Legislator Case Law & Legislation
1269/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against family allowance ruling, upholding equal pay principle application.

Case Number 1269/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a multi-member First Instance Court decision awarding a family allowance to a female civil servant. The plaintiff argued that denying her a marriage bonus violated constitutional equality principles since her husband received a similar benefit. The court ruled that the lower court correctly applied the law, finding the plaintiff eligible for the allowance under her employment contract and that the state's refusal did not violate constitutional equality.

Legislator headnote

AI generated

Articles 22(1)b and 4(1) of the Constitution; The principle of equal pay for equal work does not preclude the granting of family allowances to civil servants based on specific employment contracts and statutory provisions.

Keywords

AI generated
family allowance equal pay principle constitutional equality civil servant benefits marriage bonus employment contract administrative appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 22(1)b of the Constitution
Article 4(1) of the Constitution
Article 226(3) and (4) of the Code of Civil Procedure
Article 575(b) of the Code of Civil Procedure
Article 12 of Law 2470/1977

Cited Case Law

AI generated
Administrative Court 3/2001
Supreme Court 10/2001

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1269 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1269/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Καραγεώργο, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ., και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η κλήση: Ε. Δ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/12/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 516/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4409/2003 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 25/5/2006 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 600/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσίβλητη με την από 22/3/2011 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος, ανέγνωσε την από 14/3/2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ανδρέα Μαρκάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 226§§3 και 4 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε, είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 7514ΣΤ'/18-4-2011 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της από 22-3-2011 κλήσης με την οποία επαναφέρεται προς συζήτηση η από 25-6-2006 αίτηση αναιρέσεως κατά της 4409/2003 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την έκδοση της 600/2008 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω απ' αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 31-1-2012 καθώς και κλήσεως προς εμφάνιση κατ' αυτή, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς το αναιρεσείων Ελληνικό Δημόσιο. Κατά τη δικάσιμο αυτή της ένδικης κλήσεως (31-1-2012) παρέστησαν αμφότερα τα διάδικα μέρη, η συζήτηση όμως αναβλήθηκε, παρουσία των, για την παρούσα δικάσιμο, (29-5-2012) και ο αρμόδιος γραμματέας μετέφερε την υπόθεση στην τελευταία δικάσιμο, με την εγγραφή της στο πινάκιο. Η ενέργεια αυτή ισχύει ως κλήτευση της αναιρεσίβλητης και συνεπώς δεν απαιτείται νέα, ιδιαίτερη κλήτευσή της, για την παρούσα δικάσιμο, σύμφωνα με τα παραπάνω.

Συνεπώς, καίτοι κατ' αυτή δεν παρέστη η αναιρεσίβλητη, η συζήτηση πρέπει να χωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ.1 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 22 παρ.1 του Συντάγματος που έχει εφαρμογή στους βάσει συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου απασχολουμένους, όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1 στοιχ.

Α της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας 100/1951, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 46/1975, 119 παρ.2 (ήδη 141 παρ. 1) της Συνθήκης ΕΟΚ, 1 της Οδηγίας 75/117/19-2-1975 του Συμβουλίου της ΕΟΚ και 4 παρ. 2 του Ν. 1414/1985 συνάγεται ότι στην έννοια της αμοιβής περιλαμβάνονται και τα παρεχόμενα στον εργαζόμενο οικογενειακά επιδόματα (γάμου και τέκνων) τα οποία καταβάλλονται λόγω της εργασιακής σχέσης, ως αντάλλαγμα για την παροχή της εργασίας και αποτελούν μέρος του μισθού υπό την έννοια που αναφέρεται στα άρθρα 648, 649, 653 και 655 του ΑΚ.

Επομένως ανεξάρτητα από το ενδοοικογενειακό ζήτημα αν ο ένας ή και οι δύο σύζυγοι οφείλουν να αντιμετωπίζουν τα βάρη του γάμου, την έναντι του εργοδότη απαίτηση για τα οικογενειακά επιδόματα έχουν στο ακέραιο και οι δύο, εφόσον αμφότεροι εργάζονται βάσει της εργασιακής τους συμβάσεως, γιατί τα εν λόγω επιδόματα είναι τμήμα της αμοιβής που δικαιούνται και συνεπώς δεν συγχωρείται ως προς αυτά καμία διάκριση για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας.

Εξάλλου η παραπάνω διάταξη του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ, εφαρμόζεται όχι μόνο . στους μισθωτούς του ιδιωτικού αλλά και του δημόσιου τομέα, όπως δέχθηκε και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στις υποθέσεις 248/1983 και 58/1981. Τέλος, από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι ο κοινός νομοθέτης οφείλει να ρυθμίζει τις ουσιωδώς όμοιες σχέσεις, δικαιώματα και καταστάσεις κατά τρόπο ισόνομο, κάθε δε άνιση νομοθετική μεταχείριση τους είναι αντίθετη προς την συνταγματική αυτή επιταγή η παράβαση της οποίας ελέγχεται δικαστικώς.

Περαιτέρω ο ν. 1505/1984, "αναδιάρθρωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", που εφαρμόζεται κατά το άρθρο 1 αυτού στους μόνιμους και δοκίμους πολιτικούς του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ κ.λ.π, ορίζει με το άρθρο 11 , στη μεν παράγραφο 1 το ύψος του οικογενειακού επιδόματος, στη δε παράγραφο 6 τα ακόλουθα: "Στην περίπτωση που και οι δυο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ ή συνταξιούχοι των υπηρεσιών αυτών, ο καθένας θα παίρνει το μισό από το προβλεπόμενο κατά περίπτωση επίδομα στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, Αν ο ένας από τους συζύγους είναι υπάλληλος ή συνταξιούχος α) του υπολοίπου δημοσίου τομέα όπως αυτός οριοθετήθηκε με τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 1256/1982, β) των ΝΠΔΔ, γ) ..., δ) ...

Τότε το επίδομα οικογενειακών βαρών καταβάλλεται στον ένα από αυτούς κατ' επιλογή τους". Τέλος, ο Ν. 2470/1977 "Αναμόρφωση μισθολογίου της Δημόσιας Διοίκησης και συναφείς διατάξεις", που αντικατέστησε τα άρθρα 1 έως 27 του Ν.1505/1984 και 1 έως 18 του Ν. 1810/1988, ισχύει δε από 1-1-1997 και εφαρμόζεται και στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που απασχολείται στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ βάσει της με αρ. 2026439/3480/0022/30-5-1997 κοινής υπουργικής απόφασης (ΦΕΚ Β 462/97), με το άρθρο 12 αυτού ορίζει στην μεν παρ.1 ότι "για την ενίσχυση της οικογένειας των υπαλλήλων, που εμπίπτουν στις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων ως εξής:

α) Για οικογένεια εγγάμων υπαλλήλων χωρίς ή με ενήλικα τέκνα 12.000 δραχμές ...", στη δε παρ. 4 όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 παρ. 1 του Ν. 2515/1997 και ισχύει από 1-1-1997 ότι "στην περίπτωση που ο ένας από τους δυο συζύγους λαμβάνει οικογενειακό επίδομα από οποιαδήποτε πηγή του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, τότε στον έτερο σύζυγο υπάλληλο του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, καταβάλλεται συμπληρωματικό ποσό ως εξής:

α) το ποσό των προσαυξήσεων λόγω τέκνων, όταν στο καταβαλλόμενο στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα γάμου, β) το βασικό ποσό της οικογενειακής παροχής χωρίς προσαυξήσεις, όταν το καταβαλλόμενο ποσό στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα τέκνων. Στους περιορισμούς των προηγουμένων διατάξεων δεν εμπίπτουν παροχές που χορηγούνται από διανεμητικούς λογαριασμούς οικογενειακών επιδομάτων εν γένει".

Όμως τόσον οι ως άνω ρυθμίσεις του Ν. 1505/1984 που ήδη καταργήθηκαν όσον και εκείνες του Ν. 2470/1997, κατά το μέρος που θέτουν περιορισμούς ως προς την καταβολή σε αμφότερους τους εργαζόμενους έγγαμους μισθωτούς των οικογενειακών επιδομάτων, τα οποία παρά την μετονομασία τους με τον τελευταίο σε "μηνιαία οικογενειακή παροχή για την ενίσχυση της οικογένειας" δεν απώλεσαν το χαρακτήρα τους ως μέρους της αμοιβής των άνω εργαζομένων για την παρεχόμενη εργασίας τους, είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας παρεχόμενη εργασία και την αρχή της ισότητας που καθιερώνονται αντίστοιχα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ.1β και του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος και εντεύθεν ανίσχυρος (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.ΑΠ 10/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη, ισχυριζόμενη με την ένδικη αγωγή της ότι υπηρετεί στο Ελληνικό Δημόσιο και προσφέρει τις υπηρεσίες της ως καθαρίστρια στο Εφετείο Πειραιώς προ του έτους 2000 με σύμβαση έργου και από 1-1-2000 με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού αορίστου χρόνου, περαιτέρω δε ότι είναι έγγαμη προ του 1999 και ο σύζυγός της απολαμβάνει το οικογενειακό επίδομα γάμου, ζήτησε επικαλούμενη τις παραπάνω συνταγματικές και υπερνομοθετικές διατάξεις, να υποχρεωθεί το αναιρεσείον κυρίως με βάση την αρχή της ισότητας να της καταβάλει για επίδομα γάμου του χρονικού διαστήματος από 1-1-1999 έως 31-12-2001, 432.000 δραχμές με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο, κρίνοντας κατ' επικύρωση της απόφασης του πρωτοδίκως δικάσαντος Ειρηνοδικείου ως νόμιμη την άνω αγωγή, δεν παραβίασε δια της εφαρμογής τους τις άνω συνταγματικές διατάξεις ούτε δια της μη εφαρμογής τους τις διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 2470/1977, καθόσον η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα, συνδεόμενη με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου με το αναιρεσείων Ελληνικό Δημόσιο δικαιούται, ως έγγαμη, να λάβει το ως άνω οικογενειακό επίδομα, για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-2001, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στην μείζονα σκέψη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-5-2006 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4409/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ