Legislator Case Law & Legislation
1268/2007 AI generated

1268/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1268/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1268/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 270 παρ. 4 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και κατά την ενώπιον του Εφετείου διαδικασία (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ) η συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου και η διεξαγωγή της απόδειξης ολοκλήρώνονται σε μία δικάσιμο. Στη συγκεκριμένη υπόθεση ασκήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης από τους αναιρεσίβλητους η .......

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1268 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1268/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ........., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Καϊκλή.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ........., 2. ..............., 3. ........., 4. ........., 5. .......και 6. ........., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Ζάπρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5710/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2453/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 764/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 1760/2005 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 19-9-2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος ανέγνωσε την από 20-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση για αναίρεση της 1760/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εδάφιο δεύτερο, όπως τούτο ίσχυε πριν από το νόμο 2915/2001 (άρθρο 17 παρ. 2 αυτού), το οποίο όριζε ότι επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς να διατάξει γι' αυτά απόδειξη και το οποίο, λόγω του χρόνου άσκησης και συζήτησης της αγωγής θα μπορούσε να έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, προκύπτει με σαφήνεια ότι ο λόγος αυτός δε δημιουργείται, όπου σύμφωνα με το νόμο το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να διατάξει απόδειξη με παρεπίμπτουσας απόφασή του, και αποφαίνεται αμέσως με εκτίμηση των στοιχείων της δικογραφίας (ΟλΑΠ 12/1991).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 270 παρ. 4 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και κατά την ενώπιον του Εφετείου διαδικασία (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ) η συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου και η διεξαγωγή της απόδειξης ολοκλήρώνονται σε μία δικάσιμο. Στη συγκεκριμένη υπόθεση ασκήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης από τους αναιρεσίβλητους η .......

διεκδικητική αγωγή ακινήτου, η οποία συζητήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού στις 3 -11-2000 και στη συνέχεια μετά τη συζήτηση, εκδόθηκε, με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, η 5710/2001 οριστική απόφαση, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή. Ενόψει τούτων ο τρίτος (3ος) λόγος αναίρεσης με τον οποίο αναιρεσείων προβάλλει την από τον αρ. 10β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως, κατά τα ανωτέρω, τούτο ίσχυε πριν από το νόμο 2915/2001, πλημμέλεια, διότι το Εφετείο, παρά το νόμο δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο έχει εμβαδό 1129 τ.μ χωρίς να διατάξει γι' αυτό απόδειξη και δη τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να εκδώσει προδικαστική απόφαση.

Επειδή ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 12 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά τη εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό, καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρα 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα.

Μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από άλλα. Εξάλλου, από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος.

Επομένως, ο δεύτερος (2ος) λόγος αναίρεσης από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του έδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα στην κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσιβλήτων, έναντι της κατάθεσης του μάρτυρα που εξετάστηκε με δική του επιμέλεια, των ενόρκων βεβαιώσεων που προσκόμισε και των εγγράφων που απαριθμεί στο αναιρετήριο είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν και, αφού, όσον αφορά τα έγγραφα, αυτά χρησίμευσαν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και όχι με την προβλεπόμενη από τα άρθρα 440 και 445 ΚΠολΔ αποδεικτική δύναμη, κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο και την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) ως προς το περιεχόμενό τους.

Επειδή ο λόγος αναίρεσης του εδαφίου 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νομό έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, Έτσι δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991). Επομένως, ο πρώτος (1ος) λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται κατά το πρώτο σκέλος αυτού, το Εφετείο, διότι απέρριψε τον ισχυρισμό του, που προέβαλε σ' αυτό, για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος από τους αναιρεσίβλητους, μονολεκτικώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, από τα άρθρα 335,338,339,340 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα που προσάγονται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Δεν είναι πάντως αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί όμως να είναι απόλυτα βέβαιο ότι τα ως άνω αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.

Στην προκείμενη υπόθεση ο αναιρεσείων με τον πρώτο (1ο) λόγο αναίρεσης, σκέλος δεύτερο, από τον αρ. 11γ΄του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδει την αιτίαση στο Εφετείο ότι αυτό δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, σημαντικά για την απόδειξη του ισχυρισμού του, για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, τα οποία (έγγραφα) προσκόμισε με επίκληση ενώπιόν του, Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τη γενική βεβαίωση της απόφασης ότι λήφθηκαν υπόψη σε "όλα τα νομίμως, μετ' επικλήσεως, προσκομιζόμενα έγγραφα" και από όλο το περιεχόμενό της, είναι απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα ανωτέρω έγγραφα και τα συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 559 αρ. 1α και 566 ΚΠολΔ, προκύπτει με σαφήνεια ότι για να είναι ορισμένος ο από τη δεύτερη από αυτές (559 αρ. 1α) προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή της και επιπλέον, εφόσον το δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές, με τις οποίες εκείνο υπέπεσε, κατά τον αναιρεσείοντα, στις πλημμέλειες που συγκροτούν το λόγο αυτό αναίρεσης, διότι διαφορετικά είναι τελείως ανέφικτος ο ζητούμενος αναιρετικός έλεγχος.

Η από την παράλειψη αυτή αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (άρθρο 577 παρ. 1-2 ΚΠολΔ) δεν μπορεί, όπως άλλωστε κάθε αοριστία οποιουδήποτε εισαγωγικού της δίκης δικογράφου, να αναπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός αναιρετηρίου, ούτε ειδικότερα από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση που προσβάλλεται με αναίρεση, διότι , εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μη συνιστούν σφάλμα και να απορριφθεί για το λόγο αυτό η αίτηση αναίρεσης ενώ εάν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως το αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό.

Η θέση αυτή είναι απολύτως σύμφωνη με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α, διότι διασφαλίζει την από αυτό αξιούμενη δίκαιη δίκη, αφού συμβάλλει στην αποτελεσματικότητά του και συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος πρόσβασης του καθενός στα δικαστήρια, το οποίο (δικαίωμα) μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την άσκηση ορισμένης σύμφωνα με το νόμο, προσφυγής οποιασδήποτε μορφής, η οποία θα επιτρέπει, λόγω του ορισμένου περιεχομένου της, την από το δικαστήριο κρίση.

Γι' αυτό τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για το ορισμένο της εν γένει προσφυγής στα δικαστήρια, μορφή της οποίας είναι και το ένδικο μέσο της αναίρεσης, δε δυσχεραίνουν αλλά διευκολύνουν την πρόσβαση στα δικαστήρια για παροχή έννομης προστασίας, αφού με αυτά συγκεκριμενοποιείται το είδος αυτής. Στην προκείμενη υπόθεση με τον τέταρτο (4ο) λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι ως προς την κτήση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου, παραβίασε τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του από 15/28-7-1938 Β.

Δ/τος "περί κωδικοποιήσεως της περί υποκαταστάσεως αστών προσφύγων κειμένης νομοθεσίας". εφαρμόζοντας, λαθεμένα, τις σχετικές διατάξεις του Ν. Δ/τος 1189/1972 "περί εκδόσεως τίτλων κυριότητας των κατά τας διατάξεις της Αγροτικής Εποικιστικής Νομοθεσίας αποκατασταθέντων κληρούχων απάντων των αγροκτημάτων και συνοικισμών", χωρίς όμως να προσδιορίζει ποιες ακριβώς διατάξεις ουσιαστικού δικαίου παραβίασε το Εφετείο, και ποιο ήταν το νομικό σφάλμα του και χωρίς να παραθέτει τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με τις οποίες το Εφετείο υπέπεσε στις επικαλούμενες από τούτου (αναιρεσείοντα) πλημμέλειες και με τις οποίες παραβιάστηκαν οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ενόψει ότι η υπόθεση κρίθηκε κατ' ουσίαν.

Συνεπώς ο 4ος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-9-2005 αίτηση του .......... για αναίρεση της 1760/2001 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 6 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ