1268/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1268/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της εν λόγω Οδηγίας εκδόθηκε ο νόμος 1414/1984 "εφαρμογή της αρχής της ισότητας των φύλων στις εργασιακές σχέσεις", ο οποίος ορίζει στο άρθρο 5 παρ. 1 ότι "απαγορεύεται κάθε διάκριση με βάση το φύλλο του εργαζόμενου όσον αφορά τους όρους, τις συνθήκες εργασίας και την επαγγελματική του εξέλιξη και σταδιοδρομία" και στο άρθρο 6 στοιχ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1268 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1268/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. χας Κ. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 31-1-2011 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαγδαληνή Καρανικόλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3059/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4948/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-9-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 24-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή οι διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 2 και 116 παρ. 2 του Συντάγματος - όπως ίσχυαν πριν από την τελευταία αναθεώρηση - ορίζουν ότι οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις και ότι αποκλίσεις από την αρχή αυτή επιτρέπονται μόνο για σοβαρούς λόγους, στις περιπτώσεις που ορίζει ειδικά ο νόμος.
Εξάλλου, η Οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ορίζει στο άρθρο 2, αφενός ότι "κατά την έννοια των κατωτέρω διατάξεων, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση" (παρ. 1) και αφετέρου ότι "η παρούσα Οδηγία δεν θίγει την ευχέρεια που έχουν τα κράτη μέλη να αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής της τις επαγγελματικές δραστηριότητες και ενδεχομένως την εκπαίδευση που απαιτείται για την πρόσβαση σε αυτές, εφόσον λόγω της φύσεως ή των συνθηκών ασκήσεώς τους το φύλο συνιστά παράγοντα αποφασιστικής σημασίας" (παρ. 2), στο δε άρθρο 5 παρ. 1 η παραπάνω Οδηγία προβλέπει ότι "η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των όρων απολύσεως, συνεπάγεται την εξασφάλιση σε άνδρες και γυναίκες των αυτών όρων, χωρίς διάκριση βασιζόμενη στο φύλλο".
Για την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της εν λόγω Οδηγίας εκδόθηκε ο νόμος 1414/1984 "εφαρμογή της αρχής της ισότητας των φύλων στις εργασιακές σχέσεις", ο οποίος ορίζει στο άρθρο 5 παρ. 1 ότι "απαγορεύεται κάθε διάκριση με βάση το φύλλο του εργαζόμενου όσον αφορά τους όρους, τις συνθήκες εργασίας και την επαγγελματική του εξέλιξη και σταδιοδρομία" και στο άρθρο 6 στοιχ.
α' ότι "απαγορεύεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας για λόγους που αναφέρονται στο φύλλο", ενώ, τέλος, ο ίδιος νόμος με το άρθρο 10 παρ. 1 διαφυλάσσει την ισχύ διατάξεων νόμων ή άλλων κανονιστικών πράξεων που εισάγουν διακριτική ρύθμιση επί θεμάτων, στα οποία το φύλλο "συνιστά παράγοντα αποφασιστικής σημασίας" και με το άρθρο 15 ορίζει ότι "διατάξεις νόμων, διαταγμάτων, συλλογικών συμβάσεων εργασίας, διαιτητικών ή υπουργικών αποφάσεων, εσωτερικών κανονισμών ή οργανισμών, επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων, όροι ατομικών συμβάσεων, καθώς και διατάξεις που ρυθμίζουν την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος, εφόσον είναι αντίθετες με τις διατάξεις του νόμου αυτού, καταργούνται".
Από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του νόμου 1414/1984, ερμηνευόμενες υπό το φως της προαναφερόμενης κοινοτικής Οδηγίας, συνάγεται, γενικότερα μεν, ότι απαγορεύονται οι υπέρ ή κατά του ενός φύλου αυθαίρετες, ευμενείς ή δυσμενείς, νομοθετικές ή διοικητικές διακρίσεις και επιβάλλεται η νομοθετική επέκταση και, σε περίπτωση παραλείψεως του νομοθέτη, η αποκαταστατική εφαρμογή από τον δικαστή των υπέρ του ενός μόνο φύλου ευνοϊκών διατάξεων και υπέρ του άλλου (Ολ.
ΑΠ 31/1993), ειδικότερα δε, ως προς την λήξη της εργασιακής σχέσεως, ότι διατάξεις νόμων, κανονιστικών διοικητικών πράξεων και συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων που προβλέπουν την λύση της σχέσεως ή επιτρέπουν στον εργοδότη την καταγγελία της, στην περίπτωση που η εργαζόμενη γυναίκα αποκτά δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως από το Δημόσιο ή άλλο φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως λόγω συμπληρώσεως ορίου ηλικίας, το οποίο όμως ορίζεται στο νόμο διαφορετικό από το προβλεπόμενο για την συνταξιοδότηση των ανδρών συναδέλφων της, εισάγουν διάκριση βασιζόμενη στο φύλλο και μη δικαιολογούμενη από σοβαρό λόγο αναγόμενο στις βιολογικές ή ψυχικές ιδιαιτερότητες της γυναίκας ή του άνδρα, ώστε το φύλλο να συνιστά παράγοντα αποφασιστικής σημασίας.
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976, ορίζει ότι μισθωτοί εν γένει υπαγόμενοι στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για την χορήγηση συντάξεως, οι οποίοι συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για την λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, δύνανται, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν της εργασίας, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν, είτε να απομακρύνονται της εργασίας τους από τον εργοδότη, λαμβάνοντας σε όλες τις περιπτώσεις, οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς το 50% της αποζημιώσεως που δικαιούνται, κατά τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, για την περίπτωση απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη.
Εξάλλου, το άρθρο 28 παρ. 3 περ. β' του Α.Ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 27 παρ. 1 του Ν. 1902/1990, προβλέπει ότι: "Με την συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας οι άνδρες ή του 55ου οι γυναίκες, δικαιούνται σύνταξη, εφόσον πάντως συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 και μάλιστα χωρίς την μείωση του εδαφίου α' της παρούσας παραγράφου, οι ασφαλισμένοι οι οποίοι απασχολούνται επί μακρό χρόνο σε ιδιαζόντως βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, που ορίζονται στον οικείο Κανονισμό.
Με τον Κανονισμό αυτόν καθορίζεται, πλην του χρόνου απασχολήσεως στα επαγγέλματα αυτά και κάθε σχετικό με την συνταξιοδότηση αυτή ζήτημα. Τα μικρότερα όρια ηλικίας, που ισχύουν για ειδικές κατηγορίες προσώπων, τα οποία υπάγονται στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, δεν θίγονται". Οι διατάξεις περί υπαγωγής εργαζομένου στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα είναι εκ της φύσεώς τους στενώς ερμηνευτέες.
Τέλος, από την διέπουσα τις εργασιακές σχέσεις αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 εδάφ. β' του Συντάγματος, 288 ΑΚ και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ, προκύπτει ότι απαγορεύεται η άνιση μεταχείριση των εργαζομένων που απασχολούνται στην ίδια επιχείρηση υπό τις αυτές συνθήκες και παρέχουν την αυτή εργασία και μάλιστα ανεξαρτήτως χρόνου προσλήψεώς τους.
Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, που καθιερώνουν την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, με εκείνη του άρθρου 361 ΑΚ, που καθιερώνει την συμβατική ελευθερία, συνάγεται ότι η διευρυμένη εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ώστε να κάμπτει και αντίθετες συμφωνίες δικαιολογείται κατ' αρχήν, με το επιχείρημα ότι η εν λόγω αρχή αποτελεί αναγκαστικού δικαίου δικαιϊκή αρχή, μη ευρισκομένη στην εξουσία διαθέσεως των μερών, δεν καθίσταται όμως άκυρη η συμφωνία με την οποία ο εργαζόμενος παραιτείται από μία συγκεκριμένη παροχή, την οποία θα μπορούσε να αξιώσει με επίκληση της άνω αρχής, εκτός αν η παραίτηση αυτή δεν είναι προϊόν ελεύθερης δικαιοπρακτικής απόφασης του εργαζομένου ή ο σχετικός συμβατικός όρος ουσιαστικά επιβλήθηκε μονομερώς από τον εργοδότη.
Παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, υπάρχει εφόσον δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσεως, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμ. 19 του ανωτέρω άρθρου, υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Στην προκείμενη περίπτωση, το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη την 1-4-1985, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος γραφείου, υπαγόμενη στις διατάξεις των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων.
Στις 8-1-2001 η αναιρεσίβλητη ειδοποίησε την αναιρεσείουσα ότι στις 30-11-2001 θα καταγγείλει την σύμβαση εργασίας της, λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων λήψεως πλήρους συντάξεως γήρατος από τον φορέα κοινωνικής ασφαλίσεώς της (Ι Κ Α), ήτοι συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας της και του απαιτούμενου αριθμού ημερών ασφαλίσεως στον ασφαλιστικό αυτό φορέα.
Η αναιρεσείουσα - δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο - άσκησε τότε την από 21-6-2001 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ζητούσε, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας των φύλων στις εργασιακές σχέσεις, να αποχωρήσει από την εργασία της λόγω συνταξιοδοτήσεως με την συμπλήρωση όμως του 60ου έτους της ηλικίας της, όπως συνταξιοδοτούνται και οι άνδρες συνάδελφοί της, οι υπαγόμενοι στις διατάξεις των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων.
Η αγωγή εκείνη έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 26463/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκε η και ήδη εναγομένη - αναιρεσίβλητη να απασχολεί την αναιρεσείουσα έως τις 23-11-2006, οπότε αυτή θα συμπλήρωνε το 60ο έτος της ηλικίας της. Στις 23-11-2006 η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε (εκ νέου) την εργασιακή σύμβαση της αναιρεσείουσας, λόγω συμπληρώσεως του 60ου έτους της ηλικίας της και του αναγκαιούντος χρόνου ασφαλίσεως (ημέρες εργασίας), δηλαδή των απαιτουμένων από το νόμο προϋποθέσεων για την πλήρη συνταξιοδότηση των ασφαλισμένων στο ΙΚΑ ανδρών συναδέλφων της, των υπαγομένων, όπως και εκείνη, στις διατάξεις των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων.
Μετά ταύτα η αναιρεσείουσα άσκησε την ένδικη αγωγή, με την οποία αξιώνει να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να αποδέχεται την εργασία της και μετά τις 23-11-2006 και μέχρι τις 23-11-2011, που συμπληρώνει το 65ο έτος της ηλικίας της, το οποίο έτος προβλέπεται ως όριο πλήρους συνταξιοδοτήσεως από το ΙΚΑ για τους άνδρες συναδέλφους της, τους μη υπαγομένους στις διατάξεις των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων, από τις οποίες (διατάξεις) δήλωσε, στην ένδικη αγωγή, ότι παραιτείται αυτή.
Ακολούθως, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η παραπάνω καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως της αναιρεσείουσας ήταν έγκυρη, δεδομένου ότι η συμπλήρωση των προϋποθέσεων προς συνταξιοδότηση του μισθωτού παρέχει την δυνατότητα στον εργοδότη να απολύσει τον μισθωτό και χωρίς την συγκατάθεση του τελευταίου και ότι στην περίπτωση της αναιρεσείουσας εφαρμόσθηκε η αρχή της ισότητας των φύλων στις εργασιακές σχέσεις, καθόσον αυτή παρέμεινε στην εργασία της έως την συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας της, όπως δηλαδή και οι άνδρες εργαζόμενοι, που υπάγονται στην κατηγορία των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων, ενώ δεν αποδείχθηκε - είπε το Εφετείο - ότι άνδρες εργαζόμενοι στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης και υπαγόμενοι στην κατηγορία των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων, παρέμειναν στην εργασία τους και μετά την συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας τους.
Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο ότι η διαφορά που τίθεται από το νόμο σχετικά με το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης μεταξύ των εργαζομένων που υπάγονται στις διατάξεις των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων, οι οποίοι συνταξιοδοτούνται στο 60ο έτος της ηλικίας τους και των εργαζομένων (ανδρών) που δεν υπάγονται στις διατάξεις αυτές και συνταξιοδοτούνται στο 65ο έτος της ηλικίας τους, δεν αντιβαίνει προς τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, διότι η διαφορά αυτή θεσπίσθηκε από το νομοθέτη για την προστασία της υγείας των εργαζομένων σε επιβαρημένο περιβάλλον, η οποία επίσης προστατεύεται συνταγματικά και αποτελεί υποχρέωση του Κράτους να μεριμνά γι' αυτή (άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος), δεδομένου ότι αυτοί που εργάζονται υπό συνθήκες βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων αναλώνουν κυρίως σωματικές δυνάμεις πέραν του συνήθους μέτρου, ενώ το ίδιο το περιβάλλον της εργασίας τους ενέχει κίνδυνο για την υγεία τους.
Εξάλλου - δέχθηκε τέλος το Εφετείο - δεν μπορούν να εφαρμοσθούν στην ένδικη περίπτωση οι προαναφερθείσες συνταγματικές διατάξεις, διότι πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες εργαζομένων, ήτοι εργαζομένων που υπάγονται στην κατηγορία των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων και εργαζομένων μη υπαγομένων στην κατηγορία αυτή.
Έτσι επικύρωσε, με απόρριψη της εφέσεως της ενάγουσας - αναιρεσείουσας, την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή της. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, τους ανωτέρω κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και επομένως οι περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενόψει και του ότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν δέχθηκε ότι είναι έγκυρη και ισχυρή η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα - οψίμως γενομένη - οικειοθελής (μονομερής) παραίτησή της από τις (ευεργετικές) διατάξεις των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων, απορρίπτοντας έτσι ορθά τον σχετικό ισχυρισμό της, τον οποίο λυσιτελώς θα μπορούσε να προβάλει η αναιρεσείουσα, κατά τα προεκτεθέντα, μόνο αν επικαλείτο και αποδείκνυε την ύπαρξη σχετικής συμφωνίας μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης εργοδότριας εταιρείας περί παραιτήσεώς της από τις διατάξεις των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων.
Με το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμός 11 του ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την από 4-1-2007 εξώδικη πρόσκληση της αναιρεσίβλητης προς την υπάλληλό της Α. Δ., καθώς και την από 4-1-2007 εξώδικη πρόσκληση της αναιρεσίβλητης προς την υπάλληλό της Δ.
Γ., από το περιεχόμενο των οποίων (εξωδίκων προσκλήσεων) προκύπτει, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, ότι η αναιρεσίβλητη συνέχισε να απασχολεί τις ανωτέρω υπαλλήλους της και μετά την συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησής τους, πέραν του 60ου έτους της ηλικίας τους. Από την ρητή βεβαίωση, όμως, της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα συνεκτίμησε τα επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα έγγραφα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω έγγραφα (εξώδικες προσκλήσεις), χωρίς να έχει υποχρέωση να κάνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση γι' αυτά.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και κατά το δεύτερο μέρος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η ηττώμενη αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-9-2009 αίτηση της Ε. Β. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4948/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ