1268/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ'αριθ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη - Εισηγητή, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1268/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η παραβίαση της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της ποινικής απόφασης, πέραν από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ, εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπόμενους από την εν λόγω διάταξη λόγους αναίρεσης, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ.
Full text
Απόφαση 1268 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1268/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ'αριθ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη - Εισηγητή, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ'αριθ. 497/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά. Με κατηγορούμενο τον Ε. - Δ. Β. του Ι., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Μπουτσικάρη.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 52 από 26 Οκτωβρίου 2015 αίτηση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1129/2015.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 εδ. α'ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης ποινικού δικαστηρίου, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 του ίδιου Κώδικα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά πάσης αποφάσεως και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων και εκείνου της απόλυτης ακυρότητας, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπέρβασης εξουσίας (άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Δ και Η ΚΠοινΔ). Επομένως η ασκηθείσα την 26.10.2015, υπ'αριθμό 52/2015 αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ'αριθμό 497/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε με εκπροσώπηση του κατ/νου από πληρεξούσιο δικηγόρο και καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο οικείο βιβλίο την 25.9.2015, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.
Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. α' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) η οποία κυρώθηκε για πρώτη φορά από την Ελλάδα με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974 και αποτελεί, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού Δικαίου και υπερισχύει από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη εσωτερικού νόμου, ορίζεται ότι "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσις του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίση είτε ...
είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως". Στο δικαίωμα αυτό περιλαμβάνονται ειδικότερα, σύμφωνα με τη σταθερή νομολογία του ΕΔΔΑ: α) το δικαίωμα ελεύθερης και ανεμπόδιστης πρόσβασης στο δικαστήριο και β) το δικαίωμα του προσώπου να τύχει σχετικά με την υπόθεσή του ακρόασης.
Το ίδιο δικαίωμα ακρόασης αναγνωρίζεται τόσο από το άρθρο 2 περ. 1 του έβδομου Πρωτοκόλλου της ως άνω Ευρωπαϊκής Σύμβασης, που κυρώθηκε με το Ν. 1705/1987, το οποίο ορίζει ότι "κάθε πρόσωπο που καταδικάσθηκε για αξιόποινη πράξη από δικαστήριο, έχει το δικαίωμα της επανεξέτασης από ανώτερο δικαστήριο της απόφασης με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ή της απόφασης με την οποία επιβλήθηκε ποινή", όσο και από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ'αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει".
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι τα κράτη θα πρέπει να έχουν εξασφαλίσει στην πράξη το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, απόρροια του οποίου είναι και η ακώλυτη πρόσβαση σε δικαστήριο και η προηγούμενη δικαστική ακρόαση. Ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς στην άσκηση ενδίκου μέσου εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως, αρκεί οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους να μην είναι υπέρμετρες σε τέτοιο σημείο, ώστε, να αναιρείται η ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο.
Η παραβίαση της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της ποινικής απόφασης, πέραν από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ, εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπόμενους από την εν λόγω διάταξη λόγους αναίρεσης, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ.
δ' ΚΠοινΔ όπως το στοιχ. δ' της παρ. 1 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 11 του Ν. 3904/23.12.2010.
Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άνω άρθρου 171 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον 'Αρειο Πάγο, ακόμη προκαλείται 1. αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν "α) ... δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ)". Κατά δε την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς και όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι'αυτό κατά νόμο όροι.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, η προθεσμία για την άσκηση των ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης.
Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναίρεσης, για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο.
Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνει τον χρόνο επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλομένης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και τον χρόνο ασκήσεως της έφεσης, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως (Ολ.
ΑΠ 6/1994 και 4/1995). Σε περίπτωση, όμως, που με την έφεση αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, που συνεπάγεται αδυναμία γνώσης της επίδοσης, και προβάλλεται ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης αυτός διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απορριπτική απόφαση σχετική αιτιολογία, αλλιώς ιδρύεται ο ανωτέρω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση και επί των οποίων, εφόσον προβάλλονται πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να διαλάβει στην απορριπτική της εφέσεως απόφαση πλήρη αιτιολογία, είναι και ότι η επίδοση ως αγνώστου διαμονής έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή" Κατ'ορθή δε ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 και 273 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, στην περίπτωση που δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ'αυτήν και δεν έχει δηλώσει διεύθυνση κατοικίας, κατά το άρθρο 273 του ΚΠοινΔ, δεν μπορεί άνευ ετέρου να θεωρείται ως άγνωστης διαμονής, από μόνο το γεγονός ότι αναζητήθηκε στην αναγραφόμενη στην έγκληση ή τη μήνυση διεύθυνση κατοικίας, από την οποία και απουσίαζε, διότι, διαφορετικά, ενδέχεται η γνωστοποιηθείσα από το μηνυτή διεύθυνση της κατοικίας του κατηγορουμένου να είναι εσφαλμένη με συνέπεια ο τελευταίος να αγνοεί τη σε βάρος του ποινική διαδικασία, η οποία έτσι διεξάγεται ερήμην του, κατά παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης που θεσπίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, περιεχόμενο της οποίας είναι, όπως προεκτέθηκε, η διασφάλιση της ακώλυτης πρόσβασης στο δικαστήριο και της επαρκούς δικαστικής ακρόασης.
Τα παραπάνω ισχύουν και όταν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν, και, σε περίπτωση μεταβολής της κατοικίας του αυτός δεν δήλωσε στην εισαγγελική αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο τη νέα διεύθυνση της κατοικίας του. Δηλαδή και στην τελευταία περίπτωση ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άγνωστης διαμονής από μόνο το γεγονός ότι αναζητήθηκε στην αναγραφόμενη στην έγκληση ή τη μήνυση διεύθυνση κατοικίας, από την οποία και απουσίαζε.
Συνακόλουθα, εφόσον με την έφεση του κατηγορουμένου προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης της απόφασης ήταν γνωστής διαμονής, αφού διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση διαφορετική από εκείνη στην οποία αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε, και ως εκ τούτου η επίδοση της απόφασης ως άγνωστης διαμονής είναι άκυρη, το Εφετείο έχει την υποχρέωση να ερευνήσει κατ'ουσία τον εν λόγω ισχυρισμό, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας όλα τα προσκομιζόμενα από τον κατηγορούμενο στοιχεία (έγγραφα, καταθέσεις μαρτύρων κλπ) από τα οποία προκύπτει η κατά τον κρίσιμο χρόνο διεύθυνση του κατηγορουμένου και να μη βασισθεί μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως της απόφασης.
Η θέση αυτή συμπορεύεται και προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ), το οποίο με τις από 14.1.2010 και 28.5.2009 αποφάσεις του, στις υποθέσεις P. κατά Ελλάδας και Ε. κατά Ελλάδος, αντίστοιχα, αποφάνθηκε ότι, εφόσον το Εφετείο, που απέρριψε την έφεση του κατηγορουμένου, ως εκπρόθεσμη, βασίσθηκε μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως της εκκαλουμένης απόφασης ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συνεκτιμήσει τα προσκομιζόμενα ενώπιον του στοιχεία από τα οποία προέκυπτε η κατά τον κρίσιμο χρόνο διεύθυνση του κατηγορουμένου, παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ενόψει μάλιστα του ότι, όταν οι πολίτες δεν έχουν καμία γνώση των σε βάρος τους κατηγοριών, δεν συντρέχει λόγος για τον οποίο πρέπει να ενημερώνουν από μόνοι τους την Εισαγγελία για κάθε αλλαγή της διεύθυνσης κατοικίας τους (Ολ.
ΑΠ 2/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ'αρ. 497/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, όπως από αυτή προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση με αριθμό εκθέσεως 964/5.11.2014 του κατηγορουμένου Ε. - Δ. Β. του Ι. εκπροσωπηθέντος στη δίκη από τον συνήγορό του, κατά της υπ'αρ. 6409/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε καταδικασθεί αυτός, ερήμην για απόπειρα λαθρεμπορίας από κοινού, πράξη φερομένη ως τελεσθείσα την 1.10.2002, σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών.
Από την ανωτέρω έφεση, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον 'Αρειο Πάγο, για την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της ασκήσεώς της, είχε προβάλει ότι "... ουδέποτε έλαβε γνώση ούτε του κλητηρίου θεσπίσματος, ούτε της εκκαλουμένης αποφάσεως, διότι δεν του επιδόθηκε σύννομα στη γνωστή σε όλους και στις αρχές οικία του στη ...
θέση ... και διότι άπαντα τα ανωτέρω επιδόθηκαν ως σε αγνώστου διαμονής στον ... και στην οδό ...", δηλαδή είχε προβάλει με την έφεσή του, ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ως "άγνωστης διαμονής". Κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση, ο εκκαλών - κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, είχε προτείνει, δια του συνηγόρου του, τον ίδιο ισχυρισμό, προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του αυτού αφενός μεν ζήτησε να εξετασθεί ως μάρτυρας ο Σ.
Μ., ο οποίος εξετασθείς ενόρκως από το Δικαστήριο κατέθεσε ότι ο εκκαλών διέμενε στην οδό ... μέχρι το έτος 2000, έκτοτε δε - και κατά τον χρόνο επιδόσεως της πρωτοβάθμιας καταδικαστικής αποφάσεως, δηλαδή την 4.2.2009 - διέμενε συνεχώς στη θέση ... στη ... αφετέρου δε προσκόμισε αντίγραφα φορολογικών δηλώσεων των οικονομικών ετών 2006 έως 2014, από την επισκόπηση των οποίων προκύπτει ότι σε όλες δηλώνεται ως τόπος κατοικίας του δηλούντος η ...
αριθμός … στη…. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό του εκκαλούντος και, στη συνέχεια, έκρινε την έφεση εκπρόθεσμη, με την αιτιολογία (μετά από νομική σκέψη) ότι "Στην προκειμένη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα έγγραφα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος αναζητήθηκε στη γνωστή στην Εισαγγελία Πειραιά διεύθυνση και δη στην οδό ...
στο … προκειμένου να του επιδοθεί η εκκαλουμένη ΒΤ 6409/2008 απόφαση του Β'Τριμελούς Πλημ/δικείου Πειραιά, πλην όμως σύμφωνα με την επισυναπτομένη βεβαίωση του αρχιφύλακα Δ. Γ. του ΑΤ Αλίμου ετύγχανε άγνωστος στη διεύθυνση αυτή και του επιδόθηκε η εν λόγω απόφαση ως αγνώστου διαμονής (βλ. το από 4/2/2009 αποδεικτικό επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως του αρχιφύλακα Α/Τ Αλίμου Δ.
Γ.. Πρέπει να σημειωθεί ότι ως αγνώστου διαμονής του έχει επιδοθεί και το κλητήριο θέσπισμα επί τη βάσει του οποίου εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση κατά την έκδοση της οποίας ο κατηγορούμενος ήταν απών (βλ. το από 10/7/2005 αποδεικτικό επίδοσης του αρχιφύλακα Τ. Δ.). Η κρινομένη έφεση ασκήθηκε στις 5/11/2014 δηλ. μετά την προθεσμία των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης στις 4.2.2009.
Ο εκκαλών κατηγορούμενος επικαλείται ότι η εκκαλουμένη κακώς του επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής διότι αναζητηθείς δεν ανευρέθη στην διεύθυνση της οδού ... στον … καθότι εκεί κατοικούσε κατά το παρελθόν ενώ κατά το χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης στη …και εντεύθεν η επίδοση αυτή τυγχάνει άκυρη. Όμως εφόσον ο κατηγορούμενος δεν είχε δηλώσει την αλλαγή της διεύθυνσής του από εκείνη η οποία ήταν γνωστή στην Εισαγγελία και στην οποία αναζητήθηκε δεν μπορεί να επικαλεσθεί ανώτερη βία και ότι η επίδοση της εκκαλουμένης ως αγνώστου διαμονής τυγχάνει άκυρη (ΑΠ 1592, 1593/93 ΠΧ.
ΜΣΤ 1019, 1020). Κατ' ακολουθία αφού η επίδοση έγκυρα έλαβε χώρα ως αγνώστου διαμονής η ένδικος έφεση ασκηθείσα μετά την προεκτιθέμενη προθεσμία των τριάντα (30) ημερών τυγχάνει εκπρόθεσμη και εντεύθεν πρέπει ν'απορριφθεί ως απαράδεκτη".
Με τις παραδοχές αυτές το δικάσαν Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, στέρησε την απόφασή του από την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος δεν είχε δηλώσει οποιαδήποτε μεταβολή της κατοικίας του στην εισαγγελική αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση, χωρίς να αξιολογήσει, όπως έπρεπε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, αν από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα από την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα Σ.
Μ. του Κ. (την οποία ούτε καν μνημονεύει ως αποδεικτικό μέσο) και τα έγγραφα που είχε προσκομίσει ο ίδιος (φορολογικές δηλώσεις μιας ολόκληρης οκταετίας) προέκυπτε ή όχι ότι αυτός κατά τον κρίσιμο χρόνο της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως είχε γνωστή διαμονή διάφορη από εκείνη στην οποία αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε, αρκεσθέν στην αιτιολογία ότι η εισαγγελική αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση, δεν γνώριζε την επικαλουμένη από αυτόν ως γνωστή κατοικία του, στη ...
αρ. …στη ... επειδή ο ίδιος δεν την είχε γνωστοποιήσει, ενώ η αιτιολογία αυτή δεν αρκεί ενόψει του ότι σ' αυτήν δεν υπάρχει παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι έχει ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη ή ότι έχει εκδοθεί σε βάρος του καταδικαστική απόφαση, μάλιστα στο σκεπτικό της απόφασης υπάρχει παραδοχή ότι και το κλητήριο θέσπισμα για εμφάνιση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο του επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής, πιθανολογουμένης έτσι της άγνοιας του περί της κινηθείσας σε βάρος του ποινικής διαδικασίας, ώστε να έχει υποχρέωση να προβεί σε γνωστοποίηση της διεύθυνσης της κατοικίας του στην ανωτέρω εισαγγελική αρχή.
Συνακόλουθα, με το να θεωρήσει η προσβαλλομένη απόφαση, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και χωρίς μνεία της προαναφερθείσας κατάθεσης του μάρτυρα Σ. Μ., την επίδοση στον κατηγορούμενο της εκκαλουμένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής έγκυρη και να προχωρήσει, μετά από αυτά, στην απόρριψη της εφέσεως αυτού ως εκπρόθεσμης, αφενός υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και αφετέρου προκάλεσε απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, συνισταμένη στη στέρηση από τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη που του παρέχεται από το υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Δ' και Η' του ΚΠοινΔ τρείς λόγοι της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας, είναι βάσιμοι και πρέπει κατά παραδοχή τους, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Μετά ταύτα, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), προκειμένου να κρίνει επί του παραδεκτού της εφέσεως του κατηγορουμένου Ε. Δ. Β. (δεδομένου του ότι ο 'Αρειος Πάγος δεν έχει τη δικαιοδοσία να κρίνει επί του παραδεκτού ή όχι αυτής) και αναλόγως προς τη σχετική κρίση του, είτε να απορρίψει και πάλι την έφεση ως εκπρόθεσμη είτε να την κρίνει παραδεκτή και να προχωρήσει στην οριστική παύση της ποινικής διώξεως κατά του κατηγορουμένου λόγω παραγραφής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αρ. 497/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2016. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ