Legislator Case Law & Legislation
1268/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision due to lack of admissible grounds and contradictory reasoning.

Case Number 1268/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by 'SUMMER TIME' against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment. The appellant argued that the lower court failed to consider evidence and relied on contradictory reasoning regarding lease agreements and company name changes. The court found the appeal inadmissible because the appellant did not properly cite the specific grounds for the alleged contradictions in the appellate decision.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellant fails to specify the exact grounds of the alleged contradiction in the lower court's reasoning.

Keywords

AI generated
appeal admissibility contradictory reasoning Code of Civil Procedure appellate review evidence consideration

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1268 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1268/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ανδρέα Μαρκάκη, Ελένη Μαραμαθά και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία «Ι. και Γ. Σουκιούρογλου Ε.Π.Ε.» και τον διακριτικό τίτλο «SUMMER TIME», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σαλαβράκο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία «ΕΜΠΟΡΙΚΗ – ΨΥΧΑΓΩΓΙΚΗ – ΑΘΛΗΤΙΚΗ Ε.Π.Ε.» και τον διακριτικό τίτλο «ΑΤΛΑΝΤΙΣ», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία «... Ο.Ε.», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου της Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία «ΕΜΠΟΡΙΚΗ – ΨΥΧΑΓΩΓΙΚΗ – ΑΘΛΗΤΙΚΗ Ε.Π.Ε.» και τον διακριτικό τίτλο «ΑΤΛΑΝΤΙΣ», οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Μαυρομάτη, η οποία δήλωσε ότι η 1η ως άνω εταιρία κατόπιν διάλυσής της τελεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα από όλους τους εταίρους της.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Ιανουαρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29.913/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19 Οκτωβρίου 2004 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, ανέγνωσε την από 27 Απριλίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών γεγονότων θεμελιωτικών ισχυρισμού λυσιτελούς, παραδεκτού και νομίμου.

Για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο ισχυρισμός, προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το αποδεικτικό μέσο, είχε προταθεί παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή με λόγο εφέσεως, εφόσον αναιρεσείων είναι ο εκκαλών. Ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία ο λόγος αυτός προτείνεται ή ότι έλαβε υπόψη τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, έστω και χωρίς στην απόφασή του να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και, ιδίως από τις αιτιολογίες της καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων, οπότε είναι βάσιμος.

Εξάλλου, κατά τον αριθμό 11 περ. α' του ως άνω άρθρου ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου τούτου πρέπει να αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως, πλην άλλων, ότι ο ισχυρισμός περί ανεπίτρεπτης κατά νόμο εκτιμήσεως του αποδεικτικού μέσου είχε προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Εν προκειμένω, με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αποδίδονται στο εφετείο, αντιστοίχως, οι αιτιάσεις: α) ότι δεν έλαβε υπόψη το καταρτισθέν μεταξύ της αναιρεσείουσας (μισθώτριας) από 13-4-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό και ειδικότερα τον τέταρτο όρο αυτού, με τον οποίο το προηγούμενο από 26-5-1997 συμφωνητικό, που είχε ορίσει το ετήσιο μίσθωμα στα ποσά των δραχμών 30.000.000 για το πρώτο, 32.100.000 για το δεύτερο και 34.347.000 για το τρίτο έτος της μισθώσεως, θεωρήθηκε άκυρο και αναγνωρίσθηκε η ισχύς του από 18-5-1997 αρχικού μισθωτήριου εγγράφου, που όριζε ως μίσθωμα τα ποσά των δραχμών 7.000.000, 8.000.000 και 9.000.000 αντιστοίχως, β) ότι δεν έλαβε υπόψη το από 25-5-2000 εξώδικο έγγραφο της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και την 3529/2000 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που η αναιρεσείουσα είχε προσκομίσει προς απόδειξη του ισχυρισμού της, ότι η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ήταν ειδική διάδοχος της πρώτης από αυτές, γ) ότι ανεπιτρέπτως κατά νόμο έλαβε υπόψη το ανωτέρω από 26-5-1997 συμφωνητικό, που ήταν άκυρο, λόγω εικονικότητας και λόγω μη θεωρήσεώς του από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., και μη νόμιμης χαρτοσημάνσεώς του, δ) ότι δεν έλαβε υπόψη τα φωτοτυπικά αντίγραφα των 19 συναλλαγματικών, οι οποίες είχαν δοθεί στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων προς εξασφάλιση απαιτήσεών της κατά της αναιρεσείουσας και από τις οποίες προκύπτει ότι είχαν γίνει δεκτές από τον ...

με την ιδιότητά του ως νόμιμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας και όχι ατομικώς με την ιδιότητά του ως εγγυητή, όπως εσφαλμένως δέχθηκε το εφετείο και ε) ότι δεν έλαβε υπόψη τις διπλότυπες αποδείξεις εισπράξεως του Δήμου Νεαπόλεως Θεσσαλονίκης, από τις οποίες προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα κατέβαλε σ' αυτόν το ποσό των 6.000.000 δραχμών για οφειλόμενα από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων δημοτικά τέλη, για τα οποία ο ...

είχε αποδεχθεί, με την άνω ιδιότητά του και όχι ατομικώς, μια ισόποση συναλλαγματική εκδόσεως της πρώτης των αναιρεσιβλήτων. Οι πρώτος και τρίτος λόγοι ενέχουν αοριστία και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτοι, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι είχαν προβληθεί στο εφετείο με λόγους εφέσεως οι ισχυρισμοί περί συμβατικής αναγνωρίσεως της ακυρότητας του από 26-5-1997 συμφωνητικού και περί ακυρότητας αυτού λόγω εικονικότητας.

Εξάλλου, η συνεκτίμηση από το εφετείο του άνω εγγράφου, έστω αθεώρητου και αχαρτοσήμαντου, δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, καθόσον στην ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών επιτρεπτώς λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (άρθρο 650 ΚΠολΔ).

Ο δεύτερος λόγος είναι αλυσιτελής, διότι, μετά την παραδοχή του εφετείου περί ανυπαρξίας των επίδικων αξιώσεων της αναιρεσείουσας κατά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, δεν είχε πλέον αντικείμενο η επιδίωξη ικανοποιήσεως των αξιώσεων αυτών κατά της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, η οποία φέρεται ως ειδική διάδοχος της πρώτης.

Ο τέταρτος λόγος είναι αβάσιμος, διότι οι ως άνω 19 συναλλαγματικές μνημονεύονται ρητώς στην προσβαλλόμενη απόφαση και αξιολογούνται ειδικώς από το εφετείο, το οποίο, όπως προκύπτει από την απόφασή του, την αποδεικτική κρίση του, περί της αποδοχής των αξιογράφων αυτών από τον ... ατομικώς και όχι με την ιδιότητά του ως εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, σχημάτισε, κυρίως, από το περιεχόμενο του από 13-4-1999 ιδιωτικού εγγράφου, με το οποίο η αναιρεσείουσα και η πρώτη των αναιρεσιβλήτων συμφώνησαν τη λύση της μεταξύ αυτών καταρτισθείσας από 18-5-1997 μισθωτικής συμβάσεως.

Ο πέμπτος λόγος είναι αλυσιτελής, διότι η απόρριψη του αγωγικού αιτήματος περί επιστροφής της άνω συναλλαγματικής στηρίχθηκε στην παραδοχή του εφετείου, ότι τη συναλλαγματική αυτή είχε αποδεχθεί ατομικώς ο ... και όχι μέσω αυτού η αναιρεσείουσα, η οποία έτσι, έστω και αν είχε εξοφλήσει το ποσό του εν λόγω αξιογράφου, δεν είχε δικαίωμα να ζητήσει την επιστροφή του, και κατά συνέπεια η τυχόν λήψη υπόψη από το εφετείο των αναφερόμενων πιο πάνω διπλοτύπων αποδείξεων εισπράξεως θα ήταν μάταιη.

Με τον τέταρτο λόγο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, καταλογίζεται επιπλέον στο εφετείο έλλειψη αιτιολογίας, διότι δεν αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του από ποιο αποδεικτικό μέσο συνήγαγε το αποδεικτικό πόρισμα, ότι οι 19 συναλλαγματικές έγιναν αποδεκτές από τον ... ατομικώς και όχι με την ιδιότητά του ως εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, γεγονός που οι αναιρεσίβλητες όχι μόνο δεν προέβαλαν, αλλά με τις προτάσεις τους στην έκκλητη δίκη υποστήριξαν το αντίθετο.

Ως προς τις αιτιάσεις αυτές, οι οποίες κατ΄εκτίμηση εμπίπτουν στις ρυθμίσεις των αριθμών 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο ερευνώμενος λόγος είναι αβάσιμος, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση και από τις ειρημένες προτάσεις προκύπτει ότι το μεν εφετείο διαμόρφωσε την άνω αποδεικτική του κρίση από τα αναφερόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα και, κυρίως, από το με χρονολογία 13-4-1999 συμφωνητικό λύσεως της μισθώσεως, οι δε αναιρεσίβλητες ρητώς, με τις προτάσεις τους, αποκρούουν τον, περί αποδοχής των συναλλαγματικών από τον ...

ως εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας, ισχυρισμό της τελευταίας και υποστηρίζουν ότι την υποχρέωση εξοφλήσεως των χρηματικών δόσεων, για τις οποίες υπογράφτηκαν οι άνω συναλλαγματικές, αν ανέλαβε προσωπικώς ως εγγυητής ο ... μαζί με τον ... ΙΙ.Με τους έκτο, έβδομο και όγδοο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδονται στο εφετείο, αντιστοίχως, οι πλημμέλειες:

α) ότι, με αντιφατική αιτιολογία, δέχθηκε ότι η κατάρτιση του από 26-5-1997 ιδιωτικού συμφωνητικού είχε προβλεφθεί στο αρχικό από 18-5-1997 μισθωτήριο έγγραφο, ενώ σε κανένα σημείο του εγγράφου αυτού δεν διαλαμβάνεται τέτοιος όρος, β) ότι, με αντιφατικές αιτιολογίες, δέχθηκε στη μεν σελίδα 28 της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του ότι η αναιρεσείουσα έχει εξοφλήσει τα μισθώματα των δυο πρώτων ετών, στη δε σελίδα 23 ότι η ίδια οφείλει το μίσθωμα του δεύτερου έτους και ένα μέρος 123.728 δραχμών από το μίσθωμα του πρώτου έτους και γ) ότι, με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, δέχθηκε ότι με το από 14-4-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό η επωνυμία της εταιρίας «Ο.Ε. ...» μετετράπη σε «...

Ο.Ε.», ενώ, κατ' ορθή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, έπρεπε να δεχθεί ότι η εν λόγω επωνυμία μετετράπη σε «...». Ο έκτος λόγος είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη αντιφατικότητα της αιτιολογίας. Με την εκδοχή ότι προσάπτεται στο εφετείο παραμόρφωση του περιεχομένου του από 18-5-1997 μισθωτηρίου εγγράφου, ο λόγος αυτός στηρίζεται επί ανακριβούς προϋποθέσεως, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, δεν αναφέρεται ότι με το άνω μισθωτήριο είχε προβλεφθεί η κατάρτιση του από 26-5-1997 συμφωνητικού, αλλά ότι με το από 30-5-1997 ιδιωτικό έγγραφο συμφωνήθηκε η υπογραφή νέου μισθωτηρίου και η κατάρτιση ιδιωτικού συμφωνητικού, αντίστοιχου προς το από 26-5-1997 συμφωνητικό.

Ο έβδομος λόγος είναι αλυσιτελής, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η από 20-1-2001 αγωγή, με την οποία η αναιρεσείουσα ζητούσε να της επιστραφεί το ποσό των 17.636.722 δραχμών που είχε καταβάλει στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων (εναγομένη) για μισθώματα αναγόμενα σε χρόνο μετά τη λύση της μισθώσεως, απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι με το από 13-4-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίσθηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας (μισθώτριας) και της πρώτης των αναιρεσιβλήτων (εκμισθώτριας), η αναιρεσείουσα αναγνώρισε την οφειλή της προς την τελευταία ποσού 8.000.000 δραχμών για μισθώματα, η αιτιολογία δε αυτή αρκούσε για τη στήριξη της απορριπτικής κρίσεως του εφετείου, ανεξαρτήτως του αν η επαλλήλως διατυπωθείσα ως άνω πρόσθετη αιτιολογία είναι ή όχι αντιφατική.

Ο όγδοος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν, πέραν του ότι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση από το εφετείο των πραγματικών γεγονότων, δεν διευκρινίζεται ποια επιρροή θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης το γεγονός ότι η επωνυμία της άνω εταιρίας μετετράπη σε «...» και όχι σε «.... Ο.Ε.». Κατ΄ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 19-10-2004 αίτηση της εταιρίας «Ι.και Γ.Σουκιούρογλου ΕΠΕ» για αναίρεση της 6/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαίου 2006.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 14 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ