Legislator Case Law & Legislation
1269/2010 AI generated

1269/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1269/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1269/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως τέτοιοι νοούνται και οι οδοντίατροι, οι εργαστηριακοί, καθώς επίσης οι θεραπευτές ιατροί του ιδρύματος, παθολόγοι γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα και παιδίατροι, που δεν παρέχουν ιατρικές φροντίδες θεράποντος ιατρού, υπό την έννοια των άρθρων 2-6 του αυτού νομοθετικού διατάγματος. Κατά το άρθρο 5 του ως άνω ν.

Keywords

AI generated
medical practitioner admission to health insurance practice contract for medical treatment healthcare provider medically certified work incapacity regional medical service
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1269 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1269/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον Σπυρίδωνα Μαυρογιάννη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 24-9-09 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων:Χ1 μέχρι και Χ28, κατοίκων όλων .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι (σύνολο 28) από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άρι Καζάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-7-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1455/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 7366/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 22-5-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 1-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου, κατά το πρώτο μέρος του, λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και καθένας από αυτούς, την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8 παρ. 1 και 9 του ν.δ/τος 1204/1972, προκύπτει, ότι οι ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές), που δικαιούνται κατά τη νομοθεσία του ΙΚΑ οι ασφαλισμένοι σ' αυτό, πραγματοποιούνται από θεράποντες ιατρού της ελεύθερης εκλογής του ασφαλισμένου, από κατάλογο που καταρτίζει το ίδρυμα, ο οποίος περιλαμβάνει ιατρούς που ασκούν νόμιμα το επάγγελμά τους, ειδικότητας παθολόγου ή γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα, όπως και από ιατρούς ειδικοτήτων.

Ως τέτοιοι νοούνται και οι οδοντίατροι, οι εργαστηριακοί, καθώς επίσης οι θεραπευτές ιατροί του ιδρύματος, παθολόγοι γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα και παιδίατροι, που δεν παρέχουν ιατρικές φροντίδες θεράποντος ιατρού, υπό την έννοια των άρθρων 2-6 του αυτού νομοθετικού διατάγματος. Κατά το άρθρο 5 του ως άνω ν.

δ/τος, η σχέση των θεραπόντων ιατρών με το ΙΚΑ, μη συνιστώσα σχέση ή σύμβαση εργασίας, διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του νόμου αυτού, δεν κωλύονται δε οι ιατροί αυτοί να παρέχουν ιατρικές φροντίδες ελεύθερα και σε πρόσωπα που δεν δικαιούνται παροχές ασθένειας από το ΙΚΑ του οποίου δεν αποτελούν προσωπικό, ο δε χρόνος παροχής απ' αυτούς ιατρικών φροντίδων δεν λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας ιατρού στο ίδρυμα.

Αντίθετα, κατά το άρθρο 8 παρ. 3 του ίδιου ν.δ/τος, οι ιατροί ειδικοτήτων και εργαστηρίων, καθώς και οι κατ' άρθρο 9 αυτού ιατροί θεραπευτές παθολόγοι και παιδίατροι, συνδέονται με το ΙΚΑ με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 του αυτού ν.δ/τος, εφόσον οι τοπικές συνθήκες ή έτεροι σοβαροί λόγοι δεν καθιστούν δυνατή την εφαρμογή των άρθρων 2, 8, και 9 αυτού, επιτρέπεται η σύναψη ειδικών συμβάσεων με θεράποντες ιατρούς ειδικοτήτων για αόριστο χρόνο, με αμοιβή οριζόμενη είτε αναλόγως του αριθμού των δικαιούχων, είτε άλλως πως, χωρίς περιορισμό από τις περί αμοιβής των ιατρών διατάξεις, οι ειδικές δε αυτές συμβάσεις, μη συνιστώσες σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας, μπορούν να καταγγέλονται εκατέρωθεν οποτεδήποτε μετά μηνιαία προειδοποίηση και διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του παραπάνω ν.

δ/τος, σύμφωνα με το άρθρο 5 αυτού. Εξάλλου, το άρθρο 18 του ν. 2150/1993, που έχει τον ειδικότερο τίτλο "ρύθμιση μισθολογικών θεμάτων γιατρών ΙΚΑ με σύμβαση κλπ" ορίζει: Στην παράγραφο 1, ότι οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του ιδρύματος.

Ο χρόνος υπηρεσίας τους στο ΙΚΑ υπολογίζεται για τη μισθολογική εξέλιξή τους. Στην παράγραφο 2, ότι οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ως προς τα καθήκοντα, τις πάσης φύσεως άδειες, το ωράριο εργασίας τις τοποθετήσεις - μετακινήσεις - αποσπάσεις - μεταθέσεις και τα πειθαρχικά αδικήματα που ισχύουν για τους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ, στο εξής θα ισχύουν και για τους ιατρούς, όπως αυτοί αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Στην παράγραφο 3, ότι στις παραπάνω ρυθμίσεις δεν υπάγονται: α) οι με ειδική σύμβαση ιατροί οι οποίοι κατέχουν και δεύτερη θέση ή είναι συνταξιούχοι του Δημοσίου β) οι με ειδική σύμβαση ιατροί των οποίων η μηνιαία αποζημίωση είναι μεγαλύτερη από τις μηνιαίες αποδοχές που προκύπτουν από τη ρύθμιση της παραγράφου 1 του παρόντος, εκτός αν με αίτησή τους επιλέξουν τη ρύθμιση αυτή.

Για τους ιατρούς των περιπτώσεων α' και β' εξακολουθεί να ισχύει το εργασιακό και μισθολογικό καθεστώς των άρθρων 5 και 10 του ν. δ/τος 1204/1972. Τέλος στην παράγραφο 4 ορίζεται, ότι για τους προσλαμβανόμενους στο εξής στο ΙΚΑ ιατρούς, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. δ/τος 1204/1972, θα ισχύουν οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού.

Κατ' εξαίρεση, σε ειδικές περιπτώσεις, όπως προσλήψεις ιατρών για κάλυψη αναγκών σε προβληματικές, άγονες και παραμεθόριες περιοχές ή για κάλυψη αναγκών σε ειδικότητες όπου δεν υπάρχει προσφορά ενδιαφερομένων για πρόσληψη ιατρών, θα ισχύουν, ως προς το εργασιακό καθεστώς και τον καθορισμό της αποζημίωσης, οι διατάξεις των άρθρων 5 και 10 του ν.δ/τος 1204/1972.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η με το ΙΚΑ σχέση των ιατρών που προσλήφθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. δ/τος 1204/1972 είναι ειδική σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ως άνω ν. δ/τος, όπου δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, η δε γενομένη με το άρθρο 18 του ν. 2150/1993 μισθολογική εξομοίωση με τους ιατρούς θεραπευτές του ΙΚΑ που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου δικαίου δεν μετέβαλε και τη φύση της σχέσης που συνδέει τους ιατρούς της κατηγορίας αυτής με το ΙΚΑ (ΑΠ Ολομ. 21 και 22/2007, ΑΕΔ 5/2000).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής:

Οι αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες), οι οποίοι είναι γιατροί διαφόρων ειδικοτήτων, προσλήφθηκαν από το αναιρεσείον (εναγόμενο) ΙΚΑ, με ειδικές συμβάσεις αορίστου χρόνου, διεπόμενες από το άρθρο 10 ν.δ 1204/1972 και 18 Ν. 2150/1993, ο πρώτος την 9-2-1996, ο δεύτερος την 25-1-1999, ο τρίτος την 20-6-1995, ο τέταρτος την 27-9-1993, ο πέμπτος την 17-8-1993, ο έκτος την 7-2-1995, η έβδομη την 29-12-1994, ο όγδοος την 12-10-1998, η ένατη την 2-8-1995, η δέκατη την 13-9-1999, η ενδέκατη την 14-12-1994, η δωδέκατη την 23-2-1995, η δέκατη τρίτη την 3-1-1995, η δέκατη τέταρτη την 13-11-1992 η δέκατη πέμπτη την 29-12-1994, η δέκατη έκτη την 29-3-1991, η δέκατη έβδομη την 19-6-1992 η δέκατη όγδοη την 5-12-1995, ο δέκατος ένατος την 14-12-1994, η εικοστή την 1-11-1995, ο εικοστός πρώτος την 29-12-1994, ο εικοστός δεύτερος, την 3-3-1993, η εικοστή τρίτη την 23-8-1993, η εικοστή τέταρτη την 27-10-1998, η εικοστή πέμπτη την 28-12-1995, η εικοστή έκτη την 19-2-1999, η εικοστή έβδομη την 30-3-1998 και ο εικοστός όγδοος την 23-9-1998, για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως γιατροί σε διάφορα νοσοκομεία και μονάδες του αναιρεσείοντος στην ....

Από την πρόσληψή τους οι ενάγοντες προσέφεραν τις ιατρικές του υπηρεσίες στο αναιρεσείον υπό τον έλεγχο και την εποπτεία των αρμοδίων οργάνων του, λαμβάνοντας τις αποδοχές και έχοντας τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μονίμων γιατρών του ιδρύματος (ωράριο, συνθήκες εργασίας κλπ). Οι συμβάσεις αυτές, για τις οποίες δεν συντρέχουν οι εξαιρέσεις των παραγράφων 3α και β και 4 περ.

β' του άρθρου 18 του Ν. 2150/1993 (εφόσον όλοι οι αναιρεσίβλητοι δήλωσαν ότι δεν κατέχουν άλλη έμμισθη θέση στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ, γεγονός που δεν αμφισβητείται ειδικά από το αναιρεσείον) και για τις οποίες το εργασιακό καθεστώς ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 5 και 10 ν.δ 1204/1972, είναι από 16-6-1993 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας καθόσον τα μέρη απέβλεψαν στην παροχή εργασίας, δηλαδή στην παροχή περίθαλψης στους ασφαλισμένους του Ι.Κ.Α.

και όχι στην επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος, όπως συμβαίνει στη μίσθωση έργου, όπου μετά την ολοκλήρωσή του καταλύεται κάθε συμβατικός δεσμός. Επίσης το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι "ας σημειωθεί ότι ως τους πρώτο και δέκατη έβδομη των αναιρεσιβλήτων, Χ1 και Χ17, η πιο πάνω εργασιακή τους σχέση με το αναιρεσείον κρίθηκε παρεπιπτόντως και με την 1566/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, κατά την κρίση της δε αυτή κατέστη αμετάκλητη....".

Ακολούθως, το Εφετείο αφού δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με το αναιρεσείον, απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία της την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε κρίνει όμοια και είχε αναγνωρίσει ότι οι αναιρεσίβλητοι γιατροί συνδέονται με το αναιρεσείων ΙΚΑ με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και συνεπώς, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ απορρέων, τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος ως προς όλους τους αναιρεσείοντες, ως προς τους πρώτο και δέκατη έβδομη των οποίων, πρέπει να λεχθεί, ότι η ως άνω αναφορά του Δικαστηρίου της ουσίας, περί παρεμπίπτουσας κρίσης της εργασιακής τους σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας δυνάμει της αμετάκλητης ήδη 1566/2000 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, δεν μπορεί, κατ' εκτίμηση, να εκληφθεί ότι αποτελεί επάλληλη αιτιολογία η οποία στηρίζει το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ώστε η μη ύπαρξη λόγου αναίρεσης, που πλήττει το έρεισμα αυτό της απόφασης να καθιστά αλυσιτελή τον ως άνω λόγο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ως προς τους δύο αυτούς διαδίκους, αλλά αποτελεί απλή ιστορική αναφορά του Εφετείου για την ύπαρξη της ως άνω αμετάκλητης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Και τούτο διότι δεν υπάρχει παραδοχή του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ότι η 1566/2000 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης αποτελεί (και) δεδικασμένο ως προ το παρεμπιπτόντως κριθέν ζήτημα του χαρακτήρα της εργασιακής σχέσεις των εν λόγω διαδίκων, γιατί το ζήτημα αυτό αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη (και το οποίο δεν αναφέρεται στην πληττόμενη απόφαση) (άρθρ. 331 ΚΠολΔ).

Επομένως, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι, στα περιοριζόμενα μερικώς δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ΙΚΑ, σύμφωνα με τα άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με τα άρθρα 7 και 9 του ν.δ. 2698/1953 και την ΥΑ 134423/1993, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 7366/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα μερικώς περιοριζόμενα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ