1269/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1269/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης, δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική κατάσταση που δημιούργησε, αλλά αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.ΑΠ 8/2001).
Full text
Απόφαση 1269 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1269/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Φωτάκη.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αλεξιάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2000 προδικαστική, 192/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 187/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 8-12-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος ανέγνωσε την από 20-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση για αναίρεση της 187/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου του προηγήθηκε της άσκησής του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε, κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον υπόχρεο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θ'ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον ν'ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, διότι απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, που προηγήθηκε, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η άσκηση του δικαιώματος, που επακολούθησε, και που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε, υπό τις πιο πάνω συνθήκες, και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται από τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης, δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική κατάσταση που δημιούργησε, αλλά αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.ΑΠ 8/2001).
Πάντως το ζήτημα, αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει ν'αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του. Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε κατ΄ουσίαν την διεκδικητική αγωγή ακινήτου του αναιρεσείοντος, δεχόμενη ως βάσιμη κατ΄ουσίαν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος που πρότεινε η αναιρεσίβλητη, με βάση τ'ακόλουθα πραγματικά γεγονότα:
Οι διάδικοι είναι κύριοι δύο όμορων κληροτεμαχίων, που βρίσκονται στην κτηματική περιοχή ..... Ημαθίας, στη θέση ".......", που φέρουν αριθμούς 240 και 241. Του κληροτεμαχίου 240, έκτασης 5000 τμ, κύριος είναι ο αναιρεσείων και του 241 κυρία είναι η αναιρεσίβλητη. Επίδικο αποτελεί εδαφική έκταση 660,62 τμ, η οποία ανήκει στο 240 κληροτεμάχιο του αναιρεσείοντος, και την οποία κατέχει και καλλιεργεί η αναιρεσίβλητη.
Ειδικότερα, το 240 κληροτεμάχιο της οριστικής διανομής του 1933, τέμνει ένα αρδευτικό χαντάκι, που βρίσκεται στη νότια αλλά και στη δυτική πλευρά του. Μετά την οριστική διανομή του 1933 και την πάροδο του χρόνου, το όριο ανάμεσα στα δύο κτήματα μετατοπίστηκε, με συνέπεια το αρδευτικό χαντάκι, από το οποίο πότιζαν τα χωράφια τους τόσο οι δικαιοπάροχοι των διαδίκων όσο και οι γείτονες να αποτελέσει το φυσικό όριο των άνω δύο όμορων 240 και 241 κληροτεμαχίων των διαδίκων και να περιέλθει το επίδικο τμήμα την κατοχή του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης Ψ .
Συγκεκριμένα αυτός έως το έτος 1962 που απεβίωσε, κατείχε και ενέμετο, συνεχώς και αδιαλείπτως, το επίδικο τμήμα, μετατρέποντας αυτό και μάλιστα εν γνώσει του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος Χ σε άμπελο και εν συνεχεία συστηματικά σε οπωρώνα. Στη συνέχεια το επίδικο νεμόταν η αναιρεσίβλητη και το 1985 εφύτευσε σ'αυτό ροδακινιές, οι οποίες υπάρχουν και σήμερα.
Κατά το μακροχρόνιο αυτό διάστημα ουδέποτε ο ενάγων-αναιρεσείων καθώς και ο δικαιοπάροχός του προέβαλαν κάποια αντίρρηση ή διαμαρτυρία για τα όρια της εκμετάλλευσης του επιδίκου από την εναγόμενη-αναιρεσίβλητη ή τον δικαιοπάροχο πατέρα της, ούτε αξίωσαν οτιδήποτε από αυτούς, προδήλως διότι ήταν εν γένει αποδεκτό το φυσικό όριο των εν λόγων δύο αγρών, δηλαδή το ότι το ανωτέρω ποτιστικό αυλάκι αποτελούσε ανέκαθεν το φυσικό σύνορο των αγρών τους.
Ο αναιρεσείων το 1983, μετά το θάνατο του πατέρα τους, φύτεψε στον αγρό του κερασιές χωρίς όμως να πράξει τούτο και στο επίδικο. Το χειμώνα του 1997 ο αναιρεσείων θέλησε να αντικαταστήσει κάποια γερασμένα δένδρα του κληροτεμαχίου του. Τότε για πρώτη φορά όχλησε την αναιρεσίβλητη για το επίδικο, διότι, μετά την εμβαδομέτρηση που έκανε, διαπίστωσε ότι από τη νοτιοδυτική γωνία του αγρού του λείπουν τα 660 τμ.
Στην όχληση του αναιρεσείοντος για απόδοση του επιδίκου, η αναιρεσίβλητη πρόβαλε άρνηση ισχυριζόμενη ότι το ποτιστικό χανδάκι αποτελούσε το φυσικό όριο των όμορων ακινήτων. Αποδείχθηκε συνεπώς, ότι όλο αυτό το χρονικό διάστημα, δηλαδή επί τριάντα χρόνια ή εναγόμενη-αναιρεσίβλητη και ο δικαιοπάροχός της καλλιεργούσαν την επίδικη έκταση διαρκώς και γενικά ασκούσαν διακατοχικές πράξεις υπό τα όμματα του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος και αυτού του ιδίου, χωρίς ο τελευταίος να προβάλλει μέχρι την άσκηση της αγωγής οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή εναντίωση γι'αυτές τις πράξεις. 'Ολο αυτό το διάστημα ο αναιρεσείων και ο δικαιοπάροχός του αδράνησαν να λάβουν μέτρα προστασίας του δικαιώματος της κυριότητας επί του επιδίκου.
Υπό αυτές τις συνθήκες δικαιολογημένα δημιουργήθηκε στην αναιρεσίβλητη η πεποίθηση ότι ο αναιρεσείων δεν θ'ασκήσει το δικαίωμα κυριότητας του και η άσκησή του θ'ανατρέψει στην υφιστάμενη κατάσταση και ενόψει ότι η αναιρεσίβλητη έχει φυτέψει στο επίδικο ροδακινιές, θα επιφέρει βλάβη στα συμφέροντα της τελευταίας.
Επομένως αποδείχθηκε ότι η άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος-αναιρεσείοντος υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός ή ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Μετά την κρίση του αυτή το Πολυμελές Βέροιας, που δίκασε ως Εφετείο, εξαφάνισε την απόφαση τυ Ειρηνοδικείου Βέροιας, το οποίο είχε δεχθεί την αγωγή και στην συνέχεια απέρριψε την αγωγή αυτή.
Κρίνοντας έτσι το Πρωτοδικείο, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, κατά την έννοια αυτού, που πιο πάνω σημειώνεται, αφού, πέρα από την αδράνεια του αναιρεσείοντος-ενάγοντος, καμμία από τις λοιπές προϋποθέσεις που πιο πάνω αναφέρονται, δε συντρέχει. Ειδικότερα το Πρωτοδικείο δε δέχθηκε ότι η υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος είναι προφανής, ενώ από το άλλο μέρος δέχεται ότι ο αναιρεσείων αγνοούσε ότι η αναιρεσίβλητη κατείχε μέρος από τον αγρό του, δηλαδή το επίδικο, και ότι η τελευταία όλα τα χρόνια εκμεταλλευόταν τούτο, σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να επιφέρει καμμία μεταβολή και χωρίς να επαυξήσει την αξία του, σε σχέση με τους όμορους αγρούς αυτής και του αναιρεσείοντος.
Κατόπιν τούτων πρέπει ν'αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση με την παραδοχή ως βασίμου του πρώτου λόγου αναίρεσης που αιτιάται για πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πολυμελές πρωτοδικείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 187/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει την υπόθεση αυτή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει σε εννιακόσια εβδομήντα (970) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 6 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ