Legislator Case Law & Legislation
1268/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on indirect violation of Art. 281 AC due to vague grounds and failure to prove bad faith.

Case Number 1268/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's decision rejecting a claim based on unfair contract terms. The appellant argued the lower court violated Article 281 of the Civil Code by failing to recognize the abuse of rights, but the Supreme Court found the appeal grounds vague and insufficient. The court held that the appellant did not demonstrate how the opposing party's conduct caused specific harm or violated good faith principles, thus upholding the lower court's rejection.

Legislator headnote

AI generated

Articles 140 and 141 of the Civil Code; Article 281 of the Civil Code: A claim based on the abuse of rights must be substantiated with specific facts demonstrating the violation of good faith and the resulting harm to the aggrieved party; vague allegations without concrete consequences fail to establish a violation of Article 281.

Keywords

AI generated
abuse of rights good faith principles unfair contract terms indirect violation bad faith conduct Civil Code Article 281 appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 1, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 140 and 141 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1268 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1268/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Π. του Γ., κατοίκου ….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεανώ Νασιοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: ... με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσίβλητης ... με την επωνυμία "…….." (πρώην ".... ... ..."), η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Χατζηχηδίρογλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/10/2014 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 158/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 202/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/2/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 12-2-2019 (54/4/14-2-2019) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 202/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Κατά τα άρθρα 140 και 141 του Α.Κ., αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούλησή του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση, όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για όλη τη δικαιοπραξία, ώστε αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα την επιχειρούσε.

Η πλάνη αυτή δύναται να αφορά ακόμη και στο περιεχόμενο της δήλωσης, έστω και αν έχει σχέση με το δίκαιο, δηλαδή, με το είδος της δικαιοπραξίας ή τη νομική ενέργεια κάποιου όρου ή με τις έννομες συνέπειες της δηλώσεως. Επομένως, πλάνη είναι η εσφαλμένη γνώση της απαιτούμενης για τον προσδιορισμό της βουλήσεως του δηλούντος πραγματική κατάσταση, προς την πλάνη δε υπό την ανωτέρω έννοια εξομοιώνεται και η έλλειψη γνώσεως (άγνοια) της πραγματικής κατάστασης, όταν δεν είναι συνειδητή εκ μέρους του δηλούντος, όταν, δηλαδή, αυτός δεν είναι εν γνώσει της απαιτούμενης πραγματικής κατάστασης, διότι, αν έχει πλήρη επίγνωση της αγνοίας του, δεν πλανάται (Α.Π. 1655/2012).

Πλάνη υπάρχει και όταν ο δικαιοπρακτών εννοούσε τη δήλωσή του, με νόημα, όμως, διαφορετικό εκείνου, που, πράγματι, έχει από το νόμο ή αγνοούσε τις έννομες συνέπειες της δηλώσεώς του. Έτσι, αν κάποιος υπογράφει έγγραφο, νομίζοντας, εσφαλμένως, ότι περιλαμβάνει περιεχόμενο διαφορετικό, βρίσκεται σε πλάνη, η οποία είναι ουσιώδης, αν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε το πρόσωπο που πλανήθηκε δεν θα την επιχειρούσε αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση (Α.Π. 406/2019, Α.Π. 110/2019, Α.Π. 80/2007).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", όπως ο νόμος αυτός ισχύει, μετά την αντικατάστασή του με το ν. 3587/2007, οι όροι, που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών), δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, εάν, κατά την κατάρτιση της συμβάσεώς τους, τις αγνοούσε ανυπαιτίως, όπως, ιδίως, όταν ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξή τους ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους.

Επίσης, κατά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 2 του ιδίου νόμου, γενικοί όροι των συναλλαγών, οι οποίοι έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών σε βάρος του καταναλωτή, απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως, από την οποία εξαρτάται.

Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες, ως προς τον έλεγχο των όρων των συναλλαγών (….) αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 του Α.Κ., με τα αναφερόμενα σ' αυτές κριτήρια. Για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, κατά κύριο λόγο, το συμφέρον του καταναλωτή, με συνεκτίμηση όμως της φύσεως των αγαθών ή υπηρεσιών, που αφορά η σχετική σύμβαση καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στα πλαίσια επιτεύξεως σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών.

Ως μέτρο ελέγχου της διαταράξεως της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο, που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση. Τα συμφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων σε βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει έναν γενικό όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η διατάραξη δε αυτή πρέπει να είναι σημαντική ή ουσιώδης.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α` του ιδίου ως άνω ν. 2251/1994, ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα, για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους.

Καταναλωτής είναι επίσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του. Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερομένη διάταξη του ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση, όχι μόνο των ατομικών, αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (Α.Π. 1138/2020, Α.Π. 999/2019, Α.Π. 368/2019, ΑΠ 828/2018).

Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα, σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή, ύστερα από επεξεργασία, σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους.

Η ανωτέρω έννοια του καταναλωτή, κατά το ν. 2251/1994, αποσκοπεί στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σε αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών.

Στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης, δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις, που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των .... Δεδομένης όμως της διαρκούς επεκτάσεως των μαζικών συναλλαγών, με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους, πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές.

Και τούτο διότι, από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α` του ν. 2251/1994, δεν συνάγεται πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων, απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους.

Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβαση τους.

Έτσι, υπάγονται στην προστασία του νόμου αυτού, όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που, από τη φύση τους, απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών.

Επιπροσθέτως μέχρι την αντικατάσταση του ν. 2251/1994 με το ν. 3587/2007 δεν υπήρχε (στην ελληνική έννομη τάξη) ρύθμιση προστασίας ως καταναλωτή του εγγυητή γενικώς και ειδικότερα του εγγυητή επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου. Ωστόσο, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγυητικής συμβάσεως έναντι της κύριας οφειλής, κατ` άρθρο 847 του Α.Κ., γινόταν δεκτό ότι, όταν ο πρωτοφειλέτης - δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου έχει την ιδιότητα του καταναλωτή, ως τελικός αποδέκτης τούτου και τυγχάνει προστασίας του άνω νόμου, της ιδίας προστασίας πρέπει να τυγχάνει και ο εγγυητής αυτού, εφόσον η εγγύηση δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας του τελευταίου και τούτο διότι δεν δικαιολογείται δυσμενέστερη αντιμετώπιση του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη.

Ήδη, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. ββ του ιδίου ως άνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007, εντάσσεται ρητώς στο προστατευτικό πεδίο αυτού και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του (Ολ.

Α.Π. 13/2015, Α.Π. 1138/2020, Α.Π. 368/2019, Α.Π. 828/2018, Α.Π. 1463/2017). Αντίθετα, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, ο εγγυητής υπέρ δανειολήπτη επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου, ο οποίος ενεργεί στο πλαίσιο επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του, δεν εμπίπτει στο πεδίου προστασίας του άνω νόμου (Α.Π. 1226/2015).

Κατά την παρ. 2 του άρθρου 626 του Κ.Πολ.Δ., το δικόγραφο της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει α) όσα ορίζουν τα άρθρα 117 ή 118 και η παράγραφος 1 του άρθρου 119 του Κώδικα αυτού, β) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους, των οποίων ζητείται η καταβολή, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.

Από τις διατάξεις αυτές, που δεν περιλαμβάνουν παραπομπή στο άρθρο 216 παρ. 1 περ.α' του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 623 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαίτησης, για την οποία ζητείται η έκδοσή της, ούτως ώστε να πληρούται ο αντίστοιχος νόμιμος όρος, δεν απαιτείται να παρατίθεται το σύνολο των γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών, αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών, που να εξατομικεύουν την απαίτηση, καθόσον αφορά στο αντικείμενο, το είδος και τον τρόπο γέννησής της και που να δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης οφειλής εκείνου, κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος.

Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, με την οποία ζητείται το κατάλοιπο ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού μεταξύ της αιτούσας πιστώτριας τράπεζας και του καθ' ου η αίτηση πιστούχου αρκεί να αναφέρεται η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ότι το ποσό αυτό θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της αιτούσας, ότι ο λογαριασμός αυτός έκλεισε με ορισμένο κατάλοιπο υπέρ αυτής, το οποίο αποδεικνύεται από το πλήρες απόσπασμα των εμπορικών της βιβλίων και ότι το απόσπασμα αυτό, στο οποίο εμφαίνεται όλη η κίνηση του λογαριασμού από την υπογραφή της σύμβασης μέχρι το κλείσιμο τούτου (και το οποίο αποτελεί έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 623 του Κ.Πολ.Δ.) επισυνάπτεται στην αίτηση, οπότε και δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται σ' αυτήν και τα επιμέρους κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων και ειδικότερα να προσδιορίζεται το επιτόκιο που εφαρμόστηκε για τον υπολογισμό των τόκων, αφού τα κονδύλια αυτά περιλαμβάνονται στο επισυναπτόμενο απόσπασμα, από το οποίο, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, αποδεικνύεται η απαίτηση της αιτούσας τράπεζας (Α.Π. 387/2020, Α.Π. 999/2019, Α.Π. 368/2019, Α.Π. 872/2017, Α.Π. 330/2012, Α.Π. 1432/1998).

Η απαίτηση δε είναι εκκαθαρισμένη και όταν μπορεί να καθοριστεί, κατά ποσό, με απλό μαθηματικό υπολογισμό ή, σύμφωνα με τα περιλαμβανόμενα στον τίτλο στοιχεία, όπως είναι ο υπολογισμός των τόκων, των οποίων η έναρξη και το ποσοστό ορίζεται από τον τίτλο και από το νόμο (Α.Π. 1349/2013, Α.Π. 1094/2006). Εξάλλου, η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τελευταίας, είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση, διότι δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη και μπορεί να αποτελέσει ... (…..), κατά την έννοια του ν. 2251/1994, όπως ο νόμος αυτός ισχύει, δηλαδή, ότι έχει διατυπωθεί, εκ των προτέρων, από την πιστώτρια τράπεζα για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, αφού δεν επηρεάζει το βάρος αποδείξεως ούτε αποκλείει ή περιορίζει υπέρμετρα τη δυνατότητα του πιστούχου καταναλωτή να αμφισβητήσει τα επί μέρους κονδύλια του λογαριασμού, οπότε με την απόδειξη της ακρίβειας αυτών και του προκύπτοντος από τη σύγκριση αυτών καταλοίπου βαρύνεται η πιστώτρια (Α.Π. 370/2012, Α.Π. 35/2011, Α.Π0. 15/2007).

Με βάση τη συμφωνία αυτή, το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχουν θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, βάσει του οποίου μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής, εφόσον η ακρίβεια τούτου βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρα 449 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., 36 ν. 4194/2013, 14 ν. 1599/1986), δεν μπορεί δε να προσδώσει την αποδεικτική αυτή δύναμη η βεβαίωση της ακρίβειας του αντιγράφου από τον αρμόδιο υπάλληλο της πιστώτριας τράπεζας, εκτός εάν αφορά εκτύπωση αποσπάσματος των μηχανογραφικώς τηρούμενων εμπορικών βιβλίων, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, οπότε δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται για αντίγραφο (Α.Π. 387/2020, Α.Π. 999/2019, Α.Π. 84/2014, Α.Π. 35/2011, Α.Π. 27/2010).

Εάν, όμως, η ανωτέρω συμφωνία συνοδεύεται και από τον επιπρόσθετο όρο ότι ο πιστούχος δεν δικαιούται να αμφισβητήσει το περιεχόμενο του αποσπάσματος των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, το σκέλος αυτό της συμφωνίας είναι, σε κάθε περίπτωση, άκυρο. Αν μεν αποτέλεσε αντικείμενο ειδικής διαπραγμάτευσης των μερών είναι άκυρο, κατά το άρθρο 372 του Α.Κ., διότι ενέχει υπέρμετρη δέσμευση της βουλήσεως και, συνεπώς, προσκρούει στη δημόσια τάξη (Α.Π. 316/1990

), ενώ, αν είναι προδιατυπωμένος, ως γενικός όρος συναλλαγών, είναι άκυρος, ως καταχρηστικός, σύμφωνα με τα άρθρα 2 παρ. 6 και 7 παρ. 2 περ. κζ' του ν. 2251/1994, διότι περιορίζει υπέρμετρα τα αποδεικτικά μέσα του καταναλωτή πιστούχου.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 του Α.Κ., το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, εκτός των άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε από την άσκησή τους και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε, χωρίς, κατά νόμο, να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου, έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου για μακρό χρονικό διάστημα και, πάντως, μικρότερο από αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά, απαιτείται να συντρέχουν, επιπλέον, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από τη συμπεριφορά των μερών και ευρισκόμενες σε αιτιώδη συνάφεια μεταξύ τους, με βάση τις οποίες καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης, που έχει διαμορφωθεί, υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και έχει διατηρηθεί για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των διαγραφόμενων από την ανωτέρω διάταξη ορίων.

Δεν είναι, πάντως, απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 10/2012, Α.Π. 999/2019, Α.Π. 1248/2018, Α.Π. 909/2017). Περαιτέρω, μεταξύ των προϋποθέσεων για τη θεμελίωση της από την ανωτέρω διάταξη ένστασης είναι και η επίκληση της ύπαρξης υπαρκτού δικαιώματος, του οποίου και μόνον μπορεί να νοηθεί καταχρηστική άσκηση (Ολ.Α.Π. 17/1995, Α.Π. 914/1987).

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή, το δικαστήριο προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του (Ολ.Α.Π. 9/2001) είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005), ελέγχονται, δηλαδή, τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων.

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Περαιτέρω, τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι οι γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές και επιστημονικές γνώσεις του μέσης μόρφωσης ανθρώπου και προς τα οποία εξομοιώνονται οι κανόνες της τυπικής λογικής, δεν αποτελούν κανόνες δικαίου.

Γι' αυτό και η παράβασή τους, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Αν όμως χρησιμοποιηθούν για την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ιδίως για την εξειδίκευση αόριστης νομικής έννοιας) ή για την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων και παραβιαστούν, ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 10/2021, Α.Π. 1089/2020).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται α) ο κανόνας δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ο αριθμός του νόμου και το άρθρο του (Ολ.Α.Π. 32/1996), β) το συγκεκριμένο ερμηνευτικό και υπαγωγικό σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε, κατά την άποψη του ανακόπτοντος, το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π 20/2005), γ) η επίδραση του σφάλματος αυτού στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή στην έννομη συνέπεια, που, εσφαλμένα, διαγνώστηκε ή δεν διαγνώστηκε.

Αν η αγωγή, ανακοπή, ένσταση κ.λ.π. κρίθηκε κατ' ουσία πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας (πραγματικές παραδοχές), αφού, μόνο βάσει των παραδοχών αυτών, μπορεί να κριθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (Ολ.Α.Π. 20/2005).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης.

Ο λόγος δεν ιδρύεται, αν, εκτός των άλλων, το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε, έστω και εσφαλμένα, για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 12/1991, Α.Π. 989/2018), ακόμη και αν η απόρριψη έγινε σιωπηρά, με την παραδοχή των αντιθέτων (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π. 387/2020, Α.Π. 368/2019, Α.Π. 1030/2017). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ.

γ`του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, νοείται, όχι οποιαδήποτε αίτηση, υποβληθείσα από τους διαδίκους, κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνον εκείνη, που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης (Ολ.Α.Π. 25/2003), τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, των ενδίκων μέσων της έφεσης, της ανακοπής και τριτανακοπής, όχι, όμως, οι ενστάσεις (με εξαίρεση την ένσταση συμψηφισμού), αντενστάσεις, ή κάθε είδους αυτοτελείς ισχυρισμούς, όπως και οι λόγοι της έφεσης και, συνεπώς, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να τους λάβει υπόψη, δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, αλλά την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 455/2021, Α.Π. 277/2021, Α.Π. 11/2021, Α.Π. 869/2018, Α.Π. 1394/2017).

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων και όχι διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου.

Συνεπώς, όταν η διαδικαστική πράξη παρουσιάζει ελαττώματα, είτε κατά το πραγματικό, είτε κατά τις έννομες συνέπειες, είτε κατά τη λειτουργία της τελολογικής σχέσης του πραγματικού της με τα αντικειμενικώς επιδιωκόμενα έννομα ή πραγματικά αποτελέσματά της, πρόκειται για ανίσχυρη διαδικαστική πράξη. Οι διαβαθμίσεις δε του ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων διαμορφώνονται σε τέσσερις κατά βάση βαθμίδες. Στην πρώτη, κατά την οποία κρίνεται το υποστατό της διαδικαστικής πράξης, στη δεύτερη, κατά την οποία εξετάζεται το ενεργό αυτής, στην τρίτη, κατά την οποία κρίνεται το παραδεκτό και στην τέταρτη, κατά την οποία κρίνεται το βάσιμο της εν λόγω πράξης. Ειδικότερα, η κρίση για το παραδεκτό σημαίνει ότι η διαδικαστική πράξη παράγει διαδικαστικά αποτελέσματα και είναι προϋπόθεση για να κριθεί, στη συνέχεια, αυτή και ως προς τη βασιμότητά της (Α.Π. 236/2020, Α.Π. 95/2020).

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αποβλέπει στην εξασφάλιση της ομαλής εξέλιξης της διαδικασίας, ώστε να καθίσταται εφικτή η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των διαδίκων και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Ως εκ τούτου, ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 1493/2011, Α.Π. 1383/2000).

Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες ή πληττόμενες ανεπιτυχώς αιτιολογίες (Ολ.

Α.Π. 25/2003, Α.Π. 477/2021, Α.Π. 648/2019, Α.Π. 138/2019, Α.Π. 383/2017). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το από 23-9-1986 ιδιωτικό συμφωνητικό υπό τον τίτλο 'Καταστατικό Ομορρύθμου Εταιρείας'... μεταξύ των (ι) Θεοδώρας συζ. Βασ. Καδδίτη, (ιι) Ε.

Π. του Γ., (ιιι) Φωτεινής συζ. Ευαγγέλου Τούρτα, (ιν) Γεωργίου Θανόπουλου του Νικολάου, (ν) Συμεών Γαστεράτου του Αθανασίου και (νι) Ιωάννη Μπιάμη του Αντωνίου συστήθηκε ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία 'ΘΕΟΔΩΡΑ ΚΑΔΔΙΤΗ-ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.', αόριστης διάρκειας, με έδρα τη Χαλκίδα... και σκοπό τη δημιουργία γραφείου τελετών.

Το κεφάλαιο δε της εταιρείας ορίστηκε στο συνολικό χρηματικό ποσό των εξακοσίων χιλιάδων (600.000) δραχμών, από το οποίο κάθε εταίρος κατέβαλε το χρηματικό ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) δραχμών. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι διαχειρίστρια, ταμίας και νόμιμη εκπρόσωπος της ως άνω εταιρείας θα είναι η Θεοδώρα συζ.

Βασ. Καδδίτη και αγορανομικά υπεύθυνος ο τρίτος (3ος) εκκαλών Ευάγγελος Παναγιώτου. Το καταστατικό αυτό υπέστη επανειλημμένες τροποποιήσεις... Δυνάμει του από 20-9-2011 συμφωνητικού,... αποχώρησε το μέλος της ομόρρυθμης εταιρείας Ευάγγελος Παναγιώτου του Γεωργίου, μεταβίβασε δε την εταιρική του μερίδα, ποσοστού 20% κατ' ισομοιρία στους υπόλοιπους εταίρους, με αποτέλεσμα η μερίδα εκάστου εταίρου να ανέρχεται πλέον σε ποσοστό 25%...

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μεταξύ αφ' ενός της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε.", στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υποκαταστάθηκε, την 4-10-1999, ως καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση η εφεσίβλητη Τράπεζα και αφ' ετέρου της εδρεύουσας στη Χαλκίδα Ευβοίας ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία 'ΘΕΟΔΩΡΑ ΚΑΔΔΙΤΗ -ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Ο.Ε.', νόμιμα εκπροσωπούμενης από τον...

Ευάγγελο Παναγιώτου του Γεωργίου... συνήφθη η υπ' αριθμ. 1427/9-1-1996 "Σύμβασις Πιστώσεως δι' Ανοιχτού Λογαριασμού". Επίσης, συμβλήθηκαν ως εγγυητές οι Θεοδώρα συζ. Βασιλείου Καδδίτου, το γένος Δημητρίου Ρουμελιώτη, Ευάγγελος Παναγιώτου του Γεωργίου, Συμεών Γαστεράτος του Αθανασίου, Ιωάννη-Φανούριος Μπιάμης του Αντωνίου και Θωμάς Κουράκος του Ιωάννη, αποκαλουμένων στην εν λόγω σύμβαση 'Ο Εγγυητής'.

Με την εν λόγω σύμβαση συνομολογήθηκαν μεταξύ της τράπεζας, της πιστούχου εταιρείας των εγγυητών τα εξής: '1. Η Τράπεζα παρέχει εις τον Πιστούχο επί τόκω και προμηθεία πίστωσιν δι' ανοιχτού λογαριασμού μέχρι του ποσού των δεκαοκτώ εκατομμυρίων (18.000.000) δραχμών... Ο Πιστούχος, επιφυλασσομένων των κατωτέρω υπό 7 οριζομένων υποχρεούται όπως καταθέτη εις πίστωσιν του ή λογαριασμών της πιστώσεως τα αναλαμβανόμενα εκ της πιστώσεως ποσά κατά των υπό της Τραπέζης τασσομένας προθεσμίας, εντός των πλαισίων των γενικών ή ειδικών αποφάσεων της Νομισματικής Επιτροπής ή παντός άλλου αρμοδίου οργάνου, β) Εις περίπτωσιν μη εμπροθέσμου τοιαύτης καταθέσεως ο Πιστούχος καθίσταται υπερήμερος και η Τράπεζα δικαιούται, άνευ ειδοποιήσεως τινός του Πιστούχου, είτε να μεταφέρη το μη κατά τα άνω κατατεθέν ποσόν εις χωριστόν απλούν λογαριασμόν, οπότε οφείλεται επί του ούτω μεταφερομένου ποσού ο εκάστοτε τραπεζικός τόκος υπερημερίας, είτε να περιορίζη την πίστωσιν και κλείη οριστικώς τον ανοικτόν λογαριασμόν κατά τμήμα ίσον προς μη κατατεθέν ποσόν υπό τα κατωτέρω υπό 8 συνεπείας... 8.

Εις περίπτωσιν οριστικού κλεισίματος της πιστώσεως, το κατάλοιπον τούτης καθίσταται πάραυτα απαιτητόν και ο Πιστούχος περιέρχεται αυτοδικαίως και άνευ ειδοποιήσεως τινός εις υπερημερίαν, οφείλων επί του καταλοίπου τον εκάστοτε τραπεζικόν τόκον υπερημερίας... 14. Πλείονες πιστούχοι ευθύνονται έναντι της Τραπέζης εις ολόκληρον έκαστος... 15.

Ο εγγυητής εγγυάται ανεπιφυλάκτως προς την Τράπεζαν την εμπρόθεσμον και ολοκληρωτικήν εξόφλησιν παντός καταλοίπου της δια της παρούσης συμβάσεως συνομολογουμένης πιστώσεως πλέον τόκων, προμηθειών και των υπό 12 επιβαρύνσεων και εξόδων και εν γένει την παρά του Πιστούχου (πρωτοφειλέτου) εκπλήρωσιν απασών των δια ταύτης αναλαμβανομένων υποχρεώσεων, ενεχόμενος εις ολόκληρον μετ' αυτού και ως αυτοφειλέτης.

Ο Εγγυητής ευθύνεται ανεξαρτήτως του νομοτύπου της υπό του Πιστούχου αναληφθείσης υποχρεώσεως, ιδία δε ανεξαρτήτως ελαττωμάτων περί της εκπροσώπησιν αυτού... Πάσα οιαδήποτε και εν τω μέλλοντι γενησομένη υπό του Πιστούχου αναγνώρισις της οφειλής αυτού υποχρεοί και τον Εγγυητήν. Ο Εγγυητής αποδέχεται από τούδε την μεταβολήν οιουδήποτε όρου της παρούσης συμβάσεως, ως επίσης και τον δια συμβάσεως μεταξύ Τραπέζης και Πιστούχου περιορισμόν κατά πάντα χρόνον του ποσού της πιστώσεως...'.

Παράλληλα, προς εξασφάλιση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία 'ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε.'... εγγράφηκε σε βάρος της αντισυμβαλλομένης πιστούχου ομόρρυθμης εταιρείας προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 18.000.000 δρχ. σε δύο ακίνητα, ιδιοκτησίας της... Την 4-1-1999 η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία 'ΤΡΑΠΕΖΑ EFG ...

A.E.' υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ... με την επωνυμία 'ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε.', ως καθολική διάδοχος αυτής, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση. Στη συνέχεια, μεταξύ της εφεσίβλητης τράπεζας και της... ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία 'ΘΕΟΔΩΡΑ ΚΑΔΔΙΤΗ-ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ & ΣΙΑ Ο.Ε.'... συνήφθη η από 18-5-2000 'Τροποποίηση Σύμβασης Πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό', με την οποία τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 2, 5, 8, 9, 13 εδ.

β' και 17 της αρχικής σύμβασης, ενώ 'όλοι οι λοιποί όροι της υπ' αριθμ. 1427/9.01.96 αρχικής σύμβασης και από 9.01.96 πρόσθετης πράξης (τροποποιητικής σύμβασης) αυτής και των λοιπών πρόσθετων και τροποποιητικών συμφώνων μεταξύ των συμβαλλομένων μερών παραμένουν άθικτοι και ισχυροί. Με τους όρους αυτούς η παρούσα τροποποιητική σύμβαση αποτελεί ενιαίο όλον...'.

Σημειώνεται ότι στη συγκεκριμένη σύμβαση συμβλήθηκαν 'εκ τρίτου' ως εγγυητές οι Θεοδώρα συζ. Βασιλείου Καδδίτου..., Ευάγγελος Παναγιώτου του Γεωργίου... Ακολούθως, με την από 13-10-2000 'Σύμβαση Αυξήσεως Πιστώσεως με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό', που συνήφθη μεταξύ της εφεσίβλητης και της ιδίας ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας, εκπροσωπούμενης από τους Ευάγγελο Παναγιώτου του Γεωργίου, Θεοδώρα συζ.

Βασιλείου Καδδίτου..., συμφωνήθηκε η αύξηση της χορηγούμενης πίστωσης κατά το χρηματικό ποσό των είκοσι ενός εκατομμυρίων (21.000.000) δραχμών, με πιστωτικό όριο αυτής να ανέρχεται πλέον στο ποσό των τριάντα εννέα εκατομμυρίων (39.000.000) δραχμών. Στη συγκεκριμένη σύμβαση συμβλήθηκαν εκ τρίτου ως εγγυητές οι Θεοδώρα συζ.

Βασιλείου Καδδίτου..., Ευάγγελος Παναγιώτου του Γεωργίου... Επίσης, με τη σύμβαση αυτή συνομολογήθηκαν (μεταξύ άλλων) τα εξής: '... ότι για την παρούσα αύξηση της άνω Πίστωσης θα ισχύουν όλοι οι όροι και οι λοιπές συμφωνίες των άνω συμβάσεων και των προσθέτων πράξεων αυτών... Ο Εγγυητής γνωρίζει πλήρως και αποδέχεται ανεπιφύλακτα όλα τ' ανωτέρω και εγγυάται ανεπιφύλακτα προς την Τράπεζα την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου της πιστώσεως, που συνομολογήθηκε με τις ως άνω και την παρούσα σύμβαση, καθώς και με τις πρόσθετες πράξεις τους πλέον τόκων, προμηθειών επιβαρύνσεων και εξόδων, που περιγράφονται στο άρθρο 14 της αρχικής σύμβασης και εν γένει την εκπλήρωση από τον Πιστούχο (πρωτοφειλέτη) όλων των υποχρεώσεων που αναλαμβάνονται με τις άνω και την παρούσα σύμβαση, ενέχεται δε εις ολόκληρον με αυτόν και σαν αυτοφειλέτης...

Κάθε και οποιαδήποτε ακόμα και στο μέλλον αναγνώριση της οφειλής του Πιστούχου υποχρεώνει και δεσμεύει και τον Εγγυητή. Ο Εγγυητής αποδέχεται από τώρα την μεταβολή οποιουδήποτε όρου της άνω και της παρούσας σύμβασης, καθώς επίσης και τον περιορισμό σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο του ποσού της Πίστωσης με σύμβαση μεταξύ Τράπεζας και Πιστούχου'.

Προς εξασφάλιση της εφεσίβλητης Τράπεζας εγγράφηκε σε βάρος της αντισυμβαλλομένης-πιστούχου ομορρύθμου εταιρείας ... νέα προσημείωση υποθήκης για το χρηματικό ποσό των είκοσι επτά εκατομμυρίων τριακοσίων χιλιάδων (27.300.000) δραχμών... Τέλος, μεταξύ της εφεσίβλητης Τράπεζας και της παραπάνω ομόρρυθμης εταιρείας....

συνήφθη το από 13-9-2011 'Ιδιωτικό Συμφωνητικό Ρύθμισης Οφειλής', στο οποίο συμβλήθηκαν οι Ευάγγελος Παναγιώτου του Γεωργίου... Με το εν λόγω συμφωνητικό οι συμβαλλόμενοι αφ' ενός δήλωσαν τα εξής... α) Η τράπεζα χορήγησε στον Πιστούχο πίστωση μέχρι του ποσού των ευρώ εκατόν δέκα τεσσάρων χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα τριών και σαράντα ενός λεπτού (€ 114.453,41), με την εγγύηση του Εγγυητή, δυνάμει της υπ' αριθμόν 1427 σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις τυχόν πρόσθετες επ' αυτής πράξεις και σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους που αναφέρονται σε αυτές...

β) η οφειλή του Πιστούχου στην Τράπεζα από τη Σύμβαση ανήλθε την 12/9/2011 στο ποσό των ευρώ ενενήντα έξι χιλιάδων διακοσίων ενενήντα επτά και έντεκα λεπτών (€ 96.397,11). Το ποσό αυτό αναγνωρίζουν και αποδέχονται όλοι οι εδώ συμβαλλόμενοι ως ακριβές, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι αναγνωρίζουν ως έγκυρες και ισχυρές όλες τις χρεωπιστώσεις, που έχει διενεργήσει η Τράπεζα στο δανειακό λογαριασμό...

Αφ' ετέρου οι ίδιοι ως άνω συμβαλλόμενοι συμφώνησαν (μεταξύ άλλων)... ότι '1. Η Τράπεζα δέχεται να διευκολύνει τον Πιστούχο και να προβεί την 16/12/11 (εφεξής 'Ημερομηνία Ρύθμισης') σε ρύθμιση της οφειλής του, ώστε η αποπληρωμή της υπό (β) ανωτέρω αναφερόμενης οφειλής πλέον των νομίμων τόκων και εξόδων μέχρι την Ημερομηνία Ρύθμισης...

να πραγματοποιηθεί με τις κάτωθι διακρίσεις: 1.1. Ποσοστό 75% της Συνολικής Οφειλής... Θα αποπληρωθεί με μεικτό σύστημα, ήτοι αρχικά τοκοπληρωμής και κατόπιν τοκοχρεωλυτικό... 1.2 Ποσοστό 25% της Συνολικής Οφειλής... θα αποπληρωθεί με μεικτό σύστημα, ήτοι αρχικά με περίοδο χάριτος κεφαλαίου και τόκων, κατόπιν τοκοπληρωμής και τέλος κεφαλαίου... 7.

Ο Πιστούχος δεν δύναται εφεξής να προβεί σε χρήση της πίστωσης. 8. Ο Εγγυητής δηλώνει ανεπιφύλακτα ότι συναινεί σε όλες τις δια του παρόντος τροποποιήσεις της Σύμβασης και ότι η εγγύηση, που έχει παράσχει στην Τράπεζα για την εκπλήρωση των έναντι αυτής υποχρεώσεων του Πιστούχου παραμένει αμετάβλητη και καλύπτει υπό τους όρους και όλες τις τροποποιήσεις αυτών υποχρεώσεις του Πιστούχου. 9.

Ο Πιστούχος και ο Εγγυητής σε κάθε περίπτωση συναινούν στη διατήρηση όλων των εμπραγμάτων ασφαλειών, που έχουν παρασχεθεί για την εξασφάλιση της απαίτησης της Τράπεζας από τη Σύμβαση... 10. Η μη πλήρης και εμπρόθεσμη τήρηση οποιουδήποτε όρου του παρόντος δίνει στην Τράπεζα το δικαίωμα να καταγγείλει άμεσα τη Σύμβαση και την παρούσα ρύθμιση και να επιδιώξει την είσπραξη των οφειλομένων σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης. 11.

Οι συμβαλλόμενοι ρητά συμφωνούν ότι οι τροποποιήσεις που επέρχονται με την παρούσα συνιστούν απλή αλλοίωση της ενοχής, χωρίς μεταβολή της ταυτότητάς της και ότι δεν αποσκοπούν στην απόσβεσή της και στην αντικατάστασή της με νέα... Επιπλέον, ο Ευάγγελος Παναγιώτου του Γεωργίου... υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη της εταιρείας (1986), από την οποία αποχώρησε το Σεπτέμβριο του 2011...

Κατά το χρόνο δε αυτό, ο ως άνω λογαριασμός εμφάνιζε κατάλοιπο χρηματικού ποσού 94.451,62 ευρώ, όπως άλλωστε συνομολογεί στο από 13.9.2011 'Ιδιωτικό Συμφωνητικό Ρύθμισης Οφειλής'... Επίσης, η ευθύνη των δεύτερης (2ης), τρίτου (3ου) και τέταρτης (4ης) των εκκαλούντων, ήτοι απεριόριστα, αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας για τα χρέη της τελευταίας και μάλιστα για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών από την ενδεχόμενη αποχώρηση καθενός από αυτούς, προβλέπεται από το Νόμο, δεν τελεί υπό αίρεση και δεν εξαρτάται από οποιαδήποτε συμφωνία απαλλαγής τους για περιορισμό ή αποκλεισμό της ευθύνης τους έναντι τρίτων και συγκεκριμένα των δανειστών του νομικού προσώπου της εταιρείας.

Επομένως, η εκ μέρους των προαναφερθέντων διαδίκων θέση της υπογραφής τους επί της αρχικής σύμβασης πίστωσης και των μεταγενέστερων τροποποιητικών αυτής πράξεων 'ως ομορρύθμων μελών της πιστούχου εταιρείας και προκειμένου να δεσμευθεί αυτή νόμιμα έναντι της εφεσίβλητης Τράπεζας' δεν ήταν αναγκαία ενόψει και του ότι η πιστούχος δεν στερείτο νόμιμης εκπροσώπησης, συμβλήθηκε δε σε καθεμία από τις παραπάνω περιπτώσεις με τους κάθε φορά προβλεπόμενους από το καταστατικό διαχειριστές.

Στόχος και επιδίωξη της αντισυμβαλλόμενης Τράπεζας ήταν να συμβληθεί καθένας από τους εκκαλούντες ατομικά ως εγγυητής, ανεξάρτητα από τη συνδρομή ή μη στο πρόσωπό του της ιδιότητας του ομόρρυθμου εταίρου, ώστε ακόμη και αν αποχωρήσει από την πιστούχο εταιρεία ή παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε (5) ετών, να μην τίθεται θέμα παραγραφής της όποιας αξίωσης της τράπεζας, να εξακολουθεί δε να ενέχεται ως εγγυητής, κατά τους ειδικότερους στην αρχική σύμβαση πίστωσης όρους και συγκεκριμένα "εις ολόκληρον...

και ως αυτοφειλέτης", "ανεξαρτήτως του νομοτύπου της υπό του Πιστούχου αναληφθείσης υποχρεώσεως, ιδία δε ανεξαρτήτως ελαττωμάτων περί την εκπροσώπησιν αυτού". Άλλωστε, η εγγύηση δόθηκε υπέρ "... παντός καταλοίπου της δια της παρούσης συμβάσεως συνομολογουμένης πιστώσεως πλέον τόκων, προμηθειών και των επιβαρύνσεων και εξόδων και εν γένει την παρά του Πιστούχου...

εκπλήρωσιν απασών των δια ταύτης αναλαμβανομένων υποχρεώσεων, ενεχόμενος εις ολόκληρον μετ' αυτού και ως αυτοφειλέτης...", με αποτέλεσμα οι ενδιάμεσες διακυμάνσεις του λογαριασμού από τότε, που δόθηκε η εγγύηση από τους εκκαλούντες μέχρι και το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, να ασκούν οποιαδήποτε έννομη επιρροή...

Επομένως, δεν προέκυψε ότι οι εκκαλούντες συμβλήθηκαν ως 'πλείονες πιστούχοι', όπως προβλέπεται στον υπ' αριθμ. 14 όρο της υπ' αριθμ. 1427/9-1-1996 αρχικής σύμβασης πίστωσης... Πέραν των παραπάνω, σε κάθε περίπτωση... τα ονόματα των εκκαλούντων αναγράφονται ξεχωριστά, σε διαφορετική (διακριτή) παράγραφο από εκείνης της πιστούχου ομόρρυθμης εταιρείας, όπου και γίνεται ρητή μνεία μόνης της ιδιότητάς τους ως εγγυητών, με την οποία και συμβάλλονται...

Επομένως, ο τρίτος (3ος) εκκαλών, όπως και οι υπόλοιποι συνεκκαλούντες, οι οποίοι δεν αμφισβήτησαν την ικανότητά τους να αντιλαμβάνονται πλήρως τόσο τη νομική σημασία καθώς και το νόημα, που έχει η λέξη "εγγυητής" ακόμη και στην καθομιλουμένη, όπως επίσης και τις έννομες συνέπειες των δικαιοπρακτικών τους ενεργειών, είχαν τη δυνατότητα ανάγνωσης και κατανόησης των παραπάνω ιδιωτικών συμφωνητικών, στα οποία ευδιάκριτα αναγραφόταν η ιδιότητά τους ως "ΕΓΓΥΗΤΕΣ", έχοντας μάλιστα την προς τούτο αναγκαία συναλλακτική εμπειρία, σε κάθε δε περίπτωση παρασχέθηκε σε αυτούς η δυνατότητα να παραστούν με νομικό παραστάτη, συναλλασσόμενοι δε να αντιληφθούν το περιεχόμενο των ιδιωτικών συμφωνητικών, στα οποία έθεσαν την υπογραφή τους.

Άλλωστε, η είσοδός τους στη συγκεκριμένη ομόρρυθμη εταιρεία, που είχε ως αντικείμενο τη διενέργεια πράξεων αντικειμενικά ή πρωτότυπα εμπορικών με συναλλακτική δραστηριότητα, αποκλείει το ενδεχόμενο να υπάρχει διάσταση μεταξύ της διατυπωθείσας κατά την υπογραφή είτε της αρχικής σύμβασης, είτε των τροποποιητικών αυτής πράξεων δηλώσεως του τρίτου (3ου) εκκαλούντος και των συνεκκαλούντων και της βουλήσεώς τους, συνεπεία εσφαλμένης γνώσεως του περιεχομένου τους...

Συνεπώς, προέκυψε η γνώση τόσο του εκκαλούντος όσον και των λοιπών, που συμβλήθηκαν στις συγκεκριμένες συμβάσεις, ότι ενεργούσαν δικαιοπρακτικά, εγγυώμενοι την προσήκουσα τήρηση των όρων πίστωσης από την πλευρά της πιστούχου Εταιρείας, γεγονός, στο οποίο απέβλεπε η... "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ", προς εξασφάλιση της απαίτησης με τη διεύρυνση του κύκλου των υποχρέων προς πληρωμή προσώπων...

Ο τρίτος (3ος) εκκαλών και οι λοιποί συνεκκαλούντες δεν επικαλούνται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ικανά και πρόσφορα να προσδώσουν καταχρηστική μορφή στην, όπως διαμορφώθηκε μετά την παραίτησή τους από τα ανωτέρω δικαιώματα, δέσμευσή τους από την εγγυητική σύμβαση..., σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.

Άλλωστε, η διάταξη του άρθρου 855 ΑΚ τυγχάνει ενδοτικού δικαίου... και συνεπώς ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί εκ των προτέρων του θεσπιζόμενου με αυτή ευεργετήματος (ένσταση διζήσεως), εκτός από την περίπτωση, κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή θα καταστεί αδύνατη από δόλο ή βαριά αμέλεια του τελευταίου, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 332 παρ.1 ΑΚ είναι άκυρη κάθε προηγούμενη συμφωνία που αποκλείει ή περιορίζει την ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια..., περίπτωση, που δεν επικαλούνται οι εκκαλούντες-ανακόπτοντες στην προκείμενη ένδικη υπόθεση.

Στην προκειμένη περίπτωση, ανάμεσα στην καθ' ης η ανακοπή και εφεσίβλητη τράπεζα και της πιστούχου-πρωτοφειλέτριας ομόρρυθμης εταιρείας... συνήφθη το από 13-9-2011 'Ιδιωτικό Συμφωνητικό Ρύθμισης Οφειλής', στο οποίο συμβλήθηκαν ως εγγυητές οι Ευάγγελος Παναγιώτου του Γεωργίου... Η οφειλή του Πιστούχου στην Τράπεζα από τη Σύμβαση ανήλθε στις 12/9/2011 στο ποσό των ευρώ ενενήντα έξι χιλιάδων τριακοσίων ενενήντα επτά και έντεκα λεπτών (€96.397,11).

Το ποσό αυτό αναγνωρίζουν και αποδέχονται όλοι οι εδώ συμβαλλόμενοι ως ακριβές, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι αναγνωρίζουν ως έγκυρες και ισχυρές όλες τις χρεωπιστώσεις, που έχει διενεργήσει η Τράπεζα στο δανειακό λογαριασμό... Ο όρος αυτός δεν κρίνεται καταχρηστικός και ως εκ τούτου άκυρος, καθώς οι ανακόπτοντες, μεταξύ των οποίων και ο τρίτος (3ος) εκκαλών δεν προβάλλουν με ορισμένο ειδικό τρόπο την παρεχόμενη από το άρθρο 862 ΑΚ ένσταση, επικαλούμενοι την αδυναμία ικανοποίησης της τράπεζας, οφειλόμενη είτε στο γεγονός ότι η πρωτοφειλέτρια ομόρρυθμη εταιρεία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης ή περιήλθε σε άλλα πραγματική ή νομική κατάσταση, που αποκλείει την εκπλήρωση της οφειλής της...

είτε ότι κατέστη εν γένει αναξιόχρεη συνεπεία εκούσιας ή αναγκαστικής εκποίησης των υποκειμένων σε αναγκαστική εκτέλεση περιουσιακών της στοιχείων... ή ότι η αδυναμία ικανοποίησης της τράπεζας συνδέεται αιτιωδώς με υπαίτια συμπεριφορά της ίδιας, που έλαβε χώρα μετά την κατάρτιση της σύμβασης εγγύησης ή τα περιουσιακά στοιχεία, που ανήκαν στην πρωτοφειλέτρια πιστούχο εταιρεία και δη κατά το χρόνο, που ήταν...

δυνατή η ικανοποίηση της τράπεζας ή ότι τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία ήταν τέτοιας αξίας, ώστε μπορούσε κατά τον ανωτέρω χρόνο να ικανοποιηθεί από αυτά η καθ' ης Τράπεζα ή η αιτία, για την οποία έγινε αναξιόχρεη η πρωτοφειλέτρια ομόρρυθμη εταιρεία ή τον ακριβή χρόνο, κατά τον οποίο επήλθε το γεγονός αυτό...

Ανεξαρτήτως δε του ότι τα ανωτέρω στοιχεία για το ορισμένο της ένστασης του άρθρου 862 ΑΚ, δεν εκτέθηκαν στην ασκηθείσα ανακοπή, δεν προέκυψε ότι στην υπό κρίση περίπτωση η καθ' ης τράπεζα δεν παραιτήθηκε από τις προσημειώσεις υποθήκης που είχε φροντίσει να εγγράψει σε ακίνητα της πιστούχου εταιρείας..., ενώ με τη σύναψη της από 13.9.2011 "Ιδιωτικού Συμφωνητικού Ρύθμισης Οφειλής" επιχείρησε να εισπράξει με διακανονισμό την οφειλή της πιστούχου, που στις 12.9.2011 είχε διαμορφωθεί στο χρηματικό ποσό των 96.393,11 ευρώ.

Οι τελευταίες δε καταβολές από την πλευρά της πρωτοφειλέτριας εταιρείας (ποσού 247,66 και 45,6 ευρώ) έλαβαν χώρα την 27-8-1012 και 20-9-2012, αντίστοιχα, στο πλαίσιο της συμφωνημένης ρύθμισης. Η καθ' ης προέβη στην καταγγελία της υπ' αριθμ. 1427/9-1-1996 σύμβαση πιστώσεως δι' ανοικτού λογαριασμού και των τροποποιητικών αυτής πράξεων καθώς και του από 13-9-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού ρύθμισης οφειλής, με την από 21-2-2014 εξώδικη επιστολή της, που επιδόθηκε τόσο στην πιστούχο πρωτοφειλέτρια όσον και στους εγγυητές...

Στη συνέχεια, επί της από 25-7-2014 αιτήσεως της εφεσίβλητης τράπεζας εκδόθηκε την 19-8-2014 η υπ' αριθμ. 512/2014 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία επιδικάστηκε στην καθ' ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητη τράπεζα το χρηματικό ποσό των 119.525,89 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Πρώτο απόγραφο εκτελεστό της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής με την από 4-9-2012 παρά πόδας τεθείσα επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκαν στην πιστούχο εταιρεία και στους τέσσερις πρώτους των ανακοπτόντων και ήδη εκκαλούντων, την 16-9-2014...

Ωστόσο... η διετής περίπου μη δικαστική επιδίωξη είσπραξης της ένδικης απαίτησης... δεν καταφάσκουν στην υπό κρίση υπόθεση τη συνδρομή βαριάς αμέλειας στο πρόσωπο των αρμοδίων οργάνων της τράπεζας και ως εκ τούτου αποκλείεται, η κατ' άρθρο 862 ΑΚ ελευθέρωση των ανακοπτόντων ως εγγυητών. Σε κάθε δε περίπτωση δεν τίθεται εν προκειμένω ζήτημα επελθούσας αδυναμίας της πρωτοφειλέτριας-πιστούχου και δη εντός της αναφερόμενης στην ανακοπή διετίας, καθόσον η εταιρεία ήδη κατά τον χρόνο κατάρτισης του από 13.9.2011 "Ιδιωτικού Συμφωνητικού Ρύθμισης Οφειλής" αντιμετώπιζε δυσχέρειες στην εξυπηρέτηση της χορηγηθείσας πίστωσης...

Δεν προέκυψε επίσης ότι η πιστούχος ομόρρυθμη εταιρεία προέβη στην εκποίηση περιουσιακών της στοιχείων σε οποιονδήποτε χρόνο, ή ότι κατά το προγενέστερο χρονικό διάστημα, δηλαδή, από το έτος 1996 (χρόνος σύναψης της αρχικής σύμβασης) μέχρι το έτος 2011 καταστεί υπερήμερη και αναξιόχρεη... Περαιτέρω, οι ανακόπτοντες και μετέπειτα εκκαλούντες, μεταξύ των οποίων και ο τρίτος (3ος) παραστάς διατείνονται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του Νόμου με το να απορρίψει το δεύτερο κατά σειρά λόγο της ένδικης ανακοπής τους ως αόριστο, ενώ έπρεπε να προβεί στην εξέταση των σχετικών όρων αυτεπάγγελτα, καθώς πρόκειται για καταχρηστικούς όρους, που απορρέουν από τις διατάξεις του ν. 2251/1994 'περί προστασίας καταναλωτών' ουσιαστικά καθιστούν τη σύμβαση της εγγύησης άκυρη και μη παράγουσα έννομες συνέπειες...".

Σχετικά με το συγκεκριμένο λόγο της έφεσης, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση οι διατάξεις των άρθρων του ν. 2251/1994... Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, αναφορικά με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της ένδικης ανακοπής περί ακυρότητας του όρου της συμβάσεως".... σύμφωνα με τον οποίο το επιτόκιο υπολογίζεται με βάση έτος 360 αντί 365 ημερών, γιατί έτσι πλήττεται η αρχή της διαφάνειας, αφού ο καταναλωτής δεν πληροφορείται το πραγματικό ετήσιο επιτόκιο και επιβαρύνεται με τη μεθόδευση αυτή για κάθε ημέρα με επιπλέον 1,3889% τόκους, ο παραπάνω λόγος ανακοπής τυγχάνει απορριπτέος καταρχήν ως μη νόμιμος, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης.

Ακόμη όμως και με τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα: (1) Από τα προσκομιζόμενα έγγραφα στοιχεία προκύπτει ότι ο όρος με τον αριθμό 2 παρ. 2 προβλέπει τα ακόλουθα 'Ο τόκος υπολογίζεται τοκαριθμικώς, η δε προμήθεια κατά μήνα αδιαιρέτως επί του εντός εκάστου μηνός ανωτάτου χρεωστικού υπολοίπου της πιστώσεως.

Τόκος και προμήθεια λογίζονται και είναι πληρωτέοι την 31η Μαρτίου, 30 Ιουνίου, 30η Σεπτεμβρίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους καθ' ας ημέρας (κλειομένου περιοδικώς του λογαριασμού, ήτοι ανά τρίμηνον κατ' άρθρο 112 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικος) μη καταβαλλόμενοι φέροντες άνευ ειδοποιήσεως τινός του πιστούχους εις χρέωσιν του λογαριασμού της'.

Ακολούθως, με την τροποποίηση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό αναμορφώθηκε η παράγραφος 2, που ορίζει τα ακόλουθα: 'Η Τράπεζα δικαιούται να εισπράττει τόκο και προμήθεια στο βαθμό, που αυτή προβλέπεται από την ισχύουσα Νομοθεσία. Ο τόκος συντίθεται από το Βασικό Επιτόκιο Κεφαλαίου Κίνησης Επαγγελματιών (βασικό επιτόκιο) πλέον περιθωρίου...

χωρίς να συνυπολογίζονται οι εκ του νόμου επιβαρύνσεις. Το ποσοστό του τόκου και της προμήθειας ορίζεται κυμαινόμενο (μεταβαλλόμενο επιτόκιο-προμήθεια) και υπόκειται σε αύξηση ή μείωση από την Τράπεζα, σύμφωνα με τις εκάστοτε συνθήκες της αγοράς και την αποδοτικότητα του πιστούχου σ' αυτή', ενώ η παράγραφο 8 της αρχικής σύμβασης τροποποιήθηκε, ορίζουσα τα ακόλουθα: 'Σε περίπτωση οριστικού κλεισίματος της πίστωσης ή τμήματος αυτής, το κατάλοιπο καθίσταται πάραυτα απαιτητό και ο πιστούχος περιέρχεται αυτοδικαίως και χωρίς καμία ειδοποίηση σε υπερημερία οφείλοντας επί του καταλοίπου επιτόκιο υπερημερίας.

Το επιτόκιο υπερημερίας ορίζεται σε δυόμιση (2,5) ποσοστιαίες μονάδες άνω του εκάστοτε συνολικού... ενήμερου επιτοκίου, που συνομολογήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, δυνάμει της υπ' αριθμόν 1427/9.01.96 αρχικής σύμβασης πίστωσης και την από 9.01.96 πρόσθετη πράξη... σε συνδυασμό με την παρούσα τροποποιητική σύμβαση και ίσχυε κατά τον οριστικό χρόνο του οριστικού κλεισίματος.

Οι τόκοι του χρεωστικού υπολοίπου της κλεισμένης πίστωσης θα ανατοκίζονται ανά εξάμηνο με επιτόκιο υπερημερίας χωρίς καμία ειδοποίηση προς τον πιστούχο'. Καταρχήν δεν επιχειρείται ρητή αναφορά σε έτος 360 ημερών, πλην της αναφοράς σε τοκαριθμικό υπολογισμό των τόκων. Ωστόσο, πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα:

Ο όρος αυτός, που φέρει αληθώς τα χαρακτηριστικά γενικού όρου των συναλλαγών κατά την προεκτεθείσα έννοια, αν και μη ευθέως και σαφώς διατυπωμένος στην ένδικη σύμβαση, δεν μπορεί a priori να θεωρηθεί αδιαφανής και ως εκ τούτου καταχρηστικός και, συνεπώς, άκυρος, αφού τούτο εξετάζεται ενόψει και των ορισμών του εδαφίου β' της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, κατά περίπτωση, υπό τη θεώρηση αυτή των πραγμάτων οι ανακόπτοντες, ασκούντες επί σειρά ετών επιχειρηματική δραστηριότητα, με συχνή επαφή με το τραπεζικό σύστημα, ήταν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, σε θέση, ενόψει και της εμπειρίας τους περί τις τραπεζικές χρηματοδοτικές χρηματοδοτήσεις, αφού είχαν συμβληθεί ως εγγυητές, να κατανοήσουν ότι η μείωση του εύρους της χρονικής βάσης του κατ' έτος υπολογισμού των τόκων της ένδικης πιστώσεως απέληγε σε μικρή μεν, υπαρκτή δε, επιβάρυνση του συμφωνημένου επιτοκίου, ώστε, τελικά, να μη μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση της αρχής της διαφάνειας από πλευράς της πιστοδότριας-καθ' ης η ανακοπή εφεσίβλητης τράπεζας...

Στην προκειμένη περίπτωση οι ανακόπτοντες, μεταξύ των οποίων και ο τρίτος (3ος) εκκαλών δεν προβάλλουν με σαφήνεια τέτοια περιστατικά, παρά μόνον ότι η εφαρμογή του άνω όρου οδηγεί σε προσαύξηση των ετησίων τόκων κατά ποσοστό 1,3889%. Και υπό την αποδοχή, όμως, της θέσεως των ανακοπτόντων, η επιβάρυνσή τους σε ετήσια βάση είναι ελάχιστη συγκριτικά με την βαρύνουσα αυτούς οφειλή, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, κατ' άρθρο 288 Α.Κ...

Με τα δεδομένα, συνεπώς, αυτά δεν αναδεικνύεται καταχρηστικότητα του κρισίμου όρου κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2251/1994 'περί προστασίας των καταναλωτών'. Πέραν και ανεξαρτήτως τούτων ο κρινόμενος λόγος της ένδικης ανακοπής είναι απορριπτέος και με βάση τα εν συνεχεία εκτιθέμενα: Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 2842/2000 περί λήψεως συμπληρωματικών μέτρων για την εφαρμογή των κανονισμών (ΕΚ) 1103/97, 971/98 και 2866/98 του Συμβουλίου, όπως ισχύουν σχετικά μετά την εισαγωγή του ευρώ, οποιαδήποτε αναφορά στο διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού Αθηνών (Athibor), που προβλέπεται σε υφιστάμενες νομικές πράξεις κατά την έννοια του άρθρου 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 1103/97 του Συμβουλίου, αντικαθίσταται αυτοδικαίως από αναφορά στο επιτόκιο Euribor, στο οποίο λαμβάνονται υπ' όψιν ως βάση υπολογισμού των τόκων οι πραγματικές ημέρες και το έτος των 360 ημερών, προσαρμοσμένο κατά τον λόγο 365 προς 360, εφόσον δεν έχει προβλεφθεί ή δεν έχει συμφωνηθεί ή ορισθεί αναφορά σε άλλο ισχύον επιτόκιο.

Ακολούθησε μετά ταύτα σε συμμόρφωση προς τις παραπάνω διατάξεις, η υπ' αριθμ. 30/14-2-2000 (ΦΕΚ Α' 43/2000) απόφαση του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής της Τραπέζης της Ελλάδος, που τέθηκε σε ισχύ από 10-3-2000, σύμφωνα με την οποία ως βάση υπολογισμού των τόκων στις πράξεις νομισματικής πολιτικής λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικές ημέρες και το έτος των 360 ημερών και, εν τέλει, η υπ' αριθμ. 15/19-4-2000 απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της Ενώσεως Ελληνικών Τραπεζών, με την οποία υιοθετήθηκε το εμπορικό έτος των 360 ημερών ως βάση υπολογισμού των τόκων από 1-1-2001.

Εξαίρεση έχει τεθεί αποκλειστικά και μόνο για την καταναλωτική πίστη, για την οποία ήδη ισχύει από 23.6.2010 η υπ' αριθμ. ΖΙ-699/2010 Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ Β' 917/2010), εκδοθείσα εν αρμονία προς την κοινοτική οδηγία 87/103/ΕΟΚ, που ήδη αντικαταστάθηκε με την οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2008, η οποία καθιερώνει διάρκεια 365 ημερών, 52 εβδομάδων και ίσων με αυτές 12 μηνών στις συναλλαγές, που πραγματοποιούνται με μέσα ηλεκτρονικής πληρωμής και ιδίως στις σχέσεις μεταξύ εκδότη και κατόχου πιστωτικής κάρτας...

Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, ο ισχυρισμός αυτός είναι και μη νόμιμος, αφού δεν πρόκειται στην προκειμένη περίπτωση για διαφορά από συναλλαγή πραγματοποιηθείσα με μέσα ηλεκτρονικής πληρωμής, αλλά για διαφορά από σύμβαση πιστώσεως μεταξύ τράπεζας και επαγγελματία και, συνεπώς, νομίμως, η καθ' ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητη τράπεζα υπολόγισε τα εισαχθέντα στον ένδικο λογαριασμό κονδύλια τόκων της χορηγηθείσας πιστώσεως με βάση έτος 360 ημερών.

Περαιτέρω... η προαναφερθείσα αμφισβήτηση των κατ' ιδίαν κονδυλίων πιστοχρεώσεως αναφορικά με τον υπολογισμό των τόκων με βάση το έτος 365 ημερών πρέπει να είναι ειδική και συγκεκριμένη, αναφερομένη στην ύπαρξη ή το ύψος κάθε προσβαλλόμενου κονδυλίου, διαφορετικά η ανακοπή απορρίπτεται λόγω ακυρότητας του δικογράφου της, καθώς δεν πλήττεται το εκκαθαρισμένο της απαίτησης...

μη αρκούσης της γενικής αμφισβητήσεως της ορθότητάς του... Τέλος, κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 633 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν δι' αυτού βάλλεται μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής, ανάλογο θα είναι και το αποτέλεσμα, δηλαδή η μερική ακύρωση της διαταγής, δεδομένου ότι δεν συντρέχει λόγος νομικός ή άλλος, για την ολική ακύρωσή της...

Ενόψει τούτων, ο υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο λόγος της ένδικης ανακοπής είναι απορριπτέος και ως αόριστος, αφού οι εκκαλούντες-ανακόπτοντες δεν διευκρινίζουν και δεν υπολογίζουν συγκεκριμένα... ποια ποσά παρανόμων τόκων προέκυψαν με τον μη σύννομο, κατ' αυτούς εκτοκισμό τους, ώστε το Δικαστήριο να έχει τη δυνατότητα εξελέγξεως και, σε περίπτωση ουσιαστικής παραδοχής του, ν' ακυρώσει την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής κατά το υπερβάλλον ποσό των παράνομων τόκων...

Ομοίως λεκτέα είναι τα προηγούμενα σχετικά με την αναγκαιότητα προσδιορισμού... και για τον υπολογισμό της εισφοράς του ν. 128/1975 στην επίδικη οφειλής τυγχάνει απορριπτέος κατ' αρχάς ως αόριστος... οι ανακόπτοντες, μεταξύ των οποίων και ο τρίτος (3ος) εκκαλών δεν διευκρινίζουν αν και ποία ποσά τόκων προέκυψαν με το μη συννόμως και μονομερώς υπολογισμό των τόκων επί της εισφοράς του ν. 128/1975 σε συσχετισμό με το τοκοφόρο κεφάλαιο και τη χρονική περίοδο τοκοφορίας, ώστε το Δικαστήριο να έχει δυνατότητα εξελέγξεώς του και, σε περίπτωση ουσιαστικής παραδοχής του, να ακυρώσει την προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής κατά το υπερβάλλον ποσό των παράνομων τόκων.

Ειδικότερα, αναφορά με την εισφορά του άρθρου 1 του ν. 128/1975 πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα:... Από τη διάταξη αυτή δεν προβλέπεται μεν ρητά ως συμβατικά δυνατή, αλλά και δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της θεσπιζόμενης με τον άνω νόμο εισφοράς... η μετακύλιση της εισφοράς αυτής στους δανειολήπτες είναι νόμιμη, διότι δεν αντίκειται στην προαναφερθείσα διάταξη, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ' άρθρο 174 ΑΚ, αλλά ούτε και αντίκειται σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων.

Άλλωστε, η επίρριψη της σχετικής επιβαρύνσεως στο δανειολήπτη αποτέλεσε, υπό την ισχύ του ν. 128/1975, συναλλακτική πρακτική των τραπεζών... Ωστόσο, ο ανατοκισμός της εισφοράς του ν. 128/1975 δεν είναι νόμιμος, εφόσον κατά το προϊσχύον... όσον και κατά το υφιστάμενο νομοθετικό καθεστώς (ν. 2601/1998 άρθρο 12, ν. 2789/2000 άρθρο 30, ν. 2912/2001 άρθρο 42 και ν. 3259/2004 άρθρο 39) ανατοκισμός επιτρέπεται μόνον των καθυστερούμενων τόκων και όχι φόρων, εισφορών ή άλλων προμηθειών...

Οι παραδοχές αυτές ισχύουν με τον όρο ότι η εισφορά του ν. 128/1975 δεν έχει ενσωματωθεί στο επιτόκιο, όπως συμβαίνει με την υπό κρίση ένδικη υπόθεση, όπως προεκτέθηκε, όπου η εισφορά αυτή έχει ενσωματωθεί στο επιτόκιο, επιτρεπόμενου του ανατοκισμού. Ενόψει τούτων, ο προβαλλόμενος λόγος της εφέσεως ότι η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής είναι ακυρωτέα, για το λόγο ότι το βεβαιωμένο με αυτήν χρηματικό ποσό σε βάρος της πιστούχου και των εγγυητών της περιελήφθη και το κονδύλιο τόκων της ειδικής εισφοράς του ν. 128/1975 τυγχάνει απορριπτέος ως αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτίμησης...

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο επίδικος όρος δεν έχει καταχρηστικό χαρακτήρα, λαμβανομένων υπόψη της φύσεως των αγαθών και υπηρεσιών, τις οποίες αφορά η σύμβαση, του σκοπού της, του συνόλου των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και της απουσίας άλλων ρητρών στην ίδια σύμβαση, από τις οποίες αυτός να εξαρτάται, καθώς και του ότι δεν έχει αυτός ως αποτέλεσμα τη σημαντική και ουσιώδη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβληθέντων διαδίκων ούτε την επιβάρυνση των ανακοπτόντων, μεταξύ των οποίων και ο τρίτος (3ος) εκκαλών...

Εξάλλου, το απόσπασμα του εξυπηρετούντος την σύμβαση πίστωσης αλληλόχρεου λογαριασμού αποτελεί τμήμα των νομίμως τηρουμένων από την τράπεζα επαγγελματικών βιβλίων, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση και το οριστικό κατάλοιπο του λογαριασμού, καθώς και το διαμορφωθέν ύψος της οφειλής του πιστούχου, όχι οι κατ' ιδίαν συμφωνίες μεταξύ των συμβληθέντων αναφορικά με το επιτόκιο ή γενικότερα τη χορηγηθείσα πίστωση.

Συνεπώς, δεν είναι αναγκαία η αναγραφή (μνεία) στο απόσπασμα του ύψους του επιτοκίου, με βάση το οποίο υπολογίστηκαν τα επιμέρους ποσά τόκων, με τα οποία έχει επιβαρυνθεί η ένδικη απαίτηση της εφεσίβλητης τράπεζας, εφόσον με δεδομένα τα σταθερά στοιχεία (κεφάλαιο και χρόνο), καθώς και τα συνομολογηθέντα ή καθορισμένα εκ του νόμου επιτόκια...

είναι δυνατό ο προσδιορισμός των τόκων με απλές μαθηματικές πράξεις... Επομένως, ο παραπάνω λόγος της εφέσεως είναι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος... Άλλωστε οι ανακόπτοντες, μεταξύ των οποίων και ο τρίτος (3ος) εκκαλών, αναγνώρισαν την έως τότε οφειλή τους, συμβαλλόμενοι στην υπογραφή του από 13/09/2011 ιδιωτικού συμφωνητικού ρύθμισης της οφειλής...

Επιπλέον, δεν παραβιάσθηκε η θεμελιώδης αρχή της προστασίας του καταναλωτή, ακόμη και αν ήθελε κριθεί ως τέτοιος ο τρίτος (3ος) εκκαλών, που είναι η διαφάνεια, καθόσον οι νομικές συνέπειες του όρου για την πιστούχο είναι σαφείς και δεν διαπιστώνεται ασάφεια προς ενίσχυση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της τράπεζας ούτε για την προβολή των φαινομενικών αξιώσεων.

Άλλωστε, ρητά προβλέφθηκε στην τροποποίηση της αρχικής σύμβασης ότι αν ο Πιστούχος ή ο Εγγυητής δεν συμφωνούν με την τυχόν αύξηση του ποσοστού του επιτοκίου και της προμήθειας, έχουν το δικαίωμα να καταγγείλουν μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από τότε, που ανακοινώθηκε σε αυτόν η αναπροσαρμογή, εξοφλώντας το σύνολο της οφειλής του ή έχει το δικαίωμα να ζητήσει τη μεταφορά της συμβατικής του σχέσης σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα, ώστε να μην μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα του άνω όρου, αφού ο άνω τρόπος ενημερώσεως της πιστούχου και των εγγυητών δεν έχει ως αποτέλεσμα τη σημαντική και ουσιώδη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβληθέντων διαδίκων...

αν ο δανειολήπτης ή ο πιστούχος δεν αντιλέξει μέσα στην οριζόμενη στη σύμβαση προθεσμία από της γνωστοποιήσεως σε αυτόν του καταλοίπου του λογαριασμού, το κατάλοιπο θα θεωρείται αναγνωρισμένο, είναι καταρχήν έγκυρος, λαμβάνεται δε ως συμφωνία, η οποία προσδίδει στη σιωπή του πελάτη το νόημα της αποδοχής της πρότασης...

δεν αποκλείει το δικαίωμα της ανταπόδειξης, αλλά απλά περιορίζει τη δυνατότητα του δανειολήπτη ή πιστούχου ή εγγυητή να αμφισβητήσει το κατάλοιπο μέσα στην ως άνω εύλογη προθεσμία του ενός (1) μηνός... Στην προκειμένη περίπτωση ο σχετικός λόγος της υπό κρίση εφέσεως του τρίτου (3ου) εκκαλούντος, με τον οποίο επικαλείται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 281 Α.Κ., καθώς το σχετικό δικαίωμα να επιδιώξει την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος των ανακοπτόντων χωρίς να προκύπτει το επιτόκιο και να επαναπροσδιορίζει την απαίτησή της στο προσήκον μέτρο, χωρίς ανατοκισμό της εισφοράς του ν. 128/1975 αντίκειται στα χρηστά ήθη, τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθώς τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά δεν αρκούν για να στοιχειοθετήσουν εννοιολογικά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος...

Συνεπώς, ο σχετικός λόγος της υπό κρίση εφέσεως πάσχει από νομική αοριστία και ως εκ τούτου πρέπει αυτός να απορριφθεί, καθώς η μη αναγραφή του επιτοκίου ή ο επαναπροσδιορισμός της απαίτησης στο προσήκον μέτρο ή το ότι έχουν συμπεριληφθεί και χρηματικά ποσά από παράνομες χρεώσεις δεν αρκούν για να προσδώσουν στη δικονομική ενέργεια του δικαιούχου καταχρηστική συμπεριφορά.

Περαιτέρω, με το τέταρτο λόγο της εφέσεως οι ανακόπτοντες... ισχυρίζονται ότι ο όρος της συμβάσεως, σύμφωνα με τον οποίο... οι εγγυητές παραιτούνται ανεπιφύλακτα από το ευεργέτημα της διζήσεως και από όλα τα δικαιώματα και τις ενστάσεις που απορρέουν από τα άρθρα 862, 863, 864, 866, 867 και 868 Α.Κ. είναι άκυρος ως καταχρηστικός (Γ.Ο.Σ.).

Ο λόγος αυτός της ανακοπής και συνακόλουθα της υπό κρίση εφέσεως τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, ενώ, σε κάθε περίπτωση, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, αυτός τυγχάνει απαράδεκτος, λόγω αοριστίας αυτού, αφού οι ανακόπτοντες δεν εκθέτουν σε τι συνίσταται η διατάραξη της ισορροπίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ των συμβαλλομένων μερών σε βάρος του καταναλωτή.

Τέλος, με τον τελευταίο κατά σειρά λόγο της υπό κρίση εφέσεως, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι κακώς εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής καθώς η πράξη τροποποίησης της αρχικής... σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, στην οποία φέρεται να έχει συμβληθεί (το πρώτον) ως εγγυήτρια η δεύτερη των ανακοπτόντων...

δεν φέρει ημερομηνία υπογραφής της, με συνέπεια να τυγχάνει αυτή άκυρη, δεδομένου ότι δεν θεωρείται έγγραφο βέβαιης χρονολογίας και ως εκ τούτου στερείται αποδεικτικής αξίας προς απόδειξη της απαίτησης, ενώ η φερόμενη από 18-5-2000 τροποποιητική πράξη όσον και στην από 13-10-2000 αυξητική του πιστωτικού ορίου σύμβαση, ρητά αναφέρεται η από 9-1-1996 πρόσθετη πράξη, επίσης τροποποιητική της αρχικής σύμβασης πίστωσης, την οποία όμως ουδέποτε επικαλέστηκε ούτε και προσκόμισε η καθ' ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητη τράπεζα για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, με αποτέλεσμα να μη γνωρίζουν οι ανακόπτοντες τους διαλαμβανόμενους σε αυτή όρους και ως εκ τούτου δεν συνέτρεχαν στην προκειμένη περίπτωση οι διαδικαστικές προϋποθέσεις έκδοσης της επίμαχης διαταγής, καθόσον τα προσκομισθέντα με επίκληση από την καθ' ης και εφεσίβλητη τράπεζα έγγραφα δεν ήταν ικανά και πρόσφορα να αποδείξουν την ένδικη απαίτησή της...

Ωστόσο, και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος, καθόσον η παράλειψη αναγραφής ημερομηνίας στην από 18-5-2000 τροποποίηση σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, στην οποία συμβλήθηκαν εκ τρίτου ως εγγυητές οι... Ευάγγελος Παναγιώτου του Γεωργίου... δεν συνεπάγεται το ανυπόστατο της επίμαχης τροποποιητικής πράξης ούτε και την καθιστά άκυρη δίχως άλλο, εφόσον η ημερομηνία δεν αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για το κύρος της ως ιδιωτικού εγγράφου.

Επισημαίνεται ότι τα ιδιωτικά έγγραφα έχουν βέβαιη χρονολογία έναντι όσων συνέπραξαν κατά την κατάρτισή τους και όσων νομικά ταυτίζονται με αυτούς, ενώ ακόμη και έναντι των τρίτων μπορούν να αποκτήσουν κατ' άρθρο 446 ΚΠολΔ βέβαιη χρονολογία κατά τα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη εκτεθέντα... Πρέπει να αναφερθεί ότι η χρονολογία κατάρτισης (18.5.2000) της επίμαχης τροποποιητικής πράξης ρητά αναγράφεται στην από 13.10.2000 σύμβαση αυξήσεως πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό χωρίς να φέρουν ή διατυπώσουν οποιαδήποτε αντίρρηση ή επιφύλαξη συνεκτιμωμένου του χρόνου που δεν είχε ανακύψει η ένδικη διαφορά μεταξύ των συμβαλλομένων μερών.

Περαιτέρω, ο συγκεκριμένος λόγος αλυσιτελώς προβάλλεται, σε κάθε δε περίπτωση τυγχάνει απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, καθόσον η έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής δεν στηρίχθηκε στους συμβατικούς όρους διαμόρφωσης των επιμέρους πιστοχρεωστικών κονδυλίων και καθορισμοί του χρεωστικού καταλοίπου του εξυπηρετούντος τη σύμβαση πίστωσης αλληλόχρεου λογαριασμού κατ' εφαρμογή και των συνομολογηθέντων μεταξύ της τράπεζας και της πιστούχου-πρωτοφειλέτριας εταιρείας επιτοκίων...".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση των ανακοπτόντων, μεταξύ των οποίων και του ήδη αναιρεσείοντος, κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την ανακοπή τους κατά της 512/2014 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, την έκδοση της οποίας είχε αιτηθεί η ήδη αναιρεσίβλητη.

Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στην ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 140, 141, 142, 154, 180 και 181 του Α.Κ. Συγκεκριμένα, για τη θεμελίωση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσία τον πρωτοδίκως και κατ' έφεση προβληθέντα ισχυρισμό του ότι συνεβλήθη στην επίμαχη σύμβαση πιστώσεως αλληλόχρεου λογαριασμού και τις μεταγενέστερες τροποποιητικές αυτής συμβάσεις, ως εγγυητής, πεπλανημένως, μη έχοντας πλήρη επίγνωση της υποχρεώσεως που ανελάμβανε, εκλαμβάνοντας ότι συμβάλλεται ως 'πιστούχος', ενώ ο ίδιος υποστήριξε ότι εξέλαβε πως υπέγραψε ως ομόρρυθμος εταίρος της πρωτοφειλέτιδος ομόρρυθμης εταιρείας.

Με το περιεχόμενο αυτό οι ανωτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος τυγχάνουν απαράδεκτες, καθόσον, υπό την επίφαση της εν λόγω πλημμέλειας, ο αναιρεσείων βάλλει, εν τοις πράγμασι, κατά της ανέλεγκτης αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του ως άνω Δικαστηρίου, όπως παρατίθεται ανωτέρω, σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσείων, όπως και οι λοιποί αρχικώς ανακόπτοντες (μη διάδικοι στη δίκη αυτή), υπέγραψε τις επίδικες συμβάσεις εν γνώσει του, ως εγγυητής της προσήκουσας τήρησης των όρων πίστωσης εκ μέρους της πιστούχου εταιρείας, προς εξασφάλιση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης με τη διεύρυνση των υποχρέων προς πληρωμή προσώπων.

Περαιτέρω, η με τον ίδιο λόγο, στο δεύτερο σκέλος τούτου, αποδιδόμενη αιτίαση περί συνδρομής της πλημμέλειας από τον αριθμό 1β' του ως άνω άρθρου είναι, ομοίως, απορριπτέα ως απαράδεκτη. Και τούτο διότι, τα φερόμενα ως παραβιασθέντα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι ότι ο αναιρεσείων, ο οποίος, ως απλός ανθοπώλης και εν μέρει απασχολούμενος με το γραφείο τελετών, ήτοι, άτομο με βασικές γραμματικές γνώσεις και βασική κοινωνική μόρφωση, δεν διέθετε την απαραίτητη εμπειρία να αντιληφθεί ότι συνεβάλετο ως εγγυητής και όχι ως ομόρρυθμος εταίρος της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, καθώς και ότι, παγίως, δεν αναγιγνώσκεται το περιεχόμενο των συμβάσεων από τους τραπεζικούς υπαλλήλους ούτε λαμβάνει χώρα ενημέρωση των συναλλασσομένων, πέραν του ότι δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας με την αναφερόμενη στη νομική σκέψη της παρούσας έννοια, σε κάθε περίπτωση, δεν τα χρησιμοποίησε για την ερμηνεία της αληθινής έννοιας των ανωτέρω διατάξεων και την εφαρμογή τους, αλλά για τη διάγνωση και την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών και, συνεπώς, δεν ιδρύουν την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια.

Περαιτέρω, ο ίδιος (πρώτος) λόγος, ως προς το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο προσάπτεται η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, τυγχάνει αβάσιμος, διότι ο φερόμενος ως αγνοηθείς από το Εφετείο πρώτος λόγος ανακοπής περί της συνδρομής ουσιώδους πλάνης στο πρόσωπο του ήδη αναιρεσείοντος ελήφθη υπόψη, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και απορρίφθηκε ρητώς με την ήδη εκτεθείσα αιτιολογία ως ουσία αβάσιμος.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη την ίδια ως άνω πλημμέλεια, για το λόγο ότι το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι δεν θεωρείται 'καταναλωτής', παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του ν. 2251/1994. Από τις προπαρατιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ανακόπτοντες-εκκαλούντες, μεταξύ των οποίων και ο ήδη αναιρεσείων, ανέπτυσσαν την ατομική επιχειρηματική τους δραστηριότητα, μέσω της πιστούχου ομόρρυθμης εταιρείας, ως ομόρρυθμα μέλη αυτής, κατά τρόπο άμεσο και ουσιαστικό, αυτή δε ταύτη η δραστηριότητά τους ταυτιζόταν με εκείνη της ως άνω εταιρείας, δοθέντος ότι η πορεία των εταιρικών υποθέσεων και τα αποτελέσματά της είχαν άμεση επίδραση στην οικονομική τους κατάσταση, ιδιότητα, την οποία διατήρησε ο ήδη αναιρεσείων μέχρι τις 20-9-2011, οπότε αποχώρησε από την ως άνω εταιρεία.

Ότι, ενόψει των ανωτέρω, ο ήδη αναιρεσείων -όπως και οι λοιποί ανακόπτοντες-εκκαλούντες- συνεβλήθη, κατά τα ως άνω, ως εγγυητής, στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας, δηλαδή, ως ομόρρυθμο μέλος της πιστούχου εταιρείας, αποσκοπώντας στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων αυτής, αποβλέποντας σε κέρδη, που θα απέφεραν στην πιστούχο τα κεφάλαια κίνησης της σύμβασης του επίδικου αλληλόχρεου λογαριασμού και στην απόδοση προσωπικού οφέλους απ' αυτόν και, συνεπώς, ουδόλως αποσκοπούσε σε κάλυψη προσωπικών-καταναλωτικών του αναγκών, με συνέπεια, ως μη 'τελικός αποδέκτης' των υπηρεσιών της ήδη αναιρεσίβλητης, να μην εμπίπτει στο πεδίο προστασίας του ν. 2251/1994, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 3587/2007.

Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμηνεύοντας τις οικείες διατάξεις των ανωτέρω νόμων, δέχθηκε ότι δεν εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση και, συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, υποστηρίζει ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απορρίπτοντας τον πρωτοδίκως και κατ' έφεση προβληθέντα ισχυρισμό του περί ακυρότητας των όρων της επίδικης σύμβασης, τέταρτο λόγο της έφεσής του ως μη νόμιμο, σύμφωνα με τον οποίο είναι άκυροι άνευ ετέρου ως πλήττοντες την αρχή της διαφάνειας, οι όροι της επίδικης σύμβασης, με τους οποίους αφενός μεν το επιτόκιο υπολογίζεται με βάση έτος 360 και όχι 365 ημερών, με συνέπεια την επιπλέον επιβάρυνσή του με τόκους κατά 1,3889%, αφετέρου δε η εισφορά του ν. 128/1975, η οποία ενσωματώνεται στο επιτόκιο, με συνέπεια τον επανατοκισμό της, παραβίασε ευθέως τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 και, εντεύθεν, υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια. Οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες ως αλυσιτελείς. Και τούτο διότι, το Εφετείο, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό, με επάλληλες αιτιολογίες, η καθεμία των οποίων στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα, αφενός μεν ως μη νόμιμο, κρίση, η οποία πλήττεται με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, αφετέρου δε ως αόριστο, καθόσον δεν διαλαμβάνεται το ακριβές ποσό, με το οποίο επιβαρύνθηκε, αντίστοιχα, ο αναιρεσείων, λόγω της φερόμενης ως παράνομης αύξησης των τόκων, κρίση, όμως, που δεν πλήττεται με την αίτηση αναίρεσης.

Συνακόλουθα, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτός ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος, δεν επιφέρει την έννομη συνέπεια που επιδιώκεται, δεν επιδρά, δηλαδή, στο διατακτικό της προσβαλλομένης. Σε κάθε περίπτωση, οι αιτιάσεις αυτές τυγχάνουν αβάσιμες, ως ερειδόμενες επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι ο αναιρεσείων, ως εγγυητής του επίδικου αλληλόχρεου λογαριασμού, θεωρείται "καταναλωτής" και χρήζει της προστασίας των σχετικών διατάξεων του νόμου περί προστασίας των καταναλωτών, ενώ, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, αυτός δεν εμπίπτει στο πεδίο προστασίας του νόμου αυτού.

Με τον ίδιο λόγο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στην παραβίαση του διδάγματος της κοινής πείρας ότι 'είναι αυτονόητο ότι ο κοινός μέσος άνθρωπος έχει πλήρη και ανυπαίτια άγνοια των άκυρων όρων (περί επιτοκίου ανώτερου του νομίμου και προσαύξησης του επιτοκίου με το ποσοστό της εισφοράς του ν. 128/75 και χρέωσης προμηθειών, αφού για τον κοινό πολίτη είναι αδιανόητο να παρακολουθεί στενά τη νομολογία και να κατανοήσει τους δυσνόητους νομικούς και οικονομικούς όρους της επίμαχης σύμβασης...'.

Η αιτίαση αυτή απαράδεκτη, καθόσον το φερόμενο ως παραβιασθέν δίδαγμα της κοινής πείρας, εκτός του ότι δεν αποτελεί τέτοιο, όπως η έννοια του διδάγματος της κοινής πείρας παρατίθεται ανωτέρω, σε κάθε περίπτωση, χρησιμοποιείται για τη διάγνωση και την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών και όχι για την ερμηνεία της αληθινής έννοιας των ανωτέρω διατάξεων και, εντεύθεν, δεν ιδρύει την ως άνω επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια.

Κατά το δεύτερο σκέλος του ίδιου (τρίτου) λόγου της αίτησης αναίρεσης, με το οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνισταμένη στην παράλειψη του Εφετείου να λάβει υπόψη τους νομίμως προβληθέντες ισχυρισμούς του ήδη αναιρεσείοντος περί καταχρηστικότητας και εντεύθεν ακυρότητας των ανωτέρω όρων ο λόγος, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προεκτίθεται, το Εφετείο τους έλαβε υπόψη και τους απέρριψε ρητώς και μάλιστα δε με επάλληλες αιτιολογίες.

Με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και δη το πρώτο σκέλος τούτου, κατ' ορθή εκτίμηση του νοηματική του περιεχομένου, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου), συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας, εσφαλμένως, τον οικείο λόγο έφεσης του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος, δεν ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, παρότι η απαίτηση, για την οποία εκδόθηκε δεν είναι ορισμένη και εκκαθαρισμένη, καθόσον στα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της καθ' ης η ανακοπής-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης, που προσκομίστηκαν, δεν παρατίθενται αναλυτικά τα ποσά των τόκων και το επιτόκιο και δη αναλυτικά το επιτόκιο υπολογισμού των συμβατικών τόκων και το επιτόκιο υπολογισμού των τόκων υπερημερίας, ώστε να προκύπτουν αναλυτικά οι χρεώσεις και να μπορούν να ελεγχθούν για την ορθότητά τους, ενώ, ο όρος της επίδικης σύμβασης, με βάση τον οποίο, αν ο οφειλέτης δεν διαφωνήσει για το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου εντός τριάντα (30) ημερών, θεωρείται ότι έχει αναγνωρίσει το χρεωστικό υπόλοιπο και όλα τα κονδύλια και τις χρεώσεις είναι άκυρος, με βάση τα κριτήρια των παρ. 6 και 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994.

Το Εφετείο, το οποίο, με βάση τις προπαρατιθέμενες παραδοχές, απέρριψε τις ανωτέρω αιτιάσεις του ανακόπτοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και, συνακόλουθα, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι α) δεν είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός των επιτοκίων που εφαρμόστηκαν από την αναιρεσίβλητη, για τον υπολογισμό του επιδικασθέντος με τη διαταγή πληρωμής ποσού, αφού στους αναφερόμενους λογαριασμούς που η αναιρεσίβλητη προσκόμισε για την έκδοση της διαταγής πληρωμής περιέχονται τα ποσά των τόκων, που, κατά τους υπολογισμούς της, όφειλαν να καταβάλουν οι καθ' ων η διαταγή πληρωμής (μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων), ενώ, σε κάθε περίπτωση ο ανακόπτων-εκκαλών και ήδη αναιρεσείων δεν αμφισβήτησε τα επιμέρους κονδύλια που περιέχονται στα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της αναιρεσίβλητης τράπεζας, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ώστε να καταστούν αντικείμενο απόδειξης.

Σημειώνεται, εξάλλου, ότι η λειτουργία του αποσπάσματος των εμπορικών βιβλίων της πιστώτριας ….. δεν πρέπει να συγχέεται με την απαιτούμενη, κατά νόμο, υποχρέωσή της για περιοδική ενημέρωση του αντισυμβαλλομένου ως προς την εξέλιξη των ληξιπρόθεσμων οφειλών, των τόκων και των λοιπών επιβαρύνσεων καθώς και ως προς τη μεταβολή του επιτοκίου, παραβίαση της οποίας δεν επικαλείται ο αναιρεσείων και β) η αιτίαση περί καταχρηστικότητας του ως άνω όρου, ως αντιτιθέμενου στο ν. 2251/1994, ερείδεται επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης ότι ο αναιρεσείων εμπίπτει στο πεδίο προστασίας των διατάξεων του νόμου τούτου, ενώ, όπως ήδη προεκτίθεται, αυτός δεν έχει την ιδιότητα του καταναλωτή.

Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου (τέταρτου) λόγου, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρέλειψε να εφαρμόσει διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι ότι 'για έναν απλό πολίτη είναι αδιανόητο να κατανοήσει τους δυσνόητους νομικούς και δικονομικούς όρους της επίμαχης σύμβασης (όπως τι είναι τραπεζικό και τι εξωτραπεζικό επιτόκιο, τι σημαίνει ανατοκισμός των τόκων της εισφοράς του ν. 128/75, ποια η έκταση των εφαρμοστέων διατάξεων του νόμου κ.ο.κ.', κατά τον έλεγχο των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 περ. ε' και ια' του ν. 2251/1994. Η αιτίαση αυτή είναι, προεχόντως, απαράδεκτη, καθόσον τα φερόμενα ως παραβιασθέντα διδάγματα της κοινής πείρας δεν αποτελούν τέτοια, υπό την έννοια, που παρατίθεται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη της παρούσας, σε κάθε περίπτωση δε δεν αποβλέπουν στην ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων, αλλά στη διάγνωση και την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της κρινόμενης υπόθεσης και, συνεπώς, δεν ιδρύουν τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, οπωσδήποτε δε, είναι αβάσιμη, ως ερειδόμενη στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις.

Με τον πέμπτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, το οποίο διέλαβε ότι, σε κάθε περίπτωση, οι ανακόπτοντες-εκκαλούντες, μεταξύ των οποίων και ο ήδη αναιρεσείων, κατήρτισαν με την ήδη αναιρεσίβλητη το από 13-9-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό ρύθμισης της εκ της κυρίας συμβάσεως οφειλής, με το οποίο αναγνώρισαν, χωρίς επιφύλαξη, ότι αυτή ανερχόταν στο ποσό των 96.397,11 ευρώ, με συνέπεια να μη δικαιούται να προβάλει ενστάσεις από την παλαιά σχέση, αλλά μόνο λόγους που αφορούν στην ως άνω σύμβαση αναγνώρισης, μετέβαλε ανεπιτρέπτως τη νομική και ουσιαστική βάση της ανακοπής.

Η αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτη ως αλυσιτελής, καθόσον πρόκειται περί επικουρικών και πλεοναστικών παραδοχών του Δικαστηρίου, οι οποίες δεν επηρεάζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι οι ανωτέρω κύριες παραδοχές, όπως παρατίθενται ανωτέρω, επλήγησαν αναποτελεσματικώς. Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη -πλέον των αιτιάσεων που αναφέρονται και στον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, περί του οποίου γίνεται λόγος ανωτέρω- και στο ότι το Εφετείο, εσφαλμένως, δεν ακύρωσε την επίμαχη διαταγή πληρωμής, απορρίπτοντας ως αόριστους τους λόγους της έφεσης του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με τους οποίους αμφισβήτησε την επιβάρυνση των τραπεζικών πιστώσεων με υπερβάλλοντα ποσά παράνομων τόκων και τον υπολογισμό της εισφοράς του ν. 128/1975, παρότι όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την τυχόν καταχρηστικότητα των γενικών όρων συναλλαγών (…..) της επίδικης σύμβασης πιστώσεως.

Οι αιτιάσεις αυτές τυγχάνουν αβάσιμες, ως ερειδόμενες επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο εφάρμοσε τις διατάξεις του νόμου περί προστασίας του καταναλωτή, ενώ, όπως προεκτίθεται, ο αναιρεσείων δεν έχει την ιδιότητα του καταναλωτή.

Με τον έβδομο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και, κατ' ορθή εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, εσφαλμένως, δεν ακύρωσε τη προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον όγδοο λόγο της από 10-5-2017 έφεσης, με τον οποίο οι ανακόπτοντες-εκκαλούντες (μεταξύ των οποίων και ο ήδη αναιρεσείων) μέμφονταν την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει το λόγο ανακοπής, παρότι η από 18-5-2000 πρόσθετη πράξη της αρχικής σύμβασης πιστώσεως δεν φέρει την ημερομηνία υπογραφής της δεύτερης εξ αυτών, Θ.

συζ. Θ. Κ., συμβληθείσας ως εγγυήτριας, με συνέπεια την ακυρότητα αυτής, στερούμενης, εντεύθεν, αποδεικτικής αξίας ως προς το ύψος της απαιτήσεως. Με το παραπάνω περιεχόμενο ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, δεδομένου ότι η ως άνω αποδιδόμενη πλημμέλεια της διαταγής πληρωμής δεν αφορά στον ήδη αναιρεσείοντα, αλλά αποκλειστικά σε ανάκοπτουσα-εκκαλούσα, μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη.

Η αιτίαση του αναιρεσείοντος που περιέχεται στον ίδιο αναιρετικό λόγο ότι δεν προσκομίστηκε στο φάκελο που συνόδευε την αίτηση για έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής όσον και σε όλα τα στάδια της δίκης η από 9-1-1996 πρόσθετη της αρχικής σύμβασης πιστώσεως πράξη, με συνέπεια να μην αποδεικνύεται από τα προσκομισθέντα έγγραφα το ποσό της διαταχθείσας να πληρωθεί απαίτησης και, συνακόλουθα, να μην πληρούνται οι διαδικαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, τυγχάνει απαράδεκτη, προεχόντως, λόγω αοριστίας του αναιρετηρίου, στον οποίο δεν αναφέρεται αν ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ήτοι στο πρωτοβάθμιο με σχετικό λόγο ανακοπής ή στο Εφετείο με σχετικό λόγο έφεσης ή αν συνέτρεχε κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Με τον όγδοο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ήτοι της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 του Α.Κ. Από τις προπαρατιθέμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, απέρριψε ως νόμω αβάσιμο τον ισχυρισμό του ανακόπτοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της καθ' ης η ανακοπή-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης να επιδιώξει την έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής, μολονότι γνώριζε ότι στην προκειμένη σύμβαση υπήρχαν άκυροι γενικοί όροι συναλλαγών, εν τούτοις, ενσωμάτωσε στην απαίτησή της τα κονδύλια που απέρρεαν από τους όρους αυτούς, δεχόμενο ότι τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν ήταν ικανά να θεμελιώσουν, κατά νόμο, την ως άνω προβαλλόμενη ένσταση, αφού ο αναιρεσείων, ανεξαρτήτως του ότι επικαλείται περιστατικά, που συνιστούν άρνηση του ασκούμενου δικαιώματος και συγκεκριμένα ακυρότητα των σχετικών γενικών όρων των συναλλαγών της επίδικης σύμβασης, δεν αναφέρει ποιες επαχθείς συνέπειες προκάλεσε σ' αυτόν η ιστορούμενη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης και με ποιο τρόπο η κατ' αυτόν προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας σε σχέση με το όφελος της αναιρεσίβλητης από την άσκηση του δικαιώματός της.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. και δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ' αυτό πλημμέλεια, με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο ήτοι της ευθείας παραβίασής του, ο οποίος συνακόλουθα, τυγχάνει αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 35 παρ. 2 του ν. 4446/2016) και να καταδικαστεί αυτός στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της (άρθρ. 106, 176, 183 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-2-2019 (54/4/1-2-2020) αίτηση Ε. Π. του Γ. για αναίρεση της 202/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ