταν ως υπάλληλος της Κοινοπραξίας του Μετρό δεν συνδέονταν με συμβατική σχέση με το εναγόμενο και η αγωγή για το εν λόγω χρονικό διάστημα, το οποίο η εκκαλούσα συνυπολογίζει στο χρόνο απασχόλησής της στο εναγόμενο για να θεμελιώσει σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, είναι μη νόμιμη.
Η εκκαλούσα επικαλείται ότι απασχολήθηκε από 12.11.1991 έως 31.12.1991 ως αρχαιολόγος στο ... Μουσείο και από 16.10.2000 έως 31.12.2000 με την ίδια ιδιότητα στην .... Δηλαδή απασχολήθηκε 1,6 και 2,5 μήνες αντίστοιχα σε χρονικό διάστημα 9 ετών.
Συνεπώς δεν πρόκειται για προσχηματικές αλλεπάλληλες συμβάσεις ορισμένης διάρκειας, που ο καθορισμός της ορισμένης χρονικής διάρκειας δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος και το σκοπό της εργασίας της, παρά για δύο συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου με ανώτερο χρόνο απασχόλησης τους 2,5 μήνες εντός χρονικού διαστήματος εννέα ετών, που καταρτίσθηκαν για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων χρονικά αναγκών και όχι με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.
Κατ' ακολουθία δεν πρόκειται για καταχρηστική συμπεριφορά του εναγομένου σε βάρος της εκκαλούσας με τη σύναψη αλλεπάλληλων και προσχηματικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, δεν ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό της ορισμένης χρονικής διάρκειας αυτών, αφού συνήφθησαν σε χρόνους που απείχαν μεταξύ τους εννέα έτη και καταρτίσθηκαν για μικρά χρονικά διαστήματα (1,6 έως 2,5 μήνες αντίστοιχα) με σκοπό την κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών.
Ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι καταρτίσθηκε μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου όλο αυτό το χρονικό διάστημα και δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920. Με τα δεδομένα αυτά ούτε η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 που έχει ως σκοπό την αποτροπή της καταχρηστικής σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη - μέλη συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής και ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004 έχει εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Επί πλέον θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι δύο πρώτες ένδικες συμβάσεις εργασίας των ετών 1991 και 2000 καταρτίσθηκαν υπό την ισχύ του άρθρου 81 του Ν. 1958/1991 και η δεύτερη υπό την ισχύ του άρθ. 21 του Ν. 2190/1994, που επιτρέπουν προσλήψεις προσωπικού εκ μέρους του εναγομένου με συμβάσεις εργασίας ορισμένου [ενν. χρόνου] για την εκτέλεση επειγόντων και απρόβλεπτων έργων και δεν έχει εφαρμογή στη συγκεκριμένη κατηγορία η διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920 (βλ....).
Κατά συνέπεια η αγωγή της εκκαλούσας είναι μη νόμιμη στο σύνολό της, κατά το μέρος που την αφορά".
Με τον πρώτο και υπό την επίκληση των αριθμών 8 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες αφενός μεν ότι αυτή δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της ότι κατά το διάστημα από 4.5.1993 έως 6.4.1998, οπότε είχε προσληφθεί από την ...
καθ' υπόδειξη της Γ' Εφορίας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, παρείχε τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο και ειδικότερα στο Υπουργείο Πολιτισμού, ως εκ της φύσης της εργασίας της ως αρχαιολόγου και κατά συνέπεια ουσιαστικά εργοδότης της ήταν το τελευταίο, σύμφωνα μάλιστα και με σχετική περί τούτου γνωμοδότηση του ΑΣΕΠ, και κατά συνέπεια εσφαλμένως η περίοδος αυτής της απασχόλησής της δεν ελήφθη υπόψη από την προσβαλλομένη απόφαση, ως τμήμα ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με το αναιρεσίβλητο, αφετέρου δε ότι η προσβαλλομένη απόφαση στο σημείο αυτό διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες, αρκεσθείσα μόνο στην έλλειψη συμφωνίας δανεισμού εργαζομένου, χωρίς μάλιστα να αναφέρει τον συλλογισμό που την οδήγησε στην κρίση της αυτή.
Ο ανωτέρω λόγος, κατά το μέρος με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ της μη λήψης υπόψη του ανωτέρω ισχυρισμού είναι αβάσιμος, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τον εν λόγω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και έκρινε για τους εκτιθέμενους σε αυτήν ανωτέρω λόγους ότι το ανωτέρω χρονικό διάστημα της εργασίας της αναιρεσείουσας στην Κοινοπραξία κατασκευής του μητροπολιτικού σιδηροδρόμου (μετρό) Αθηνών δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη ως τμήμα ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθότι εργοδότης της ήταν η εν λόγω Κοινοπραξία και όχι το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.
Κατά το μέρος δε που με αυτόν προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ανεπάρκειας αιτιολογίας, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλουμένη ανεπάρκεια αφορά τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, καθότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν προέβη στην κατάρτιση ελάσσονος πρότασης, ούτως ώστε να ιδρύεται λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αλλά απέρριψε την αγωγή ως νομικά αβάσιμη.
Ο ίδιος λόγος, εκτιμώμενος ως ερειδόμενος αληθώς στον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920, αρνούμενο να συνυπολογίσει ως μέρος ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο τη χρονική περίοδο της απασχόλησης της αναιρεσείουσας ως αρχαιολόγου με την διενέργεια σωστικής ανασκαφής κατά την κατασκευή του έργου του μητροπολιτικού σιδηροδρόμου Αθηνών, καθότι με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας της αναιρεσείουσας είχε καταρτισθεί με την Κοινοπραξία κατασκευής του έργου, η οποία και της κατέβαλλε τις αποδοχές της, με συνέπεια η τελευταία (Κοινοπραξία) να φέρει την ιδιότητα της εργοδότριας της αναιρεσείουσας.
Μόνο δε το γεγονός ότι η πρόσληψή της αναιρεσείουσας από την εν λόγω Κοινοπραξία είχε λάβει χώρα καθ' υπόδειξη της Γ' Εφορίας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων και ότι αυτή απασχολήθηκε στην σωστική ανασκαφή κατά τη διάρκεια της τεχνικής κατασκευής του έργου υπό την εποπτεία της ανωτέρω Υπηρεσίας του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο αποτελεί το μόνο αρμόδιο δημόσιο φορέα για την επιστημονική εποπτεία και ευθύνη των ανασκαφών και την αξιοποίηση του υλικού στα πλαίσια προάσπισης του δημοσίου συμφέροντος, που συνίσταται στη διάσωση και διαφύλαξη των αρχαιοτήτων και της πολιτιστικής εν γένει κληρονομιάς της χώρας, δεν αρκεί για να προσδώσει στο τελευταίο την ιδιότητα του εργοδότη.
Σημειώνεται ότι σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι με βάση τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής δεν μπορεί να γίνει λόγος περί μίας ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ακόμη και εάν κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας ήθελε συνυπολογισθεί και το διάστημα της απασχόλησης της στην Κοινοπραξία κατασκευής του μητροπολιτικού σιδηροδρόμου Αθηνών, αφού από τη λήξη της ως άνω απασχόλησής της στις 6.4.1998 μέχρι την εκ νέου πρόσληψή της από την ...
στις 16.10.2000 με σύμβαση ορισμένου χρόνου διαρκείας 2,5 μηνών, παρήλθε χρονικό διάστημα διάρκειας δυόμιση (2,5) ετών περίπου, χωρίς αυτή να απασχολείται (έστω και ακύρως) από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, διάστημα το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλο, ούτως ώστε να μην υφίσταται και πάλι το στοιχείο της συνοχής και της χρονικής ενότητας των πιο πάνω συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για τον χαρακτηρισμό αυτών ως διαδοχικών, με συνέπεια να μην ευρίσκει έδαφος η διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 του Ν.2112/1920 και συνακόλουθα οι εν λόγω συμβάσεις να διατηρούν την αυτοτέλεια τους.
Με τον δεύτερο από τον αριθμό 1 [και όχι και από τον αριθμό 19] του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, τις ρυθμίσεις της υπ' αριθ. 1999/70 Οδηγίας, ως και τις διατάξεις του Π.Δ/τος 164/2004, καθότι οι αρχικές διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου αυτής με το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο είχαν καταρτισθεί πριν από την αναθεώρηση του Συντάγματος το έτος 2001, και ειδικότερα η πρώτη εξ αυτών το έτος 1991, και ως εκ τούτου αυτές είχαν ήδη προσλάβει τον χαρακτήρα ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού δυνάμει αυτών η αναιρεσείουσα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθότι με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και το αίτημα η αγωγή, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, δεν ήταν νόμιμη, αφού κατά τα εκτιθέμενα σε αυτήν, μεταξύ των ως άνω συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μεσολάβησαν μεγάλα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία η αναιρεσείουσα δεν απασχολήθηκε, έστω και ακύρως, από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο και κατά συνέπεια δεν υφίστατο η απαιτούμενη κατά νόμο συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ των συμβάσεων αυτών, προκειμένου οι επίδικες συμβάσεις να χαρακτηρισθούν διαδοχικές και να προσλάβουν, ενιαία, κατά τον χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, τον χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Συγκεκριμένα, κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα α) μετά τη λήξη της αρχικής σύμβασης την 31.12.1991 μεσολάβησε χρονικό διάστημα οκτώ ετών και δέκα και πλέον μηνών μέχρι την κατάρτιση της δεύτερης σύμβασης την 16.10.2000 και μάλιστα σε διαφορετική υπηρεσία του αναιρεσίβλητου, 2) μετά τη λήξη της δεύτερης σύμβασης την 31.12.2000 μεσολάβησε χρονικό διάστημα πέντε ετών και έξι και πλέον μηνών μέχρι την κατάρτιση των από 17.7.2006 έως 31.12.2006 και από 16.1.2007 έως 30.10.2007 διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας, οι οποίες όμως καταρτίσθηκαν μετά την ισχύ των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του ως άνω προσλαμβανόμενου ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ακόμη και σε περίπτωση που με αυτές καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου.
Εξ ετέρου οι ως άνω από 12.11.1991 έως 31.12.1991 και από 16.10.2000 έως 31.12.2000 αρχικές δύο (2) συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου της αναιρεσείουσας με το Ελληνικό Δημόσιο που καταρτίσθηκαν πριν την ανωτέρω συνταγματική αναθεώρηση, διαρκείας 1,6 και 2,5 μηνών αντίστοιχα, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ότι συνιστούν ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστης διάρκειας για τους προαναφερθέντες λόγους, ούτε με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920, αλλά ούτε με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 164/2004, αφού καταρτίσθηκαν και εκτελέσθηκαν σε προγενέστερο της ισχύος του Δ/τος χρόνο, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του μεταβατικού χαρακτήρα άρθρου 11 του εν λόγω Προεδρικού Διατάγματος (απασχόληση κατά το χρόνο εφαρμογής του Δ/τος ή το πολύ τρεις μήνες πριν την έναρξη εφαρμογής του, συμπλήρωση ορισμένης διάρκειας απασχόλησης στο αναιρεσίβλητο κλπ).
Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε για τους ίδιους λόγους ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, επικυρώνοντας την απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 648, 671 του ΑΚ και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος, του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994, τις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, τις διατάξεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και κατά συνέπεια ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί.
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας αυτής (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ.
της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.9.2017 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 4272/1.10.2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουλίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ