Legislator Case Law & Legislation
1268/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where appellant accepted lower court ruling, waiving right to appeal.

Case Number 1268/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Foundation's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a labor contract dispute. The appellant had previously accepted the lower court's ruling, which the court found constituted a waiver of the right to appeal. Consequently, the appeal was declared inadmissible due to the lack of legal interest, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 299, 573(1) and 577(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; An acceptance of a challenged judgment by the appellant, whether express or implied through conduct, constitutes a waiver of the right to appeal and renders the subsequent appeal inadmissible due to lack of legal interest.

Keywords

AI generated
waiver of appeal right implied acceptance inadmissible appeal lack of legal interest Code of Civil Procedure express acceptance legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 299, 573(1) and 577(1)-(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) and (9) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1268 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1268/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κοινωφελούς Ιδρύματος Ερρίκος Ντυνάν, το οποίο εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σπανό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Παναγιώτη Κατσαρό και Δήμητρα Αγαπάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-1-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 180/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 601/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 21-5-2008 αίτησή του και τους από 24-10-2008 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 10-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αιτήσεως, κατά τους τρίτο κύριο, πρώτο και έβδομο, προσθέτους λόγους αυτής και την απόρριψη, ως προς τους λοιπούς.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 573 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δικ., προκύπτει ότι η εκ μέρους του αναιρεσείοντος αποδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία (αποδοχή) έχει ως συνέπεια το απαράδεκτο της ασκηθείσας μετέπειτα αιτήσεως αναιρέσεως, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα άσκησής της, για την οποία δεν απαιτείται η τήρηση ορισμένου τύπου και, συνεπώς, μπορεί να γίνει είτε ρητώς, με την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 297 Κ.Πολ.Δικ.

ή με δικόγραφο, που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου διαδίκου, είτε σιωπηρά, με πράξεις από τις οποίες υποδηλώνεται σαφώς η προς τούτο βούληση. Μετά την άσκηση, όμως, της αναίρεσης δεν χωρεί πλέον σιωπηρή αποδοχή της αποφάσεως, αλλά μόνον ρητή, δηλαδή κατά τους διαγραφομένους στο άρθρο 297 τρόπους, καθόσον η αποδοχή στην περίπτωση αυτή υποδηλώνει παραίτηση από την ήδη ασκηθείσα αναίρεση, η οποία μπορεί να γίνει μόνο κατά τους ανωτέρω οριζομένους τύπους, όχι δε και σιωπηρώς.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος, ισχυρίζεται ότι η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον το αναιρεσείον, πριν την άσκηση αυτής (αναιρέσεως) είχε αποδεχθεί σιωπηρά την προσβαλλόμενη απόφαση (και την πρωτόδικη), πράγμα το οποίο, κατά τον αναιρεσίβλητο, συνάγεται από το γεγονός ότι το αναιρεσείον, με την από 24-4-2008 απόδειξη καταβολής, κατέβαλε σ' αυτόν το σύνολο των χρηματικών ποσών, που του επιδικάσθηκαν, χωρίς, μάλιστα να παρακρατήσει τα αναλογούντα ποσά για φόρους και ασφαλιστικές εισφορές και χωρίς στη σχετική απόδειξη να διατυπώσει, διά της πληρεξουσίας δικηγόρου του, με την οποία ενεργούσε, οποιαδήποτε επιφύλαξη ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσιβλήτου, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον από τα ως άνω επικαλούμενα περιστατικά δεν μπορεί να συναχθεί σιωπηρά αποδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία ήταν εκτελεστή, η δε καταβολή των με αυτήν επιδικασθέντων έγινε, προδήλως, προς αποφυγή των, από την μη πληρωμή, συνεπειών, ήτοι της αναγκαστικής σε βάρος του (μετέπειτα) αναιρεσείοντος εκτέλεσης της αποφάσεως αυτής και την επιβάρυνσή του με τόκους υπερημερίας.

Ούτε, εξάλλου, αυτό υποδηλώνεται από την μη παρακράτηση των αναλογουσών στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο ασφαλιστικών εισφορών και των φόρων, πράγμα για το οποίο, άλλωστε, άσκησε εναντίον του σχετική αγωγή (ανταγωγή). Τέλος, αποδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνάγεται ούτε από το γεγονός ότι η πληρεξουσία δικηγόρος του αναιρεσείοντος, μέσω της οποίας προέβη στην καταβολή των επιδικασθέντων, δεν προέβη σε δήλωση επιφύλαξης ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, αφού δεν είχε υποχρέωση να πράξει κάτι τέτοιο.

Αντίθετα, μάλιστα, από το γεγονός ότι, μετά πάροδο μηνός, περίπου, ασκήθηκε η ένδικη αίτηση, στη συνέχεια δε υποβλήθηκαν και πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, σε συνδυασμό με την εν γένει δικονομική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, που παρέστη νόμιμα κατά τη συζήτησή της, εμμένοντας σ' αυτή και ζητώντας την απόρριψη των ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου καθώς και την καταδίκη του στη δικαστική του δαπάνη, συνάγεται σαφώς ότι το αναιρεσείον ουδεμία πρόθεση είχε, για παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης της ενδίκου αναιρέσεως.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 669 Α.Κ., 1 Ν. 2112|1920 και 5 Ν. 3198|1955, προκύπτει ότι, η μη τήρηση των νομίμων διατυπώσεων της καταγγελίας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από τον εργοδότη, επιφέρει την ακυρότητα της καταγγελίας και, περαιτέρω, την υπερημερία του εργοδότη, περί την αποδοχή της εργασίας του απολυθέντος, με συνέπεια ο τελευταίος να δικαιούται μισθών υπερημερίας, χωρίς να απαιτείται προσφορά των υπηρεσιών εκ μέρους του μισθωτού, δοθέντος ότι ο εργοδότης, με την εκ μέρους του καταγγελία της συμβάσεως, εκδήλωσε ήδη την απόφασή του, να μην αποδεχθεί τις τυχόν προσφερόμενες υπηρεσίες του μισθωτού, του οποίου, συνεπώς, η προσφορά καθίσταται μάταιη.

Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 559 περ. 8 πρώτος (κύριος) και έκτος, πρόσθετος, λόγοι της ένδικης αιτήσεως, σύμφωνα με τους οποίους το Εφετείο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό του ενάγοντα, ο οποίος δεν προτάθηκε από αυτόν και είχε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι, αμέσως μετά την καταγγελία εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ο ενάγων- αναιρεσίβλητος "προέβη σε ρηματική προσφορά της εργασίας του", ισχυρισμός, όμως, που δεν προτάθηκε από τον ενάγοντα, είναι απορριπτέοι, ως μη νόμιμοι, αφού, και με την εκδοχή ότι η επίδικη καταγγελία είναι άκυρη, δεν ήταν απαραίτητο να προβεί σε τέτοια δήλωση ο μισθωτός προς τον καταγγέλλοντα εργοδότη του, ο οποίος, εκ μόνης της δηλώσεώς του περί καταγγελίας της συμβάσεως, περιέρχεται σε υπερημερία, εφόσον, βεβαίως, συντρέχουν και οι λοιποί λόγοι αυτής. Πέρα από αυτά, όπως από την επισκόπηση του δικογράφου της κρινόμενης αγωγής προκύπτει, αναφέρεται σ' αυτή ότι του παραδόθηκε η καταγγελία της συμβάσεώς του εκ μέρους του εναγομένου "... δηλώνοντας την άρνηση του αντιδίκου, να αποδέχεται στο εξής τις υπηρεσίες μου οπουδήποτε".

Επειδή, για το νομότυπο και έγκυρο της καταγγελίας εκ μέρους του εργοδότη συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πέρα από την τήρηση των διατυπώσεων, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 669, 670 ΑΚ, 1 Ν. 2112|1920 και 5 Ν. 3198|1955, ήτοι τήρηση έγγραφου τύπου και προθεσμίας, καθώς και καταβολή της προβλεπόμενης αποζημιώσεως, απαιτείται να γίνεται από τον ίδιο τον εργοδότη ή από τον νόμιμο αντιπρόσωπο-πληρεξούσιό του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 211, 213, 216, 226, 229, 233 ΑΚ, εφόσον δε εργοδότης είναι νομικό πρόσωπο, είτε ιδιωτικού είτε δημοσίου δικαίου, η καταγγελία γίνεται από το αρμόδιο κατά νόμο εκπροσωπευτικό όργανό του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 67, 68 και 70 ΑΚ, χωρίς μάλιστα, στην περίπτωση αυτή να απαιτείται η επίδειξη πληρεξουσίου εγγράφου, κατ' άρθρο 226 Α.Κ.

Από τις ως άνω διατάξεις, εξάλλου, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 130, 226, 233 ΑΚ, προκύπτει ότι, στην περίπτωση, που η καταγγελία συμβάσεως εργασίας επιχειρήθηκε από άτομο, που δεν είχε αντιπροσωπευτική εξουσία, δεν είναι ανυπόστατη, αφού φέρει εξωτερικά όλα τα, προς υλοποίηση αυτής, γνωρίσματα, αλλά άκυρη, η δε ακυρότητα αυτή μπορεί να καλυφθεί με επιγενόμενη έγκριση από τον δικαιούχο.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, σχετικά, ότι, η επίμαχη καταγγελία είναι άκυρη, διότι "έγινε μεν στο όνομα του εκκαλούντος-εναγομένου νομικού προσώπου, από όργανό του, το οποίο είχε μεν την εξουσία να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, χωρίς, όμως, να τηρηθούν οι πιο πάνω νόμιμες διατυπώσεις".

Επομένως, με το να μη δεχθεί το δικαστήριο, ότι η επίμαχη καταγγελία, ήταν ανυπόστατη, αλλά άκυρη, με τις εντεύθεν συνέπειες, ορθά τις σχετικές διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου εφήρμοσε και, συνεπώς, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου δε 559 αριθ. 1 και 19 δεύτερος (κύριος) λόγος της ένδικης αιτήσεως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμοι.

Επειδή, κατά το άρθρο 68 ΑΚ, η έκταση της εξουσίας εκείνου, που έχει τη διοίκηση, προσδιορίζεται από τη συστατική πράξη ή το καταστατικό. Ο προσδιορισμός αυτός ισχύει και για τους τρίτους. Με τη συστατική πράξη ή το καταστατικό, ορισμένες υποθέσεις μπορούν να ανατεθούν σε ιδιαίτερο πρόσωπο. Η εξουσία του, σε περίπτωση αμφιβολίας, εκτείνεται και σε κάθε συναφή πράξη.

Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις, για την αντιπροσώπευση και την εντολή, κατά δε το άρθρο 70 του ίδιου Κώδικα, δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο, που διοικεί το νομικό πρόσωπο, υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο. Ως περιορισμός της εξουσίας του έχοντος τη διοίκηση και την εκπροσώπηση, γενικά, του ν.π., νοείται η απαγόρευση συνάψεως ορισμένης ή ορισμένων δικαιοπραξιών ή η επιχείρηση αυτών υπό ορισμένους όρους ή μόνο με τη σύμπραξη με άλλο μέλος της διοικήσεως ή η τήρηση ορισμένου εγγράφου τύπου, η ρητή κατάρτιση συγκεκριμένης δικαιοπραξίας κ.λπ.

Συνεπώς, εφόσον εργοδότης είναι νομικό πρόσωπο (δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου), η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, που έχει αυτό συνάψει με τρίτον, πρέπει να γίνεται από τον νόμιμο εκπροσωπευτικό προς τούτο όργανο, όπως προβλέπουν οι ανωτέρω διατάξεις και το καταστατικό ή η ιδρυτική πράξη του νομικού προσώπου, διαφορετικά ανακύπτει ζήτημα εγκυρότητάς της.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 της συστατικής πράξης του εναγομένου Ιδρύματος, που κυρώθηκε με το άρθρο 49 του Ν.2082|1992 και, επομένως, έχει ισχύ νόμου, "Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Κοινωφελούς Ιδρύματος "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ", έχει τις εξής αρμοδιότητες: α) Εκπροσωπεί το Ίδρυμα αυτοπροσώπως ή με πρόσωπο, που ορίζεται από αυτόν και εγκρίνεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, ενώπιον όλων γενικά των δικαστηρίων και Αρχών, καθώς και στις σχέσεις του και συναλλαγές με κάθε τρίτο, γ)...

η) Προσλαμβάνει με σύμβαση εργασίας ή έργου και απολύει το ιατρικό και πάσης φύσεως προσωπικό, καθώς και τον Γενικό Διευθυντή του Κοινωφελούς Ιδρύματος, πάντοτε, όμως, μετά από προηγουμένη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου". Περαιτέρω, ναι μεν στο άρθρο 7 περ. θ' της Ιδρυτικής Πράξης αναφέρεται ότι το Διοικητικό Συμβούλιο, "με αποφάσεις του, παρέχει σε ένα ή περισσότερα από τα μέλη του ή και σε τρίτο πρόσωπο, που δεν είναι μέλος του, ειδικές και συγκεκριμένες εξουσιοδοτήσεις, όσον αφορά την εκπροσώπηση του Κοινωφελούς Ιδρύματος, την άσκηση συγκεκριμένων πράξεων διοίκησης και διαχείρισης και την εκτέλεση των αποφάσεών του, προσδιορίζοντας συγχρόνως και την έκταση των εξουσιοδοτήσεων αυτών, καθώς και τον χρόνο ισχύος τους", πλην, όπως σαφώς προκύπτει από τον συνδυασμό των εν λόγω διατάξεων (άρθρου 7 και 8), η διάταξη αυτή δεν αναφέρεται στις αρμοδιότητες του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου, οι οποίες σαφώς και ευθέως προσδιορίζονται από το Καταστατικό και ειδικότερα από το άρθρο 8 αυτού, αλλά στην διενέργεια πράξεων, σχετιζομένων με τις αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος, οι οποίες προβλέπονται από το άρθρο 7 του Καταστατικού και οι οποίες μπορούν να ανατεθούν σε μέλη του ή και σε τρίτους.

Περαιτέρω, προς θεμελίωση του εκ του άρθρου 559 περ.19 Κ.Πολ.Δικ. λόγου αναιρέσεως, απαιτείται η προσβαλλόμενη απόφαση ή να μην έχει καθόλου αιτιολογίες ή αυτές να είναι ανεπαρκείς ή αντιφατικές. Συντρέχει περίπτωση ανεπαρκών ή ασαφών αιτιολογιών, όταν τα περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας, δεν είναι ικανά, ώστε ελεγχθεί αναιρετικά αν μπορούν να συγκροτήσουν την έννομη σχέση, την οποία στηρίζει το διατακτικό.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως, στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Αντιφατικές, εξάλλου, αιτιολογίες έχομε, όταν δεν προκύπτει με σαφήνεια από την απόφαση, που πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο, ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί, περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία, για την εφαρμογή της διατάξεως, που εφαρμόσθηκε.

Τέλος, κατά την περ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση είναι αναιρετέα, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Η παράβαση αυτή επέρχεται είτε με την εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, δηλαδή με την εφαρμογή κανόνα δικαίου, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ή η μη εφαρμογή του του εφαρμοστέου κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις καθώς και με την ψευδή ερμηνεία του νόμου, όταν δηλαδή αποδίδεται στον συγκεκριμένο κανόνα έννοια, η οποία δεν είναι αληθινή και προσήκουσα.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα εξής: Ότι, με προφορική σύμβαση αορίστου χρόνου, ο ενάγων προσελήφθη από το εναγόμενο Ίδρυμα την 2-1-2003, ως υπάλληλος γραφείου και από του χρόνου αυτού προσέφερε την εργασία του σ' αυτό, στο ανθοπωλείο του, εντός του χώρου αυτού.

Ότι την 18-10-2004 το εναγόμενο κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση αυτή. Ότι το σχετικό έγγραφο καταγγελίας, στη θέση του εργοδότη υπογράφεται μόνο από τον ΑΑ, Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του, δεν συνυπογράφεται από τον Γενικό Γραμματέα και δεν υπάρχει, μετά από εισήγηση του Γενικού Διευθυντή, προηγούμενη σχετική απόφαση του συμβουλίου, σύμφωνα με τα άρθρα 8, 9, 12, 13 του Καταστατικού του αναιρεσιβλήτου Ιδρύματος.

Έτσι η καταγγελία στο όνομα του εναγομένου νομικού προσώπου, έγινε από όργανο, το οποίο δεν είχε εξουσία να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας. Περαιτέρω και μετά από προβολή σχετικής ενστάσεως του εναγομένου, το Εφετείο δέχεται μεν ότι το Δ. Σ. του εναγομένου, στη συνεδρίασή του, της 18-9-2002, αφού έλαβε υπόψη του την εισήγηση του εκπροσώπου της διαχειριστρίας εταιρίας, περί απολύσεων προσωπικού, "εξουσιοδότησε τον πρόεδρο αυτού να προβεί σε απολύσεις προσωπικού, όλων των ειδικοτήτων, εφόσον αυτές κρίνονται αναγκαίες για την εύρυθμη λειτουργία του Ιδρύματος", πλην, όμως, δέχεται, στη συνέχεια το Εφετείο, ότι η απόφαση αυτή δεν αφορά την προκειμένη περίπτωση, με την πιο πάνω απόφαση ούτε παρέχεται με αυτή "ειδική και συγκεκριμένη εξουσιοδότηση", προσδιορίζοντας συγχρόνως και τον χρόνο ισχύος της.

Σύμφωνα, επομένως, με όσα έγιναν δεκτά στη μείζονα σκέψη, δέχεται το Εφετείο, "ότι η καταγγελία της επίμαχης συμβάσεως εργασίας, εφόσον έγινε στο όνομα του εκκαλούντος εργοδότη νομικού προσώπου, από όργανό του, το οποίο είχε μεν την εξουσία να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, χωρίς όμως να τηρηθούν οι πιο πάνω διατυπώσεις, είναι άκυρη".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο περιέχει επαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες δικαιολογούν πλήρως το συμπέρασμα στο οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατέληξε, ήτοι ότι η επίμαχη καταγγελία ήταν άκυρη, αφού αναλυτικά εκθέτει τους λόγους της κρίσης του αυτής, ήτοι ότι ναι μεν ο Πρόεδρος του αναιρεσείοντος, που κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση είχε αρμοδιότητα προς τούτο, πλην δεν τηρήθηκαν οι από το καταστατικό προβλεπόμενες διατυπώσεις, για τη νομιμότητα της ενέργειας αυτής, ήτοι ότι δεν υπήρξε προηγούμενη συγκεκριμένη απόφαση του Δ.Σ.

του αναιρεσείοντος, που να παρέχει στον Πρόεδρό του την δυνατότητα να προβεί στην ενέργεια αυτή, σύμφωνα με τα όσα προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 1 της συστατικής πράξης του Ιδρύματος. Και ναι μεν το αναιρεσείον επικαλέσθηκε την από 18-9-2002 απόφαση του Δ.Σ. αυτού, στην οποία αναφέρεται ότι αυτό, "αφού έλαβε υπόψη του την εισήγηση του εκπροσώπου της διαχειριστρίας εταιρίας, εξουσιοδότησε τον Πρόεδρο αυτού να προβεί σε απολύσεις του προσωπικού, όλων των ειδικοτήτων, εφόσον αυτές κρίνονται αναγκαίες, για την εύρυθμη λειτουργία του Ιδρύματος", πλην, όπως και το Εφετείο δέχθηκε, η απόφαση αυτή δεν αφορά την συγκεκριμένη καταγγελία, αφού έλαβε χώρα δύο, σχεδόν, χρόνια προγενέστερα της επίδικης καταγγελίας και πριν την πρόσληψη του ενάγοντα.

Έτσι, επομένως, που έκρινε το Εφετείο, ορθά τις ως άνω διατάξεις του ΑΚ και του Καταστατικού του αναιρεσείοντος Ιδρύματος εφήρμοσε, αφού ελλείπει η προηγούμενη, σχετική με την ένδικη καταγγελία, απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, την οποία δεν μπορεί να αναπληρώσει η ως άνω επικαλουμένη, η οποία και κατά την γραμματική αυτής διατύπωση (να "προβεί" σε απολύσεις), αναφερόταν στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο εκδόσεώς της και ελήφθη, αφού είχε προηγηθεί εισήγηση του εκπροσώπου της διαχειριστρίας εταιρίας, για απολύσεις προσωπικού (κατ'εκείνη, δηλαδή, τη χρονική περίοδο), "για την εύρυθμη λειτουργία του Ιδρύματος".

Εξάλλου το γεγονός ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση και προς ενίσχυση της, περί τα πράγματα αναγομένης, κρίσης του δικαστηρίου, περί ελλείψεως δηλαδή εξουσιοδοτήσεως, για την διενέργεια της επίδικης καταγγελίας, αναφέρεται ότι δεν προσδιορίζεται και ο χρόνος ισχύος της ως άνω, από το αναιρεσείον επικαλουμένης απόφασης, πράγμα το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 7 του Καταστατικού του και όχι από το άρθρο 8, που έχει εν προκειμένω εφαρμογή, δεν επηρεάζει την εν λόγω, ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, ότι δηλαδή δεν υπήρξε προηγουμένη, συγκεκριμένη απόφαση του Δ.Σ., για την διενέργεια της επίδικης καταγγελίας.

Περαιτέρω, δεν υπάρχει αντίφαση στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης εκ του ότι στην αρχή αναφέρεται ότι "η καταγγελία έγινε από όργανο, που δεν είχε την προς τούτο εξουσία", αφού, στη συνέχεια, γίνεται δεκτό ότι η καταγγελία "έγινε στο όνομα του εκκαλούντος εργοδότη, από όργανό του, που είχε μεν εξουσία να καταγγείλει τη σύμβαση, χωρίς, όμως, να τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις" και, συνεπώς, με σαφήνεια προκύπτουν τα περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε το δικαστήριο, για να οδηγηθεί στην ως άνω κρίση του, ήτοι της ακυρότητας της επίδικης καταγγελίας, εξαιτίας της μη τηρήσεως των προς τούτο νομίμων διατυπώσεων, κατά τα ανωτέρω.

Συνεπώς οι σχετικοί, εκ του άρθρου δε 559 περ. 19 και 1 Κ.Πολ.Δικ. τρίτος (κύριος), πρώτος και έβδομος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους το αναιρεσείον τα αντίθετα υποστηρίζει, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.

Επειδή οι εκ του άρθρου 559 περ. 1 και 19 Κ.Πολ. Δικ. δεύτερος, τρίτος και τέταρτος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, σύμφωνα με τους οποίους η επίδικη εργασιακή σύμβαση είναι άκυρη, αφού, όπως δέχεται και η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων προσελήφθη με "προφορική σύμβαση", ήτοι χωρίς να τηρηθούν οι από το καταστατικό προβλεπόμενες διατυπώσεις (που απαιτούνται και για την καταγγελία) και, συνεπώς, δεν έπρεπε να επιδικασθούν μισθοί υπερημερίας, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, δοθέντος ότι δεν εκτίθεται αν ο λόγος αυτός, ήτοι η ακυρότητα πρόσληψης του ενάγοντα είχε προταθεί και στο δικαστήριο της ουσίας. Επειδή ο στις περ. 8 και 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. στηριζόμενος πέμπτος, πρόσθετος λόγος της ενδίκου αιτήσεως, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο, αφενός μεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν και αφετέρου επιδίκασε πράγμα, που δεν ζητήθηκε και συγκεκριμένα έκρινε ότι η επίδικη εργασιακή σύμβαση ήταν ανυπόστατη, πράγμα το οποίο δεν ζητήθηκε με την αγωγή ούτε προτάθηκε, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της αποφάσεως, τέτοια διάταξη (για ανυπόστατο) δεν περιέχει ούτε τέτοιο αίτημα περιέχεται στην αγωγή.

Μετά τα ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-5-2008 αίτηση του Ιδρύματος "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ" , για αναίρεση της υπ' αριθμ. 601|2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, εκ χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ