Legislator Case Law & Legislation
1268/2012 AI generated

1268/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1268/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/12/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2058/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6481/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/3/2010 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1268/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α' αιτίαση είναι αβάσιμος, διότι κατά τη φερόμενη ως παρεβιασθείσα διάταξη του άρθρου 8§4 του ΝΔ 515/1970 δεν απαιτείτο η τήρηση βιβλίου υπερωριών ούτε έγγραφη αναγγελία αυτών στην Επιθεώρηση Εργασίας, ώστε τυχόν αντίθετη πρόβλεψη στις οικείες υπουργικές αποφάσεις καμία έννομη επιρροή δεν ασκεί στη νομιμότητα των υπερωριών που πραγματοποιήθηκαν, 2) ως προς δε τις υπό στοιχ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1268 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1268/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/12/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2058/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6481/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/3/2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 10/10/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.α' και δ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ.β' ιδίου Κώδικα, αν ματαιωθεί η συζήτηση, η υπόθεση που είναι γραμμένη στο πινάκιο μεταφέρεται με επιμέλεια των διαδίκων σε επόμενη συνεδρίαση και ο αντίδικος αυτού που επισπεύδει τη συζήτηση καλείται πάντοτε στη νέα δικάσιμο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις με επίκληση προσκομιζόμενες με αριθ. 9528β'/7-10-2010 και 11028β'/6-12-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης που επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα αντίγραφο: α) της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως μετά πράξεως ορισμού δικασίμου και κλήσεως προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα αρμοδίως δικάσιμο αυτής για την 25-10-2011, κατά την οποία η συζήτηση ματαιώθηκε και β) της από 26-10-2011 κλήσεως της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα, μετά της υπ' αυτήν πράξεως ορισμού νέας συζητήσεως της υποθέσεως και κλήσεως προς εμφάνισή του κατά την, αρμοδίως ορισθείσα, για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο.

Κατ' αυτήν, όμως, ο αναιρεσείων κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο στη σειρά της, δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Πρέπει, επομένως, η συζήτηση να χωρήσει σαν να ήταν και αυτός παρών (ΚΠολΔ 576 παρ.2). Κατά την παρ.4 του άρθρου 8 του Ν.Δ/τος 515/1970 "περί χρονικών ορίων εργασίας μισθωτών", όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν/Δ/τος 264/1973, "Δι' αποφάσεων του Υπουργού Απασχολήσεως (Εργασίας) εκδιδομένων εκάστοτε μετά γνώμην του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας δύναται να χορηγείται κατά περίπτωσιν άδεια απασχολήσεως των μισθωτών πασών των επιχειρήσεων και εργασιών εν γένει ως εκ του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.

επιπλέον των δι' εκάστην κατηγορίαν επιτρεπομένων ανωτάτων ορίων υπερωριακής απασχόλησης εις περιπτώσεις: α) επειγούσης φύσεως εργασίας η εκτέλεσις της οποίας κρίνεται απολύτως επιβαλλομένη ως μη επιδεχόμενη αναβολήν. β) Εξαιρετικώς επειγούσης ανάγκης εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και Ν.Π.Δ.Δ.

Δια την ανωτέρω υπερωριακήν απασχόλησιν το ωρομίσθιο των μισθωτών καταβάλλεται προσαυξημένον κατά 75%". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν ο Υπουργός Εργασίας χορηγήσει άδεια υπερωριακής εργασίας πέραν από το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο, η απασχόληση των μισθωτών γίνεται νόμιμη σε όλη τη χρονική έκταση της, χωρίς να απαιτείται η τήρηση από τον εργοδότη της επιδόσεως εγγράφου αναγγελίας στην αρμοδία επιθεώρηση εργασίας (Ολ.Α.Π. 1772/1981).

Οι αποφάσεις αυτές του Υπουργού Εργασίας είναι ατομικές και αφορούν συγκεκριμένη επιχείρηση ή υπηρεσία του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. και ορισμένους περιοριστικώς αναφερόμενους λόγους (επείγουσας φύσεως εργασίας, εξαιρετικώς επείγουσα ανάγκη εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.), εκδίδονται για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση μετά γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και δεν δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Οι αποφάσεις αυτές πρέπει να αναφέρουν τη συγκεκριμένη επιχείρηση ή την συγκεκριμένη υπηρεσία του Δημοσίου ή του Ν.Π.Δ.Δ., τον αριθμό των εργαζομένων, για τους οποίους επιτρέπεται η, πέραν του ανωτάτου νομίμου ημερησίου ωραρίου απασχολήσεως, εργασία, τον αριθμό των ωρών της κατά μήνα υπερωριακής απασχόλησης και το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο θα ισχύσει η απόφαση του Υπουργού.

Και δεν απαιτείται να προσδιορίζονται ονομαστικώς στην απόφαση, οι εργαζόμενοι που θα εργασθούν υπερωριακώς, καθόσον ανάγεται στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη να ορίσει, τηρώντας τους όρους της απόφασης ως προς τον αριθμό των μισθωτών και τις ώρες υπερωριακής απασχόλησης, ποιοι από τους μισθωτούς του θα εργασθούν νομίμως υπερωριακά.

Εξάλλου η διαπίστωση του γεγονότος ότι συντρέχει επείγουσας φύσεως εργασία, η εκτέλεση της οποίας κρίνεται απολύτως επιβαλλόμενη και δεν επιδέχεται αναβολή, ή εξαιρετικώς επείγουσα ανάγκη εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ. ανήκει αποκλειστικώς στην αρμόδια Διοικητική Αρχή, ήτοι στον Υπουργό Εργασίας, και η κρίση του περί της συνδρομής της ουσιαστικής αυτής προϋπόθεσης δεν ελέγχεται από τα Πολιτικά Δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 1772/1981, ΑΠ 93/2000).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε το εξής: Ο ενάγων και αναιρεσείων απασχολήθηκε επί 1593 ώρες κατά το χρονικό διάστημα, από 1-2-2000 έως 31-3-2003 υπερωριακά. Για την απασχόληση αυτή χορηγήθηκε σχετική άδεια, δυνάμει των 2336/20-5-1999, 2876/14-12-1999, 3216/29-12-2000, 2795/28-6-2001, 3185/ 26-10-2001, 3478/18-12-2001, 2731/26-6-2002, 2629/8-7-2002, 2912/27-8-2002, 2975/25-11-2002 και 3057/21-3-2003, αποφάσεων του Υπουργού Εργασίας, οι οποίες ισχύουν στα έτη 2000, 2001, 2002 και 2003, έχουν εκδοθεί μετά γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, αναφέρουν την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη και την επειγούσης φύσεως εργασία αυτής, απολύτως επιβαλλόμενη και μη επιδεχόμενη αναβολή τον αριθμό των εργαζομένων της εναγομένης, στην ειδικότητα του ενάγοντος και τον αριθμό των ορών της κατά μήνα υπερωριακής απασχολήσεως.

Δέχθηκε επίσης το Εφετείο ότι η υπερωριακή απασχόληση του αναιρεσείοντος κατέστη νόμιμη, στα έτη 2001-2003, χωρίς να απαιτείται η τήρηση από την αναιρεσίβλητη της επιδόσεως έγγραφης αναγγελίας στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, περί της συνδρομής επειγούσης φύσεως εργασίας, που επιβάλλεται απολύτως και δεν επιδέχεται αναβολή, δεν ελέγχεται από το πολιτικό δικαστήριο.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε στο ότι, εφόσον δεν υπάρχει παράνομη υπερωριακή απασχόληση του εργαζόμενου κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, δεν υφίσταται η ένδικη αξίωσή του για την επιδίκαση τέτοιας αμοιβής και κατά παραδοχή της εφέσεως της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης που έχει αποφανθεί αντιθέτως, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, ως κατ' ουσία αβάσιμη.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ.4 του ΝΔ 515/1970, όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 264/1973 και ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η αιτίαση ότι παραβιάσθηκε η παραπάνω διάταξη, διότι: 1) δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενοι από τις σχετικές υπουργικές αποφάσεις που προαναφέρθηκαν όροι περί ειδικού βιβλίου υπερωριών σε τύπο ημερολογίου (ανάλογο με το προβλεπόμενο από το άρθρο 3 του ΝΔ 515/1970) και έγγραφη αναγγελία της υπερωριακής εργασίας στην Επιθεώρηση Εργασίας, β) οι εγκρίσεις που δόθηκαν από τον Υπουργό Εργασίας εζητούντο και παρέχονταν με καθυστέρηση και κάλυπταν μέρος μόνο των πραγματοποιούμενων υπερωριών, ενώ για το έτος 2000 και το Α' εξάμηνο του έτους 2001 δεν είχε ζητηθεί καμία έγκριση και γ) το Δικαστήριο δεν ερεύνησε αν οι υπερωρίες που πραγματοποιήθηκαν κάλυπταν πράγματι τις ανάγκες για τις οποίες είχε χορηγηθεί η έγκριση, α) ως προς μεν την υπό στοιχ.

α' αιτίαση είναι αβάσιμος, διότι κατά τη φερόμενη ως παρεβιασθείσα διάταξη του άρθρου 8§4 του ΝΔ 515/1970 δεν απαιτείτο η τήρηση βιβλίου υπερωριών ούτε έγγραφη αναγγελία αυτών στην Επιθεώρηση Εργασίας, ώστε τυχόν αντίθετη πρόβλεψη στις οικείες υπουργικές αποφάσεις καμία έννομη επιρροή δεν ασκεί στη νομιμότητα των υπερωριών που πραγματοποιήθηκαν, 2) ως προς δε τις υπό στοιχ.

β' και γ' αιτιάσεις είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-3-2010 αίτηση του Σ. Μ. για αναίρεση της 6481/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια 1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ