Supreme Court dismisses appeal as irrelevant because appeal grounds do not affect the final judgment's independent support.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Court of Appeal. The appellant argued that the lower court erred in accepting a claim of res judicata based on specific prior decisions, but the court found this argument irrelevant. The final judgment was independently supported by a separate, valid finding that the appellant worked as a practical engineer rather than a boiler assistant, which the appeal grounds failed to challenge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 566(1) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible as irrelevant if the challenged judgment is independently supported by one or more valid grounds of decision that remain unaffected by the appeal arguments.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1267 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1267/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Σ. του Ν., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Κοκκονό. Του αναιρεσιβλήτου: Αγροτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Αγροτικός Συνεταιρισμός Επεξεργασίας Εσπεριδοειδών Αμυκλών Λακωνία Συν. Π.Ε.", που εδρεύει στις Αμύκλες Σπάρτης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αλικάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-5-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 531/2018 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-11-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 18-11-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 531/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσιβλήτου-εναγομένου κατά της υπ' αριθμ. 23/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, η οποία εκδόθηκε ερήμην του, και το Δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δίκασε την αγωγή του αναιρεσείοντος-ενάγοντος και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την πιο πάνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου είχε γίνει δεκτή η από 9-5-2008 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποίαν αυτός ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 300.000 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με τις διατάξεις των άρθρων 7 και επ. του από 11-3/4-4-1955 ΒΔ/τος "Περί επιβλέψεως της λειτουργίας και χειρισμού ατμολεβήτων", όπως οι διατάξεις του συμπληρώθηκαν με τις διατάξεις του ΒΔ/τος 323/1965 και ίσχυαν κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ορίζονται τα ακόλουθα: "Άρθρο 7. 1. Αι άδειαι θερμαστού και αρχιθερμαστού χορηγούνται υπό του Υπουργείου Βιομηχανίας (Δ/νσης Μηχανολογικών Εγκαταστάσεων) κατόπιν εξετάσεων υπό Επιτροπής προβλεπομένης υπό των σχετικών διατάξεων. 2..., 3.
α) Δια την απόκτησιν αδείας θερμαστού, απαιτούνται επί πλέον τα εξής ειδικά προσόντα: Πενταετής υπηρεσία ως βοηθού θερμαστού εις ατμολέβητα λειτουργούντα με στέρεον ή υγρόν καύσιμον θερμαινόμενης επιφάνειας άνω των 10 τετρ. μέτρων..., β) Δια την απόκτησιν αδείας αρχιθερμαστού απαιτούνται επί πλέον τα εξής προσόντα:
Άδεια θερμαστού ξηράς, ως ανωτέρω, ή πτυχίον θερμαστού... και εξαετής υπηρεσία, μετά την απόκτησιν της αδείας ή πτυχίου, εις ατμολέβητα μονίμως εγκατεστημένον θερμαινόμενης επιφάνειας τουλάχιστον 50 τετρ. μέτρων... Άρθρο 8. Εις τα δεόντως χαρτοσημασμένα πιστοποιητικά υπηρεσίας δέον να αναγράφηται: α) Το είδος και η διεύθυνσις του εργοστασίου, εις το οποίο ειργάσθη ο υποψήφιος θερμαστής ή αρχιθερμαστής.
β) Το είδος της υπηρεσίας, την οποίαν εξετέλει. γ) Ο αριθμός των ατμολεβήτων του λεβητοστασίου, η θερμαινόμενη επιφάνεια εκάστου και η πίεσις λειτουργίας αυτού. δ) Ο ακριβής χρόνος υπηρεσίας του υποψήφιου θερμαστού ή αρχιθερμαστού, δι' αναγραφής των ημερομηνιών προσλήψεως και αποχωρήσεως απ' αυτής. Υπηρεσία διανυθείσα εις ηλικίαν κατωτέραν των 17 ετών δεν λαμβάνεται υπ' όψιν.
ε) Τα πιστοποιητικά υπηρεσίας επέχουν θέσιν υπευθύνου δηλώσεως ενώπιον Αρχής και οι εκδίδοντες ταύτα υπέχουσι τας εκ των τοιούτων δηλώσεων ευθύνας. Άρθρο 9. 1. Τα παρά των ιδιωτικών ή ιδιωτικών επιχειρήσεων εκδιδόμενα πιστοποιητικά υπηρεσίας, δέον να είναι θεωρημένα, ως προς την ακρίβειαν του περιεχομένου των, παρά του οικείου επόπτου ή επιθεωρητού Εργασίας και ελλείψει τοιούτων παρά της Αστυνομικής Αρχής...".
Επίσης, το άρθρο 9 παρ. 2 του ΠΔ/τος 136/1999 "Οργάνωση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας", όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ορίζει ότι, μεταξύ των άλλων, στις αρμοδιότητες των Τμημάτων Κοινωνικής Επιθεώρησης των Περιφερειακών Διευθύνσεων Κοινωνικής Επιθεώρησης ανήκουν "α) ... ο έλεγχος και επιθεώρηση των τόπων εργασίας προς διαπίστωση της ακριβούς τήρησης και εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας όσον αφορά τη νομιμότητα της απασχόλησης και την ασφαλιστική κάλυψη των εργαζομένων, τις εργασιακές σχέσεις, χρονικά όρια, όρους ατομικής σύμβασης, καθώς και τους όρους απασχόλησης ειδικών κατηγοριών εργαζομένων..., ε) ...
η θεώρηση πινάκων ωρών εργασίας και εβδομαδιαίας ανάπαυσης προσωπικού, βιβλίων δρομολογίων, βιβλίων υπερωριών και εργασίας του προσωπικού των επιχειρήσεων, πιστοποιητικών προϋπηρεσίας, έκδοση βιβλιαρίου ανηλίκων, χορήγηση αδειών υπερωριακής απασχόλησης, εργασίας κατά τις Κυριακές και ημέρες αργίας, σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι για τη χορήγηση άδειας θερμαστή απαιτείται, εκτός των ανωτέρω αναφερομένων ειδικών προσόντων, η πιστοποίηση από την επιχείρηση του ακριβούς χρόνου υπηρεσίας του υποψήφιου θερμαστή σ' αυτήν ως βοηθού θερμαστή, με αναγραφή στα σχετικά πιστοποιητικά που εκδίδει η επιχείρηση των ημερομηνιών πρόσληψης και αποχώρησης από αυτήν και επί πλέον, θεώρηση των πιστοποιητικών αυτών ως προς την ακρίβεια του περιεχομένου τους από τον αρμόδιο Επιθεωρητή Εργασίας.
Με τη θεώρηση, όμως, αυτή των πιστοποιητικών προϋπηρεσίας του υποψήφιου θερμαστή δεν δημιουργείται κατ' αμάχητο τεκμήριο η απόδειξη ότι ο εν λόγω υποψήφιος παρέσχε πράγματι τις υπηρεσίες του στην επιχείρηση με τη συγκεκριμένη ειδικότητα του βοηθού θερμαστή. Κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται από τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις, όπως και από τις υπόλοιπες συναφείς διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
Ούτε, άλλωστε μπορούσε να ισχύει τέτοιο τεκμήριο, δεδομένου ότι ο Επιθεωρητής Εργασίας προβαίνει στη θεώρηση του πιστοποιητικού της επιχείρησης με βάση τα προσκομισθέντα από τον ενδιαφερόμενο ή την επιχείρηση στοιχεία και όχι μετά από προσωπική, εκτός των προσκομισθέντων στοιχείων, έρευνα, η οποία μόνο σε παρελθόντα χρόνο μπορεί να αφορά και η οποία, άλλωστε, δεν προβλέπεται και από τη σχετική νομοθεσία.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και κατ' εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι, ενώ ο Επόπτης Εργασίας είχε προβεί, επί των πιστοποιητικών προϋπηρεσίας που είχε εκδώσει ο αναιρεσίβλητος, στις με αριθμούς 565/24-4-2001 και 571/16-4-2003 θεωρήσεις, οι οποίες ουδέποτε έχουν ανακληθεί, με αποτέλεσμα να πιστοποιείται η προϋπηρεσία του στον αναιρεσίβλητο με την ειδικότητα του βοηθού θερμαστή, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε με επάλληλη αιτιολογία της ότι ο ίδιος δεν εργάστηκε ποτέ στην επιχείρηση του αναιρεσιβλήτου ως θερμαστής ή ως βοηθός θερμαστή, παραβιάζοντας έτσι τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
Από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 14-2-1987 στις Αμύκλες Λακωνίας καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας ο ενάγων προσλήφθηκε από τον εναγόμενο αγροτικό συνεταιρισμό, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο εργοστάσιο επεξεργασίας εσπεριδοειδών που διατηρεί ο τελευταίος.
Στο πλαίσιο της εργασιακής του σύμβασης, ο ενάγων απασχολήθηκε από τον εναγόμενο ως βοηθός (μη πτυχιούχος) πρακτικός μηχανικός-συντηρητής, ενώ την 23-6-2003 έλαβε άδεια θερμαστή με αριθμό μητρώου ... και αριθμό αδείας … και ακολούθως, την 23-9-2004 εκλέχθηκε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του νομίμως συνεστημένου εργατικού επιχειρησιακού σωματείου του εναγομένου με την επωνυμία "Σωματείο Εργαζομένων Αγροτικού Συνεταιρισμού Επεξεργασίας Εσπεριδοειδών Αμυκλών Λακωνίας".
Την 3-11-2005 ο ενάγων έγινε μέλος του κλαδικού σωματείου με την επωνυμία "Συνδικάτο Μηχανικών - Θερμαστών Περιφέρειας Πελοποννήσου" και κατόπιν αρχαιρεσιών την 30-10-2006 εκλέχθηκε μέλος του διοικητικού του συμβουλίου. Εν συνεχεία με την υπ' αριθμ. .../15-1-2007 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του, ο εναγόμενος επέβαλε στον ενάγοντα την πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης, ενώ με το υπ' αριθμ. .../16-2-2007 έγγραφό του γνωστοποίησε στον τελευταίο ότι με την υπ' αριθμ. .../14-2-2007 απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου της ΠΑ.Σ.Ε.Γ.Ε.Σ.
επικυρώθηκε η ως άνω επιβληθείσα πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης και ότι η εκτέλεση αυτής (ποινής) αρχίζει από την 21-2-2007, οπότε και έπαυσε η απασχόληση του ενάγοντος στην επιχείρηση του εναγομένου. Η ως άνω καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος με την επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης αναγνωρίστηκε ως άκυρη δυνάμει της υπ' αριθμ. 350/2010 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου, που ήδη έχει καταστεί αμετάκλητη με την υπ' αριθμ. 1145/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης του εναγομένου, λόγω καταχρηστικής άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος του εναγομένου εργοδότη ως γενομένης από λόγους εκδίκησης και εκφοβισμού λόγω της προηγούμενης νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης του, ο δε εναγόμενος υποχρεώθηκε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος από 16-7-2012.
Την 9-3-2007 ο εναγόμενος υπέβαλε στο Τμήμα Βιομηχανίας της Διεύθυνσης Εμπορίου και Βιομηχανίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λακωνίας την υπ' αριθμ. πρωτ. 5041/9-3-2007 αίτησή του, της οποίας το περιεχόμενο έχει επί λέξει ως εξής: "Από το Συνεταιρισμό έχουν προσκομισθεί στην Υπηρεσία σας τα με αρ. πρωτ. 1284/23-4-2001 και 2208/8-4-2003 πιστοποιητικά προϋπηρεσίας ως βοηθού θερμαστή, που αφορούν τον εργαζόμενο Μ.
Ν. Σ., προκειμένου αυτός να αποκτήσει πτυχίο-άδεια θερμαστή ή αρχιθερμαστή. Σας γνωρίζουμε ότι οι βεβαιώσεις αυτές είναι εικονικές, καθόσον ο εν λόγω εργαζόμενος ουδέποτε εργάστηκε στο λεβητοστάσιο ως βοηθός θερμαστή, ούτε πριν, ούτε μετά την απόκτηση του πτυχίου θερμαστή ή αρχιθερμαστή. Οι παραπάνω βεβαιώσεις προϋπηρεσίας χορηγήθηκαν από τις προηγούμενες διευθύνσεις του Συνεταιρισμού, προκειμένου να εμφανίζεται τυπικά ο Μ.
Σ. ως θερμαστής στις μισθοδοτικές καταστάσεις, που αποστέλλει ο Συνεταιρισμός στην Επιθεώρηση Εργασίας, προκειμένου να καλύψει υπερωριακή απασχόληση, λόγω έλλειψης ικανού αριθμού ειδικευμένων θερμαστών για την κάλυψη ολοκλήρου του 24ωρου. Την παρατυπία αυτή η σημερινή διεύθυνση γνωστοποίησε στην Επιθεώρηση Εργασίας με συνέπεια να επιβληθεί τιμωρία δια προστίμου στο Συνεταιρισμό.
Επειδή πρόσφατα ο εν λόγω εργαζόμενος τιμωρήθηκε με την ποινή της απόλυσης, υπάρχει κίνδυνος να χρησιμοποιήσει το πτυχίο θερμαστή ή αρχιθερμαστή, που του έχετε χορηγήσει, για να εργαστεί με την ιδιότητα αυτή σε άλλη επιχείρηση και αυτό εγκυμονεί κινδύνους για την ασφάλεια εγκαταστάσεων και της ζωής των εργαζομένων.
Σας ενημερώνουμε εγκαίρως προς γνώση σας και για τις νόμιμες συνέπειες, προκειμένου να λάβετε τα δέοντα μέτρα, ώστε να ανακαλέσετε άμεσα, όπως έχετε υποχρέωση, σύμφωνα με το Νόμο την άδεια θερμαστή ή αρχιθερμαστή του εν λόγω εργαζομένου. Σας ενημερώνουμε επίσης ότι ο εν λόγω εργαζόμενος, χωρίς να έχει τα ουσιαστικά προσόντα, πριν από λίγους μήνες πέτυχε να εκλεγεί μέλος του Δ.Σ.
του Συνδικάτου Μηχανικών Θερμαστών Περ. Πελοποννήσου". Κατόπιν αυτού ο Νομάρχης Λακωνίας με την υπ' αριθμ. Δ.Β.Ε. 93/2-2-2009 απόφασή του ανακάλεσε την προαναφερόμενη άδεια του ενάγοντος. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων προσέφυγε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο με την υπ' αριθμ. 1535/2017 απόφασή του ακύρωσε την ανωτέρω απόφαση ανάκλησης για τυπικούς λόγους.
Όπως προελέχθη, η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας του ενάγοντος κρίθηκε άκυρη ως καταχρηστική δυνάμει της ήδη αμετάκλητης υπ' αριθμ. 350/2010 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου. Μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης, ο ενάγων αξίωσε δικαστικώς την καταβολή σε αυτόν μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την απόλυσή του μέχρι την επαναπρόσληψή του.
Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκαν, μεταξύ άλλων, και οι υπ' αριθμ. 434/2013 και 435/2013 τελεσίδικες αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης (δικάζοντος σε δεύτερο βαθμό επί αποφάσεων Ειρηνοδικείου Σπάρτης), καθώς και οι υπ' αριθμ. 229/2013, 426/2013 οριστικές αποφάσεις του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου. Με τις υπ' αριθμ. 434/2013 και 435/2013 αποφάσεις κρίθηκε ότι ο ενάγων "ουδέποτε εργάστηκε πραγματικά ως θερμαστής, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ίδιος, αντιθέτως από το 2003, κατόπιν δικής του παρακλήσεως προς τον τότε Γενικό Διευθυντή του εναγομένου, δηλωνόταν ως θερμαστής στις καταστάσεις προσωπικού και στις ώρες απασχόλησης, χωρίς αυτό να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθώς πάντα συνέχιζε να απασχολείται ως πρακτικός μηχανικός".
Οι δε αποφάσεις αυτές κατέστησαν ήδη αμετάκλητες με την υπ' αριθμ. 970/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την από 27-1-2014 αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος. Την ίδια κρίση, ότι δηλαδή ο ενάγων απασχολήθηκε από τον εναγόμενο αγροτικό συνεταιρισμό με την ειδικότητα του βοηθού (μη πτυχιούχου) πρακτικού μηχανικού - συντηρητή και ότι ποτέ δεν απασχολήθηκε ως βοηθός θερμαστή, επανέλαβαν και οι υπ' αριθμ. 320/2014, 321/2014 και 365/2017 αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, οι οποίες έκριναν κατ' έφεση των υπ' αριθμ. 229/2013, 426/2013 και 177/2015 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης.
Η ειδικότητα με την οποία απασχολήθηκε ο ενάγων στην επιχείρηση του εναγομένου πριν την άκυρη καταγγελία της σύμβασής του αποτέλεσε αντικείμενο παρεμπίπτουσας κρίσης κατά τον υπολογισμό των αιτουμένων από τον τελευταίο μισθών υπερημερίας από τα ως άνω Δικαστήρια, που ήταν καθ' ύλην αρμόδια να κρίνουν και το ζήτημα αυτό.
Κατά συνέπεια, ήδη από την αρχικώς εκδοθείσα υπ' αριθμ. 434/2013 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, απορρέει δεδικασμένο ως προς την εργασιακή ιδιότητα του ενάγοντος, το οποίο δεσμεύει και το παρόν Δικαστήριο, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του ενάγοντος ως αβασίμου, ενώ οι αιτιάσεις του περί της ορθότητας της επίμαχης απόφασης προβάλλονται αλυσιτελώς, αφού δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση και ανατρέπεται μόνο με την επιτυχή άσκηση των έκτακτων ενδίκων μέσων της αναίρεσης ή της αναψηλάφησης κατά της απόφασης που αποτελεί δεδικασμένο...
Ομοίως αλυσιτελείς τυγχάνουν και οι ισχυρισμοί του ίδιου ότι: α) το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων Λακωνίας έκρινε ότι τα πιστοποιητικά προϋπηρεσίας του είναι έγκυρα και ισχυρά, με την επί πλέον σημείωση ότι από το περιεχόμενο του επικαλουμένου υπ' αριθμ. ΕΞ-.../2017/24040/1-11-2017 εγγράφου της ως άνω υπηρεσίας προκύπτει ότι η θεώρηση αυτών έγινε με βάση τα έγγραφα και τα στοιχεία που ο εναγόμενος επέδειξε στα αρμόδια όργανα της υπηρεσίας, τα οποία δε δύνανται να βεβαιώσουν το χρόνο προϋπηρεσίας, ούτε την ειδικότητά και β) με την υπ' αριθμ. 1718/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, ενώπιον του οποίου είχε παραπεμφθεί να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη της υφαρπαγείσης ψευδούς βεβαίωσης και δη της άδειας θερμαστή, κρίθηκε ότι τα επίμαχα πιστοποιητικά προϋπηρεσίας ήταν γνήσια, προεχόντως για το λόγο ότι κατ' άρθρο 321 ΚΠολΔ στην πολιτική δίκη δεν παράγεται δεδικασμένο από απόφαση ποινικού δικαστηρίου...
Πέραν των ανωτέρω, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και ιδίως από την επανειλημμένη εξώδικη ομολογία του ενάγοντος καταδεικνύεται ότι αυτός καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής του σύμβασης με τον εναγόμενο δεν απασχολήθηκε με την ειδικότητα του βοηθού θερμαστή. Πλέον συγκεκριμένα: α) Την 17-4-2006 κατά την προσπάθεια συμβιβαστικής επίλυσης εργατικής διαφοράς μεταξύ των διαδίκων από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας στην Τρίπολη με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την αλλαγή της ειδικότητας του ενάγοντος στον πίνακα προσωπικού, ο ενάγων πρότεινε, συνυπογράφοντας το σχετικό κείμενο, να επικυρωθεί με ιδιωτικό συμφωνητικό η προταθείσα από τον Ι.
Γ., οργανωτικό γραμματέα της Ομοσπονδίας Σωματείων Εργαζομένων Γεωργικών Οργανώσεων, λύση, ήτοι να εξακολουθήσει να αναγράφεται ο ενάγων ως θερμαστής στον πίνακα προσωπικού και ωρών εργασίας, αλλά να απασχολείται ως πρακτικός μηχανικός, εργασία την οποία επί 18 περίπου έτη επιτελεί στην επιχείρηση του εναγομένου και β) στο υπ' αριθμ.
πρωτ. .../11-1-2005 έγγραφό του προς τον εναγόμενο, ο ενάγων δηλώνει ότι "τη νύχτα της Τετάρτης 5-1-2005 και ώρα 22:00 έπιασα δουλειά καλύπτοντας τη νυχτερινή βάρδια με βοηθό μου τον κύριο Λ. Β., όπως γίνεται εδώ και 18 χρόνια, κάνοντας τον πρακτικό μηχανικό και τον χειριστή ξηραντηρίου στο ίδιο οκτάωρο". Τη μη απασχόληση του ενάγοντος ως θερμαστή βεβαιώνει, επίσης, ενόρκως μετά λόγου γνώσεως και οι συνεργαζόμενος επί είκοσι πέντε έτη με την επιχείρηση του εναγομένου συντηρητής λεβήτων βιομηχανίας, Ι.
Π., στην υπ' αριθμ. 563/4-10-2013 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον της Ειρηνοδίκου Σπάρτης, η οποία ελήφθη στο πλαίσιο άλλης δίκης και λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο. Άπαντα τα ανωτέρω δε, δεν αναιρούνται από κανένα αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο. Κατά συνέπεια και με βάση τα ανωτέρω, τα όσα ισχυρίστηκε ο εναγόμενος με την επίδικη αίτηση για την εικονικότητα των αναφερομένων σε αυτήν βεβαιώσεων προϋπηρεσίας του ενάγοντος ως βοηθού θερμαστή ήταν αληθή και συνακόλουθα δεν έχει τελέσει αυτός το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Εξ άλλου, ο εναγόμενος προέβη στη σύνταξη της ανωτέρω επιστολής από δικαιολογημένο ενδιαφέρον προς αποτροπή πιθανού κινδύνου για ανθρώπινες ζωές και περιουσίες σε περίπτωση που ο ενάγων, έχοντας πλέον απομακρυνθεί από την εργασιακή του θέση στην επιχείρησή του - του εναγομένου - , θα αναζητούσε εργασία σε έτερο εργοδότη ανάλογη με το πτυχίο του θερμαστή που είχε λάβει με βάση τις εικονικές πιστοποιήσεις.
Το ενδιαφέρον δε αυτό πήγαζε από τη γνώση του για την έλλειψη εξειδίκευσης του ενάγοντος στη συντήρηση και επισκευή λεβήτων και την επιθυμία του - του εναγομένου - να αποσείσει κάθε ευθύνη του, ηθική και οικονομική, σε ενδεχόμενη πρόκληση από τον ενάγοντα ατυχήματος κατά την τυχόν επαγγελματική απασχόλησή του ως βοηθού θερμαστή...
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η υποβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση περί ύπαρξης δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κατ' άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ ως κατ' ουσίαν βάσιμη, αιρουμένου του άδικου χαρακτήρα της απλής δυσφήμησης σε βάρος του ενάγοντος και αποκλειομένου έτσι του στοιχείου του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο και αφού προηγουμένως είχε εξαφανίσει την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου λόγω της ερημοδικίας του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποίαν αυτός ζήτησε, λόγω της συκοφαντικής του δυσφήμησης από την επιστολή του εναγομένου, την επιδίκαση σ' αυτόν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7, 8 και 9 του από 11-3/4-4-1955 Β/Δτος "Περί επιβλέψεως της λειτουργίας και χειρισμού ατμολεβήτων", δεχόμενο ειδικότερα με επάλληλη αιτιολογία ότι, παρά τις επικαλούμενες θεωρήσεις των πιστοποιητικών προϋπηρεσίας του αναιρεσιβλήτου από τον Επόπτη Εργασίας, ο αναιρεσείων δεν εργάστηκε με την ειδικότητα του βοηθού θερμαστή στον αναιρεσίβλητο.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με τις ανωτέρω παρατιθέμενες νομικές σκέψεις, η θεώρηση αυτή του Επόπτη Εργασίας των πιστοποιητικών προϋπηρεσίας της επιχείρησης και εν προκειμένω του αναιρεσιβλήτου, δεν δημιουργεί κατ' αμάχητο τεκμήριο την απόδειξη ότι ο αναιρεσείων πράγματι εργάστηκε στον αναιρεσίβλητο με την ειδικότητα του βοηθού θερμαστή, όπως βεβαιωνόταν στα πιστοποιητικά, ώστε να μην επιτρέπεται ανταπόδειξη του γεγονότος αυτού.
Κατά συνέπεια, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις". Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, "Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 εδ.
β' του Συντάγματος "Όλοι οι εργαζόμενοι ανεξάρτητα από φύλλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος "Τα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους της του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου, τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους".
Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α' της από 4 Νοεμβρίου 1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν.Δ/τος 53/1974, "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης του κατηγορίας ποινικής φύσεως", ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το ανωτέρω νομοθετικό διάταγμα, ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου ή των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους". Τέλος, με το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το νόμο 2462/1997, ορίζεται ότι "Όλοι είναι ίσοι ενώπιον των Δικαστηρίων.
Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια και δημόσια από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο... για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα". Με τις διατάξεις των ανωτέρω Διεθνών Συμβάσεων, κατά το μέρος τους με το οποίο ορίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορούν οι Συμβάσεις, τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.
Με τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος, καθορίζεται ποια δικαιώματα δίδονται κατά την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται συνεπώς για διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων εμπίπτει στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Δεν στοιχειοθετείται όμως παραβίαση των πιο πάνω διατάξεων, όταν πολιτικό δικαστήριο, το οποίο πληροί τις προϋποθέσεις των παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος (κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) διατάξεων, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητας του, εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αλλά η πλημμέλεια αυτή της απόφασης ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα (ΟλΑΠ 2/2008).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί, για τον αναιρετικό έλεγχο, να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος, αναφορά στα αποδεικτικά μέσα καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 573/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθώς όπως διατείνεται ο αναιρεσείων, το Εφετείο δεν δίκασε δίκαια και αμερόληπτα την υπόθεσή του, μη λαμβάνοντας υπόψη τα πιο κάτω αναφερόμενα έγγραφα που επικαλέστηκε και προσκόμισε, με αποτέλεσμα να δεχθεί ότι εργάστηκε στον αναιρεσίβλητο διαρκώς ως βοηθός πρακτικός μηχανικός και όχι ως θερμαστής, παραβιάζοντας έτσι τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που αναφέρονται ανωτέρω και που αφορούν το δικαίωμα για δίκαιη δίκη.
Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου και υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι με το να δεχτεί ότι εργάστηκε στον αναιρεσίβλητο από την πρόσληψή του διαρκώς ως βοηθός μη πτυχιούχος πρακτικός μηχανικός-συντηρητής, δεν έλαβε καθόλου υπόψη τα έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα, α) πίνακες προσωπικού και ωρών εργασίας του εργοδότη του, β) προγράμματα υπηρεσίας του εργοδότη του, γ) πιστοποιητικά προϋπηρεσίας του, δ) τη βεβαίωση του μηχανολόγου μηχανικού Ν.
Μ., τον οποίο είχε ορίσει ο εργοδότης του και ο οποίος τον επέβλεπε, ε) την υπ' αριθμ. πρωτ. .../25-7-2006 βεβαίωση του εργοδότη του και στ) την υπ' αριθμ. .../27-9-2005 βεβαίωση του υποκαταστήματος ΙΚΑ Σπάρτης, από τα οποία, όπως ισχυρίζεται, αποδεικνύεται ότι από τον Ιούλιο του 1988 έως και το Νοέμβριο του 2004 εργαζόταν στο συνεταιρισμό με την ειδικότητα του βοηθού θερμαστή μέχρι το Νοέμβριο του 2003 και στη συνέχεια μέχρι και το Νοέμβριο του 2004 με την ειδικότητα του θερμαστή.
Ο λόγος αυτός κατ' αμφότερα στα σκέλη του είναι απορριπτέος. Και τούτο διότι, όσον αφορά το πρώτο σκέλος, η επικαλούμενη εσφαλμένη παράλειψη της προσβαλλόμενης απόφασης να λάβει υπόψη τα ανωτέρω έγγραφα δεν συνιστά παραλλήλως παραβίαση του ουσιαστικού δικαιώματος του αναιρεσείοντος σε δίκαιη δίκη κατά την έννοια των προαναφερθέντων διατάξεων του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και κατά συνέπεια δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά η επικαλούμενη πλημμέλεια ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα (ΑΠ 147/2019), με αποτέλεσμα κατά το μέρος του αυτό ο προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος να είναι αβάσιμος.
Όσον αφορά δε το δεύτερο σκέλος του, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από τις παραδοχές αυτής ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε συνδυασμό και με τις πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις και κενά αιτιολογίες αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά μέσα, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο πιο πάνω από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του. Κατά το άρθρ. 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όπως καθορίζεται στο άρθρο 1 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι στην δικαιοδοσία πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν:
α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας και, γ) οι υποθέσεις δημοσίου δικαίου, που ο νόμος υπήγαγε σ' αυτά. Κατά δε το άρθρο 2 του ίδιου κώδικα, κάθε επέμβαση των πολιτικών δικαστηρίων σε διοικητικές διαφορές, που υπάγονται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές απαγορεύεται.
Επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων, που προκύπτουν παρεμπιπτόντως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και, επομένως, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, όταν η υπόθεση, που κρίθηκε από το δικαστήριο, δεν υπάγεται σε καμία από τις παραπάνω αναφερόμενες περιπτώσεις του άρθρου 1 ΚΠολΔ, καθώς και όταν το δικαστήριο δεν είχε διεθνή δικαιοδοσία, κατά το άρθρο 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 1097/2019, ΑΠ 140/2008).
Σημειωτέον ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης αφορά τη δημόσια τάξη και για το λόγο αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 περ. γ' ΚΠολΔ, και αν ακόμα δεν έγινε επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, η έλλειψη αυτή μπορεί να προταθεί παραδεκτά για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 20/2008, ΑΠ 493/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, ήτοι για υπέρβαση δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, διότι, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, το Εφετείο υπερέβη τη δικαιοδοσία του δεχόμενο, με παρεμπίπτουσα κρίση της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι ο ίδιος ουδέποτε απασχολήθηκε ως θερμαστής ή βοηθός θερμαστή στην επιχείρηση του αναιρεσιβλήτου, ενώ το ζήτημα αυτό ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των διοικητικών αρχών και εν προκειμένω του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και συνακόλουθα πρόκειται για ζήτημα διοικητικής φύσης, που εκφεύγει της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων.
Επί του λόγου αυτού πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Από τις διατάξεις των άρθρων 7, 8 και 9 του από 11-3/4-4-1955 Β.Δ/τος και 9 παρ. 2 του Π.Δ/τος 136/1999, όπως οι διατάξεις αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω στα πλαίσια έρευνας του πρώτου αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι αρμόδια όργανα για να εκφέρουν κρίση ως προς την ακρίβεια του περιεχομένου των πιστοποιητικών υπηρεσίας που εκδίδουν ιδιωτικές επιχειρήσεις, κρίση η οποία συνιστά διαπίστωση πραγματικής κατάστασης, που αποτελεί προϋπόθεση εφαρμογής διατάξεων για τη χορήγηση άδειας ασκήσεως επαγγέλματος, είναι κατ' αρχάς τα κατά τόπους αρμόδια όργανα του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και συνακόλουθα οι αρμόδιες διοικητικές αρχές κατά το στάδιο της έρευνας της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για τη χορήγηση άδειας ασκήσεως επαγγέλματος, μεταξύ των οποίων είναι και η απαιτούμενη προϋπηρεσία σε οριζόμενη στον οικείο νόμο ειδικότητα.
Συνεπώς, η νομιμότητα των αποφάσεων των διοικητικών αρχών σχετικά με τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων για τη χορήγηση άδειας ασκήσεως επαγγέλματος είναι ζήτημα διοικητικής φύσης, η επίλυση του οποίου απόκειται κατά το Σύνταγμα (άρθρ. 94 παρ. 1 και 2) και το άρθρο 2 ΚΠολΔ, σε περίπτωση αμφισβήτησης, στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (ΣτΕ 1535/2017).
Επομένως, η θεώρηση των πιστοποιητικών προϋπηρεσίας, που εκδίδουν οι επιχειρήσεις, από τον αρμόδιο Επιθεωρητή Εργασίας μετά από έλεγχο των προσκομισθέντων στοιχείων, προκειμένου ο ενδιαφερόμενος να λάβει την απαιτούμενη άδεια εργασίας με συγκεκριμένη ειδικότητα, αποτελεί διοικητική πράξη, σε περίπτωση αμφισβήτησης της οποίας ως προς τη νομιμότητα έκδοσής της, αρμόδια είναι τα διοικητικά δικαστήρια.
Είναι διαφορετικό, όμως, το ζήτημα, αν ο ενδιαφερόμενος εργάστηκε πράγματι με την ειδικότητα που αναφέρεται στα πιστοποιητικά της επιχείρησης, καθώς η σχέση εργασίας του ενδιαφερομένου με την επιχείρηση και η ειδικότητα με την οποία απασχολήθηκε σ' αυτήν, αποτελεί ζήτημα ιδιωτικού δικαίου, για την κρίση της οποίας, σε περίπτωση αμφισβήτησης, έχουν δικαιοδοσία κατ' άρθρο 1 ΚΠολΔ, τα πολιτικά δικαστήρια.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετά την εκτίμηση των ενώπιόν του προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, ότι ο αναιρεσείων ουδέποτε απασχολήθηκε στην επιχείρηση του αναιρεσιβλήτου ως θερμαστής ή βοηθός θερμαστή, αλλά με άλλη ειδικότητα, δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του, καθώς έκρινε για ζήτημα ιδιωτικού δικαίου.
Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, η μία αιτιολογία δεν πλήττεται καθόλου με λόγο αναίρεσης, ή πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού τυχόν αποδοχή τους, δεν επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1190/2017, ΑΠ 1978/2017), το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς στην μη πληγείσα ή μη πληγείσα αποτελεσματικά επάλληλη αιτιολογία (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 12/2021, ΑΠ 1052/2017) και όχι συγχρόνως σε όλες τις αιτιολογίες (ΑΠ 420/2017, ΑΠ 21/2017).
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή, όπως διατείνεται, δέχθηκε εσφαλμένα ότι παρήχθη δεδικασμένο από τις 434/2013 και 435/2013 αποφάσεις του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, καθώς και από τις 320/2014, 321/2014 και 365/2017 αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, οι οποίες δίκασαν τις ασκηθείσες εφέσεις του ιδίου και του αναιρεσιβλήτου κατά των 229/2013 και 426/2013 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, τις οποίες εξαφάνισαν, δεχθείσες ότι εκ των ως άνω αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης παρήχθη δεδικασμένο ως προς το ότι ουδέποτε απασχολήθηκε ο ίδιος ως θερμαστής στον αναιρεσίβλητο.
Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής. Και τούτο διότι το Εφετείο απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος με τις ανωτέρω αναφερόμενες αιτιολογίες του, όχι μόνο επειδή δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, που απορρέει από τις αποφάσεις που αναφέρει ο αναιρεσείων, αλλά και επειδή δέχθηκε, με επάλληλη αιτιολογία, ότι από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων εργάστηκε στον αναιρεσίβλητο με την ειδικότητα του πρακτικού μηχανικού και όχι με την ειδικότητα του βοηθού θερμαστή, όπως αυτός ισχυρίστηκε με την αγωγή του.
Η επάλληλη δε αυτή αιτιολογία, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν πλήττεται επιτυχώς με τους προηγούμενους αναιρετικούς λόγους. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Τέλος, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-11-2019 αίτηση του Μ. Σ. για αναίρεση της 531/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ