Legislator Case Law & Legislation
1268/2017 AI generated

1268/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1268/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1268/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ "Οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο".

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1268 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1268/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "… HELLAS SA", που εδρεύει στη Γλυφάδα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καλαβρό.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσιά του Ανδριανή Κατσαρού, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΛΑΪΚΟ", που εδρεύει στην Αθήνα και το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γίτσα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2014 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας και την κύρια παρέμβαση του ήδη 2ου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1318/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2558/2015, η οποία διόρθωσε την 1318/2015. Την αναίρεση της 1318/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έτσι όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 2558/2015 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-5-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 11-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του 2ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως. Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος, που συνίσταται στην ανάγκη δικαστικής προστασίας στη συγκεκριμένη περίπτωση, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 ΚΠολΔ), κρίσιμος δε χρόνος για την ύπαρξή του είναι κατ' αρχήν ο χρόνος ασκήσεως του ενδίκου μέσου, οπωσδήποτε όμως πρέπει να υφίσταται και κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο (ΑΠ 909/2006), αν δε κατά το διάστημα από την άσκηση του ενδίκου μέσου και πριν από τον άνω κρίσιμο χρόνο εκλείψει το έννομο συμφέρον, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ "Οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Αρείου Πάγου είναι υποχρεωτική, μεταξύ άλλων, όταν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο της αιτήσεως αναιρέσεως ή των προσθέτων λόγων, οπότε και πρέπει να κατατίθενται τουλάχιστον είκοσι ημέρες πριν από τη συζήτηση, αλλιώς είναι απαράδεκτες.

Ωστόσο, αν οι ενστάσεις λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, ο Άρειος Πάγος θα τις ερευνήσει, παρά το εκπρόθεσμο των προτάσεων, όπως την ένσταση εκπροθέσμου της αιτήσεως αναιρέσεως ή την έλλειψη εννόμου συμφέροντος, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά προκύπτουν από τα στοιχεία του φακέλου της αναιρετικής δίκης, όχι όμως και την ένσταση απαραδέκτου της αναιρέσεως λόγω παραιτήσεως ή αποδοχής που δεν έγινε με τον τύπο του άρθρου 297 ΚΠολΔ, καθώς και όταν προηγήθηκε σιωπηρή αποδοχή.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ζητεί να αναιρεθεί η 1318/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, όπως διορθώθηκε με την 2558/2015 απόφαση του αυτού δικαστηρίου, κατά το σκέλος της που παρέσχε σ' αυτήν την άδεια να αναλάβει από το πρώτο αναιρεσίβλητο το ποσόν των 2.487.554,29 ευρώ, που είχε κατατεθεί υπέρ αυτής με το 691336/12-6-2014 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης, υπό τον όρο καταθέσεως υπέρ του δεύτερου αναιρεσίβλητου ισόποσης εγγυητικής επιστολής, έτσι ώστε να αναλάβει αυτή το πιο πάνω ποσό χωρίς τον ως άνω όρο.

Από τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι προκύπτουν τα ακόλουθα: Μετά την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 29-5-2015 αίτηση. Με την αίτηση αυτή επικαλέσθηκε ότι η 777/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που επιδίκασε υπέρ αυτής το πιο πάνω ποσό, κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη με την 682/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου της αιτήσεως αναιρέσεως, που είχε ασκήσει κατά της πιο πάνω αποφάσεως το δεύτερο αναιρεσίβλητο, και ζήτησε να της χορηγηθεί η άδεια να αναλάβει το πιο πάνω ποσό χωρίς όρους.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 6566/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε την αίτηση και σε εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως η αναιρεσείουσα εισέπραξε στις 27-11-2015 το πιο πάνω ποσό δυνάμει του υπ' αριθμ. 298960Α/29-11-2015 χρηματικού εντάλματος πληρωμής του πρώτου αναιρεσίβλητου. Κατ' ακολουθίαν τούτων, το αίτημα να αναιρεθεί η ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έχει πλέον ικανοποιηθεί με την εκτέλεση της 6566/2015 αποφάσεως του αυτού δικαστηρίου και συνεπώς η υπό κρίση αίτηση στερείται αντικειμένου και πρέπει να απορριφθεί λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας.

Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η ένσταση αυτή του πρώτου αναιρεσίβλητου είναι απαράδεκτη, για το λόγο ότι προβλήθηκε με τις προτάσεις του, που κατατέθηκαν εκτός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η έλλειψη εννόμου συμφέροντος λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη και ο Άρειος Πάγος υποχρεούται να την ερευνήσει, παρά το εκπρόθεσμο των προτάσεων.

Ο περαιτέρω προβαλλόμενος ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι, παρά την έκδοση της μεταγενέστερης αποφάσεως, με την οποία χορηγήθηκε σ' αυτήν η άδεια αποδόσεως του πιο πάνω ποσού, που είχε παρακατατεθεί στο πρώτο αναιρεσίβλητο, εξακολουθεί αυτή να έχει έννομο συμφέρον στην έκδοση αποφάσεως, αφού σε διαφορετική περίπτωση είναι εκτεθειμένη στον κίνδυνο να εγερθεί εναντίον της από το πρώτο αναιρεσίβλητο αγωγή αποζημιώσεως, κατ' άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, εφόσον δεν υπήρξε ακύρωση εκτελέσεως, ώστε να έχει έδαφος εφαρμογής η ως άνω διάταξη, αλλά άρση ή μη του όρου, υπό τον οποίο επιτράπηκε στην αναιρεσείουσα να αναλάβει το ποσόν που είχε κατατεθεί υπέρ αυτής στο πρώτο αναιρεσίβλητο.

Εξάλλου, μόνη η κατάθεση παραβόλου κατά την κατάθεση του ενδίκου μέσου, όπως αυτό προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, ως όρος για την παραδεκτή άσκηση αυτού, δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να δικαιολογήσει έννομο συμφέρον για συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, όταν κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο έχει εκλείψει το έννομο συμφέρον για την άσκηση του ένδικου αυτού μέσου.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ότι έχει έννομο συμφέρον να κριθούν από το Δικαστήριο οι προβαλλόμενοι με την αίτηση αναιρέσεως λόγοι, αφού σε περίπτωση που γίνει δεκτός ως βάσιμος έστω και ένας λόγος, θα της επιστραφεί το παράβολο, είναι μη νόμιμος.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, και να συμψηφισθεί στο σύνολό της η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων κατ' άρθρο 178 ΚΠολΔ, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5 Μαΐου 2015 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "… HELLAS S.A." για αναίρεση της 1318/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την 2558/2015 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.

Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ