Legislator Case Law & Legislation
1269/2017 AI generated

1269/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1269/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1269/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 26-11-2015 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των πρώτου και τρίτου λόγων.

Keywords

AI generated
annulment of termination abandonment of employment revocation of the composition agreement waiver of wage claims termination of fixed-term contract right to disconnect
AI generated
1627/2012
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
2228/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
526/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1720/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.
264/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1269 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1269/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Κ. του Κ., συζύγου Π. Κ., κατοίκου ..., 2) Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 3) Π. Κ. του Κ., κατοίκου ... και 4) Μ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη, που ανακάλεσε την από 27-1-2017 δήλωσή του για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Ι. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Ασημακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και 2) Κ. Τ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-7-1999 αγωγή του αρχικού διαδίκου Κ. Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και την από 22-9-2000 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22795/2001 μη οριστική και 16763/2009 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 162/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-8-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 26-11-2015 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των πρώτου και τρίτου λόγων.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1και 2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ" αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται κατά το άρθρ. - 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20.3.2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1361/2013).

Εξ άλλου κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226§ 4 εδ. γ’ και δ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρ. 575§1εδ.β’ ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ" αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου. Τέλος, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις των άρθρων 498§1, 568§§1, 2, 4 και 576§2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι όταν τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδει ο αναιρεσείων απαιτείται επίδοση στον αναιρεσίβλητο αφ’ ενός μεν αντιγράφου του δικογράφου της αιτήσεως που έχει κατατεθεί και αφ’ ετέρου κλήσεως που συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου αυτού ή και αυτοτελώς.

Σε αντίθετη περίπτωση και ειδικότερα αν δεν έχει επιδοθεί στον αναιρεσίβλητο και αντίγραφο του δικογράφου της αναιρέσεως η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου δεν είναι νόμιμη, και αν ο τελευταίος απουσιάζει κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1308/2011). Έτσι, αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν επιδόθηκε από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω απ’ αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση και η υπόθεση αναβληθεί εκ του πινακίου σε μεταγενέστερη δικάσιμο, απολειπομένου του μη κλητευθέντος αναιρεσίβλητου, δεν αρκεί για την μετ’ αναβολή δικάσιμο η επίδοση πρακτικού του δικαστηρίου ή βεβαίωσης του γραμματέως για την μετ’ αναβολή αυτή δικάσιμο και κλήση για συζήτηση της υποθέσεως κατά την τελευταία, αλλά απαιτείται και η επίδοση προς αυτόν αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, διαφορετικά η κλήτευσή του δεν είναι νόμιμη, ούτε για τη δικάσιμο αυτή, ούτε για άλλη μεταγενέστερη μετ’ αναβολή δικάσιμο, και αν ο τελευταίος απουσιάζει κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση και αυτεπαγγέλτως.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο κατά τη σειρά της κατά τη δικάσιμο που αναφέρθηκε στη αρχή της παρούσας (30-01-2017) δεν εμφανίσθηκε ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων Κ. Τ., ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 τελ.

εδ. Κ.Πολ.Δ. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι αρχική δικάσιμος της ένδικης αίτησης αναίρεσης ορίστηκε αρμοδίως η 14 Δεκεμβρίου 2015 οπότε η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε εκ του πινακίου, απολειπομένου του δεύτερου αναιρεσίβλητου, για τη δικάσιμο της 28 Νοεμβρίου 2016, οπότε και πάλι αναβλήθηκε, απολειπομένου επίσης του δεύτερου αναιρεσίβλητου, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (30-01-2017).

Εξάλλου, από την υπ’ αριθ. ... /21-12-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει, ότι με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, πιστό αντίγραφο της από 7-12-2016 βεβαίωσης της γραμματέως της έδρας του Δικαστηρίου τούτου, περί αναβολής της συζητήσεως της αίτησης των αναιρεσειόντων για αναίρεση της υπ’ αριθ. 162/2014 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης για την 30-01-2017, καθώς και κλήση για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε στον δεύτερο αναιρεσίβλητο, κατ’ άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ, αντίγραφο δε του επιδοθέντος εγγράφου παραδόθηκε στα χέρια του Αξιωματικού Υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης, λόγω απουσίας του Διοικητού αυτού, καθώς επίσης και συστημένη επιστολή απευθυνόμενη στον ως άνω αναιρεσίβλητο, ως προς την παραπάνω επίδοση, παραδόθηκε από τον ίδιο δικαστικό επιμελητή στην υπάλληλο του Ταχυδρομείου Θεσσαλονίκης Λ.

Κ.. Από τα λοιπά όμως στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι αναιρεσείοντες επικαλούνται, ότι αυτοί (αναιρεσείοντες), που επισπεύδουν τη συζήτηση, έχουν επιδώσει στο δεύτερο αναιρεσίβλητο και αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, ούτε κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, ούτε κατά την μετ’ αναβολή τοιαύτη, η εκ του πινακίου δε της δικασίμου της 28-11- 2016 δοθείσα αναβολή για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης της 30-01-2017 δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπομένου δεύτερου αναιρεσίβλητου, ως προς τις δικάσιμους της 28-11-2016 και 30-01-2017, εφόσον δεν είχε κληθεί νόμιμα, ούτε κατά την αρχική δικάσιμο της 14-12-2015, ούτε κατά τις ως άνω μετ’ αναβολή δικασίμους, λόγω μη επιδόσεως αντιγράφου της αιτήσεως στον εν λόγω αναιρεσίβλητο κατά την αρχική δικάσιμο της 14-12-2015 (κατά την οποία ούτε και κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή επιδόθηκε), ούτε όμως και κατά την μετ’ αναβολή δικάσιμο της 28-11-2016, η έλλειψη δε επιδόσεως αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως κατά την αρχική δικάσιμο της 14-12-2015 δεν αναπληρώνεται από την προρρηθείσα έκθεση επιδόσεως με την οποία επιδόθηκε στον δεύτερο (απολειπόμενο) αναιρεσίβλητο κεκυρωμένο αντίγραφο βεβαιώσεως αναβολής της γραμματέως της έδρας του δικαστηρίου τούτου για τη δοθείσα αναβολή εκδικάσεως της υποθέσεως κατά τη δικάσιμο της 28-11-2016, με κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή, εφόσον δεν επιδόθηκε συγχρόνως, ή και αυτοτελώς, αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως.

Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη δεν υπάρχει εν προκειμένω νόμιμη κλήτευση του δεύτερου αναιρεσίβλητου και πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτόν, μη υποκειμένης όμως περιπτώσεως αναγκαίας ομοδικίας στην ένδικη υπόθεση πρέπει αυτή. να χωριστεί η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης να χωρίσει νόμιμα ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο που εκπροσωπείται και παρίσταται νόμιμα κατά την παρούσα συζήτηση.

Σύμφωνα με τα άρθρα 166 και 369 ΑΚ, συμβάσεις, καθώς και προσύμφωνα που έχουν ως αντικείμενο τη σύσταση, μετάθεση, αλλοίωση ή κατάργηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων πάνω σε ακίνητα απαιτείται να γίνονται ενώπιον συμβολαιογράφου, σε περίπτωση δε που δεν ήθελε καταρτισθεί συμβολαιογραφικό έγγραφο, η δικαιοπραξία είναι άκυρη, κατά τα άρθρα 158, 159 παρ. 1 και 180 ΑΚ.

Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 164 ΑΚ, ο τύπος που ο νόμος ορίζει για τη δικαιοπραξία απαιτείται και για τις τροποποιήσεις της, ώστε στην περίπτωση μη τήρησης του η τροποποίησης να είναι άκυρη κατά τη διάταξη του άρθρου 159 του ίδιου Κώδικα. Ως τροποποιήσεις όμως της τυπικής δικαιοπραξίας δεν νοούνται παρεπόμενες ή πρόσθετες συμβάσεις ή δικαιοπραξίες που έχουν αυτοτελή νομική ύπαρξη και καταρτίζονται είτε προ της κύριας σύμβασης, είτε μετ’ αυτήν (ΑΠ 2041/2013).

Αντίθετα η συμφωνία κατάργησης του προσυμφώνου, (εν όλω ή εν μέρει), που αφορά τυπική σύμβαση, δεν υπόκειται σε τύπο. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ., που ορίζει, ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση είναι 1.

Ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη παράλειψη), 2. Παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3. Υπαιτιότητα και 4. Πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νομίμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά.

Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ., σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ. και 386 ΠΚ προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 895/2011).

Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου386 ΠΚ, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται τη δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.

Εξάλλου, απάτη κατά την έννοια του αρθρ. 147 ΑΚ αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση η ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ’ αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του (ΑΠ 282/2010).

Σε κάθε περίπτωση δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 373/2008). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη -επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο Κ. Κ., αρχικώς ενάγων της με αρ. εκθ. κατ. .../1999 αγωγής-αρχικώς εναγόμενος της με αρ. .../2000 αγωγής, κατοικούσε σε μία παλαιά μονοκατοικία κτισμένη σε οικόπεδο επί της οδού ..., στην ... Θεσσαλονίκης. Το οικόπεδο αυτό εμφανιζόταν να συνορεύει βορειοανατολικά σε πλευρά μήκους 16,75 μ.

με το με αρ. ... οικόπεδο της Σ. Τ., νοτιοανατολικά με κοινόχρηστο χώρο σε πλευρά μήκους 7,20 μ. νοτιοδυτικά σε πλευρές μήκους 8,10 και 10,40 μ. με τα υπ’ αρ. ... οικόπεδα Ο. χήρας I. Χ. και Ε. I. Θ., αντίστοιχα και βορειοδυτικά σε πλευρά μήκους 10,40 μ. μέ την οδό ..., είχε δε προσωρινώς παραχωρηθεί με τη με την αρ. .../27-9-1934 απόφαση της Γεν.

Διοίκησης Μακεδονίας (τμήμα δημόσιας αντίληψης) στον Κ. Π. ή Μ. για την αστική αποκατάστασή του. Ο ανωτέρω ήταν αδελφός της μητέρας του αρχικώς ενάγοντος αλλά και των δύο αδελφών αυτού, Μ. και Χ. Κ., της Μ. Κ. συζ. Δ.. Μετά το θάνατο του αδελφού της, η Μ. εξακολούθησε να κατοικεί μέχρι και το θάνατο της στις 15-4-1985, στο συγκεκριμένο ακίνητο, για το οποίο ποτέ δεν εκδόθηκε οριστικός τίτλος κυριότητας.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων της δεύτερης αγωγής-πρώτος εναγόμενος της πρώτης Β. Ι. (και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος), ο οποίος δραστηριοποιείτο στον τομέα της εκτέλεσης έργων κατασκευής οικοδομών, με πρωτοβουλία του ήλθε σε επαφή με τον Κ. Κ., προκειμένου να συζητήσουν τους όρους, υπό τους οποίους τα μέρη θα κατέληγαν σε συμφωνία εκτελέσεως του έργου κατασκευής της οικοδομής στο πιο πάνω ακίνητο εκ μέρους του πρώτου, με το σύστημα της αντιπαροχής.

Ο ίδιος, εξάλλου, ο Κ. Κ. προσκάλεσε στη συζήτηση και τον αδελφό του Μ., θεωρώντας ότι μαζί και με τα δύο αδέλφια του -ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμοι της μητέρας τους- είναι συγκύριοι του ανωτέρω οικοπέδου-κοινωνοί, ο τελευταίος δε εκπροσωπούσε και τον τρίτο αδελφό, Χ., που ήδη από το 1968 ήταν μόνιμα εγκαταστημένος στην Αυστραλία.

Ο εργολάβος κατά τις μεταξύ των ανωτέρω συζητήσεις ανέλαβε κατ’ εντολή των τη διαδικασία της, μέσω των νομικών του συμβούλων δια της δικαστικής οδού, αναγνωρίσεως έναντι του Ελληνικού Δημοσίου συγκυριότητας των προαναφερομένων συγκληρονόμων αλλά και τη δαπάνη τη σχετική με αυτήν. Πρότεινε δε να καθοριστεί ότι οι τελευταίοι θα διατηρούσαν δικαίωμα επί του οικοπέδου σε ποσοστό 40% της εκτάσεώς του, το οποίο θα κατανέμονταν σε τρία διαμερίσματα της οικοδομής, που θα κατασκευάζονταν σ’ αυτό εκ μέρους του για λογαριασμό τους, όρους τους οποίους και αποδέχθηκαν ρητά αυτοί.

Μετά ταύτα, ο εργολάβος ανέθεσε στο δεύτερο-εναγόμενο της πρώτης αγωγής (και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο) (ως προς τον οποίο η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κηρύχθηκε απαράδεκτη) αρχιτέκτονος μηχανικό, να προβεί στην καταμέτρηση του ακινήτου και να συντάξει το απαραίτητο τοπογραφικό διάγραμμα, ενόψει της ειδικότερης διαμορφώσεως των όρων που θα περιλαμβάνονταν στη σύμβαση έργου και το προσύμφωνο μεταβιβάσεως εξ αδιαιρέτου ποσοστών συγκυριότητας επί του ακινήτου, με δικαίωμα ανοικοδομήσεως και διανομής διαμερισμάτων, που επρόκειτο να καταρτισθεί.

Σύμφωνα με τον προσωρινό τίτλο παραχωρήσεως το ακίνητο εμφανιζόταν να έχει εμβαδόν 164,46 τμ. και να συνορεύει νοτιοανατολικά με κοινόχρηστο χώρο σε πλευρά μήκους 7,20 μ. και βορειοανατολικά σε πλευρά μήκους 16.75 μ. με το με αρ. ... οικόπεδο της Σ. Τ., πλην όμως κατά την καταμέτρηση αυτού πριν τη σύνταξη του προσυμφώνου το Δεκέμβριο του 1998 εκ μέρους του πιο πάνω μηχανικού, προέκυψε ότι το βορειοανατολικό όριο του ακινήτου διαμορφώθηκε πλέον σε πλευρά μήκους 18 μ.

τουλάχιστον, με αποτέλεσμα να επεκταθεί αυτό τουλάχιστον κατά 1,25 μ. προς την ελεύθερη πλευρά, όπου ευρίσκεται η όμορη κοινόχρηστη έκταση, γεγονός, που ως άμεση συνέπεια είχε να αυξηθεί το συνολικό εμβαδόν του οικοπέδου κατά 9 τμ. τουλάχιστον (7,20X1,25) και κατά το χρόνο εμβαδομέτρησης αυτού από τον ανωτέρω να έχει έκταση τουλάχιστον 173,46 τμ.

Και είναι βέβαια αληθές ότι ο ανωτέρω μηχανικός στο από 9-12-98 τοπογραφικό διάγραμμά του αποτύπωσε τα συγκεκριμένα μεγέθη των πιο πάνω κρίσιμων διαστάσεων των ορίων του οικοπέδου, ως προς τις οποίες παρατηρείται διαφοροποίηση σε σχέση με τον προσωρινό τίτλο, από τα οποία προκύπτει αύξηση του εμβαδού του σε σχέση με αυτό που εμφανίζεται στον ανωτέρω τίτλο.

Παρά όμως, την εμφανή αυτή αποτύπωση των ανωτέρω μεγεθών και επομένως και των αντίστοιχων διαστάσεων του οικοπέδου, σ’ αυτό εσφαλμένα αναγράφηκε το εμβαδόν του ακινήτου προσδιοριζόμενο σε 170,45 τμ. και μάλιστα με διόρθωση σε "0" του αρχικά αναγραφέντος αριθμού"…". Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι αμέσως συντάχθηκε και υπογράφηκε το με αρ. .../9-12-1998 προσύμφωνο ενώπιον της συμ/φου Θεσσαλονίκης Τ.

Χ.-Γ., με το οποίο ο Κ. Κ., με τους αδελφούς του Μ. και Χ., όπως ο τελευταίος εκπροσωπείτο από τον αμέσως προηγούμενο, καθένας από αυτούς εμφανιζόμενος ως συγκύριος κατά ποσοστό ιδανικού μεριδίου 1/3 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, συμφώνησαν με τον εργολάβο διάδικο να του αναθέσουν να κατασκευάσει επί του οικοπέδου τους πενταόροφη οικοδομή με το σύστημα της αντιπαροχής.

Όπως δε είχε προηγουμένως προφορικά μεταξύ τους συμφωνηθεί, το εξ αδιαιρέτου δικαίωμα συγκυριότητας των ανωτέρω συγκυριών προσδιορίστηκε εκτεινόμενο σε …/1000 του οικοπέδου, από τα οποία στο δικαίωμα επεκτάσεως της οικοδομής αναλογούν …/1000, ενώ τα υπόλοιπα …/1000 αντιστοιχούν στους χώρους, τους οποίους ο εργολάβος ανέλαβε να κατασκευάσει και να παραδώσει στους προαναφερόμενους αντισυμβαλλόμενούς του.

Στο ανωτέρω συμβόλαιο το ακίνητο εμφανιζόταν να έχει έκταση 170,45 τμ. προσαρμοζόμενο με αυτήν που αναγράφονταν στο επισυναπτόμενο τοπογραφικό διάγραμμα του διάδικου μηχανικού (Κ.Τ.) αλλά ως όρια αυτού αναγραφόταν αυτά, που προέκυπταν από τον προσωρινό τίτλο παραχώρησης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο βέβαια, δεν προέκυπτε από το συμβατικό κείμενο η διαπιστωθείσα κατά τα ανωτέρω επέκταση που συντελέστηκε στο οικόπεδο, η οποία και προκάλεσε την προς τα πάνω διαφοροποίηση του εμβαδού σε σχέση με αυτήν που αναγράφονταν στον προσωρινό τίτλο.

Στο ανωτέρω προσύμφωνο όμως, τέθηκε ρητός όρος, με τον οποίον συμφώνησαν τα συμβαλλόμενα μέρη ότι από τη συμβατική σχέση καλύπτεται στο σύνολο της οποιαδήποτε εδαφική έκταση καταλαμβάνεται από το οικόπεδο εντός των ορίων αυτού, καθώς και ότι κάθε αύξηση ή μείωση της επιφάνειας του ακινήτου ή του συντελεστή δομήσεως θα συνεπάγεται αντίστοιχα και την αυξομείωση της αντιπαροχής (αρ. 3).

Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι πριν ακόμη την κατάρτιση του προαναφερόμενου προσυμφώνου, με βάση την προφορική ακόμη συμφωνία των μερών, ο εργολάβος είχε αναλάβει την υποχρέωση να κατασκευάσει με δαπάνες του από ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, σε καθένα από τους Κ. και Μ. Κ., εκτάσεως 60 τμ, μικτών και 50,22 τμ.

καθαρών, ενώ στον τρίτο εκ των αδελφών συνοικοπεδούχων Χ. ένα διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου εκτάσεως 50 τμ. μικτών και 42,78 τμ καθαρών, καθώς λόγω της μόνιμης εγκατάστασής του στην Αυστραλία δεν ενδιαφερόταν άμεσα για την έκταση αντιπαροχής του (συνολικά δηλαδή 170 τ.μ μικτά και όχι καθαρά, όπως από προφανή παραδρομή ανεγράφη).

Κατά την ημέρα όμως υπογραφής του προσυμφώνου, ο εκ των συμβληθέντων Κ. συμφώνησε με τον εργολάβο αντί του εμβαδού των 60 τμ. να κατασκευάσει, αυτός και να του παραδώσει ένα άλλο, μικρότερης έκτασης, που καθορίστηκε ότι θα είναι 41,67 τμ, το οποίο κάλυπτε τις στεγαστικές του ανάγκες, αφού ζούσε πλέον μόνος του και σχετικά με τα υπόλοιπα 18-19 τμ.

συμφωνήθηκε να τα αγοράσει ο εργολάβος, καταβάλλοντάς του το ποσό των 5.000,000 δραχμών προς αντιμετώπιση των αναγκών διαβίωσής του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο διαμορφώθηκε τελικώς το σχετικό τμήμα του περιεχομένου του προσυμφώνου, με βάση το οποίο η αντιπαροχή του εκ των αδελφών Κ. προσδιορίστηκε στο διαμέρισμα που θα κατασκευάζονταν και θα παραδίδονταν σ’ αυτόν έκτασης 41,67 τμ.

μικτών και 36,78 τ.μ καθαρών. Σχετικά δε με το οφειλόμενο εκ μέρους του εργολάβου προς αυτόν κατά τα ανωτέρω ποσό, ο τελευταίος συνομολογεί ότι εξακολουθεί να οφείλει μέχρι σήμερα υπόλοιπο ύψους 3.400.000 δρχ., καθώς κατέβαλε στον εκ των οικοπεδούχων Κ. σταδιακά ποσό 1.600.000 δρχ. προς κάλυψη των τρεχουσών αναγκών του τελευταίου, που συνεπάγονταν κυρίως η προσωρινή μεταστέγασή του σε παρακείμενη οικοδομή....Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το διάστημα που ακολούθησε της υπογραφής του ανωτέρω προσυμφώνου, ο γιος του αρχικώς ενάγοντος, Π.- ένας εκ των ήδη εκκαλούντων (και ήδη τρίτος αναιρεσείων), που συνεχίζουν τη δίκη μετά το θάνατο του πατέρα τους- ανέλαβε ο ίδιος ουσιαστικά την επιμέλεια του χειρισμού της υποθέσεως αυτής, καθώς συνόδευε πάντα τον πατέρα του, σε όλες τις συναντήσεις του με τον εργολάβο κυρίως διότι εμφάνιζε κινητικό πρόβλημα μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο, που είχε υποστεί.

Τότε για πρώτη φορά προβλήθηκε εκ μέρους του τελευταίου ο ισχυρισμός ότι κύριος του οικοπέδου είχε καταστεί με έκτακτη χρησικτησία μόνον ο ίδιος, σε γνώση των δύο ανωτέρω αδελφών του, δεδομένου ότι με συμφωνία μεταξύ τους είχαν παραιτηθεί από το δικαίωμα συγκυριότητας επ’ αυτού, αφού ο αρχικώς ενάγων θα φρόντιζε μέχρι και το θάνατο της τη μητέρα τους;

όπως και συνέβη. Στις συζητήσεις δε που ακολούθησαν μεταξύ των αδελφών, που είχαν υπογράψει το προσύμφωνο και του εργολάβου, συμφωνήθηκε καθένας από τους δύο αδελφούς (Μ. και Χ., όπως αυτός εκπροσωπείτο από τον πρώτο) να λάβουν ποσό 8.000.000 δρχ. προκειμένου να αναγνωρίσουν ότι ο αδελφός τους Κ. ήταν αποκλειστικός κύριος του οικοπέδου και να συμπράξει ο Μ., υπό την ανωτέρω διττή ιδιότητα ενεργών, στη συμφωνία κατάργησης του παραπάνω προσυμφώνου.

Υπόχρεος στην καταβολή του συνολικού ποσού των 16.000.000 δρχ. ήταν ο αρχικώς ενάγων της πρώτης αγωγής, πλην όμως, λόγω οικονομικής του αδυναμίας, δέχθηκε να το καλύψει κατ’ εντολή του, προσωρινά ο εργολάβος, προς διευκόλυνση του οφειλέτη, προκειμένου να επιτευχθεί η επίλυση της μεταξύ των αδελφών διαφοράς και να μην προκληθεί η ματαίωση η έστω η καθυστέρηση της εκτελέσεως του έργου, καθώς αυτός είχε υποβληθεί στην κάλυψη της δαπάνης εκπόνησης των σχεδίων, που θα έπρεπε να υποβληθούν στην πολεοδομική υπηρεσία προς έκδοση των απαραίτητων αδειών αλλά και -άσκοπα τελικώς- στη δαπάνη ασκήσεως αγωγής αναγνωρίσεως των τριών αδελφών ως δικαιούχων του οικοπέδου.

Πέραν τούτου, επειδή είχε προγραμματίσει την εκτέλεση αυτού του έργου, δεν είχε αναλάβει για εκείνο το χρονικό διάστημα κάποιο άλλο. Από την άλλη πλευρά δεν είχε κάποια ουσιώδη αντίρρηση στην αλλαγή των προσώπων των οικοπεδούχων, αφού είχε υπογράψει ήδη το με αρ. ... προσύμφωνο, με ρητό όρο του οποίου (...) αν αφίστατο της συμφωνίας κάποιος από αυτούς που υπέγραψαν ως τέτοιοι, ο εργολάβος θα μπορούσε να αξιώσει από αυτόν την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής του ζημίας και πρόσθετα τη συμφωνημένη ποινική ρήτρα 15.000.000 δρχ.

Προς εκτέλεση των ανωτέρω συμφωνηθέντων, συγκεντρώθηκαν και ανέμεναν στις 7-4-99 σε διαφορετικούς χώρους (λόγω διατάραξης των σχέσεων μεταξύ των αδελφών μετά την αλλαγή των απαιτήσεων του Κ.υ) του συμβολαιογραφείου της συμ/φου Τ. Χ. οι αδελφοί Κ.- συνοδευόμενος από το γιο του Π.- και Μ. Κ., που εκπροσωπούσε και τον αδελφό του Χ., ο εργολάβος, αλλά και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, όπου καταρτίστηκε το με ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του εργολάβου και του Μ.

Κ., υπό τη διττή ιδιότητα ενεργούντος, στο οποίο αναφέρεται ότι οι ανωτέρω και ο Κ. Κ. προέβησαν σε ακύρωση του με αρ. .../9-12-98 προσυμφώνου, ο δε τελευταίος, ως αποκλειστικός πλέον κύριος, νομέας και κάτοχος του οικοπέδου συνήψε με τον εργολάβο νέα εργολαβική σύμβαση. Διευκρίνισαν όμως σ’ αυτό, ότι επειδή παρά τα όσα ανωτέρω δήλωσαν, οι αδελφοί Μ.

και Χ. είναι συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι του οικοπέδου, μαζί με τον Κ., προς το σκοπό όπως αυτοί παραιτηθούν κάθε δικαιώματος τους σ’ αυτό, ο εργολάβος ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στους ανωτέρω κατ’ ισομοιρίαν το ποσό των 16.000.000 δρχ, κατ’ εντολήν του Κ. Κ., κατά τα μεταξύ τους ανωτέρω συμφωνηθέντα.

Πράγματι, ο εργολάβος κατ’ εντολή του αρχικώς ενάγοντος της πρώτης αγωγής και προς εξόφληση του πιο πάνω ποσού παρέδωσε στον Μ. Κ. τις με αρ. ... επιταγές της τράπεζας "...", με αναφερόμενες ημερομηνίες εκδόσεως τις 8-4, 10-8 και 10-10-99, αντίστοιχα, σε διαταγή του ιδίου που στη συνέχεια μεταβιβάστηκαν στο Μ. Κ., ποσού 2.000.000, 7.000.000 και 7.000.000 δρχ., αντίστοιχα, τις οποίες αφού εμφάνισε και εισέπραξε ο τελευταίος κατέθεσε στην τράπεζα ...

το ήμισυ του συνολικού ποσού για λογαριασμό του αδελφού του Χ.. Την ανωτέρω ειδικότερη συμφωνία και καταβολή του ποσού αρνούνται με την έφεση τους οι εκκαλούντες, πλην όμως, την παραίτηση από τα δικαιώματά τους επί του οικοπέδου, καθώς και από το δικόγραφο της ασκηθείσας με αρ. .../99 αγωγής ως δικαιούχων των τριών κατά του Ελληνικού Δημοσίου αλλά και από το ...

προσύμφωνο, μετά την παράδοση των ανωτέρω επιταγών, γνωστοποίησαν οι Μ. και Χ. με το με ίδια ημερομηνία εξώδικο τους, που επιδόθηκε στο γραφείο της συμ/φου, στον Κ., όπου αναγράφεται "με το χέρι" ο αριθμός ... της συμβολαιογραφικής πράξης ακύρωσης του ανωτέρω προσυμφώνου, που καταρτίστηκε αυθημερόν, στην οποία γνωστοποίηση κρίνεται ότι δε θα προέβαιναν οι παραιτούμενοι, αν ο τελευταίος ήταν άσχετος της συμφωνίας κάλυψης του ποσού των 16.000.000 δρχ....

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι αμέσως μετά την κάλυψη κατά τον πιο πάνω τρόπο της οφειλής του αρχικώς ενάγοντος της πρώτης αγωγής προς τα αδέλφια του συντάχθηκε ενώπιον της ανωτέρω συμ/φου η προαναφερόμενη με αρ. .../7-4-99 σύμβαση, με την οποία συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβληθέντων στο με αρ. .../9-12-98 προσύμφωνο η κατάργηση της ισχύος αυτού αμέσως μετά μεταξύ του αρχικώς ενάγοντος της πρώτης αγωγής και του εργολάβου υπογράφηκε το με αρ. .../7-4-99 προσύμφωνο ενώπιον της ιδίας συμ/φου, το οποίο είναι εντελώς όμοιο ως προς τους όρους, που διαλαμβάνονταν στο προηγούμενο (...) εκτός από το ότι τα τρία διαμερίσματα, στους ίδιους ακριβώς ορόφους, με τις ίδιες ακριβώς διαστάσεις και τα ίδια ποσοστά επί του οικοπέδου θα κατασκευάζονταν για το μόνο πλέον οικοπεδούχο, αρχικώς ενάγοντα της πρώτης αγωγής.

Δε μεσολάβησε εξάλλου μεταξύ της υπογραφής των δύο αυτών προσυμφώνων (με αρ.... και ...) καμία νέα εμβαδομέτρηση του οικοπέδου, ούτε προβλήθηκε από πλευράς οικοπεδούχου κάποια σχετική ένσταση. Έτσι, το οικόπεδο που είχε επεκταθεί κατά τα ανωτέρω προς την πλευρά της κοινόχρηστης έκτασης κατά τρόπον ώστε να έχει πλέον εμβαδόν τουλάχιστον 173, 46 τμ., εξακολουθούσε να εμφανίζεται με τις διαστάσεις που είχε κατά τον προσωρινό τίτλο παραχώρησης αλλά με εμβαδόν 170,45 τμ.

Στο μεταξύ, με πρωτοβουλία του ανωτέρω γιου του αρχικώς ενάγοντος της πρώτης αγωγής, πλέον, ασκήθηκε για λογαριασμό του τελευταίου η με αρ. .../19-4-99 αναγνωριστική κυριότητος αγωγή σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, στην οποία το οικόπεδο εμφανιζόταν με τα στοιχεία (εμβαδόν και διαστάσεις) που περιέχονταν στον προσωρινό τίτλο παραχώρησης.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε τη με αρ. 16012/1999 απόφαση του, που έκανε δεκτή την αγωγή. Ο φόρος κτήσεως κυριότητος λόγω χρησικτησίας που βάρυνε τον αρχικώς ενάγοντα, ύψους 2.429.646 δρχ., καλύφθηκε για λογαριασμό αυτού προσωρινά από τον εργολάβο, προς διευκόλυνση του πρώτου, με βάση μεταξύ τους συμφωνία.

Αμέσως όμως μετά ο αρχικώς ενάγων της πρώτης αγωγής στηριζόμενος στο τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Θ. Κ., που συνοδεύει τη με αρ. .../9-3-99 άδεια εκσκαφής της ΙΣΤ’ εφορίας Κλασσικών Αρχαιοτήτων και τη με αρ. ...-5-1999 άδεια κατεδάφισης ισόγειας κατοικίας της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι το πραγματικό εμβαδόν του οικοπέδου είναι 175,45 τμ.

Σε απάντηση του ανωτέρω, ο εργολάβος ευθυγραμμιζόμενος στον προαναφερθέντα όρο του πρώτου προσυμφώνου, που συμπεριλήφθηκε και στο δεύτερο, κατά τα ανωτέρω, το σχετικό με την πρόβλεψη της αντιμετώπισης του ενδεχομένου αύξησης ή μείωσης της έκτασης του οικοπέδου και συνεκτιμώντας τις δαπάνες, στις οποίες είχε κατά τα προαναφερόμενα ήδη υποβληθεί αλλά και σε όσες άλλες, που συνδέονται με την εκ μέρους του προετοιμασία εκπλήρωσης όσων συμβατικών υποχρεώσεων είχαν αναληφθεί, με την από 2-6-99 εξώδικη δήλωση του που επιδόθηκε αυθημερόν προς τον αντίδικο του....

ανακοίνωσε ότι χωρίς επιφύλαξη αναλαμβάνει την υποχρέωση να εμφανιστεί ενώπιον της ιδίας ως άνω συμ/φου προκειμένου να συμφωνήσει στην τροποποίηση της συμβάσεως προς όφελος αυτού, κατά τέτοιον τρόπο ώστε τα οικοδομημένα τετραγωνικά μέτρα που θα κατασκευάσει για λογαριασμό του να ανταποκρίνονται πράγματι στο ποσοστό των 399/1000 των οικοδομήσιμων μέτρων του οικοπέδου και συγκεκριμένα αναλάμβανε την υποχρέωση να κατασκευάσει γι’ αυτόν και όσα τετραγωνικά μέτρα υπολείπονται πέραν των ήδη συμφωνηθέντων με το παραπάνω εργολαβικό, έτσι ώστε το σύνολο των οικοδομήσιμων μέτρων που υποχρεούτο να κατασκευάσει γι’ αυτόν με δικές του δαπάνες να ανταποκρίνεται πράγματι στο συνολικό ποσοστό των 399/1000 επί της αναγερθησόμενης οικοδομής.

Παρά ταύτα, από πλευράς οικοπεδούχου, προτιμητέα κρίθηκε η οδός της ευθείας αντιπαράθεσης με την άσκηση συστηματικής πιέσεως στον εργολάβο, προκειμένου να επιτευχθεί η ανατροπή των όρων της συμβάσεως γενικότερα και η αντικατάσταση αυτών με άλλους επωφελέστερους για τα συμφέροντα του. Συγκεκριμένα, ο ανωτέρω υπέβαλε αιτήσεις λήψεως ασφαλιστικών μέτρων και άσκησε αγωγές μεταξύ των οποίων και η πρώτη των κρινόμενων.

Πλέον τούτων, όμως, υποβλήθηκαν και εγκλήσεις εκ μέρους του σε βάρος του εργολάβου αλλά και του μηχανικού αρχιτέκτονα, στους οποίους αποδιδόταν μεταξύ άλλων ότι είχαν τελέσει και την επικαλούμενη στην ένδικη πρώτη των αγωγών αξιόποινη πράξη της απάτης. Επί της κατηγορίας αυτής απεφάνθη το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσσαλονίκης, με την ήδη αμετάκλητη με αρ. 14247/2004 απόφαση του, με την οποία κηρύχθηκαν αυτοί αθώοι, λόγω ελλείψεως του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου.

Πράγματι και το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι αν και το εμβαδόν του ανωτέρω οικοπέδου είναι οπωσδήποτε μεγαλύτερο από αυτό, που αναγράφεται στον προσωρινό τίτλο, πάντως δε μεγαλύτερο των 170,45 τμ., εγγίζον τα 175,45 τμ. αποδεικνύεται ότι η μεταβολή της επιφάνειας αυτού προκλήθηκε με την ενσωμάτωση εδαφικού τμήματος της κοινόχρηστης έκτασης, την οποία και συνορεύει νοτιοανατολικά.

Από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποκλείεται με βεβαιότητα ο αρχικώς ενάγων της πρώτης αγωγής να είχε γνώση της προς τα άνω απόκλισης του εμβαδού του οικοπέδου του σε σχέση με το αναγραφόμενο στον προσωρινό τίτλο, διότι πολύ πιθανόν αυτή να προέκυψε αν όχι από τον ίδιο, από κάποιον από τους δικαιοπαρόχους του, ενόψει του ότι λόγω της φύσης της έκτασης από την πλευρά της επέκτασης ως κοινόχρηστης, δεν προβλήθηκε αντίρρηση από κανένα γείτονα.

Πρέπει να σημειωθεί ότι στην εκ μέρους του ασκηθείσα με αρ. εκθ. κατ. .../19-4-99 αγωγή δεν αναφέρει την έκταση που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα ως εκείνο το σημείο θεωρούσε ότι έχει το οικόπεδο του αλλά την έκταση και τις πλευρικές διαστάσεις που αναφέρονται στον προσωρινό τίτλο. Από τον απλό και μόνον έλεγχο, όμως, του τοπογραφικού διαγράμματος που χρησιμοποιήθηκε κατά τη σύνταξη του προσβαλλόμενου προσυμφώνου, ο γιος του Π., που του συμπαρίστατο μόνιμα και είχε αναλάβει πλέον πριν την υπογραφή αυτού και στη συνέχεια να υπερασπίζεται τα δικαιώματα του, όντας δημόσιος υπάλληλος και συγκεκριμένα δασολόγος είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί ευχερώς με απλούς υπολογισμούς ότι η έκταση αυτού δεν ήταν 170,45 τμ αλλά οπωσδήποτε μεγαλύτερη.

Κυρίως όμως, από την άλλη πλευρά, αν οι εναγόμενοι της πρώτης αγωγής είχαν πράγματι κατά νου να εξαπατήσουν τους αντισυμβαλλόμενούς τους στην κατάρτιση και των δύο προσυμφώνων, στα οποία επισυνάφθηκε αυτό, θα φρόντιζαν να μην αναγράφονται τόσα πληροφοριακά στοιχεία επ’ αυτού για να μη γίνεται εύκολα αντιληπτή η πρόθεσή τους.

Δεν πρέπει εξάλλου να υποβαθμιστεί το γεγονός ότι το ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα θεωρείτο προσχέδιο ( όρος 3) και υπόκειτο σε μελλοντικό έλεγχο από το Γραφείο Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, τυχόν δε τροποποιήσεις του θα έπρεπε να γίνουν δεκτές από τα συμβαλλόμενα μέρη. Πρωτίστως βέβαια, στην περίπτωση αυτή, ο εκ των ανωτέρω εργολάβος δε θα περιελάμβανε στα δύο προσύμφωνα και κυρίως στο προσβαλλόμενο τον πανομοιότυπο όρο περί δυνατότητας, στην περίπτωση αυξήσεως του εμβαδού του οικοπέδου, αναπροσαρμογής και της αντιπαροχής του οικοπεδούχου.

Αυτή δε στην καλύτερη για τον οικοπεδούχο των περιπτώσεων, δεδομένης της αντιπαροχής σε ποσοστό 40% και λαμβανομένου υπόψη του συντελεστή δόμησης 2,4 για την περιοχή, όπου ευρίσκεται το ακίνητο, δε θα ήταν μεγαλύτερη των 4,8 τμ. μικτών, επί της ήδη υπολογισθείσας στο ύψος των 170 τμ. ουσιαστικά, καθώς σ’ αυτά πρέπει να διευκρινισθεί ότι συνυπολογίζονται και τα 19 τμ.

περίπου που αγοράστηκαν από τον εργολάβο, κατά τα ανωτέρω. Διαφορετική κρίση στο σημείο αυτό θα άφηνε αναπάντητα τα ερωτήματα: γιατί με το πρώτο ακόμη προσύμφωνο, το οποίο ανακλήθηκε, ο αρχικώς ενάγων- οικοπεδούχος δεχόταν να λάβει ως αντιπαροχή διαμέρισμα μικρότερης έκτασης (41,67 τμ.) σε σχέση και με των δύο αδελφών του, αν και αυτός ήταν που θεωρούσε ότι έπρεπε να αναγνωρισθεί ως έχων δικαίωμα αποκλειστικής κυριότητας επί του οικοπέδου λόγω φροντίδας της μητέρας του, τις αντιρρήσεις δε που τυχόν είχε δεν τις προέβαλε ούτε κατά την ανάκληση αυτού ούτε όμως και κατά την κατάρτιση του προσβαλλόμενου προσυμφώνου, όταν πια ο προαναφερόμενος γιος του με δική του πρωτοβουλία και ενέργειες λειτουργούσε όπως ο ίδιος θεωρούσε ότι ενδείκνυται προς καλύτερη προάσπιση των δικαιωμάτων και συμφερόντων του πατέρα του.

Με βάση τα ανωτέρω και το παρόν Δικαστήριο κρίνει, λαμβανομένης υπόψη και της ηλικίας του αρχικώς ενάγοντος της πρώτης αγωγής (69 ετών) και της πλήρους λειτουργίας των διανοητικών του λειτουργιών, παρά τα κινητικά προβλήματα, που εμφάνιζε εξ αιτίας εγκεφαλικού επεισοδίου, κατά το χρόνο σύνταξης του προσβαλλόμενου προσυμφώνου, ότι ο εργολάβος δεν παρέπεισε αυτόν στην υπογραφή του προσβαλλόμενου προσυμφώνου εκμεταλλευόμενος τη μεγάλη ηλικία του και την απειρία του, όπως ισχυρίζεται αυτός, παριστάνοντάς του ψευδώς ότι το εμβαδόν του οικοπέδου είναι 170,45 τμ".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την από 21-7-1999 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος, στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν, λόγω θανάτου του, οι αναιρεσείοντες, με την οποία ζητούσε να ακυρωθεί το επίδικο προσύμφωνο λόγω απάτης και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι-αναιρεσίβλητοι να του καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των 16.000.000 δρχ.

ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη λόγω της αδικοπραξίας, ενώ δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 22-9-2000 αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η εγκυρότητα του ίδιου προσυμφώνου και να υποχρεωθεί ο αντίδικος του (ενάγων της πρώτης αγωγής) να του καταβάλει τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, που κατέβαλε σε τρίτους με βάση την δοθείσα εκ μέρους του τελευταίου εντολή.

Οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο, ότι, με το να δεχθεί ότι είναι έγκυρες, παρότι δεν συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο, οι προαναφερθείσες συμβάσεις, που αφορούσαν, η πρώτη την καταβολή εκ μέρους του εργολάβου του ποσού των 5.000.000 δραχμών προς συμπλήρωση της αντιπαροχής του οικοπεδούχου, η δεύτερη την κατάργηση του αρχικού προσυμφώνου και η τρίτη την καταβολή εκ μέρους του εργολάβου για λογαριασμό και κατ’ εντολή του ενάγοντος-οικοπεδούχου του ποσού των 16.000.000 δραχμών (κατ’ ισομοιρία) στους ανωτέρω δύο αδελφούς του, παραβίασε "τις διατάξεις των άρθρων 164, 369, 513 και 1033 ΑΚ, 13 παρ. 3 του ν. 1587/1950 και 691 ΑΚ αυτοτελώς και σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 147-149 ΑΚ, 380 ΠΚ, 297, 298, 330 και 914 ΑΚ".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, αναφορικά με την πρώτη σύμβαση ως αλυσιτελής, δεδομένου ότι αντικείμενο της δίκης, όπως προαναφέρθηκε, δεν ήταν η ακυρότητα των επίδικων προσυμφώνων, διότι δεν τηρήθηκε για την τροποποίησή τους ο απαιτούμενος τύπος, ούτε η καταβολή του ποσού προς συμπλήρωση της αντιπαροχής, ενώ εξάλλου η ακυρότητα αυτή, την οποία ο αρχικώς ενάγων δεν επικαλέστηκε με την ένδικη αγωγή του, δεν ασκεί επιρροή, σύμφωνα με τις πιο πάνω αναφερόμενες παραδοχές, στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την βασιμότητα ή μη των ένδικων αγωγών, αναφορικά με την δεύτερη σύμβαση ως αβάσιμος, διότι η κατάργηση του προσυμφώνου δεν υπόκειται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στον προβλεπόμενο για την κατάρτισή του τύπο και αναφορικά με την τρίτη συμφωνία, επίσης, ως αβάσιμος, διότι αυτή δεν απαιτείτο, κατά τα προαναφερθέντα στη σχετική νομική σκέψη, να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο, αφού πρόκειται για αυτοτελή συμφωνία, η οποία δεν έχει σχέση προς την κύρια παροχή, ούτε ανάγεται στον καθορισμό του παρασχεθέντος από τον εργολάβο ανταλλάγματος στον αρχικώς ενάγοντα (οικοπεδούχο) για την από αυτόν απόκτηση μέρους του οικοπέδου του τελευταίου.

Οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω διατάξεων. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν καθορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το κύρος των ως άνω συμφωνιών, ποια δηλαδή είναι τα επιπλέον στοιχεία που ήταν αναγκαία για την πληρότητα των σχετικών αιτιολογιών.

Περαιτέρω, με το να κρίνει το Εφετείο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της απάτης και συνακόλουθα της σε βάρος του αρχικώς ενάγοντος αδικοπραξίας εκ μέρους των εναγομένων (εργολάβου και αρχιτέκτονα μηχανικού), στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 147-149 ΑΚ, 380 ΠΚ, 297, 298,330 και 914 ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, που καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα, η αναιρεσιβαλλόμενη έχει ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το δόλο των εναγομένων, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ως προς των οποίο ερευνάται η υπόθεση, διότι, ενώ δέχεται ότι οι τελευταίοι γνώριζαν το πραγματικό εμβαδόν του επίδικου οικοπέδου, δεν διατυπώνει ευθεία κρίση για την έλλειψη του δόλου και μάλιστα υπό την έννοια του νόμου που αρκείται, όπως προαναφέρθηκε στη σχετική νομική σκέψη, και στη γνώση ως ενδεχόμενης και αποδοχή της δυνατότητας πρόκλησης της ζημίας.

Επίσης, ως προς το εάν υπήρξε ή όχι πλάνη του αρχικώς ενάγοντος, αναφορικά με το εμβαδόν του οικοπέδου, έχει ενδοιαστική αιτιολογία, αφού δεν αποφαίνεται ρητά αν αυτός είχε γνώση ή όχι του πραγματικού εμβαδού αυτού (οικοπέδου) και αν ως προς αυτό πλανήθηκε. Τέλος, η προσβαλλόμενη δεν περιέχει κρίση για το αν η μη αναγραφή του πραγματικού εμβαδού του οικοπέδου και η παράλειψη ενημέρωσης του αρχικώς ενάγοντος εκ μέρους των εναγόμενων ως προς το πραγματικό εμβαδό της αντιπαροχής υπήρξε ή μη αποφασιστική για την γενομένη δήλωση βούλησης.

Είναι, συνεπώς, βάσιμος ο δεύτερος λόγος, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών. Οι αναιρεσείοντες με τον ίδιο λόγο αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη ότι έχει και αντιφατική αιτιολογία αναφορικά το μέγεθος της αντιπαροχής που εδικαιούτο ο αρχικώς ενάγων με βάση το πραγματικό εμβαδόν του οικοπέδου.

Η αιτίαση αυτή, δεν μπορεί να στηρίξει τον από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο, διότι δεν αναφέρεται σε ουσιώδες ζήτημα, αλλά σε επιχείρημα του δικαστηρίου για να στηρίξει την προαναφερθείσα κρίση του για το ότι δεν υφίσταται απάτη. Πέραν τούτου η ανωτέρω αιτίαση, είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμη, αφού στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι θέτει ως βάση το από προφανή παραδρομή αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η συνολική συμφωνηθείσα αντιπαροχή του αρχικώς ενάγοντος ήταν 170 τ.μ, καθαρά, ενώ αυτή (αντιπαροχή) έφθανε στα 170 τ.μ, μικτά, όπως προκύπτει από τον μαθηματικό υπολογισμό του αναφερομένου (στην προσβαλλόμενη απόφαση) εμβαδού των διαμερισμάτων που θα περιέρχονταν στον ενάγοντα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α’ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 393 ΚΠολΔ, "συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ (παρ.1), "Δεν επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες κατά του περιεχομένου εγγράφου έστω και αν η αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας είναι μικρότερη των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ".

Κατά τη διάταξη όμως του άρθρου 394 παρ. 1 περ. δ’ του ίδιου Κώδικα η απόδειξη με μάρτυρες επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση εάν από τη φύση της δικαιοπραξίας ή τις ειδικές συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε και ιδίως αν πρόκειται για εμπορικές συναλλαγές δικαιολογείται η απόδειξη με μάρτυρες. Οι εξαιρέσεις του ως άνω άρθρου 394 αναφέρονται σε όλες τις μορφές περιορισμού των μαρτύρων επομένως και στις περιπτώσεις αποδείξεως γεγονότων αντίθετων προς το περιεχόμενο του εγγράφου.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο, από τον αριθ. 11 περ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο, διότι έλαβε παρά το νόμο υπόψη αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις), που ο νόμος δεν επιτρέπει, για την απόδειξη, α) της (τροποποιητικής του επίδικου προσυμφώνου) πιο πάνω άτυπης συμφωνίας, δυνάμει της οποίας ο πρώτος αναιρεσίβλητος-εργολάβος θα κατέβαλε στον αρχικώς ενάγοντα προς συμπλήρωση της αντιπαροχής του το ποσό των 5.000.000 δραχμών και β) της καταρτισθείσης στις 7-4-1999 συμφωνίας για ακύρωση του .../1998 προσυμφώνου και καταβολής εκ μέρους του εργολάβου, για λογαριασμό και κατ’ εντολή του αρχικώς ενάγοντος του ποσού των 16.000.000 δραχμών στους αδελφούς του τελευταίου.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται, συνέτρεχε εν προκειμένω η προβλεπομένη από τη διάταξη του άρθρου 394 παρ.1 εδ. δ’ εξαίρεση του περιορισμού του μαρτυρικής αποδείξεως (εμπορική συναλλαγή), ενώ αναφορικά με την πρώτη συμφωνία ο λόγος αυτός είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέος ως αλυσιτελής, για όσους λόγους αναφέρονται στον ανωτέρω πρώτο λόγο αναίρεσης.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, αφού κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος που απευθύνεται εναντίον του δεύτερου αναιρεσίβλητου, μετά την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, αναφορικά με τον πρώτο αναιρεσίβλητο, ως προς τον οποίο μόνο προχωρεί η δίκη, πρέπει να αναιρερθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα, κατά το μέρος που απέρριψε την από 21-7-1999 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος, στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν, λόγω θανάτου του, οι αναιρεσείοντες, με την οποία ζητούσε να ακυρωθεί το επίδικο προσύμφωνο λόγω απάτης και να υποχρεωθεί και ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ως προς τον οποίο κρίθηκε παραδεκτή η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, να του καταβάλει το ποσό των 16.000.000 δραχμών ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω της αδικοπραξίας.

Ακολούθως, πρέπει, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του αυτού ως άνω Εφετείου Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013), να απορριφθούν δε οι λοιποί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.

Τέλος, πρέπει, να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος από τους τελευταίους παραβόλου (άρθρο 495 παρ 4 ΚΠολΔ) και να συμψηφισθούν κατά ένα μέρος τα-μεταξύ των αναιρεσειόντων και του πρώτου αναιρεσίβλητου δικαστικά έξοδα, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών (άρθρα 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 05 Αυγούστου 2014 αίτησης των αναιρεσειόντων, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 162/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που απευθύνεται εναντίον του δεύτερου αναιρεσίβλητου.

Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης και προχωρεί την έρευνα της αιτήσεως αναιρέσεως μόνο κατά το μέρος που απευθύνεται κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου.

Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθ. 162/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και ειδικότερα κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος απ’ αυτούς παραβόλου.

Καταδικάζει τον πρώτο αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ