Greek Supreme Court dismisses appeal against property recognition judgment due to lack of legal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the State's appeal against a final judgment recognizing property rights. The State argued that the lower court incorrectly applied international treaties regarding Ottoman property succession, but the court found this argument based on a false premise. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the heirs' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1a), 561(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the erroneous application of international treaties is inadmissible if the underlying factual premise asserting state ownership is proven false by the reviewed judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1268 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1268/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μαρίας Μουλιανιτάκη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 3 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τη Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. συζ. Π. Γ., το γένος Α. Κ., κατοίκου ..., 2) Δ. συζ. Δ. Β., το γένος Α. Κ., κατοίκου ..., αμφοτέρων δε ατομικά και ως κληρονόμων και εγγύτερων συγγενών της αποβιωσάσης μητέρας τους, Ε. χήρας Α. Κ., το γένος Ε. Κ., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Λιακόπουλο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και της ήδη αποβιωσάσης Ε. χήρας Α. Κ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3410/2004 μη οριστική, 85/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 7059/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-4-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή με την κρινομένη από 20.04.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 7059/21.12.2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την από 19.06.2007 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 85/09.01.2007 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 29.07.2002 αγωγή των αναιρεσιβλήτων.
Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 του Κ.Πολ.Δ., 74§1 ν. 4690/2020). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.). Επειδή η προσβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Οι ήδη αναιρεσίβλητες (Κ. σύζυγος Π. Γ., το γένος Α. Κ., Δ. σύζυγος Δ. Β., το γένος Α. Κ.) και τρίτη, μη διάδικος, η Ε. χήρα Α. Κ., το γένος Ε. Κ., η οποία απεβίωσε μετά την άσκηση της από 19.06.2007 εφέσεως, ήγειραν κατά του ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 29.07.2002 αγωγή αναγνωρίσεως συγκυριότητας ακινήτου.
Συζητήσεως γενομένης ενώπιον του άνω Δικαστηρίου κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3410/2004 απόφαση με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως προς τον σκοπό διενεργείας τεχνικής πραγματογνωμοσύνης. Ακολούθως, η άνω αγωγή συζητήθηκε και πάλι ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 85/09.1.2007 οριστική απόφαση με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών το ήδη αναιρεσείον με την από 19.06.2007 έφεσή του. Η έφεση αυτή συζητήθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 7059/21.12.2020 οριστική (τελεσίδικη) απόφαση αυτού (δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου) με την οποία η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν.
Την αναίρεση της αποφάσεως αυτής (υπ' αριθμ. 7059/21.12.2020) ζητεί με την από 20.04.2021 αίτησή του το αναιρεσείον για τους αναφερομένους στο αναιρετήριο λόγους. Οι παραδοχές επί των οποίων το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στήριξε την εκφορά της κρίσεώς του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι, κατ' αντιγραφήν, οι ακόλουθες: "Επίδικο καθίσταται ποσοστό 214,90/2.211,503 εξ αδιαιρέτου επί μίας εδαφικής εκτάσεως, εμβαδού 2.211,503 στρεμμάτων, κειμένης στην κτηματική περιφέρεια Κάτω Σούλι - Λοιμικό του Δήμου Μαραθώνα Αττικής, τα όρια και ο οριστικός υπολογισμός της εμβαδικής επιφάνειας της οποίας εκτίθενται αναλυτικά κατωτέρω.
Στο ανωτέρω ποσοστό εξ αδιαιρέτου οι αρχικώς ενάγουσες έχουν αποκτήσει δικαίωμα συγκυριότητας κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου η πρώτη, 3/8 εξ αδιαιρέτου η δεύτερη και 2/8 εξ αδιαιρέτου η τρίτη δυνάμει της με αριθμό 3097/2001 δήλωσης του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοδώρου Σγουμπόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνος (τ. 232, α/α 539), με την οποία αποδέχθηκαν στην επαχθείσα σε αυτές κληρονομία του πατρός (της πρώτης και δεύτερης εξ αυτών) και συζύγου (της τρίτης εξ αυτών) τους, Α.
Κ. του Δ., αποβιώσαντος στις ....1983, σύμφωνα με τους κανόνες της εκ διαθήκης διαδοχής, ήτοι σύμφωνα με την από 20.01.1983 ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δημοσιεύθηκε από το Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη συνεδρίαση του στις 03.11.1983, με αριθμό πρακτικού .../1983, κηρύχθηκε κυρία με την ....1983 απόφασή του και καταχωρήθηκε στο γενικό βιβλίο διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών, στον τόμο 855 με αύξοντα αριθμό 68.
Προηγουμένως, ο άμεσος δικαιοπάροχός τους, Α. Κ. του Δ., μαζί με τους Δ. Ν. του Ν., Α. Κ. του Δ., Π. Κ. του Δ., Κ. Ν. του Π. και Α. Τ. του Γ. είχαν αποκτήσει αποκλειστικό δικαίωμα κυριότητας στην ανωτέρω έκταση ως τμήμα μείζονος εκτάσεως ως εξής: Ο Ε. Μ. δυνάμει του με αριθμό ....1925 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Χ.
Β., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα (τ. 46, α/α 283) και συνετάγη κατόπιν αδείας παρασχεθείσας με τη με αριθμό .../1925 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "ΕΜΠΡΟΣ" (αριθμός φύλλου ....1925) μεταβίβασε στους Δ. Κ. του Α., Δ. Ν. του Ν. και Β. Π. του Χ. την κυριότητα της μείζονος εκτάσεως, εμβαδού μεγαλύτερου των 6.660 στρεμμάτων, όπως διαπιστώνεται στην από Μαΐου 1981 έκθεση του Δασολόγου του Υπουργείου Γεωργίας Ε.
Φ., και όχι 1.500 στρεμμάτων, όπως αναφέρεται στο ανωτέρω συμβολαιογραφικό έγγραφο και την απόφαση του Υπουργού Γεωργίας (σημειώνεται ότι στην από Φεβρουαρίου 2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης η έκταση προσδιορίζεται με εμβαδό 7.076 στρέμματα) κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο. Στη συνέχεια ο εκ των αγοραστών, Δ.
Κ. του Α., που απεβίωσε το έτος 1931, δυνάμει της με αριθμό ....1927 δημόσιας διαθήκης του ενώπιον του συμβολαιογράφου Μαραθώνα Β. Α., που δημοσιεύθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών στις 28.01.1931, εγκατέστησε συγκληρονόμους του στο ανωτέρω ιδανικό μερίδιο (1/3 εξ αδιαιρέτου) τα τέκνα του, Α. Κ., Π. Κ. και Α. Κ. (άμεσο δικαιοπάροχο των αρχικών εναγουσών) και ο εκ των αγοραστών, Β.
Π. του Χ., δυνάμει του με αριθμό ....1925 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μαραθώνα Θ. Φ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα (τ. 46, α/α 285) μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στους Κ. Ν. του Π. και Α. Τ. του Γ. το ανωτέρω ιδανικό του μερίδιο (1/3 εξ αδιαιρέτου). Ακολούθως, οι εν λόγω συγκύριοι της εδαφικής έκτασης περίπου 6.660 στρεμμάτων Δ.
Ν. του Ν., Α. Κ. του Δ., Α. Κ. του Δ., Π. Κ. του Δ., Κ. Ν. του Π. και Α. Τ. του Γ. δυνάμει του με αριθμό .../1934 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μαραθώνα Β. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα (τ. 51, α/α 41) διένειμαν την εδαφική αυτή έκταση και οι εξ αυτών Δ. Ν. του Ν. και Κ. Ν. του Π. έλαβαν κατά τα 2/3 ο πρώτος και κατά το 1/3 ο δεύτερος αδιαιρέτως το βορειοανατολικό τμήμα της εν λόγω ευρύτερης εκτάσεως, εμβαδού 3.330 στρεμμάτων κατά το διανεμητήριο συμβόλαιο, ενώ οι εξ αυτών Α.
Κ. του Δ., Α. Κ. του Δ., Π. Κ. του Δ., και Α. Τ. του Γ. έλαβαν κατά τα 2/3 οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος και κατά το 1/3 ο τελευταίος, Α. Τ., αδιαιρέτως, το άλλο διακεκριμένο τμήμα της ίδιας ως άνω ευρύτερης εκτάσεως εμβαδού 3.330 στρεμμάτων κατά το διανεμητήριο συμβόλαιο. Στη συνέχεια το εν λόγω αποκτηθέν κατόπιν διανομής βορειοανατολικό τμήμα της ως άνω έκτασης οι Δ.
Ν. του Ν. και Κ. Ν. του Π. δυνάμει του .../1964 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνος (τ. 81, α/α 994) μεταβίβασαν λόγω πωλήσεως στον Οικοδομικό Συνεταιρισμό Ελλήνων Δικαστών και Εισαγγελέων (Ο.Σ.Ε.Δ.Ε), που μάλιστα με την 6727/2000 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου αναγνωρίστηκε τελεσίδικα και με την 1175/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου αναγνωρίστηκε αμετάκλητα έναντι του εναγομένου ότι του ανήκει κατά αποκλειστική κυριότητα.
Το άλλο διακεκριμένο τμήμα, ήτοι το βορειονοτιοδυτικό μέρος της ανωτέρω ευρύτερης έκτασης αφορά στην κρινόμενη υπόθεση. Στους τίτλους κτήσης, όπως προαναφέρθηκε, περιγράφεται ως εμβαδού 3.330 στρεμμάτων, ενώ στο από Μαΐου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Β. Ζ. καταμετρήθηκε ως εμβαδού 3.148,220 στρεμμάτων, περικλειόμενο από τους αριθμούς 1.2.2'.3.4.5.6.7.8.9.10.11.12.13.1, συνορεύον ΒΟΡΕΙΑ εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Β.
Π. και εν μέρει (ΒΑ) με Κοινότητα Γραμματικού, ΝΟΤΙΑ με Βάλτο και αποξηραντικό Χάνδακα και εν μέρει (ΝΑ) με Ο.Σ.Ε.Δ.Ε, ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ εν μέρει με Κοινότητα Γραμματικού και εν μέρει με Ο.Σ.Ε.Δ.Ε και ΔΥΤΙΚΑ εν μέρει με Βάλτο και αποξηραντικό Χάνδακα και εν μέρει (ΒΔ) με ιδιοκτησία αγνώστων, και αποτελούμενο από το άθροισμα τριών (3) επιμέρους θέσεων - τοπωνυμιών, γνωστών ως "ΣΦΑΚΩΝΑ", "ΔΡΑΓΟΥΝΕΡΑ" και "ΛΙΟΥΓΓΟΥ ΠΡΑΡΙ" (ή "ΛΙΟΥΚΟΥ ΠΡΑΡΙ").
Όμως το ως άνω βορειονοτιοδυτικό τμήμα της ευρύτερης έκτασης περιγράφεται στα με αριθμούς 2 και 3 τοπογραφικά διαγράμματα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Σ. Μ., που συνοδεύουν την από Φεβρουαρίου 2005 και με αριθμό ....2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, ως εμβαδού 2.789,28 στρεμμάτων, απεικονιζόμενο με τα στοιχεία Ν-Ξ-Λ-Κ-Μ-Π1-Α-Β-Γ-Δ-Π4-Π2-Π3-Π-Ε-Π-Ζ-Φ-Η-Θ-Υ-7-Ι-Χ-Τ-Ν.
Σύμφωνα δε με την εν λόγω δικαστική πραγματογνωμοσύνη από το εν λόγω τμήμα, εμβαδού 2.789,28 στρεμμάτων, πρέπει να αφαιρεθούν: α) έκταση, εμβαδού 225,372 στρεμμάτων, αποτυπούμενη με τα στοιχεία α-β-ξ-ο-π-ρ-σ-τ-ι-κ-λ-μ-ν-ξ-α στα με αριθμούς 2 και 3 μνησθέντα τοπογραφικά διαγράμματα, καθώς έχει αναγνωριστεί ως ιδιωτική, ανήκουσα στην κυριότητα του Οικοδομικού Συνεταιρισμού "Ο Α." με τη με αριθμό ....1980 απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας, β) έκταση, εμβαδού 279,905 στρεμμάτων, αποτυπούμενη με τα στοιχεία ε-ζ-η-θ-τ-σ-ρ-π-ο-ξ-β-γ-δ-ε, καθώς έχει αναγνωριστεί ως ιδιωτική, ανήκουσα στην κυριότητα του Οικοδομικού Συνεταιρισμού "Η ΑΝΔΡΟΣ", με τη με αριθμό ...1989 απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας και γ) τμήμα εμβαδού 72,500 στρεμμάτων, αποτυπούμενο με τα στοιχεία Π4-Π2-Π1-Π-Π4 στα ως άνω τοπογραφικά διαγράμματα, ευρισκόμενο βόρεια του παλαιού μονοπατιού (σήμερα αγροτικού δρόμου), καθώς δεν περιέχεται στα όρια της έκτασης που περιγράφεται στο προαναφερόμενο με αριθμό 52/1925 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Χ.
Β., και, επομένως, το εμβαδόν του διακεκριμένου βορειονοτιοδυτικού τμήματος της ευρύτερης έκτασης που περιήλθε σύμφωνα με το μνησθέν διανεμητήριο συμβόλαιο στους Α. Κ. του Δ., Α. Κ. του Δ., Π. Κ. του Δ., κατά τα 2/3 αδιαιρέτως και στον Α. Τ. του Γ. κατά το 1/3 αδιαιρέτως, ανέρχεται σε [2.789,28 - (225,372 + 279,905 + 72,500)=] 2.211,503 στρέμματα, αποτυπούμενα με τα στοιχεία Ν-ε'-δ-γ-β-α-ξ-ν-μ-λ-κ-τ-η-ζ-ε-ε'-Ξ-Λ-Κ-Μ-Π1-Α-Β-Γ-Δ-Π4-Π-Ε-Ρ-Ζ-Φ-Η-Θ-Υ-7-Ι-Χ-Τ-Ν στα ως άνω τοπογραφικά διαγράμματα.
Εξ αυτών η έκταση που αναλογεί στην περιουσία του Α. Κ. κατά το χρόνο επαγωγής της κληρονομίας στις ενάγουσες, ανέρχεται σε 214,90 στρέμματα περίπου και επομένως αντικείμενο της κρινόμενης υπόθεσης είναι το ποσοστό 214,90/2.211,503 εξ αδιαιρέτου της προδιαληφθείσας εδαφικής έκτασης, εμβαδού 2.211,503 στρεμμάτων, όπως αναπτύχθηκε ανωτέρω.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η παραπάνω εδαφική έκταση των 6.660 περίπου στρεμμάτων αποτελούσε και αυτή τμήμα μείζονος εδαφικής εκτάσεως, εμβαδού 30.000 περίπου στρεμμάτων που προερχόταν από τη συνένωση δύο αυτοτελών κτημάτων, ήτοι του κτήματος "ΚΑΤΩ ΣΟΥΛΙ" και του κτήματος "ΛΟΙΜΙΚΟ". Στην ανωτέρω ευρύτερη έκταση ο Ε.
Μ. δυνάμει του με αριθμό ....1911 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Κ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα, όπως αναφέρεται στο ως άνω με αριθμό ....1925 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Β., είχε αποκτήσει αποκλειστικό δικαίωμα κυριότητας κατόπιν αγοράς από τους Ο.
χα Δ. Σ., Α. Σ. του Δ., Ε. Σ. του Δ., Γ. Σ. του Δ., Ν. Σ. του Δ., Σ. Σ. του Δ., Ε. σύζυγο Κ. Μ. και Α. σύζυγο Ι. Δ., στους οποίους η έκταση αυτή είχε περιέλθει α) κατά ποσοστό 1/64 στην πρώτη (σύζυγο) και 9/64 σε έκαστο εκ των υπολοίπων σύμφωνα με τους κανόνες της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής μετά το θάνατο του Δ. Σ., συζύγου (της πρώτης) και πατέρα (εκάστου εκ των υπολοίπων) τους, ο οποίος απεβίωσε το έτος 1904, αδιάθετος, και μετά το θάνατο της Ε.
Σ., θυγατέρας (της πρώτης) και αδελφής (εκάστου εκ των υπολοίπων) τους, η οποία αποβίωσε το έτος 1909, αδιάθετη, έχουσα καταστεί προηγουμένως σύμφωνα με τους ίδιους κανόνες κληρονόμος κατά τα 8/64 επί της καταληφθείσας περιουσίας του πατρός της. Στο Δ. Σ. η ίδια έκταση είχε περιέλθει σύμφωνα με τους κανόνες της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής μετά το θάνατο του Α.
Σ., αδελφού του, ο οποίος απεβίωσε το έτος 1901, αδιάθετος, έχοντας αποκτήσει τα ως άνω συνενωθέντα δύο κτήματα ως εξής: Το μεν κτήμα ΚΑΤΩ ΣΟΥΛΙ, α) σύμφωνα με τους κανόνες της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής μετά το θάνατο της Ε. Σ., μητέρας του, και της Ε. Σ., αδελφής του, οι οποίες απεβίωσαν στις 05.01.1883 και στις 09.01.1887 αντίστοιχα, αδιάθετες, β) με βάση τους κανόνες της εκ διαθήκης κληρονομικής διαδοχής, δυνάμει της από 06.05.1887 κηρυχθείσας κυρίας και δημοσιευθείσας στο Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη συνεδρίαση της 19.05.1887 ιδιόγραφης διαθήκης του Σ.
Σ., πατέρα του, ο οποίος απεβίωσε κατά την ίδια με τη σύνταξη χρονολογία και γ) δυνάμει του με αριθμό ....1887 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Α., που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα (τ. 15, α/α 64), με το οποίο ο Δ. Σ., αδελφός του παραχώρησε σε αυτόν, λόγω ανταλλαγής το μερίδιό του επί των καταληφθεισών κληρονομιαίων περιουσιών της Ε.
Σ., Ε. Σ. και Σ. Σ., το δε κτήμα ΛΟΙΜΙΚΟ δυνάμει του με αριθμό ....1891 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Κολιοντζή, που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα (τ. 19, α/α 77), με το οποίο έλαβε χώρα ανταλλαγή μεταξύ αυτού και της Μονής Καλολειβαδίου εκπροσωπηθείσας από τη Μονή Πεντέλης.
Τέλος, το κτήμα ΚΑΤΩ ΣΟΥΛΙ είχε προηγουμένως περιέλθει στην Ε. Σ., μετέπειτα κληρονομηθείσα από τους πιο πάνω σύζυγο και τέκνα της, λόγω προίκας, που δυνάμει του με αριθμό ....1836 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Π. ο πρίγκιπας Α. Κ., πατέρας της, συνέστησε υπέρ του Σ. Σ., συζύγου της, και στον πρίγκιπα Α.
Κ. είχε περιέλθει λόγω πωλήσεώς του προς αυτόν από τον Ομέρ Πασά δυνάμει του από του έτους 1832 χοτζετίου (με αριθμό 1606 από τρίτης της Σελήνης Ρεμεζάνι του 1250 έτους της Εγίρας) και της με αριθμό 19/17.11.1835 απόφασης της επί των οθωμανικών υποθέσεων επιτροπής με την οποία αναγνωρίστηκε η κυριότητα αυτού επί του εν λόγω κτήματος καθώς και επί δύο άλλων κτημάτων.
Μέσα στα όρια του μείζονος ακινήτου των 30.000 στρεμμάτων, που προαναφέρθηκε, περιλαμβάνεται το επίδικο ποσοστό των 214,90/2.211,503 εξ αδιαιρέτου της εδαφικής εκτάσεως των 211,503 στεμμάτων, περιελθόν στις αρχικώς ενάγουσες κατά το λόγο της κληρονομικής μερίδας εκάστης εξ αυτών, η οποία αναλύθηκε ανωτέρω, το γεγονός δε αυτό επιβεβαιώνεται ρητά και κατηγορηματικά στην προδιαληφθείσα δικαστική πραγματογνωμοσύνη, στην οποία διαπιστώνεται [κατόπιν διενέργειας επιτόπιας εφαρμογής όλων των ως άνω διαδοχικών τίτλων ιδιοκτησίας και συσχετισμού και αξιολόγησης κρίσιμων εγγράφων (γερμανικού χάρτη των ετών 1878-1885, εγγράφων δασαρχείου, αποφάσεων του Υπουργείου Γεωργίας και τοπογραφικών διαγραμμάτων έτους 1932 του εν λόγω Υπουργείου, της από Μαΐου 1981 έκθεσης του δασολόγου Ε.
Φ. συνοδευόμενης από αντίστοιχα διαγράμματα, αεροφωτογραφιών των ετών 1938, 1967, 1973 και 2001)], ότι η ιδιοκτησία που περιγράφεται στον τίτλο των αρχικών εναγουσών (νομίμως μεταγεγραμμένη συμβολαιογραφικώς καταρτισθείσα δήλωση αποδοχής κληρονομίας), όμως κατά το ορθό ποσοστό εξ αδιαιρέτου, ήτοι κατά ποσοστό 214,90/2.211,503 επί εκτάσεως 2.211,503 στρεμμάτων, εμπίπτει εν όλω στα όρια των εδαφικών εκτάσεων, που περιγράφονται στους μνησθέντες τίτλους κτήσεως με απώτερο το χοτζέτιο του 1832 και νεώτερο την εν λόγω συμβολαιογραφική αποδοχή.
Επομένως, όσα ισχυρίζεται το εναγόμενο πρωτοδίκως και επαναφέρει με τον τέταρτο λόγο έφεσης περί του ότι οι τίτλοι ιδιοκτησίας των εναγουσών εμπεριέχονται μόνο στο με αριθμό .../1925 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χ. Β., που ουδόλως σχετίζεται με την επίδικη υπόθεση, τυγχάνουν απορριπτέα ως αβάσιμα. Περαιτέρω, προέκυψε ότι το επίδικο ουδέποτε βρέθηκε στη νομή του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και από το έτος 1836 και εφεξής οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγουσών, στο πλαίσιο των ανωτέρω αλλεπάλληλων ειδικών (με αγοραπωλησίες, διανομές ή ανταλλαγές) και καθολικών (κληρονομικών, με την ανάμιξή τους με πρόθεση κληρονόμου στις καταληφθείσες μέχρι τις 22.02.1946 κληρονομίες) διαδοχών κατείχαν το επίδικο ως τμήμα μείζονος έκτασης κατά τα προδιαληφθέντα, συνεχώς και αδιαλείπτως με τη θέληση να το εξουσιάζουν ως κύριοι, μέχρι τις 22.02.1946 με την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν την κυριότητα άλλου, ήτοι με καλή πίστη, και από τις 23.02.1946 και έκτοτε, ανεξάρτητα από την καλή πίστη, ασκώντας σε αυτό τις διακατοχικές πράξεις που προσιδίαζαν στο χαρακτήρα και τη μορφολογία των εν λόγω επιμέρους τμημάτων του.
Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι το χρησιμοποιούσαν για τη βόσκηση των ποιμνίων τους, για τη ρητίνευση των κωνοφόρων δέντρων (πεύκων) και για τη λήψη καυσόξυλων, ξυλανθράκων και βαλάνων, το εκμίσθωναν σε τρίτους για ανάλογη χρήση και το επέβλεπαν με συχνές επισκέψεις στην περιοχή. Αφότου δε η περιέχουσα την επίδικη μείζων εδαφική έκταση περιήλθε στις ενάγουσες, το έτος 1983 (διότι με τη μεταγραφή της συμβολαιογραφικής δήλωσης αποδοχής κληρονομίας στις 24.12.2001 η κυριότητα των εναγουσών θεωρείται ότι περιήλθε σε αυτές, κατά τα 3/8 στην πρώτη, 3/8 στη δεύτερη και 2/8 στην τρίτη εξ αυτών, από το θάνατο του κληρονομούμενου συζύγου και πατρός τους, στις ....1983, άρθρο 1199 ΑΚ), και μέχρι την άσκηση της αγωγής, οι τελευταίες συνέχισαν να ασκούν υλικές διακατοχικές πράξεις διανοία κυρίου επ' αυτής, δηλαδή με τη βούληση να την έχουν ως αποκλειστικά δική τους καθ' όλες της τις χρησιμότητες, κατά τρόπο σταθερό και διαρκή, και θέτοντας αυτήν υπό την απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίασή τους, προβαίνοντας σε επίσκεψη και επίβλεψή της, και ως εκ τούτου οι ενάγουσες απέκτησαν επ' αυτής κυριότητα κατά το λόγο της κληρονομικής της μερίδα εκάστη, τόσο παραγώγως, διότι, όπως προέκυψε, σύμφωνα και με τα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη αναφερόμενα, οι απώτεροι δικαιοπάροχοί τους συμπλήρωσαν στο πρόσωπό τους τουλάχιστον τριακονταετή νομή μέχρι την 11.09.1915 καθιστάμενοι κύριοι αυτής με έκτακτη χρησικτησία, όσο και πρωτοτύπως, ήτοι με τακτική και σε κάθε περίπτωση με έκτακτη χρησικτησία, όπως την είχαν αποκτήσει διαδοχικώς και όλοι οι δικαιοπάροχοί τους, οι οποίοι νέμονταν μείζονα της επίδικης έκταση με διάνοια κυρίου και καλή πίστη έως τις 22.02.1946, και (με διάνοια κυρίου) και ανεξάρτητα από την καλή πίστη από τις 23.02.1946 και εντεύθεν, συνεχώς και αδιαλείπτως, από το έτος 1836 έως το έτος 1983, και ακολούθως οι ενάγουσες έως την άσκηση της αγωγής.
Επομένως, οι ενάγουσες είναι αποκλειστικές συγκύριες κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου η πρώτη, 3/8 εξ αδιαιρέτου η δεύτερη και 2/8 εξ αδιαιρέτου η τρίτη στα 214,80/2.211,503 ποσοστά εξ αδιαιρέτου της επίδικης εδαφικής εκτάσεως εμβαδού - κατά νεώτερη καταμέτρηση - 2.211,503 στρεμμάτων, ενώ σημειώνεται ότι η έλλειψη δικαιωμάτων του Δημοσίου έγινε δεκτή και για την όμορη έκταση των περίπου 3.330 στρεμμάτων που αναγνωρίστηκε αμετάκλητα με την Α.Π. 1175/2002 απόφαση ότι ανήκει στον Ο.Σ.Ε.Δ.Ε, αλλά και για τα επιμέρους εδαφικά τμήματα, εμβαδού 225,372 και 279,905 στρεμμάτων, τα εμπεριεχόμενα στην ευρύτερη έκταση των αφορόντων την επίδικη ιδιοκτησία 2.789,28 στρεμμάτων, που με τις με αριθμό ....1980 και ....1989 αποφάσεις του Υπουργείου Γεωργίας, αντίστοιχα, αναγνωρίστηκε ότι ανήκουν στην κυριότητα των Οικοδομικών Συνεταιρισμών "Ο Α." και "Η ΑΝΔΡΟΣ", αντίστοιχα.
Τέλος, στην ίδια κρίση ήχθη και η 3444/2012 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, που αναγνωρίζοντας τελεσίδικα όλους τους ως άνω απώτερους τίτλους κτήσης διέγνωσε έναντι του εναγομένου την κυριότητα ιδιώτη σχετικά με αναφερόμενο σε αυτή ιδανικό μερίδιο επί εδαφικού τμήματος της ευρύτερης έκτασης "ΔΡΑΓΟΥΝΕΡΑ", εμβαδού 740 στρεμμάτων.
Ήδη, όπως προαναφέρθηκε ανωτέρω, από τις αρχικώς ενάγουσες απεβίωσε μετά την άσκηση της αγωγής (και της έφεσης), στις ....2007, η αρχικώς τρίτη ενάγουσα, Ε. χα Α. Κ., η οποία κληρονομήθηκε σύμφωνα με τους κανόνες της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής από τις πρώτη και δεύτερη εκ των αρχικώς εναγουσών, πρώτη και δεύτερη εκ των εδώ εφεσιβλήτων, αντίστοιχα, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου εκάστη.
Μάλιστα η εν λόγω κληρονόμοι της αρχικής διαδίκου έχοντας προβεί νομότυπα σε γνωστοποίηση του διακοπτικού της δίκης γεγονότος (θάνατος αρχικής ενάγουσας) και σε δήλωση επανάληψής της στο όνομά τους, καθόν τρόπο σημειώθηκε αναλυτικά σε προηγούμενο σημείο της παρούσας, συνεχίζουν τη διακοπείσα λόγω του θανάτου της αρχικής διαδίκου δίκη χωρίς να απαιτείται η συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής της επαχθείσας σε αυτές κληρονομίας και η μεταγραφή της, αφού δεν ασκούν αυτοτελές δικαίωμα, αλλά απλώς επαναλαμβάνουν τη δίκη που διακόπηκε και συνεχίζουν εκάστη με την ιδιότητα της κληρονόμου της θανούσας αρχικής διαδίκου ... .
Περαιτέρω, το εναγόμενο προέβαλε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένσταση ιδίας κυριότητας ισχυριζόμενο ότι η κυριότητα του εν λόγω επιδίκου ανήκει σ` αυτό α) ως κτήμα ανήκον στο Οθωμανικό Δημόσιο βάσει της Συνθήκης Κων/πόλεως, β) ως δάσος, με αποτέλεσμα, εφόσον δεν αναγνωρίσθηκε νόμιμα ότι ανήκε σε ιδιώτες σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο βασιλικό διάταγμα της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" διαδικασία δια της εμπρόθεσμης προσκομιδής οθωμανικών τίτλων ιδιοκτησίας στη Γραμματεία των Οικονομικών, να ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του εναγομένου, γ) ως λιβάδι ή βοσκότοπος σύμφωνα με το άρθρο 1 του Β.Δ.
της ....1833, με αποτέλεσμα, εφόσον δεν υπάρχει έγγραφο για την επικαρπία επ' αυτών εκδοθέν επί Τουρκοκρατίας, να περιέρχεται στην κυριότητα του εναγομένου δ) ως περιελθόν με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία από συστάσεως του Ελληνικού Κράτους και ε) ως αδέσποτο. Όμως ο υπό στοιχείο δ' ισχυρισμός δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό μέσο, αφού δεν αποδείχθηκαν οιεσδήποτε διακατοχικές πράξεις διανοία κυρίου ασκηθείσες από το εναγόμενο συνεχώς και αδιαλείπτως από την απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους, με τη σημείωση ότι για να αποδειχθεί η κυριότητα του Δημοσίου θα πρέπει ο τρόπος της απόκτησης αυτής από το τελευταίο να στηρίζεται στη θετική επίκληση και απόδειξη από αυτό των γεγονότων που την θεμελιώνουν, χωρίς να αρκεί η απλή αρνητική επίκληση της όποιας έλλειψης παρουσιάζουν οι τίτλοι που επικαλείται ο ιδιώτης για τη θεμελίωση της δικής του κυριότητας, διότι από την ύπαρξη μιας τέτοιας έλλειψης δεν τεκμαίρεται άνευ ετέρου η ύπαρξη κυριότητας του Δημοσίου ..., ενώ οι υπόλοιποι ισχυρισμοί τυγχάνουν αβάσιμοι, διότι ακόμη και αν υποτεθεί ότι το εναγόμενο απέκτησε την κυριότητα με κάποιον από τους στοιχειοθετούντες αυτούς (υπό στοιχεία α', β', γ', ε') τρόπους, εν συνεχεία την απώλεσε με έκτακτη χρησικτησία υπέρ των απωτέρων δικαιοπαρόχων των εναγουσών, που είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11.9.1915, και τούτο ανεξαρτήτως του ότι σε κάθε περίπτωση ι) είναι μη νόμιμος ο ισχυρισμός ότι το επίδικο περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, διότι μετά την υπογραφή των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου (1830) και της Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης (1832) υπεισήλθε στην κυριότητα των κτημάτων που ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο, τα οποία είτε καταλήφθηκαν, είτε δημεύθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου, είτε εγκαταλείφθηκαν από τους κυρίους τους, που αποχώρησαν, καθώς το επίδικο ευρισκόμενο στην Αττική δεν κατακτήθηκε με όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος την 31.03.1833 με βάση την από 27.06/09.07.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των ελληνικών και τουρκικών αρχών, ενώ εξάλλου κατά την διάρκεια της τρίτης τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (από 25.05.1827 έως 31.03.1833) και ειδικότερα κατά το έτος 1829 ο κυρίαρχος Σουλτάνος είχε εκδώσει θέσπισμα, με το οποίο παρεχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους (Οθωμανούς και Έλληνες) την κυριότητα των ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της Αττικής, σύμφωνα με όσα επισημάνθηκαν στη μείζονα σκέψη, και ως εκ τούτου το εναγόμενο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους και ιι) είναι πρόδηλα αόριστος ο ισχυρισμός ότι το επίδικο κατελήφθη υπό του εναγομένου ως αδέσποτο, επιχειρούμενος να θεμελιωθεί στις διατάξεις των άρθρων 16 β.δ.
της 21.05/10.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων" και των άρθρων 2 παρ. 1 του ν. 1539/1938 και 972 του Α.Κ., καθώς δεν αναφέρεται η βούληση εγκατάλειψης αυτού, υπό του κυρίου του, ούτε γίνεται σαφής επίκληση οποιουδήποτε άλλου περιστατικού θα επέτρεπε την κρίση ότι στην προκείμενη περίπτωση εφαρμόζονται οι ανωτέρω διατάξεις.
Τέλος, το ενάγον προέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε με τον πέμπτο, τρίτο και δεύτερο λόγο έφεσης, αντίστοιχα: ι) ότι με τους επικαλούμενους από τις ενάγουσες τίτλους κτήσης των δικαιοπαρόχων τους έλαβε χώρα κατάτμηση της δασικής έκτασης με δικαιοπραξία και χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργού Γεωργίας και ως εκ τούτου είναι άκυροι, μη προσδόσαντες κυριότητα, ιι) ότι οι πράξεις νομείς των δικαιοπαρόχων των εναγουσών συνιστάμενες στην εκμετάλλευση δάσους σύμφωνα με τον προορισμό του για τις οποίες δεν δόθηκε προηγουμένως άδεια της δασικής αρχής καθώς και σε βοσκή είναι άκυρες και ιιι) ότι το ίδιο θεωρείται νομέας έστω και αν δεν βρέθηκε στη νομή του επιδίκου.
Όμως οι ανωτέρω αιτιάσεις τυγχάνουν απορριπτέες ως αβάσιμες καθώς α) η κτήση των εμπραγμάτων δικαιωμάτων των δικαιοπαρόχων των εναγουσών θεμελιώνεται στην έκτακτη χρησικτησία, δυνάμει της οποίας επιτρέπεται η κατάτμηση ιδιωτικής δασικής έκτασης ... , β) εφόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν έχει συμπληρωθεί μέχρι τις 11.09.1915 ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν καμιά έννομη επιρροή σε σχέση με την κυριότητα που αποκτήθηκε με αυτή οι διατάξεις του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τις διατάξεις των άρθρων 37 του α.ν. 1539/1938 και 16 του α.ν. 192/1946, επαναλήφθηκαν δε σε εκείνη του άρθρου 58 του ν.δ. 86/1969 "περί δασικού κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι νομέας σε δημόσια κτήματα θεωρείται το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε σ' αυτά καμία πράξη νομής και ότι μόνον η βοσκή επί δημόσιων δασών, μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων, λιβαδιών και χορτολιβαδικών εδαφών δεν θεωρείται ποτέ ως πράξη νομής ή οιονεί νομής και ότι η νομή από τρίτους στα ακίνητα αυτά θεωρείται ότι ασκείται μόνο με την υλοτομία ή την εκμετάλλευση αυτών ως ιδιωτικών εκτάσεων με βάση άδεια της δασικής αρχής ... .".
Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζομένη στον νόμο την αγωγή.
Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ.
Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 216 §1 του Κ.Πολ.Δ., για να είναι ορισμένη η αγωγή, πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων αναγκαίων στοιχείων, και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά του. Προκειμένου για αγωγή αναγνωριστική ή διεκδικητική της κυριότητας ακινήτου απαιτείται για το ορισμένο αυτής, από απόψεως ακριβούς περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς, ο καθορισμός κατά τρόπο λεπτομερή και σαφή της θέσεως, στην οποία κείται το ακίνητο και οπωσδήποτε των ορίων του και της εκτάσεώς του, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητάς του. Τέτοια δε περιγραφή του ακινήτου μπορεί να γίνεται και με αποτύπωσή του σε τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα που ενσωματώνεται στην αγωγή. Όμως δεν προσαπαιτείται για το ορισμένο της ως άνω αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο, οι πλευρικές διαστάσεις του επίδικου ακινήτου, ο καθ' όρια προσανατολισμός αυτού, ούτε να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες των ομόρων ακινήτων.
Εξάλλου, στην περίπτωση διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής που αφορά ποσοστό συγκυριότητας επί ακινήτου, η αγωγή είναι ορισμένη και πλήρης και δεν γεννάται καμιά αμφιβολία περί της ταυτότητας αυτού, εάν αναφέρονται με σαφήνεια το ποσοστό συγκυριότητας του αναιρεσείοντος εξ αδιαιρέτου επί του όλου - μεγαλυτέρου - ακινήτου, η θέση του τελευταίου, το εμβαδόν του και τα όριά του, αφού δεν νοείται περιγραφή καθ' όρια και συγκεκριμένη θέση εξ αδιαιρέτου μεριδίου συγκυριότητας μεγαλυτέρου ακινήτου, δηλαδή ιδανικού (νοητού) μεριδίου όχι σωματικά διακριτού (Α.Π. 1560/2010).
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμελείας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παρά τον νόμο, δεν κήρυξε ακυρότητα και συγκεκριμένα, παρά την ύπαρξη σχετικού παραπόνου του στο εφετήριο, δεν απέρριψε την από 29.07.2002 αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως αόριστη και τούτο διότι, καίτοι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα μεγαλυτέρων ακινήτων, στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιγράφονται τα όρια των μεγαλυτέρων αυτών ακινήτων.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, που ευρίσκει νομικό έρεισμα στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (ποσοτική αοριστία) και όχι στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 14 του αυτού άρθρου, είναι αβάσιμος και τούτο διότι δεν νοείται περιγραφή καθ' όρια και συγκεκριμένη θέση εξ αδιαιρέτου μεριδίου συγκυριότητας μεγαλυτέρου ακινήτου, δηλαδή ιδανικού (νοητού) μεριδίου όχι σωματικά διακριτού.
Επειδή ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Α.Π.374/2012, Α.Π. 222/2008, Α.Π. 70/2008, Α.Π. 774/1996) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νομίμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 42/2002, Α.Π. 1874/2008, Α.Π. 105/2005) εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο), κατά τις παραπάνω διακρίσεις.
Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (Α.Π. 374/2012, Α.Π. 1134/1993). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 798/2010, Α.Π. 22/2005).
Για την πληρότητα όμως του ιδίου λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο, και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσκομιδή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 374/2012, Α.Π. 567/1996, Α.Π. 1535/1995).
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται από το αναιρεσείον στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμελείας συνισταμένης στο ότι αυτό (δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του την υπ' αριθμ.
πρωτ. ....2006 τεχνική έκθεση του δασολόγου του Δασαρχείου Καπανδριτίου, Α. Ρ., την οποία τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ' έφεσιν προσκόμισε με νόμιμη επίκληση αυτό (αναιρεσείον) από την οποία προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στο υπ' αριθμ. .../1925 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χ. Β., όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσίβλητες, αλλ'ούτε και στα προγενέστερα αυτού συμβόλαια.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και τούτο διότι από τη διαβεβαίωση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ότι έλαβε υπόψη του όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία προσκομίσθηκαν ενώπιόν του με νόμιμη επίκληση, είτε για να χρησιμοποιηθούν ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, είτε γίνεται σ' αυτά ονομαστική αναφορά είτε όχι, αλλά και από το όλο πνεύμα της αποφάσεως συνάγεται το συμπέρασμα ότι το ως άνω έγγραφο ελήφθη υπόψη από το εκδώσαν την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστήριο.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11β' του Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από τον συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237§1β', 524§1, 591§1β', δ', 346, 453§1 και 671§1 εδάφ.
τελευταίο του Κ.Πολ.Δ., ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Ο λόγος όμως αυτός δεν ιδρύεται όταν το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη, παρόλο ότι δεν έγινε νόμιμη επίκλησή του, αναφέρεται σε άλλο αποδεικτικό μέσο του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή (Α.Π. 394/2012).
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται από το αναιρεσείον στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμελείας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το υπ' αριθμ. ....1911 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.
Κ., τα πρακτικά της 19.05.1887 του Πρωτοδικείου Αθηνών περί κηρύξεως κυρίας της ιδιόγραφης διαθήκης του Σ. Σ., το υπ' αριθμ. ....1887 συμβόλαιο ανταλλαγής του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Α., το υπ' αριθμ. ....1891 συμβόλαιο ανταλλαγής του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Κ., το υπ' αριθμ. ....1836 προικοσυμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.
Π., το από έτους 1832 χοτζέτιο και την υπ' αριθμ. 19/17.11.1835 απόφαση της επί των Οθωμανικών υποθέσεων επιτροπής, καίτοι τα έγγραφα αυτά δεν είχαν προσκομισθεί με νόμιμη επίκληση. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και τούτο διότι τα ανωτέρω έγγραφα δεν προσκομίσθηκαν μεν από τις αναιρεσίβλητες ήσαν όμως αναφερόμενα έγγραφα στην από Φεβρουαρίου 2005 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Σ.
Μ., αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ε.Μ.Π., η οποία (τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης) είχε προσκομισθεί με νόμιμη επίκληση τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ'έφεσιν. Επειδή, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 26/2004, Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 2267/2013).
Δηλαδή ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διάδικων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται, ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και, γενικώς, στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακολούθως, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικώς με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 1266/2011).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντιφάσεως των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει ή πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κτλ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα.
Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (Α.Π. 1230/2014, Α.Π. 402/2014, Α.Π. 1586/2008).
Εξάλλου, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναιρέσεως πλήττεται η μια μόνον από αυτές, οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους αναιρέσεως πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 713/2020). Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμέλειας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με τον τρόπο κτήσεως του όλου αρχικού ακινήτου από το οποίο προέρχεται το επίδικο εκ μέρους των απωτάτων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων και συγκεκριμένα δεν παρέθεσε στοιχεία εξ ων να προκύπτει η καλή πίστη αυτών κατά την κτήση της νομής του ακινήτου, ούτε παραθέτει πράξεις νομής επ' αυτού κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1836 έως και τις 11.09.1915.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, δέχθηκε ότι οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων απέκτησαν το όλο αρχικό ακίνητο με τρόπο παράγωγο επιπλέον δε για να ενισχύσει την κρίση του αυτή δέχθηκε ότι συνέτρεξαν και οι προϋποθέσεις της κτήσεως της κυριότητας του ακινήτου και με τρόπο πρωτότυπο.
Συνεπώς, ακόμη και εάν είναι βάσιμες οι αιτιάσεις που συνιστούν τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, είναι αφ' εαυτών ανίκανες να οδηγήσουν σε αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1α του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 422/2021, Α.Π. 1420/2013, Α.Π. 1584/2011).
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμελείας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προβλέψεις της Συνθήκης του Λονδίνου της 21.01/03.02.1830, των ερμηνευτικών πρωτοκόλλων της 04.06/16.06.1830 και της 19.06/01.07.1830, της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως της 27.06/09.07.1832 και του ν.
της 21.06/10.07.1837 καθώς και ότι, εάν ορθώς ερμήνευε και εφήρμοζε τις ως άνω προβλέψεις θα δεχόταν τον απαντητικό στην αγωγή ισχυρισμό αυτού (αναιρεσείοντος) ότι το όλο αρχικό ακίνητο, εξ ου προήλθε το επίδικο, περιήλθε στην κυριότητά του λόγω διαδοχής εκ μέρους του Οθωμανικού Δημοσίου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος επειδή στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Συγκεκριμένα, στηρίζεται στην προϋπόθεση ότι το όλο αρχικό ακίνητο, εξ ου προήλθε το επίδικο, ανήκε στην κυριότητα του Οθωμανικού Δημοσίου, ενώ μια τέτοια προϋπόθεση δεν αληθεύει, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων, το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτών (αναιρεσιβλήτων), τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ., 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ.
Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.04.2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά των Κ. συζύγου Π. Γ., το γένος Α. Κ. και Δ. συζύγου Δ. Β., το γένος Α. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7059/21.12.2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου