Supreme Court allows appeal against appeal court judgment due to procedural errors and invalid evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the appeal court's judgment, finding it flawed for relying on photocopies instead of originals and ignoring the primary exchange contract. While the court upheld the annulment of the lower decision, it rejected the request to restore the case to its pre-execution state, ruling that costs incurred during enforcement are not recoverable under the relevant civil procedure statutes. Consequently, the appeal was granted in part, and the losing parties were ordered to pay the appellant's legal fees.
Legislator headnote
AI generatedArticles 11a, 12, 11g of the Civil Procedure Code; Article 579 paragraph 2 of the Civil Procedure Code: Photocopies of documents lack evidentiary value without originals, and enforcement costs are not recoverable via case restoration.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1268 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1268/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-καλούσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΡΟΔΟΥ ΕΞΕΤΕΡ ΑΕ" που εδρεύει στη Ρόδο, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Στεφανίδη, ο οποίος ανακάλεσε την από 18-3-2010 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Χ1, ο οποίος απεβίωσε στις 5-2-2009 και κηρονομήθηκε από τους καθών η κλήση: α)Ζ1, για τον οποίο στρέφεται η από 21-12-2009 κλήση ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα των τέκνων του Κ1 και Κ2, β). Ζ2, ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των τέκνων της, Κ1 και Κ2. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευανθία Κατσίγιαννη και 2. Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ", που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-8-2006 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 209/2008 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με τις από 25-11-2008 αίτηση της και την 21-12-2009 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης, ανέγνωσε την από 25-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ όπως προκύπτει από την προσκομιζομένη με αριθμό 7200Γ/30.12.2009 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητού Ρόδου, ..., αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την πάνω σ' αυτό πράξη ορισμού της προκειμένης δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατ' αυτήν, επιδόθηκε με ........................... της αναιρεσείουσας νομοτύπως και εμπροθέσμως στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ΕΠΕ με την επωνυμία "... ΕΠΕ", η οποία δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολδ.
Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν η διάδικος αυτής παρούσα (άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ). ΕΠΕΙΔΗ ο πρώτος αναιρεσίβλητος Χ1 απεβίωσε στη ... στις 5.2.2009 μετά την άσκηση της με ημερομηνία 25.11.08 κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, περί αναιρέσεως της με αριθμό 209/2008 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. Αυτός κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του ...
χήρα Χ1 κατά το ποσοστό των 2/8 εξ αδιαιρέτου και τα δύο (2) τέκνα του Ψ και Ζ1, κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Στις 5.3.2009 η ... χήρα Χ1 (μητέρα τους) αποποιήθηκε την κληρονομία του συζύγου της, με την υπ' αριθ. 19/2009 έκθεση αποποίησης κληρονομίας του γραμματέα του Πρωτοδικείου Ρόδου και το παραπάνω ποσοστό της περιήλθε στα παιδιά της Ψ και Ζ1, οπότε τα ποσοστά τους διαμορφώθηκαν σε 4/8 για τον καθένα, κατά προσαύξηση από 1/8 από την αποποιηθείσα μερίδα της μητέρας τους.
Στη συνέχεια ο υιός Ψ, με την υπ'αρ. 19/5.3.2001 έκθεση αποποίησης κληρονομιάς του γραμματέα του Πρωτοδικείου Ρόδου, κατόπιν χορηγηθείσας ειδικής πληρεξουσιότητας προς την ανωτέρω μητέρα του, αποποιήθηκε την κληρονομία του πατέρα του Χ1 κατά το περιελθόν σ'αυτόν ποσοστό των 4/8 εξ αδιαιρέτου. Έτσι επήλθε διαδοχή κατά ρίζες και κλήθηκαν στην κληρονομία τα τέκνα του ...
και ..., τα οποία στη συνέχεια με την υπ'αρ. 20/17.3.2001 έκθεση αποποίησης κληρονομίας του γραμματέα του Πρωτοδικείου Ρόδου, κατόπιν χορηγηθείσης ειδικής πληρεξουσιότητας προς την ανωτέρω γιαγιά τους, αποποιήθηκαν την κληρονομία του παππού τους Χ1 κατά το ποσοστό των 4/8 εξ αδιαιρέτου. Έτσι το ποσοστό των 4/8 εξ αδιαιρέτου, κατά διαδοχή βαθμών και προσαύξηση (άρθρα 1814 και 1823 ΑΚ) αύξησε την κληρονομία του άλλου υιού του Χ1, Ζ1, ο οποίος έτσι απέκτησε δύο κληρονομικές μερίδες, μια εκ 4/8 εξ αδιαιρέτου από τη δική του ως άνω κληρονομική μερίδα και μια εκ 4/8 εξ αδιαιρέτου, κατά προσαύξηση εκ της μερίδας των αποποιηθέντων την κληρονομία του αδελφού του Ψ και των τέκνων του.
Ο τελευταίος (Ζ1) στις 24.3.2009, με την υπ' αριθ. 26/2009 έκθεση αποποιήσεως κληρονομίας του γραμματέα του Πρωτοδικείου Ρόδου, αποποιήθηκε την κληρονομία του αποθανόντος πατρός του Χ1, χωρίς όμως στη δήλωση της αποποίησης να διαλαμβάνει και την κατά προσαύξηση μερίδα εκ 4/8 εξ αδιαιρέτου. Επειδή δε η κατά προσαύξηση μερίδα συνιστά ιδιαίτερη κληρονομική μερίδα, έχει αυτοτέλεια σε σχέση με την αρχική μερίδα του ωφελουμένου, με βασική συνέπεια, η κατά προσαύξηση κληρονομική μερίδα να επιδέχεται ιδιαίτερη αποποίηση, η άνω αποποίηση της αρχικής μερίδας του Ζ1, δεν ενήργησε και γι' αυτή (κατά προσαύξηση) και επομένως ο τελευταίος παραμένει κληρονόμος του άνω πατρός του γι' αυτό το ποσοστό της κατά προσαύξηση μερίδος του εκ 4/8 εξ αδιαιρέτου.
Η αρχική μερίδα του Ζ1, μετά την αποποίηση της απ' αυτόν, περιήλθεν κατά ρίζας στα δύο ανήλικα παιδιά του Κ1 και Κ2 κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Η αποποίηση απ' αυτά της κληρονομίας του αποβιώσαντος παππού τους κατά τα εν λόγω ποσοστά έπρεπε να γίνει από τους γονείς τους Ζ1 και Ζ2, ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους κατ' άρθρο 1510, 1526, 1625 ΑΚ, κατόπιν όμως χορηγήσεως σχετικής αδείας από το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, με την υποβολή σχετικής τους αιτήσεως μέσα όμως στην τετράμηνη προθεσμία του άρθρου 184Α Α.Κ., η οποία άρχιζε εν προκειμένω από τον χρόνο της αποποίησης του αρχικού κληρονόμου ως άνω πατρός τους, ήτοι από 24.3.2009 ότε και αυτός και η παραπάνω σύζυγός του, ως νόμιμοι αντιπρόσωποι των ανηλίκων τέκνων τους και δικαιούμενοι να αποποιηθούν την κληρονομία που έχει επαχθεί στα αντιπροσωπευόμενα τέκνα τους, είχαν λάβει γνώση του αφετηριακού γεγονότος της αποποιήσεως των κληρονομικών μερίδων των τέκνων τους, ήτοι την ανωτέρω αποποίηση του Ζ1 στις 24.3.2009.
Πλην όμως αυτοί (γονείς) με την υπ'αρ. 2/20.1.2010 έκθεση .................. αποποιήσεως κληρονομίας του γραμματέα του Πρωτοδικείου Ρόδου και την χορηγηθείσα άδεια του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου με την υπ'αρ. 3/8.1.2010 απόφαση, η οποία συζητήθηκε στις 26.112009, προέβησαν στην αποποίηση της κληρονομίας, για λογαριασμό των παραπάνω ανηλίκων τέκνων τους Κ1 και Κ2, του αποβιώσαντος παππού τους Χ1 κατά το ποσοστό των 2/8 εξ αδιαιρέτου για τον καθένα, εκπροθέσμως όμως, ήτοι μετά την πάροδο της τετράμηνης προθεσμίας αρχομένης κατά τα ανωτέρω από 24.3.01, εντός της οποίας έπρεπε με επιμέλεια των γονέων των άνω ανηλίκων, αφού κατατέθηκε η πιο πάνω αίτηση στις 31.3.2009, με επισήμανση του αρμοδίου προέδρου του δικαστηρίου μέσα στην τετράμηνη προθεσμία να προσδιορισθεί για εκδίκαση, να συζητηθεί αυτή, να εκδοθεί η σχετική απόφαση και εν συνεχεία να γίνει η αποποίηση της κληρονομιάς εντός της τετράμηνης ως άνω προθεσμίας.
Αυτοί (γονείς) όμως αδράνησαν και αμέλησαν προς τούτο, απωλέσαντες την άνω προθεσμία, ούτε οι ίδιοι περαιτέρω επικαλούνται αναστολή αυτής κατ' άρθρο 1847 παρ.3 Α.Κ. Επομένως γενομένης της αποποιήσεως μετά την παρέλευση της τετράμηνης προθεσμίας αυτή είναι άκυρη (άρθρο 1849 ΑΚ), απεσβέσθη το σχετικό δικαίωμα και επήλθεν η αποδοχή της κληρονομίας, εκ μέρους των ανηλίκων τέκνων, του αποβιώσαντος παππού τους.
Κατόπιν των προεκτεθέντων οι αναιρεσίβλητοι Ζ1 ατομικά και ο ίδιος και η σύζυγός του Ζ2, ως ασκούντες τη γονική μέριμνα και νόμιμοι εκπρόσωποι των ανηλίκων τέκνων τους Κ1 και Κ2, νομιμοποιούνται ως αναιρεσίβλητοι κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι αβάσιμα και νομίμως χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τη σχετική από 21.12.2009 κλήση του αναιρεσείοντος.
ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 632 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., αν η διαφορά από απαίτηση για την οποία έχει εκδοθεί διαταγή πληρωμής, δικάζεται σύμφωνα με ειδική διαδικασία, η ανακοπή εκδικάζεται κατά τις διατάξεις της ειδικής αυτής διαδικασίας. Όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε βάση πιστωτικών τίτλων εκδικάζεται κατά τις διατάξεις της ειδικής διαδικασίας των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 640 Κ.Πολ.Δ που εφαρμόζεται στην ως άνω διαδικασία, ως την συζήτηση στο ακροατήριο πρέπει να προσάγονται υποχρεωτικά οι πιστωτικοί τίτλοι, διαφορετικά η αγωγή απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη. Η υποχρέωση αναφέρεται στην προσαγωγή του πρωτοτύπου του πιστωτικού τίτλου και όχι απλώς κυρωμένου αντιγράφου της, γιατί έτσι μόνον αποδεικνύεται η κατοχή του τίτλου που αποτελεί τον αποκλειστικό τρόπο νομιμοποιήσεως για την άσκηση του ενσωματωμένου σ' αυτόν δικαιώματος.
Η υποχρέωση όμως αυτή της προαποδεικτικής προσαγωγής του πρωτοτύπου τίτλου, η οποία σε περίπτωση ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής βάσει πιστωτικού τίτλου βαρύνει τον καθού η ανακοπή δανειστή και η παράβαση της οποίας συνεπάγεται την άμεση παραδοχή της ανακοπής ως βάσιμου, υφίσταται μόνον όταν ο ανακόπτων προβάλλει ισχυρισμό που αναφέρεται σε ελαττώματα του τίτλου, αποδεικνυόμενα από το σώμα του (έλλειψη νόμιμης χαρτοσήμανσης, υπογραφής κλπ) ή σχετιζόμενα με την ιδιότητα του αντιδίκου ως νόμιμου κομιστή του τίτλου, αφού σε κάθε άλλη περίπτωση η κατοχή του δεν αμφισβητείται, άρα δεν είναι αντικείμενο της δίκης της ανακοπής.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι, με την από 1-8-06 ανακοπή τους, ζήτησαν την ακύρωση της 499/1997 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως της αναιρεσείουσας εταιρείας, εκδότριας της επίδικης συναλλαγματικής ποσού 50.000.000 δρχ, την οποίαν αποδέχθηκε ο 1ος ανακόπτων - αναιρεσίβλητος και τριτεγγυήθηκε υπέρ αυτού η 2η ανακόπτουσα.
Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ανακοπής, οι αναιρεσίβλητοι με τον 1ο λόγο αυτής πρόβαλαν ότι η επίδικη συναλλαγματική δεν φέρει την υπογραφή του εκδότη και ειδικότερα την προσωπική υπογραφή του νόμιμου εκπροσώπου της καθ' ης η ανακοπή - αναιρεσείουσας κάτω από την σφραγίδα της εταιρικής επωνυμίας, και ως εκ τούτου αυτή είναι άκυρη κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 αρ. 8 και 2 παρ. 1 του Ν. 5325/1932 "περί συναλ/κης και γραμματίου εις διαταγή, ως ελλείποντος ενός από τα στοιχεία για την δημιουργία έγκυρου τίτλου συν/κης, ήτοι της υπογραφής του εκδότη.
Το Εφετείο δέχθηκε τον ισχυρισμό αυτόν ως βάσιμο, δεχθέν ειδικότερα ότι δεν υπάρχει υπογραφή του εκδότη στην επίδικη συν/κη, σχημάτισε δε την αποδεικτική του κρίση, χωρίς να λάβει υπόψη του το πρωτότυπο της συναλλαγματικής που προσκόμισε και επικαλέσθηκε η καθ' ης η ανακοπή αναιρεσείουσα, εκ του οποίου θα προέκυπτε η ύπαρξη ή μη της υπογραφής της εκδότριας της συν/κης ασχέτως αν η υπογραφή τίθεται στο κάτω δεξιό μέρος ή στο αριστερό μέρος του τίτλου ή στο μέσο, αρκεί να καλύπτει το κατά νόμο αναγκαίο κείμενο της συν/κης, αλλά την στήριξε στα υπάρχοντα στη δικογραφία φωτοαντίγραφα της ανωτέρω συν/κης που έχουν εξαχθεί από τα αντίστοιχα αντίγραφά της που είναι συνημμένα στο πρωτότυπο της αίτησης βάσει της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και στο πρωτότυπο του διαμαρτυρικού.
Με την κρίση του έτσι αυτή, το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες των αρθρ. 11 α', 12 και 11 γ' Κ.Πολ.Δ., καθ' όσον έλαβε υπόψη του τα άνω φωτοαντίγραφα της συν/κης, τα οποία κατά τα προεκτεθέντα δεν είναι επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, καθ' όσον απαιτείται η προσκόμιση του πρωτοτύπου στα οποία και απέδωσε αποδεικτική δύναμη που δεν είχαν, ενώ αντιθέτως δεν έλαβε υπόψη του το πρωτότυπο της επίδικης συναλλαγματικής, παρά τη σημαντική αποδεικτική της σπουδαιότητα, δεδομένου ότι από την επισκόπησή της θα κρινόταν το ουσία βάσιμο ή όχι του ανωτέρω λόγου ανακοπής των αναιρεσιβλήτων - ανακοπτόντων.
Επομένως, οι εκ των αρθ. 11α', 12 και 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ απορρέοντες 1ος και 3ος σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες αυτές είναι βάσιμοι.
ΕΠΕΙΔΗ το αίτημα της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση δια της υποχρεώσεως των αναιρεσιβλήτων να αποδώσουν το ποσόν των 7.700 ευρώ ως δικαστικά έξοδα (7.000 ευρώ) και έξοδα εκτέλεσης (700 ευρώ) για έκδοση απογράφου, αντιγράφου και σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση της αναιρεθείσας αποφάσεως και παραγγελίας και επίδοσής της, που εισέπραξαν σε εκτέλεση αυτής, είναι νόμιμο κατ' άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ μόνο ως προς το μερικότερο αίτημα της απόδοσης του χρηματικού ποσού των δικαστικών εξόδων που αφορούν την αναιρεθείσα απόφαση, ενώ το άλλο αίτημα είναι νόμω αβάσιμο, διότι η διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την αληθινή της έννοια, επιτρέπει την απόδοση μόνον εκείνων που η παροχή τους διατάχθηκε από την ίδια την αναιρεθείσα απόφαση, όχι άρα και των εξόδων της μετέπειτα επιχειρηθείσας αναγκαστικής ή εκούσιας εκτέλεσής της, τα οποία οφείλονται από τον καθού η εκτέλεση όχι βάσει της απόφασης αυτής, αλλά βάσει του νόμου (άρθρο 932 ΚΠολΔ).
Από την προσκομιζόμενη προαποδεικτικώς και από την αναιρεσείουσα επικαλουμένη από 25.11.08 απόδειξη είσπραξης της πληρεξούσιας δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων Θάλειας Μπόνη αποδεικνύεται ότι η αναιρεσείουσα παρέδωσε εκουσίως και για την αποφυγή αναγκαστικής εκτέλεσης τη με αριθμό ... επιταγή ποσού 7.000 προς εξόφληση των επιδικασθέντων με την αναιρεθείσα απόφαση δικαστικών εξόδων, της οποίας όμως δεν αποδεικνύεται η πληρωμή, ούτε περαιτέρω συνομολογείται κάτι τέτοιο από τους αναιρεσίβλητους και επομένως το άνω αίτημα είναι απορριπτέο ως αναπόδεικτο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 209/2008 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας οριζόμενο σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ