Legislator Case Law & Legislation
1268/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding property increase claims under Greek Civil Code.

Case Number 1268/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued that the disputed properties were acquired through a gift of funds rather than her own contribution, violating the law on marital property increase. The court ruled this argument inadmissible because it relied on a claim not properly raised during the original proceedings. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 562(2) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot examine ex officio an appeal based on violation of the Civil Code if the underlying claim was not lawfully raised in the lower courts.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible grounds marital property increase ex officio examination Civil Code provisions

Cited Legislation

AI generated
Articles 562(2) and 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 1400 of the Civil Code
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1268 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1268/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Ξ. του Α., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Κλουκίνα και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ε. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Λαμπίρη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/8/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2094/2015 μη οριστική και 4112/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 5124/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/12/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

H υπό κρίση από 4-12-2018 (11599/1129/5-12-2019) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 5124/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 του Α.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 ν. 1329/1983, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ. 1 του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 ν. 1649/1986, έχει εφαρμογή και επί γάμων που τελέσθηκαν, καθώς και περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 1329/1983, "αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά". Η αξίωση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι, καταρχήν, ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση, του δικαιούχου (Ολ.Α.Π. 28/1996, Α.Π. 1368/2013).

Ως συμβολή εκτιμάται και η παροχή κεφαλαίου (διάθεση χρημάτων ή κεφαλαιουχικών αγαθών) από τον ένα σύζυγο για την αύξηση της περιουσίας του άλλου, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, που έχει ως σκοπό την εξυπηρέτηση της λειτουργίας του κοινού βίου, στο μέτρο, που προσδιορίζεται από τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής, υπό το καθεστώς της περιουσιακής αυτοτέλειας των συζύγων, που συνεισφέρουν ανάλογα με τις δυνάμεις τους στις ανάγκες του οικογενειακού βίου (Α.Π. 350/2020).

Ως εκ τούτου, το κεφάλαιο που διατίθεται από τον ένα σύζυγο, με συνέπεια να περιέλθει, κατά τα ανωτέρω, στην περιουσία του άλλου, δεν συνιστά κατάρτιση συμβάσεως δωρεάς του πρώτου προς το δεύτερο -η οποία έχει ως αυτόθροη συνέπεια το μη συνυπολογισμό του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου στην αύξηση της περιουσίας του τελευταίου (δωρεοδόχου)- εφόσον δεν έχει εκφραστεί ρητά η προς τούτο συμφωνία των συμβληθέντων.

Και τούτο διότι, υπό την εκδοχή αυτή, η οποία αντιβαίνει στο γράμμα και το σκοπό του νόμου, η οποιαδήποτε παροχή περιουσιακών αγαθών, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, θα απέβαινε, άνευ άλλου, σε περίπτωση λύσης του γάμου ή διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, σε αιτία πλουτισμού του ενός συζύγου σε βάρος της περιουσίας του άλλου.

Με το λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ελέγχεται η τυχόν ευθεία παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κανόνων, που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις και δη την κτήση, αλλοίωση ή κατάργηση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους. Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχεται αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμω βάσιμη ή απορρίφθηκε, με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου περί του περιεχομένου της αγωγής ή του ισχυρισμού των διαδίκων, ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν, με βάση τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.Α.Π. 28/1998, Α.Π. 677/2021, Α.Π. 99/2020, Α.Π. 1292/2010).

Κατά τη διάταξη από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, αν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικώς με ορισμένο ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό: α) δεν εκτίθενται παντάπασι πραγματικά περιστατικά (παντελής έλλειψη αιτιολογίας), β) τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία, με την οποία ισοδυναμεί εννοιολογικώς η ενδοιαστική αιτιολογία) και γ) τα περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική) αιτιολογία, εφόσον, όμως, στις ανωτέρω περιπτώσεις, υπάρχει αδυναμία να ελεγχθεί αναιρετικώς η ακολουθία της δικανικής κρίσης περί εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου (Ολ.Α.Π. 9/2016, Ολ.Α.Π. 9/2013 Ολ.Α.Π. 24/1992, Α.Π. 29/2020, Α.Π. 24/2020, Α.Π. 253/2013, Α.Π. 343/2012).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με λόγο εφέσεως ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 του Κ.Πολ.Δ., με τις προτάσεις, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτώς, κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ., προτείνεται για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, με την επίκληση των προϋποθέσεων της βραδείας προβολής του (Α.Π. 353/2020, Α.Π. 383/2018, Α.Π. 9/2014).

Από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο (θρησκευτικό) γάμο στην Αθήνα, στις 5-11-1995, από τον οποίο δεν απέκτησαν τέκνα. Η έγγαμη συμβίωσή τους δεν εξελίχθηκε ομαλά και διακόπηκε οριστικά την 13-07-2009.

Η εναγομένη, κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου της με τον ενάγοντα, είχε στην πλήρη κυριότητά της τα εξής ακίνητα: α) ποσοστό 37,5% εξ αδιαιρέτου επί της ψιλής κυριότητας ενός διαμερίσματος, εμβαδού 120 τ.μ. ευρισκομένου στον τρίτο όροφο οικοδομής κείμενης στην οδό ..., β) ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί της κυριότητας τριών γεωτεμαχίων, εμβαδού 34.140 τ.μ., 1070 τ.μ.

και 27.460 τ.μ. αντίστοιχα, κείμενων στη νήσο Κω Δωδεκανήσου και γ) ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί της κυριότητας ενός διαμερίσματος εμβαδού 70 τ.μ. ευρισκόμενου στο ισόγειο οικοδομής κείμενης στα ..., το οποίο το έτος 1996 μεταβίβασε αιτία πωλήσεως. Εξ άλλου, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, η εναγομένη απέκτησε την κυριότητα των κάτωθι ακινήτων, την οποία εξακολουθούσε να διαθέτει και κατά τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης (13-7-2012) με την έναντι εκάστου ακινήτου αξία κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και της συζήτησης αυτής, α) Δυνάμει του με αριθμό …/1996 συμβολαίου αγοράς ακινήτου του συμβολαιογράφου Αθηνών Σταματίου Κατωπόδη, όπως διορθώθηκε με το με αριθμό …/2000 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Άννας Καλλίτση-Παναγοπούλου ένα οικόπεδο μετά της επ' αυτού τριώροφης οικοδομής, ευρισκόμενο στην … (περιοχή …)..., εκτάσεως 119,52 τ.μ...

Η αξία του εν λόγω ακινήτου, κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής (23.9.2014) αλλά και κατά τον χρόνο της συζήτησής της (23.3.2015) ανερχόταν στο ποσό του 1.000.000,00 ευρώ. β) Δυνάμει του με αριθμό …/2002 συμβολαίου αγοράς της συμβολαιογράφου Καλλονής Λέσβου Ειρήνης Μπακαρατζή-Βογιατζή, ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 9.940,20 τ.μ., στην περιοχή Αγία Λεμονή στη νήσο …, η αξία του οποίου, κατά τον ως άνω χρόνο, ανερχόταν σε 70.000,00 ευρώ, γ) Δυνάμει του με αριθμό …/2002 συμβολαίου αγοράς της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Ειρήνης Μπακαρατζή-Βογιατζή, ένα αγροτεμάχιο, εκτάσεως 21.980,10 τ.μ., ευρισκόμενο στη θέση "..." ή "..." ή "'Αγιος Γεώργιος" της κτηματικής περιφέρειας Τ.Δ.

… της νήσου …, αξίας 290.000,00 ευρώ, δ) Δυνάμει του με αριθμό …/2002 συμβολαίου αγοράς της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου..., ένα αγροτεμάχιο, εκτάσεως 7.658,30 τ.μ., ευρισκόμενο στη θέση "..." ή "..." ή "'Αγιος Γεώργιος" της κτηματικής περιφέρειας Τ.Δ. ... της νήσου …, αξίας 90.000,00 ευρώ, ε) Δυνάμει του με αριθμό …/2002 συμβολαίου αγοράς της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου..., ένα αγροτεμάχιο, εκτάσεως 538,25 τ.μ., ευρισκόμενο στη θέση "..." ή "..." ή "'Αγιος Γεώργιος" της κτηματικής περιφέρειας Τ.Δ. ...

της νήσου …, αξίας 1.000,00 ευρώ, στ) Δυνάμει του με αριθμό …/2003 συμβολαίου αγοράς της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου..., ένα αγροτεμάχιο, εκτάσεως 12.047,12 τ.μ., ευρισκόμενο στη θέση "..." ή "..." (ειδική ονομασία "δελφίνια") της κτηματικής περιφέρειας Τ.Δ. ... της νήσου Λέσβου, αξίας 260.000,00 ευρώ. Οι σημειούμενες ως αποδειχθείσες αξίες των παραπάνω ακινήτων προκύπτουν από την εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των παραπάνω μνημονευθέντων αποδεικτικών μέσων, συμπεριλαμβανομένης και της ελεύθερα εκτιμώμενης από το Δικαστήριο έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, σε συνδυασμό πάντοτε και με τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους διαδίκους αντίστοιχα εκθέσεις των τεχνικών τους συμβούλων...

ζ) Δυνάμει του με αριθμό …./2003 βρετανικού τίτλου ιδιοκτησίας, ένα διαμέρισμα που βρίσκεται στην περιοχή ... (...) του ..., επί της οδού ... (flat … …ος όροφος), εμβαδού 54 τ.μ., αξίας... 861.000,00 ευρώ, η) Δυνάμει του με αριθμό …/….-11-2003 βρετανικού τίτλου ιδιοκτησίας, ένα έτερο διαμέρισμα στην περιοχή ... (...) του ..., επί της οδού ... (flat …, …ος όροφος), αξίας... 861.000,00 ευρώ...

Το τελευταίο από τα παραπάνω ακίνητα προστίθεται για την εξεύρεση της τελικής περιουσίας της εναγομένης, διότι ναι μεν αυτή, στις 31.01.2014, το μεταβίβασε αιτία πωλήσεως, αντί του ποσού των 700.000 λιρών Αγγλίας (ισάξιου τότε 861.000 ευρώ), εν τούτοις, κατά τον χρόνο, κατά τον οποίο γεννήθηκε η αξίωση συμμετοχής του ενάγοντος στα αποκτήματα, ήτοι κατά τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης (13.07.2012), που λαμβάνεται υπόψη για την εξεύρεση της τελικής περιουσίας, το ακίνητο υπήρχε στην περιουσία της...

Αντιθέτως, το με αριθμό 7 ακίνητο της αγωγής δεν υπολογίζεται για την εξεύρεση της τελικής περιουσίας της εναγομένης, αφού αποδείχθηκε ότι η τελευταία προσυμφώνησε να αγοράσει το αναφερόμενο αγροτεμάχιο, χωρίς όμως να προκύπτει από κανένα στοιχείο ότι καταρτίστηκε και το οικείο πωλητήριο συμβόλαιο...

Επίσης, δεν υπολογίζεται και το με αριθμό 10 ακίνητο της αγωγής, το οποίο η εναγομένη απέκτησε μεν κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον ενάγοντα, πλην όμως πριν τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης το μεταβίβασε λόγω πώλησης, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι σώζεται αντάλλαγμα, ήτοι το τίμημα αυτού.

Συνεπώς, η περιουσία της εναγομένης, διαρκούντος του γάμου της με τον εναγόμενο αυξήθηκε κατά το ποσό των 3.443.000,00... ευρώ. Αποδείχθηκε δε περαιτέρω ότι η απόκτηση της ανωτέρω περιουσίας από την εναγομένη επιτεύχθηκε αποκλειστικά (σε ποσοστό 100%) με χρήματα που διέθεσε ο ενάγων, χωρίς οποιαδήποτε αντίστοιχη δική της οικονομική συμμετοχή.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, από το έτος 1972 έως το έτος 1974, παράλληλα με τη φοίτησή της στην Πάντειο Ανωτάτη Σχολή Πολιτικών Επιστημών (ήδη Πάντειο Πανεπιστήμιο) εργάστηκε ως ιδιωτική υπάλληλος στις εταιρίες του Ομίλου Μποδοσάκη. Από το έτος 1976 έως το έτος 1997, εργάστηκε αρχικά ως μετακλητή υπάλληλος στην Προεδρία της Δημοκρατίας και ακολούθως, ως μόνιμη υπάλληλος στο Υπουργείο Πολιτισμού, αποσπασμένη στην Προεδρία της Δημοκρατίας.

Οι μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονταν κατά μέσο όρο στο ποσό των 800,00 ευρώ, ενώ, για την κάλυψη των εξόδων διαβιώσεώς της, τη συνέδραμε οικονομικά ανά τακτά χρονικά διαστήματα και η συνταξιούχος μητέρα της. Επίσης, μετά τη λύση του γάμου της με τον πρώτο σύζυγό της Α. Α., έλαβε από τον τελευταίο, προς διευθέτηση των μεταξύ τους οικονομικών θεμάτων, το ποσό των 3.000.000 δρχ. (ισάξιο 8.081,11 ευρώ)...

Εξάλλου, δυνάμει του με αριθμό …/….05.1996 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Κατατζίκου, μεταβίβασε λόγω πώλησης ακίνητο της κυριότητάς της κατά ποσοστό ενός δευτέρου (1/2) εξ αδιαιρέτου, αντί τιμήματος 27.936,18 ευρώ, ενώ πολύ πριν από το γάμο της με τον ενάγοντα, ήτοι το έτος 1988, είχε πωλήσει έτερο ακίνητο, αντί τιμήματος 600.000 δρχ.

Περαιτέρω, η εναγομένη, προκειμένου να θεμελιώσει τον ισχυρισμό της ότι διέθετε αξιοσημείωτο ποσό κεφαλαίου πριν την τέλεση του γάμου της με τον ενάγοντα, διατείνεται ότι κατά την τέλεση του πρώτου γάμου της, είχε λάβει από τον πατέρα της, ως οικονομική ενίσχυση, το ποσό των 52.000.000 δρχ. καθώς και το ποσό των 12.000.000 δρχ.

από τον αδελφό της μητέρας της. Ο ισχυρισμός της όμως αυτός κρίνεται αβάσιμος... Επίσης ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι έως το έτος 1996 παρέδωσε στον ενάγοντα συνολικά 50.000.000 δρχ. δεν κρίνεται πειστικός... Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το σύνολο των προεκτεθέντων εισοδημάτων της εναγομένης, δεν δικαιολογεί την απόκτηση εκ μέρους της τόσο μεγάλης ακίνητης περιουσίας.

Αντιθέτως, τούτο δικαιολογείται από την επαγγελματική ενασχόληση του ενάγοντος, ο οποίος, σημειωτέον ότι προέρχεται από ιδιαιτέρως εύπορη οικογένεια. Ειδικότερα, ο ενάγων από το έτος 1983 δραστηριοποιείτο επαγγελματικά, αποκλειστικά στον χώρο του χρηματιστηρίου, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στις διεθνείς αγορές, πραγματοποιώντας, μέσω χρηματιστηριακών εταιριών...

διάφορες συναλλαγές, ήτοι προέβαινε σε διαδοχικές αγοραπωλησίες μετοχών εισηγμένων στο χρηματιστήριο και από αυτή τη δραστηριότητα, λαμβάνοντας την υπεραξία των μεταπωλούμενων μετοχών σε χρήμα, κέρδιζε μεγάλα χρηματικά ποσά. Το αρχικό δε κεφάλαιο για την επαγγελματική του ενασχόλησή του με το χρηματιστήριο, εξοικονόμησε από την πώληση, το έτος 1983, οικογενειακού του ακινήτου του, ευρισκόμενου στην ..., αντί τιμήματος ισάξιου 70.000 ευρώ περίπου.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, προκειμένου να μη γίνονται αντιληπτές οι κινήσεις του στο χρηματιστήριο με την εμφάνιση του ονόματός του στην υπηρεσία εκκαθάρισης αποθετηρίων τίτλων του Χ.Α.Α., συχνά συναλλασσόταν στο όνομα της εναγομένης, καθώς και άλλων τρίτων προσώπων, για δικό του όμως λογαριασμό, καθόσον χρησιμοποιούσε δικά του κεφάλαια.

Περί του γεγονότος τούτου, ήτοι ότι ο ενάγων χρησιμοποιούσε το όνομα της εναγομένης στις χρηματιστηριακές συναλλαγές για δικό του όμως λογαριασμό, χρησιμοποιώντας δικά του κεφάλαια, κατέθεσε ενόρκως η ίδια η εναγομένη σε ανύποπτο χρόνο, ήτοι στις 19.12.2000 ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπου κατηγορείτο ο ενάγων για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, για την οποία αθωώθηκε.

Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι οι χρηματιστηριακές συναλλαγές γίνονταν στο όνομά της και για δικό της λογαριασμό, διότι τα κεφάλαια που επενδύονταν ανήκαν αποκλειστικά σε εκείνη... αποδεικνύεται αβάσιμος στην ουσία του... Τα ανωτέρω, εξάλλου, ενισχύονται και το γεγονός ότι η εναγομένη, με την από 12.12.1997 δήλωσή της σε συνδυασμό με την από 01.12.1997 επιστολή της προς τη χρηματιστηριακή εταιρία "Πήγασος ΑΧΕ" γνωστοποίησε στα αρμόδια όργανα αυτής την έλλειψη επιθυμίας της για διεξαγωγή χρηματιστηριακών συναλλαγών στο όνομά της και ζητούσε από την εν λόγω εταιρία να επιβεβαιώσει ότι ο ενάγων είχε παύσει πλέον να διεξάγει χρηματιστηριακές συναλλαγές με τον κωδικό που χρησιμοποιούσε με το όνομά της, καταδεικνύει την έλλειψη ίδιων κεφαλαίων της εναγομένης προς επένδυση στο χρηματιστήριο...".

Συνακόλουθα, το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων: α) απέρριψε κατ' ουσία την έφεση και τον πρόσθετο λόγο αυτής, που άσκησε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα κατά της 4112/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσία η αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και β) δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την ως άνω εκκληθείσα απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία δέχθηκε εν μέρει ως ουσία βάσιμη, κατά την κύρια βάση αυτής και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό τω 3.089.000 ευρώ, που αφορά στο ποσοστό 90% της αυξήσεως της περιουσίας της, κτηθείσας κατά τη διάρκεια του γάμου τους, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα με το να δεχθεί 1) ότι, κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, επήλθε αύξηση της περιουσίας της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 3.433.000 ευρώ, 2) ότι η περιουσία αυτή, αποτελούμενη από τα ως άνω περιγραφόμενα ακίνητα, αποκτήθηκε με την αποκλειστική συμβολή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, συμβολή, που, εν τέλει, καθορίστηκε, σύμφωνα με το αίτημα της αγωγής του, σε ποσοστό 90%, δεδομένου ότι αυτός δραστηριοποιείτο επαγγελματικά, επί σειρά ετών, ως χρηματιστής στις ελληνικές και διεθνείς αγορές, μέσω χρηματιστηριακών εταιρειών, διενεργώντας επιτυχείς αγοραπωλησίες μετοχών εισηγμένων στο χρηματιστήριο και αποκερδαίνοντας από τις συναλλαγές αυτές μεγάλα χρηματικά ποσά, 3) ότι, αντιθέτως, η εναγομένη-αναιρεσείουσα, λόγω των περιορισμένων μηνιαίων εισοδημάτων της από την εργασία της ως υπαλλήλου και της μικρής αξίας ακίνητης περιουσίας της, μέρος της οποίας είχε εκποιήσει, δεν συνέβαλε στην απόκτηση των επίδικων ακινήτων, απορρίπτοντας κατ' ουσία τον ισχυρισμό, τον οποίο προέβαλε τόσον πρωτοδίκως, αμυνόμενη κατά της αγωγής του όσον και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, 4) ότι ο ενάγων-αναιρεσίβλητος προέβαινε, συχνά, σε χρηματιστηριακές συναλλαγές τύποις (εικονικά) στο όνομα της συζύγου του (αναιρεσείουσας), στην πραγματικότητα όμως, ενεργούσε για λογαριασμό του και με δικά του κεφάλαια, αφού αυτή δεν είχε την οικονομική ευχέρεια να εμπλακεί σε τέτοιες συναλλαγές και 5) ότι η, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, απόκτηση των επίδικων ακινήτων, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, στο όνομα της εναγομένης-αναιρεσείουσας, οφείλεται στην εκ μέρους του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου διάθεση κεφαλαίων, προερχόμενων από την ως άνω επικερδή επαγγελματική του δραστηριότητα, ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας, στην προκειμένη περίπτωση, τις ανωτέρω διατάξεις , υπαγάγοντας ορθά σ' αυτές τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, που, ανελέγκτως, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση αναλυτικές, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, διατύπωσε το αποδεικτικό του πόρισμα ότι η προαναφερόμενη αύξηση της περιουσίας της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας αποτελεί απόκτημα, οφειλόμενο αποκλειστικώς στη συμβολή του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου.

Περαιτέρω, η διαλαμβανόμενη στο πρώτο σκέλος της επικουρικής αιτίασης από τον αριθμό 1α' του άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 1400 του Α.Κ. στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προβλήθηκε στα Δικαστήρια της ουσίας από την ήδη αναιρεσείουσα, ήτοι τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τις προτάσεις της, αμυνόμενη κατά της αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου όσο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, είτε με λόγο της έφεσής της είτε με τις προτάσεις της, προς αντίκρουση της έφεσης του αντιδίκου της και συγκεκριμένα ότι τα επίδικα ακίνητα αποκτήθηκαν στο όνομά της, λόγω δωρεάς από τον αναιρεσίβλητο προς αυτήν των χρηματικών κεφαλαίων προς απόκτησή τους, τον οποίο (ισχυρισμό) προέβαλε, το πρώτον, με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.

Αντίθετα, σε όλα τα στάδια της δίκης αυτής, υποστήριξε, όπως προεκτίθεται, ότι τα επίδικα ακίνητα αποκτήθηκαν με δικά της περιουσιακά στοιχεία, χωρίς τη συμβολή του αναιρεσιβλήτου. Συνακόλουθα, ο σχετικός αναιρετικός λόγος κρίνεται απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Μετά ταύτα, αμφότεροι οι λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχα και συγκεκριμένα ότι η απόφαση αυτή α) περιέχει ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού, καθόσον δεν αναφέρεται αν οι περιουσιακές επιδόσεις χρηματικών ποσών, δυνάμει των οποίων η αναιρεσείουσα απέκτησε τα κρίσιμα ακίνητα εχώρησαν από χαριστική ή επαχθή αιτία, παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 1400 του Α.Κ.

και β) εσφαλμένα υπήγαγε στο πραγματικό του εν λόγω άρθρου, ως αύξηση περιουσίας, την αξία των ως άνω ακινήτων, δεδομένου ότι η απόκτηση τούτων εχώρησε από τη διάθεση των γενόμενων προς αυτή δωρεών του αναιρεσιβλήτου, πρέπει ν' απορριφθούν, πρωτίστως, ως απαράδεκτοι.

Τέλος, αναφορικά με την επίκληση από την αναιρεσείουσα της διάταξης της παρ. 4 του άρθρου 562 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να σημειωθεί ότι, στην προκειμένη περίπτωση, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, καθόσον το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου υπόκειται, όπως και ο διάδικος, στους περιορισμούς της παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου (Α.Π. 347/2006, Α.Π. 382/1983) και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να εξετάσει αυτεπαγγέλτως λόγο αναίρεσης από τους αναφερόμενους στην παρ. 4 του άρθρου τούτου, ήτοι, της εκ πλαγίου παραβιάσεως του άρθρου 1400 του Α.Κ. (559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.), την έρευνα του οποίου, αυτεπαγγέλτως, ζητεί η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη την εφαρμογή της υπόψη διάταξης, δεδομένου ότι αυτός στηρίζεται σε ισχυρισμό, που δεν είχε προταθεί νομίμως στα Δικαστήρια της ουσίας. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί αυτή στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός του (άρθρ. 176, 180 παρ.1, 182, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4-12-2019 (11599/1129/5-12-2019) αίτηση της Ε. Ξ. του Α. για αναίρεση της 5124/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1 Νοεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ