Legislator Case Law & Legislation
1268/2019 AI generated

Appeal dismissed; appeal against non-appearing party inadmissible; other parties lose and pay costs.

Case Number 1268/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the first four appellants, ordering them to pay the respondent's legal costs due to their defeat. The appeal regarding the fifth appellant, who failed to appear, was declared inadmissible because the court proceeded ex officio. The court upheld the lower court's findings that the appellants' actions were not abusive and that the respondent's status as a public benefit enterprise justified specific legal protections.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1)-(2) and 94(1) of the Code of Civil Procedure; Article 96(1) and Article 63 of Law 4509/2017: If a party fails to appear or participate properly, the court examines the matter ex officio and may proceed as if that party were present; failure to appear by the party who accelerates the hearing renders the hearing invalid for that party, resulting in inadmissibility of the appeal.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility ex officio examination failure to appear legal costs award public benefit enterprise

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 94(1) of the Code of Civil Procedure
Article 96(1) of the Code of Civil Procedure
Article 63 of Law 4509/2017
Article 17(1) of the Constitution
Article 1 of the First Protocol to the ECHR
Article 281 of the Civil Code
Article 652 of the Civil Code
Article 669(2) of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
OLAP 22/2005
OLAP 38/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1268 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1268/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2 Απριλίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Σ. του Π., κατοίκου ..., 2) Σ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 3) Ι. Α. του Β., κατοίκου ..., 4) Ε. Μ. του Ε., κατοίκου ..., και 5) Μ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., εκ των οποίων ο 5ος δεν παραστάθηκε, οι δε λοιποί παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Περράκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "...", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Ευγενίας Σαράφογλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 5781/19-12-2013. Εκδόθηκαν η 186/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η 1443/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-12-2017 και με αριθμό κατάθεσης 990/29-12-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.

Ο πληρεξούσιος των παρισταμένων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη ότι η επίσπευση από αυτόν της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ.1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ενώ με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α' 201/22-12-2017) προστέθηκε στην παρ.3 του ως άνω άρθρου δεύτερο εδάφιο, με το οποίο ορίζεται ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται και με ιδιωτικό έγγραφο, με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής.

Η δοθείσα πληρεξουσιότητα παρέχει στο δικηγόρο, σύμφωνα με το άρθρο 97 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, το δικαίωμα να εκπροσωπεί στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε και να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ενδίκων μέσων, κατά δε το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ.1 ΚΠολΔ, για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005).

Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του μη παρισταμένου ή του μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

2.Στην προκειμένη περίπτωση, από την ...91/31-10-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ν. Μ., που με επίκληση προσκομίζουν οι επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης από 12-12-2017 και με αριθμό κατάθεσης 990/29-12-2017 αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του Β1 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (2-4-2019), καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων Ανδρέα Περράκη, προς το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...".

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο, ο εκ των αναιρεσειόντων Μ. Κ. του Χ. (5ος) δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Από τα στοιχεία, όμως, της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται η παροχή ρητής πληρεξουσιότητας στον πιο πάνω δικηγόρο εκ μέρους του αναιρεσείοντος Μ.

Κ., προκειμένου να επισπεύσει και για λογαριασμό του τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε προκύπτει κλήτευση αυτού εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου για να παραστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο, καθόσον δεν προσκομίζεται σχετική έκθεση επίδοσης. Επομένως, εφόσον ο ως άνω αναιρεσείων δεν επέσπευσε νόμιμα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκε νόμιμα, υφισταμένης απλής ομοδικίας μεταξύ των αναιρεσειόντων, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τον ανωτέρω διάδικο, ο οποίος δεν παρίσταται, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτόν και να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης ως προς τους λοιπούς παρισταμένους διαδίκους.

3.Στο άρθρο 2 παρ.2 του α.ν. 173/1967 ορίζεται ότι, στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή τράπεζα ή επιχείρηση και οργανισμός κοινής ωφέλειας ή επιχείρηση επιχορηγούμενη από το κράτος, η αποζημίωση που οφείλεται σύμφωνα με το ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, δεν δύναται να υπερβαίνει σε κάθε περίπτωση το ποσό των 240.000 δραχμών και ότι καταργείται κάθε αντίθετη ειδική διάταξη νόμου ή σύμβασης οποιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχον έθιμο.

Το ανώτατο αυτό όριο αποζημίωσης αυξήθηκε διαδοχικά και ήδη, με το άρθρο 21 παρ.13 του ισχύοντος ν. 3144/2003, έχει προσδιορισθεί στο ποσό των 15.000 ευρώ. Ακόμη, στο άρθρο 1 παρ.1 του ν.δ. 618/1970 ορίζεται ότι τα ανώτατα όρια αποζημίωσης, που καθορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967, ισχύουν για κάθε περίπτωση αποζημίωσης, που οφείλεται, δυνάμει γενικής ή ειδικής διάταξης νόμου ή κανονισμού ή σύμβασης, στους υπαλλήλους ή εργάτες, οι οποίοι συνδέονται με οποιαδήποτε σχέση εργασίας με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις τράπεζες, τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας ή επιχειρήσεις επιχορηγούμενες από το κράτος και αποχωρούν ή απομακρύνονται ή απολύονται από την εργασία και ότι καταργείται κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη νόμου, κανονισμού, σύμβασης οποιασδήποτε μορφής και εθίμου.

Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θέσπισής τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των προαναφερόμενων μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των άλλων οργανισμών και επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων και των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικά τους φορολογούμενους ή το κόστος των παρεχόμενων στους πολίτες υπηρεσιών (ΟλΑΠ 20/2006, ΟλΑΠ10/1998), αποτελούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών και υπερισχύουν γι' αυτό των ευνοϊκότερων όρων των ΣΣΕ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990.

Οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων, που ελέγχονται από το Δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημοσίου χαρακτήρα. Αποφασιστικό, όμως, στοιχείο για το χαρακτηρισμό μίας επιχείρησης ως κοινής ωφέλειας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της, οι οποίες πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (ΟλΑΠ 20/2006, ΑΠ 998/2017).

4.Εξάλλου, με το άρθρο 3 παρ.1 του ν. 2012/1992, ιδρύθηκε το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "..." (...), το οποίο, όπως ρητώς ορίζεται στην παρ.3 του ίδιου άρθρου, είναι κοινωφελές, τα δε τυχόν κέρδη του κατά πρώτο μεν λόγο διατίθενται για την ανανέωση και τον εκσυγχρονισμό του ιατρικού και λοιπού εξοπλισμού, κατά δεύτερο δε λόγο περιέρχονται στο Δημόσιο. Τελεί υπό την εποπτεία του Κράτους, ασκούμενη από τον Υπουργό Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Πόροι του δε είναι, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.1 περ. ζ' και 3 του ίδιου νόμου, η επιχορήγηση από το Δημόσιο.

Συνεπώς, μισθωτοί που απασχολούνται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως υπάλληλοι του ως άνω νομικού προσώπου, απολυόμενοι από την εργασία τους για οποιοδήποτε λόγο, δικαιούνται αποζημίωσης, της οποίας το ύψος δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ (ΑΠ 1068/2002). Περαιτέρω, με την Α3α/10195/92 (ΦΕΚ Β' 692/25-11-1992) απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 13 και 15 του ν. 2012/1992, εγκρίθηκε ο έχων ισχύ νόμου εσωτερικός κανονισμός λειτουργίας του εν λόγω νομικού προσώπου, ο οποίος τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τις Υ4α/11432/93 (ΦΕΚ Β' 928/1993), Υ4α/619/94 (ΦΕΚ Β' 91/1994) και Α1α/13779/99 (ΦΕΚ Β' 235/1-3-2000) υπουργικές αποφάσεις. Στη συνέχεια, με την Υ4α/127426/11 (ΦΕΚ Β' 88/30-1-2012) απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, εγκρίθηκε η αναμόρφωση του εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας του ..., στο άρθρο 37 παρ.4 περ.β' του οποίου ορίζεται ότι στους εργαζομένους απαγορεύεται να παρέχουν τις υπηρεσίες τους παράλληλα και σε άλλον εργοδότη μετά το πέρας του ωραρίου τους, χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια του διοικητικού συμβουλίου, η οποία χορηγείται εφόσον δεν διαταράσσεται η απόδοση του εργαζομένου ή η εύρυθμη λειτουργία του Κέντρου. Αντίστοιχη απαγόρευση παράλληλης απασχόλησης σε άλλον εργοδότη χωρίς άδεια, περιείχε και ο προηγούμενος κανονισμός στο άρθρο 26 αυτού (ΥΑ Α1α/13779/99).

5.Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών, τα δε επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογίες", ώστε να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 757/2015, ΑΠ 2102/2014).

6.Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 1443/2016 απόφασή του, εκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα εξής ουσιώδη:

Δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι τέσσερις πρώτοι ενάγοντες (και ήδη αναιρεσείοντες) προσλήφθηκαν και απασχολήθηκαν στο εναγόμενο ΝΠΙΔ, με την επωνυμία "..." (ήδη αναιρεσίβλητο), από 11-4-1994 ο πρώτος ως τεχνολόγος ακτινολογίας, από 2-6-1998, 5-6-2001 και 29-5-2001 οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτη, αντίστοιχα, ως νοσηλεύτριες.

Ότι από 19-4-2012 εντάχθηκαν στο νέο εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας του εναγομένου, με σχετική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου αυτού. Ότι την 30-9-2013, το εναγόμενο κατήγγειλε εγγράφως τις εργασιακές συμβάσεις των εναγόντων, καταβάλλοντας στον καθένα εξ αυτών ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 15.000 ευρώ.

Ότι ενόψει του ότι το εναγόμενο, κατά τον ιδρυτικό αυτού νόμο, είναι κοινωφελής επιχείρηση, επιχορηγούμενη από το Κράτος, η δε επιχορήγηση αυτού από το Δημόσιο κατά τα τελευταία έτη ανήλθε σε 8.100.000 ευρώ για το έτος 2010, σε 7.700.000 ευρώ για καθένα των ετών 2011 και 2012, σε 7.800.000 ευρώ για το έτος 2013 και σε 6.680.000 ευρώ για το έτος 2014, η αποζημίωση των εναγόντων, λόγω της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, δεν μπορεί να υπερβεί το καταβληθέν σε αυτούς ποσό των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του α.ν. 173/1967.

Ότι, εφόσον οι εν λόγω διατάξεις είναι γενικές και αφορούν όλους τους μισθωτούς, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και εργάζονται υπό τις ίδιες συνθήκες, δεν τίθεται θέμα αντισυνταγματικότητας αυτών, λόγω παραβίασης της αρχής της ισότητας, ούτε παραβίασης με την εφαρμογή τους του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ).

Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι οι ενάγοντες, όπως και άλλοι εργαζόμενοι, μετά τη λήξη του ωραρίου τους, παρείχαν εργασία και σε άλλον εργοδότη, χωρίς να τους έχει χορηγηθεί σχετική άδεια από το ΔΣ του εναγομένου, κατά τα οριζόμενα στον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας αυτού. Ότι το εναγόμενο αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, οφειλόμενα κυρίως αφενός στο γεγονός ότι, προκειμένου αυτό να εκπληρώσει τον κοινωφελή σκοπό του, είχε συνάψει συμβάσεις με όλα τα δημόσια ασφαλιστικά ταμεία, με αποτέλεσμα οι αμοιβές που εισέπραττε από τα ταμεία για τις διενεργούμενες σε αυτό ιατρικές πράξεις, να είναι πολύ χαμηλότερες του πραγματικού κόστους αυτών, αφού του αποδίδονταν με βάση τα εκάστοτε ισχύοντα κρατικά τιμολόγια, αφετέρου στην παροχή δωρεών νοσηλείας σε ανασφάλιστους και οικονομικά αδύναμους πολίτες.

Ότι κατά τα τελευταία έτη, όπως προκύπτει από τους ισολογισμούς χρήσεων, εμφάνισε μείωση του κύκλου εργασιών του, καθώς και ζημίες ύψους 37.613.866,97 ευρώ, 15.709.269,73 ευρώ, 33.289.322,61 ευρώ και 33.727.523,24 ευρώ, κατά τις χρήσεις των ετών 2009, 2010, 2011 και 2012, αντίστοιχα. Ότι οι εργαζόμενοι γνώριζαν τα οικονομικά αυτά προβλήματα του εργοδότη τους, στη δε πρώτη συνάντηση της συντονιστικής επιτροπής, την 4-10-2011, όπως προκύπτει από τα τηρηθέντα πρακτικά, ο πρόεδρος του σωματείου των εργαζομένων πρότεινε, μεταξύ άλλων, να καλέσει η διοίκηση του εναγομένου τους απασχολούμενους και σε δεύτερη εργασία, να τους θέσει το ερώτημα πού επιθυμούν να εργασθούν και να ελεγχθεί ο αριθμός τους.

Ότι με ψήφισμα της γενικής συνέλευσης των μελών της Επιστημονικής Ένωσης Ιατρών του εναγομένου, εξουσιοδοτήθηκε το ΔΣ αυτής να διαπραγματευθεί με το εναγόμενο οικονομικά θέματα, "... αφού όμως πρώτα: α) εφαρμοζόταν η πρόταση του υπουργείου για την απομάκρυνση των συνταξιούχων- διπλοθεσιτών που απασχολούντα στο ...

και β) εφόσον αυτό εντασσόταν σε ένα γενικότερο πλαίσιο μισθολογικής πολιτικής του ......". Ότι στο πλαίσιο της λήψης από το εναγόμενο των επιβεβλημένων μέτρων για τη μείωση του λειτουργικού του κόστους, ώστε να εξασφαλισθεί η βιωσιμότητά του και να είναι σε θέση να εξακολουθήσει να παρέχει τις υπηρεσίες του στο κοινό, κλήθηκαν όλοι οι εργαζόμενοι να υπογράψουν μέχρι την 31-10-2011 την διαβιβασθείσα στις υπηρεσίες τους, με το από 14-10-2011 υπηρεσιακό σημείωμα του διευθυντή της διοικητικής και οικονομικής υπηρεσίας του εναγομένου, υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986, δηλώνοντας εάν παρείχαν εργασία, μετά το τέλος του κανονικού ωραρίου τους, σε άλλον εργοδότη.

Ότι, ακολούθως, το ΔΣ του εναγομένου, στην 502/29-4-2013 συνεδρίασή του, αποφάσισε να κληθούν οι εργαζόμενοι, που είχαν δηλώσει ότι απασχολούνται και σε άλλη εργασία, να επιλέξουν, με υπεύθυνη δήλωσή τους μέχρι την 31-5-2013, σε ποια από τις δύο εργασίες επιθυμούν να παραμείνουν. Ότι η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε και στους ενάγοντες, οι οποίοι είχαν δηλώσει (προφορικά ο πρώτος και με υποβολή υπεύθυνης δήλωσης οι λοιποί) ότι, μετά τη λήξη του ωραρίου τους στο εναγόμενο, παρείχαν την εργασία τους και σε άλλον εργοδότη, μη αποδειχθέντος ότι πριν από την ως άνω πρόσκληση προς αυτούς για υποβολή των άνω υπευθύνων δηλώσεων, είχαν γνωστοποιήσει στο εναγόμενο ότι παρείχαν την εργασία τους και σε άλλον εργοδότη.

Ότι η δεύτερη ενάγουσα κατέθεσε υπεύθυνη δήλωση, με την οποία δήλωσε ότι επιθυμεί να εργάζεται στο εναγόμενο, ενώ οι πρώτος, τρίτη και τέταρτη δήλωσαν προφορικά ότι δεν μπορούσαν άμεσα να επιλέξουν σε ποιόν εργοδότη επιθυμούσαν να εργάζονται. Ότι στη συνέχεια, το ΔΣ του εναγομένου, στην 506η συνεδρίασή του, της 25-6-2013, αποφάσισε ότι οι "διπλοθεσίτες" εργαζόμενοι θα έπρεπε να προσκομίσουν τις παραιτήσεις τους από τη δεύτερη εργασία τους μέχρι την 15-9-2013 και ότι, σε περίπτωση μη υποβολής αυτών, θα καταγγέλλονταν οι συμβάσεις τους με σχετική απόφασή του (ΔΣ).

Ότι η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε και στους ενάγοντες, οι οποίοι όμως δεν ανταποκρίθηκαν. Ότι το εναγόμενο, με απόφαση του ΔΣ, που λήφθηκε στην 511η συνεδρίασή του της 25-9-2013, αποφάσισε την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, αλλά και μίας ακόμη εργαζόμενης, για το λόγο ότι αυτοί δεν είχαν προσκομίσει την παραίτησή τους από τη δεύτερη εργασία, σύμφωνα με την προηγούμενη απόφασή του και ακολούθως, την 30-9-2013, προέβη στην καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους και κατέβαλε σε αυτούς την ως άνω αποζημίωση.

Ότι με την ίδια απόφαση το εναγόμενο αποφάσισε να παραμείνουν στην εργασία τους οι αναφερόμενοι στην απόφαση αυτή πέντε εργαζόμενοι, που είχαν προσκομίσει τις παραιτήσεις τους από τη δεύτερη εργασία, ενώ σε έναν ακόμη εργαζόμενο δόθηκε παράταση για να ολοκληρωθεί η διαδικασία της παραίτησής του από τη δεύτερη εργασία, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξαν περιπτώσεις εργαζομένων, που παρέμειναν στην εργασία τους και δεν απολύθηκαν, παρά το γεγονός ότι απασχολούνταν και σε δεύτερη εργασία και δεν παραιτήθηκαν από αυτή, ούτε άλλωστε οι ενάγοντες επικαλούνται κάτι τέτοιο.

Ότι με βάση τα παραπάνω, η άσκηση από το εναγόμενο του δικαιώματός του να καταγγείλει τις συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, δεν κρίνεται καταχρηστική, διότι, υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις, δεν συνιστά αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση των εναγόντων, αντίθετη με τη μεταχείριση άλλων εργαζομένων υπό τις ίδιες συνθήκες (δηλαδή με εργαζομένους παρέχοντες παράλληλη εργασία και σε άλλον εργοδότη, που κλήθηκαν να επιλέξουν έναν εργοδότη και να παραιτηθούν από την άλλη εργασία τους), αλλά εντάσσεται στην προσπάθεια του εναγομένου, στο πλαίσιο άσκησης του διευθυντικού δικαιώματός του, να αντιμετωπίσει τα οικονομικά προβλήματα της επιχείρησής του, με τη μείωση του λειτουργικού κόστους, επιλέγοντας προς το σκοπό αυτό την ηπιότερη για τους εργαζομένους λύση, δηλαδή την απόλυση όχι των εργαζομένων που ως μοναδική πηγή εσόδων είχαν την εργασία τους σε αυτό, αλλά όσων εξ αυτών απασχολούνταν σε παράλληλη εργασία και δεν παραιτήθηκαν από αυτή, μολονότι είχαν κληθεί προς τούτο και τους είχε ταχθεί και σχετική προθεσμία.

7.Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε ότι η άσκηση από το εναγόμενο του δικαιώματός του να καταγγείλει τις συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, δεν υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα τιθέμενα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ αντικειμενικά όρια (της καλής πίστης, των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος) και εντεύθεν έκρινε αβάσιμα τα αιτήματα, που συνάπτονταν με την επικαλούμενη από τους ενάγοντες ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους ως καταχρηστικών.

Επίσης, δέχθηκε ότι η αποζημίωση απόλυσης, που υποχρεούται να καταβάλει το εναγόμενο, το οποίο είναι κοινωφελής επιχείρηση επιδοτούμενη από το Κράτος, σε καθένα από τους ενάγοντες, των οποίων οι συμβάσεις εργασίας καταγγέλθηκαν εγκύρως, δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 15.000 ευρώ. Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, απέρριψε την έφεση των εναγόντων, επικυρώνοντας την εκεί εκκαλουμένη 186/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έκρινε ομοίως και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσία αβάσιμη [με την οποία οι ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης του καθενός, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες τους και να τους καταβάλει ως μισθούς υπερημερίας τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά, άλλως, να υποχρεωθεί σε συμπλήρωση της καταβληθείσας ελλιπούς αποζημίωσης].

Με την κρίση ότι η αποζημίωση απόλυσης του κάθε ενάγοντος δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 15.000 ευρώ, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ.2 του α.ν. 173/1967, 2 παρ.1, 5 παρ.3 του ν. 3198/1955 και 3 παρ.1 του ν. 2112/1920, είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που αποδίδει αντισυνταγματικότητα των ανωτέρω διατάξεων, είναι αβάσιμος, διότι η ύπαρξη του προνομίου για καταβολή μειωμένης αποζημίωσης απόλυσης στους εργαζομένους σε επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας δεν δημιουργεί άνιση δυσμενή μεταχείριση των υπαλλήλων των επιχειρήσεων αυτών, όπως το αναιρεσίβλητο, σε σχέση με τους υπαλλήλους των άλλων ιδιωτικών επιχειρήσεων, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται από την ανάγκη της προστασίας της περιουσίας των ανωτέρω επιχειρήσεων για την επίτευξη του κοινωφελούς σκοπού τους.

Επίσης, το προνόμιο αυτό δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 17 παρ.1 του Συντάγματος, με το οποίο διασφαλίζεται η προστασία της ιδιοκτησίας, ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε μαζί με τη σύμβαση με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, διότι με τη διάταξη αυτή, που κατοχυρώνει το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αναγνωρίζεται παράλληλα η εξουσία κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου και ο περιορισμός της αξίωσης μέχρις ενός ορισμένου ποσού, προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει και η προστασία της περιουσίας των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας (πρβλ ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 38/2005).

Περαιτέρω, το Εφετείο, με την κρίση του ότι το δικαίωμα του εναγομένου να καταγγείλει τις συμβάσεις εργασίας των εναγόντων δεν ασκήθηκε καταχρηστικά, δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 652 και 669 παρ.2 ΑΚ, διότι αιτιολόγησε με σαφήνεια και πληρότητα την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς παραδοχές, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων ήταν έγκυρη, καθόσον η άσκησή της δεν υπερέβη προφανώς τα προβλεπόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Με τις λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στον ίδιο λόγο, πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί πραγματικών γεγονότων και, ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτες.

8.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως προς τους τέσσερις πρώτους των αναιρεσειόντων και να καταδικασθούν αυτοί, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τον 5ο αναιρεσείοντα Μ. Κ. του Χ..

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 12-12-2017 και με αριθμό κατάθεσης 990/29-12-2017 αίτησης αναίρεσης ως προς αυτόν.

Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 12-12-2017 και με αριθμό κατάθεσης 990/29-12-2017 αίτηση για αναίρεση της 1443/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -Και

Καταδικάζει τους τέσσερις πρώτους των αναιρεσειόντων στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2019. -Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 15η Οκτωβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ