Supreme Court dismisses appeal in expropriation case, upholding lower court's finding of partial benefit for landowners.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the municipality's appeal against the Third Instance Court of Piraeus regarding an expropriation dispute. The court found that the lower court correctly applied the law by determining the landowners derived only 30% benefit from the urban planning changes, rather than the 70% required to trigger a cash compensation obligation. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the municipality was ordered to pay the appellants' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 18, 19, 20 of Law 2882/2001; The Supreme Court holds that the burden of proof regarding the benefit of ownership lies with the expropriating authority, and a finding of partial benefit (30%) legally exempts the owner from the full cash compensation obligation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1268 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1268/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΝΙΚΑΙΑΣ - ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΡΕΝΤΗ", που εδρεύει στη Νίκαια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη - Παναγιώτη Κλαπαδάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 23-9-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Σ. του Β. και 2) Α. Μ. του Χ., συζ. Α. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δήμητρα Γαβαλά με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-03-2008 (αρ. εκθ. κατ. 49/2008) αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του (τότε αυτόνομου) Δήμου Αγίου Ιωάννη Ρέντη, που κατατέθηκε στο Εφετείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκε με την από 26-03-2008 (αρ. εκθ. κατ. 50/2008) αίτηση και την διά των προτάσεων ανταίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκε η 776/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 30-10-2009 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 1762/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 371/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 04-12-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 04-12-2016 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΝΙΚΑΙΑΣ - ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΡΕΝΤΗ" προσβάλλεται η 371/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο δικάζοντας ως δικαστήριο της παραπομπής, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων (άρθρα 18 παρ. 1,2,3,19 παράγραφοι 5,7,9 και 20 παράγραφοι 1,3,6,7,8 του Ν. 2882/2001), μετά από αναίρεση της υπ' αριθμ. 776/2008 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς με τη 1762/2012 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου) ,συνεκδίκασε αντιμωλία των διαδίκων την από 26-03-2008 και με αρ. κατάθ. 49/2008 αίτηση του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος με την από 26-3-2008 και με αρ. κατάθ. 50/2008 αίτηση των αναιρεσιβλήτων, καθώς και την ασκηθείσα με τις από 28-04-2017 προτάσεις των τελευταίων ανταίτηση. Για το παραδεκτό της άσκησης της κρινόμενης από 04-12-2018 αίτησης αναίρεσης της 371/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς και για την πρόσληψη του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ο αναιρεσείων Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΝΙΚΑΙΑΣ-ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΡΕΝΤΗ" προσκομίζει, κατ' άρθρο 72 παρ. 1 εδ. ιγ’ και ιε’ του ν. 3852/2010: α) τις 43/2018 και 24/2019 αποφάσεις της Οικονομικής Επιτροπής του, β) τις 438/1018 και 7202/2019 αποφάσεις του Δημάρχου του και γ) το 1115/24-9-2020 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Πειραιά Γιαννούλας Χονδροκούκη.
Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 αρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι οι διάδικοι, με αιτήσεις τους προς το Εφετείο Πειραιώς, επικαλούμενοι πράξη εφαρμογής μελέτης του πολεοδομικού σχεδίου της πολεοδομικής ενότητας "ΕΛΑΙΩΝΑΣ" των Δήμων Αθηναίων, Αγίου Ιωάννη Ρέντη, Αιγάλεω Περιστερίου και Ταύρου, ζήτησαν τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τη μετατραπείσα σε χρήμα εισφορά γης τμήματος της ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων, ενώ οι τελευταίοι με ανταίτησή τους ζήτησαν και την αναγνώριση της ανυπαρξίας ωφέλειας από το νέο πολεοδομικό σχέδιο. Επί των αιτήσεων και της ανταίτησης εκδόθηκε η 776/2008 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου που αναιρέθηκε με την 1762/2012 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και κατόπιν παραπομπής η προσβαλλομένη, με την οποία, αφού έγιναν δεκτές εν μέρει οι αιτήσεις και η ανταίτηση, καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για το επίδικο ακίνητο των αναιρεσιβλήτων το ποσό των 395 ευρώ ανά τ.μ., ενώ αναγνωρίστηκε ότι η ωφέλειά του από το ως άνω πολεοδομικό σχέδιο ανέρχεται σε ποσοστό 30% επί της ίδιας τιμής.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1, 6 και 7, 9 παρ. 3 εδ. α' και 12 παρ. 13 εδ. α' του ν. 1337/1983 "Επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις", όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το ν. 4315/2014, "Οι ιδιοκτησίες: α) που εντάσσονται στο πολεοδομικό σχέδιο για πρώτη φορά ή β) στις οποίες επεκτείνεται το πολεοδομικό σχέδιο ή γ) που εντάσσονται στο πολεοδομικό σχέδιο και βρίσκονται εκτός των ορίων των οικισμών προ του 1923 ή των οικισμών με πληθυσμό μέχρι δύο χιλιάδες (2.000) κατοίκους υποχρεούνται να συμμετάσχουν με εισφορά γης στη δημιουργία των απαραίτητων κοινόχρηστων χώρων και γενικά στην ικανοποίηση κοινωφελών χρήσεων και σκοπών κατά τις επόμενες διατάξεις.
Η εισφορά γης πραγματοποιείται με την πράξη εφαρμογής του άρθρου 12 του νόμου αυτού, εκτός αν πρόκειται για αστικό αναδασμό ή ενεργό πολεοδομία, οπότε γίνεται με τις διατάξεις του ν. 947/1979 (άρθρο 20 παρ. 1 περιπτώσεις α' και β'). Ως προς τα ποσοστά της εισφοράς γης στις προηγούμενες περιπτώσεις εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 1337/1983.
Σε περίπτωση που η συμμετοχή σε γη πρέπει να ληφθεί από μη ρυμοτομούμενο τμήμα ιδιοκτησίας, πλην όμως κατά την κρίση της αρχής το τμήμα γης που πρόκειται να αποτελέσει αντικείμενο εισφοράς δεν είναι αξιοποιήσιμο πολεοδομικά ή η αφαίρεσή του είναι φανερά επιζήμια για την ιδιοκτησία, μπορεί να μετατρέπεται σε ισάξια χρηματική συμμετοχή που διατίθεται αποκλειστικά για τη δημιουργία κοινόχρηστων και κοινωφελών χρήσεων και σκοπών.
Για την πραγματοποίηση της μετατροπής εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 9 για την εισφορά σε χρήμα (άρθρο 8 παρ. 1, 6 και 7). Η εισφορά σε χρήμα υπολογίζεται με βάση το εμβαδόν της ιδιοκτησίας, όπως αυτή διαμορφώνεται με την πράξη εφαρμογής και την τιμή ζώνης του οικοπέδου κατά το χρόνο κύρωσης της πράξης εφαρμογής (άρθρο 9 παρ. 3 εδ.α').
Ο προσδιορισμός της αξίας των τμημάτων που μετατρέπονται σε χρηματική εισφορά σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 8 γίνεται με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του κεφαλαίου Δ' του ν. 2882/2001 (άρθρο 12 παρ. 13 α'). Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων προκύπτει ότι κατά την επέκταση του σχεδίου πόλεως ή την ένταξη περιοχών σε πολεοδομικό σχέδιο, στην οικεία πολεοδομική μελέτη προβλέπονται κοινόχρηστοι χώροι, για τη δημιουργία των οποίων καθιερώνεται, σε αρμονία με το άρθρο 24 παρ. 3 του Συντάγματος, εκτός των άλλων, και υποχρέωση εισφοράς σε γη εκ μέρους των ιδιοκτητών της περιοχής.
Η εισφορά αυτή πραγματοποιείται με την πράξη εφαρμογής που καθορίζει τα τμήματα που αφαιρούνται από κάθε ιδιοκτησία. Εάν κριθεί ότι το προς εισφορά τμήμα γης που λαμβάνεται από μη ρυμοτομούμενη ιδιοκτησία δεν είναι πολεοδομικά αξιοποιήσιμο ή η αφαίρεσή του είναι προδήλως επιζήμια για την ιδιοκτησία, μπορεί να μετατραπεί σε ισάξια χρηματική συμμετοχή, η οποία προσδιορίζεται από το δικαστήριο κατά τη διαδικασία που ορίζεται από το ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) με βάση την τιμή ζώνης που είχε το ακίνητο κατά το χρόνο κύρωσης της συγκεκριμένης πράξης εφαρμογής.
Η σύνταξη της πράξης εφαρμογής στηρίζεται μεν στα προβλεπόμενα από τις διατάξεις του άρθρου 8 του νόμου 1337/1983 αντικειμενικά κριτήρια που είναι συμβατά ως εύλογα με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1,17 παρ. 1, 24 και 25 του Συντάγματος, πλην όμως η αντικειμενικότητα των κριτηρίων αυτών δεν καθιερώνει αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας και κάθε ιδιοκτήτης μπορεί, επικαλούμενος ανυπαρξία ωφέλειας ή μειωμένη ωφέλεια από την ένταξη της περιοχής του ακινήτου του στο σχέδιο πόλεως ή την επέκταση του σχεδίου, να απαλλαγεί από την εισφορά ή να περιοριστεί αυτή στο μέτρο της ωφέλειας (ΑΠ 2155/2013, ΑΠ 1762/2012, ΑΠ 1625/2010).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 95/2020, ΑΠ 1650/2018).
Κατά το άρθρο 20 παρ 5 του ν. 2882/2001 εάν ασκηθεί παραδεκτώς αίτηση (περί οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης), εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται δύναται να ασκήσει με τις προτάσεις που κατατίθενται, με την ποινή του απαραδέκτου, πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση, αντίθετη αίτηση για τα ίδια ακίνητα για τα οποία ζητείται με την αίτηση ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης.
Ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14, όπως ορθά εκτιμάται, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ανταίτηση που άσκησαν οι αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους για ανατροπή του τεκμηρίου της ωφέλειας, αν και οι προτάσεις δεν κατατέθηκαν 5 ημέρες πριν από τη συζήτηση όπως προβλέπεται από το άρθρο 20 παρ.5 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Εφετείου και την προσβαλλομένη, που παραδεκτά επισκοπούνται, οι περιέχουσες την ανταίτηση προτάσεις των αναιρεσιβλήτων κατατέθηκαν στις 28-4-2017 στη Γραμματεία του Εφετείου, ενώ η συζήτηση διεξήχθη στις 21-09-2017, ώστε ο χρόνος που μεσολάβησε είναι πολύ μεγαλύτερος των 5 ημερών που προβλέπεται, επί ποινή απαραδέκτου, για την άσκηση ανταίτησης στο πλαίσιο της δίκης οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης, κατά το άρθρο 20 παρ. 5 του ν. 2882/2001.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1, 2, 3, 6 και 7 του ν. 2971/2001 το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Νόμου 653/1977 (ΦΕΚ 2142 Α') είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού (παρ. 1).
Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από τον φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης (παρ. 2). Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απ' ευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή επιτροπή (παρ. 3).
Η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται, από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση, στο κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου δικαστήριο (παρ. 6). Οι συνέπειες της παραγράφου 4 του άρθρου 9 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων ισχύουν και στην περίπτωση που η σχετική με το τεκμήριο της ωφέλειας απόφαση του Εφετείου εκδοθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, μη επιτρεπομένου σε κάθε περίπτωση του καθορισμού νέας τιμής μονάδας.
Όποιος δεν κλητεύθηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούται vα ζητήσει με αίτησή του τη διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων μέσα σε πέντε (5) έτη από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έχει λάβει γνώση, μέσα σε έξι (6) μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση (παρ. 7).
Η προβλεπόμενη ως άνω διαδικασία ισχύει επί υποβολής αυτοτελούς (χωριστής) αίτησης, για την ανατροπή (μόνον) του τεκμηρίου ωφέλειας, ενώ στην περίπτωση που το αίτημα εισάγεται στη δίκη περί οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης δεν εφαρμόζεται ούτε η ειδική διαδικασία, ούτε προδικασία και οι προθεσμίες που προβλέπονται από τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 2971/2001.
Στην τελευταία περίπτωση το Εφετείο ερευνά ενιαία την όλη διαφορά και το αίτημα ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, χωρίς το αίτημα αυτό να καθίσταται απαράδεκτο εκ του λόγου ότι δεν έχει τηρηθεί η προδικασία του άρθ. 33 του ν. 2971/2001 (ΑΠ 1420/2018, ΑΠ 34/2015).
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια επίσης εκ του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, όπως ορθά εκτιμάται, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ανταίτηση των αναιρεσιβλήτων για ανατροπή του τεκμηρίου της ωφέλειας, αφού δεν τηρήθηκε η προδικασία του άρθρου 33 του ν. 2971/2001. Ο λόγος αυτός είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 προδικασία δεν απαιτείται όταν η αίτηση περί άρσης του τεκμηρίου της ωφέλειας εισάγεται στη δίκη οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, όπως εν προκειμένω και το Εφετείο με το να κρίνει παραδεκτή την προαναφερόμενη ανταίτηση, αν και δεν είχε τηρηθεί η προδικασία του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, δεν υπέπεσε στην ως άνω πλημμέλεια.
Περαιτέρω, με το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Για να είναι ορισμένος ο ίδιος λόγος, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
Δεν αρκεί για το ορισμένο του προαναφερόμενου λόγου η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.
Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και συνεπώς, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τκ πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 171/2020, ΑΠ 465/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή κυρίως ανεπάρκεια αυτών και: α) έστω και συνοπτικά, οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Δεν έχει όμως εφαρμογή η παραπάνω διάταξη όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 93/2020, ΑΠ 1681/2018).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι με την απόφασή του καθόρισε την εμπορική αξία του επιδίκου οικοπέδου των αναιρεσιβλήτων, λαμβανομένου υπόψη και του μειωτικού συντελεστή αυτού (21%) λόγω μικρής πρόσοψης επί της οδού ..., σε 395 ευρώ ανά τμ. χωρίς να προσδιορίσει την αξία του προ της εφαρμογής του μειωτικού συντελεστή, ενώ μετά την εφαρμογή του συντελεστή αυτού κατέληξε σε κρίση αναντίστοιχη της πραγματικής αγοραίας αξίας του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί, ανεξάρτητα από το ότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το επίμαχο ζήτημα αλλά παρατίθενται τα συγκριτικά στοιχεία που προσκόμισε το αναιρεσείον στο Εφετείο και το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ως προς την αξία του επιδίκου, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 13 του ν. 1337/1983 και 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001, οι οποίες αν και δεν αναφέρονται αριθμητικά, το πραγματικό τους προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του αναιρετηρίου, ο αναιρεσείων επιχειρεί να πλήξει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την αξία του επιδίκου ακινήτου των αναιρεσιβλήτων.
Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1 και 4 του ν. 2971/2001 και του ν. 653/1977, που συνίσταται στο ότι, κατ' εκτίμηση των όσων εκτίθενται στο αναιρετήριο, διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίας ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ωφέλειας του επιδίκου από την εφαρμογή των νέων πολεοδομικών ρυθμίσεων στην περιοχή του.
Το Εφετείο, ως προς την άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας της ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων, δέχτηκε ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το ακίνητο ... βρίσκεται στο ... έχει συνολική επιφάνεια 4.312,47 τμ, από την οποία 1.317,26 τμ (658,63 τμ για κάθε συγκύριο) αποτελούν θεωρητική εισφορά σε γη των αιτούντων...
η υποχρέωση μετατράπηκε σε χρηματική εισοφορά. Το προαναφερόμενο ... περικλείεται από την οδό .... ...Η ιδιοκτησία των καθών - αιτούντων συνορεύει βορείως με την οδό ..., όπου η πρόσοψή της είναι μήκους 28,95 μέτρων...Έχει σχήμα ακανόνιστο με μικρή σχετικά πρόσοψη επί της οδού ... και μεγάλο βάθος. ...Η ευρύτερη περιοχή είναι υποβαθμισμένη...Εξυπηρετείται όμως από όλα τα δίκτυα κοινής ωφέλειας και αστική συγκοινωνία, κατά τα τελευταία δε έτη αποκτά σταδιακά εμπορικό χαρακτήρα λόγω λειτουργίας εκεί εμπορικών επιχειρήσεων και καταστημάτων τραπεζών, επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας κ.λπ.
Η εμπορική ανάπτυξη της περιοχής ευνοείται ιδιαίτερα από το γεγονός ότι διασχίζεται από τους βασικούς οδικούς άξονες της λεωφ. ... και της οδού ......Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το οικόπεδο των ανταιτούντων ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο δη από το 1955 με βάση τους ειδικούς όρους που προβλέπονταν στο από …-12-1955 ΒΔ "Περί εγκρίσεως της οδού ...
από της λεωφόρου ...", το οποίο καθόριζε κατά κανόνα αρτιότητα για το εμβαδόν 1.500 τμ και για το πρόσωπο 18 μ., σύστημα δόμησης πανταχόθεν ελεύθερο, ποσοστό κάλυψης 60% και έμμεσο συντελεστή δόμησης 3 όροφοι επί 60% ήτοι 3X0,60 = 1,80. Μετά τη ρυμοτόμηση με το από 11-02-1991 ΓΊΔ το ανωτέρω οικόπεδο των ανταιτούντων παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο, πλην όμως με δυσμενέστερους όρους, αφού η κατά κανόνα αρτιότητα ορίστηκε για το εμβαδόν 2.000 τμ, για το πρόσωπο 25 μ., ο συντελεστής δόμησης 0,80 και ο συντελεστής κάλυψης 40%-50%, ενώ δεν αποκτά πρόσωπο προς ρυμοτομούμενη έκταση, δεν τακτοποιείται και το σχήμα παραμένει ακανόνιστο.
Η μόνη ωφελεία που έχει είναι ότι παραμένει ακέραιο χωρίς μείωση της επιφάνειάς του και αυξάνεται η εμπορική του αξία τόσο από την ένταξη του ΟΤ όπου βρίσκεται και της ευρύτερης περιοχής σε σχέδιο πόλης όσο και από τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων πρασίνου.Το γεγονός της αύξησης της αγοραίας αξίας του επιδίκου από τη ρυμοτόμηση είναι φανερό και από την αύξηση της αντικειμενικής αξίας του, δεδομένου ότι το έτος 2005 αυτή, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, ανερχόταν σε 137,74 ευρώ ανά τμ, τον Οκτώβριο 2006 σε 259,50 ευρώ ανά τμ ενώ το Δεκέμβριο 2007 έχει αυξηθεί σε 363,80 ευρώ ανά τμ.
Συνεπώς, πρέπει ως προς τους ανταιτούντες να αρθεί το τεκμήριο ωφέλειας της ιδιοκτησίας τους, να αναγνωριστεί ότι δεν υφίσταται υποχρέωσή τους προς αποζημίωση του δικαιούχου Δήμου όσον αφορά στη μετατραπείσα σε χρήμα υποχρέωσή τους προς εισφορά σε γη κατά ποσοστό 70% επί της οριζομένης με την παρούσα οριστικής τιμής μονάδας και να περιοριστεί η υποχρέωσή τους στο 30% της ίδιας τιμής".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών και συγκριμένα ως προς την ανυπαρξία ωφέλειας κατά ποσοστό 70% και την ύπαρξη ωφέλειας κατά 30% επί της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για την εισφορά του επιδίκου σε χρήμα, κατά μερική ανατροπή του μαχητού τεκμηρίου ωφέλειας αυτού και συνεπώς δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα με κριτήρια που αφορούν αφενός στην ένταξη του ΟΤ στο οποίο βρίσκεται το επίδικο και της ευρύτερης περιοχής στο σχέδιο πόλεως με τη δημιουργία χώρων πρασίνου και αφετέρου στη μη απόκτηση προσώπου προς ρυμοτομούμενη έκταση και τη θέσπιση δυσμενέστερων όρων δόμησης, κατέληξε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, στο σαφές και επαρκές αποδεικτικό πόρισμά του ότι το ως άνω ακίνητο των αναιρεσιβλήτων από την εφαρμογή νέας πολεοδομικής μελέτης στην πολεοδομική ενότητα "ΕΛΑΙΩΝΑΣ" Αττικής, όπου βρίσκεται, αποκόμισε ωφέλεια μόνον κατά 30% και ότι κατά το υπόλοιπο 70% δεν υφίσταται ωφέλεια.
Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων που ηττήθηκε στη δίκη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων όμως κατ' άρθρο 276 παρ. 1 και 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 04-12-2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. 1391/150/2018) αίτηση του Δήμου Νίκαιας-Αγίου Ιωάννη Ρέντη για αναίρεση της 371/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ