Legislator Case Law & Legislation
1267/2020 AI generated

1267/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1267/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1267/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ1048/2017, ΑΠ 942/2017, ΑΠ 60/2016,). Με τα άρθρα 12, 19 και 20 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατό, ατυχήματα πεζών και οχημάτων.

Keywords

AI generated
driving whilst disqualified motorcycle road accident motor vehicle liability insurance damages from traffic accident excessive speeding traffic violation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1267 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1267/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ... Α... του Δ..., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κυπριώτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν... Μ... του Α..., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάζαρο Χατζηθέμελη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 5-3-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 14-9-2009 αγωγή της Σ... Φ... του Ι..., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3767/2012 εν μέρει οριστική και 250/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2322/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-9-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.

Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 210/2013).

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ1048/2017, ΑΠ 942/2017, ΑΠ 60/2016,). Με τα άρθρα 12, 19 και 20 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατό, ατυχήματα πεζών και οχημάτων.

Ειδικότερα: α) Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... (12 παρ. 1).

β) Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (19 παρ. 1). γ) Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματος του, λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματος του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας κατά τρόπον, ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν (19 παρ. 2) και δ) Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του, μεταξύ άλλων, πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων, ανεξάρτητα αν υπάρχει σήμανση από πλευράς προτεραιότητας διέλευσης ή και σηματοδότηση και γενικά σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση που επιβάλλεται ο μετριασμός αυτός (19 παρ. 3) ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα (20 παρ1).Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 3 του ίδιου νόμου, όπως ίσχυε κατά το χρόνο του ατυχήματος "Απαγορεύεται η οδήγηση αυτοκινήτων ή μοτοσικλετών από πρόσωπα τα οποία δεν κατέχουν ισχύουσα ελληνική άδεια οδήγησης της κατάλληλης κατηγορίας ή υποκατηγορίας, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παραγράφους του παρόντος άρθρου", η οποία, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου απαιτείται να είναι κατηγορία Α για τα δίτροχα μηχανοκίνητα.

Έτσι, κατά τις περιστάσεις, μπορεί να κριθεί συνυπαίτιος και ο οδηγός, ο οποίος πλησιάζοντας σε ισόπεδο οδικό κόμβο, ως τέτοιος νοείται κατά τον ορισμό του άρθρου 2 του ΚΟΚ, "κάθε ισόπεδη συμβολή, διακλάδωση ή διασταύρωση οδών, συμπεριλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές" αν και είχε την προτεραιότητα, κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων και των άρθρων 330 και 914 ΑΚ, δεν οδηγούσε το όχημά του με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ρυθμίζοντας την ταχύτητα, ώστε να αποφύγει τυχόν ατύχημα επί του κόμβου (ΑΠ 1037/2018, ΑΠ 39/2013).

Περαιτέρω, κατ' άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως.

Κατά δε το εδάφιο β' του αυτού ως άνω άρθρου και αριθμού, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο, αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, όταν δηλαδή το δικαστήριο εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει με βάση αυτά την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή για να υπαγάγει ή μη τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στον κανόνα αυτόν (ΑΠ 557/2016).

Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, συντρέχει και όταν η απόφαση έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, αναφέρονται αντιφατικώς ή ανεπαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Δεν ιδρύεται όμως ο αναιρετικός αυτός λόγος, αν η αντίφαση ή η ανεπάρκεια ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, αναφορικώς με την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα στις 30- 12-2007 και περί ώρα 22.40' στη συμβολή των οδών Α...και ...

στη .... Ειδικότερα, κατά τον ως άνω χρόνο ο ενάγων της πρώτης αγωγής Θ... Α... οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, εκινείτο στην ως άνω οδό Α... Π... στην περιοχή της ..., στο ρεύμα κατεύθυνσης αυτής από την οδό ...προς την οδό Α..., έχοντας επιβάτη την ενάγουσα της δεύτερης αγωγής Σ...

Φ.... Κατά τον ίδιο χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος Ν... Μ..., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...", εκινείτο επί της οδού ..., με κατεύθυνση προς την οδό ... Οι ως άνω οδοί ...

και ... διασταυρώνονται (ενδιαμέσως των προαναφερόμενων κατευθύνσεων των άνω οχημάτων) και στο σημείο αυτό η οδός Α... Π... είναι διπλής κυκλοφοριακής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά ρεύμα κατεύθυνσης, τα οποία διαχωρίζονται με νησίδα πλάτους 7,50 μέτρων, που διακόπτεται στην εν λόγω διασταύρωση και συνεχίζει πάλι μετά το τέλος αυτής, και έχει πλάτος οδοστρώματος στο ρεύμα κατεύθυνσης προς την οδό Α... 6,20 μέτρα, ενώ η οδός Ε...

είναι μονόδρομος, με φορά κατεύθυνσης προς την οδό Α... Π... και εν συνεχεία οδό Ε... Β... και πλάτος οδοστρώματος 6,00 μέτρα, προ δε της συμβολής της με την οδό Α. Π... υφίσταται ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα Ρ-2 (STOP), που σημαίνει, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 3 του ν. 2696/1999 - Κ.Ο.Κ., υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος που κινείται στην οδό αυτή πριν από την είσοδο στον κόμβο και παραχώρηση προτεραιότητος στα οχήματα που κινούνται στην οδό Α.

Π.... Και οι δύο ανωτέρω οδοί είναι ευθείες και οριζόντιες. Κατά τον ως άνω χρόνο, ήταν νύκτα με επαρκείς συνθήκες τεχνικού φωτισμού, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή και των πεζών ελάχιστη, ενώ ο καιρός ήταν αίθριος, το δε όριο ταχύτητας ήταν 50 χιλιόμετρα ωριαίως (Χ/Ω) λόγω κατοικημένης περιοχής (βλπ.

την από 30.12.2007 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, που συνέταξαν τα αρμόδια όργανα του Τμήματος Τροχαίας Καλλιθέας Αττικής και το συνοδεύον αυτή, υπό την αυτή ημερομηνία, πρόχειρο σχεδιάγραμμα). Όταν ο ως άνω πρώτος εναγόμενος οδηγός του αυτοκινήτου, κινούμενος επί της οδού Ε..., έφτασε στο σημείο της συμβολής των ανωτέρω οδών, και προτιθέμενος να διασχίσει καθέτως τη διασταύρωση αυτή (οδό Α.

Π...) και να συνεχίσει απέναντι την πορεία αυτού, μείωσε την ταχύτητα του αυτοκινήτου και ακινητοποίησε προς στιγμήν αυτό προ της υφιστάμενης στην πορεία του, προ της διασταυρώσεως των ως άνω οδών, ρυθμιστικής πινακίδας Ρ-2 (STOP), προκειμένου να ελέγξει την κυκλοφορία των οχημάτων στην οδό Α. Π.... Όμως δεν ήλεγξε επισταμένως αυτή και έτσι δε αντιλήφθηκε την οδηγούμενη από τον ενάγοντα της πρώτης αγωγής Θ...

Α..., κινούμενη επί της τελευταίας οδού, αριστερά σε σχέση με την πορεία του (εναγομένου), δίκυκλη μοτοσυκλέτα και ξεκίνησε να διασχίσει την διασταύρωση και εισήλθε κάθετα σ' αυτή, την ίδια χρονική στιγμή που ο ανωτέρω ενάγων Θ... Α..., οδηγώντας τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του, με υπερβολική για τις περιστάσεις (κατοικούμενη περιοχή, νύχτα και προσεγγίζοντας ισόπεδο οδικό κόμβο) ταχύτητα (περί τα 80 χλμ/ώρα), όπως προκύπτει από τα ίχνη τροχοπέδης των 12,50 μέτρων, τα οποία η μοτοσυκλέτα, κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα, διέγραψε επί του οδοστρώματος και τις, εν συνεχεία, μετά από 4 περίπου μέτρα, χαραγές των 8,00 μέτρων που αποτύπωσε επί του οδοστρώματος (και τα οποία αναφέρει η ως άνω έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και αποτυπώνονται στο συνημμένο σ' αυτή πρόχειρο σχεδιάγραμμα), σε συνδυασμό με τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, εισέρχονταν στην ως άνω συμβολή των δύο δρόμων, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του (ενάγοντος), ο οποίος, μόλις τον αντιλήφθηκε, ενήργησε τροχοπέδηση 12,50 μέτρων, η οποία ωστόσο ήταν ανεπιτυχής, λόγω της ως άνω αυξημένης ταχύτητας που είχε αναπτύξει η μοτοσικλέτα και είχε ως αποτέλεσμα να ανατραπεί αυτή με τους αναβάτες της επί του οδοστρώματος και συρόμενη σε απόσταση 8,00 μέτρων (ως προκύπτει από τις προαναφερόμενες χαραγές που αποτύπωσε επί του οδοστρώματος), να επιπέσει με σφοδρότητα στο αριστερό πλάγιο τμήμα του οχήματος του πρώτου εναγόμενου, το οποίο από τη δύναμη της πρόσκρουσης μετακινήθηκε προς τα δεξιά, και συγκρούστηκε με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του στο οπίσθιο αριστερό τμήμα του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, το οποίο ήταν σταθμευμένο, παράλληλα προς άλλα οχήματα και τη διαχωριστική νησίδα των ρευμάτων της οδού Α... Π..., κάθετα στο κέντρο της διασταυρώσεως. Αποτέλεσμα της συγκρούσεως αυτής ήταν να υποστούν υλικές ζημίες αμφότερα τα εμπλακέντα στη σύγκρουση οχήματα και να τραυματιστούν οι ενάγοντες αμφοτέρων των αγωγών (οδηγός της μοτοσυκλέτας Θ...

Α... και επιβάτιδα αυτής Σ... Φ...). Υπό τα περιστατικά αυτά, το ατύχημα οφείλεται στη συγκλίνουσα αμέλεια των δύο οδηγών (πρώτου εναγομένου και ενάγοντος πρώτης αγωγής). Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός του αυτοκινήτου, Ν... Μ..., από έλλειψη της επιμέλειας και προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει όπως ο κάθε μέσος συνετός οδηγός (330 εδ.

β' ΑΚ), δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, και προκειμένου να εισέλθει και να συνεχίσει την πορεία του ευθεία στην οδό .... διασχίζοντας κάθετα τη διασταύρωση της τελευταίας με την οδό Α. Π..., δεν βεβαιώθηκε ότι μπορούσε να πράξει τούτο χωρίς να εμποδίσει την κυκλοφορία των υπόλοιπων οχημάτων που κινούνταν εκείνη την ώρα επί της πιο πάνω οδού Α.

Π..., τα οποία είχαν προτεραιότητα, και χωρίς να θέσει αυτά σε κίνδυνο και, παρά το ότι ακινητοποίησε προσωρινά το όχημα του προ της υφισταμένης στην πορεία του επί της οδού ... ρυθμιστικής πινακίδας Ρ-2 (STOP) περί υποχρεωτικής διακοπής της πορείας του και παραχώρησης προτεραιότητας στα κινούμενα επί της οδού Α..

Π... οχήματα, ήλεγξε πλημμελώς την κίνηση των οχημάτων επί της οδού αυτής (Α. Π...), με συνέπεια, να μην αντιληφθεί τη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε στην οδό αυτή ο ενάγων της πρώτης αγωγής, να εισέλθει καθέτως στη διασταύρωση και να παρεμβληθεί στην πορεία αυτής (μοτοσικλέτας), μη συμμορφούμενος εν τέλει προς την ως άνω πινακίδα πινακίδας Ρ-2 (STOP) περί παραχώρησης προτεραιότητος στην τελευταία, παραβαίνοντας τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 3 (Ρ-2), 12 παρ. 1 και 26 παρ. 1, 4 του Κ.Ο.Κ (ν. 2696/1999).

Επίσης, ο ενάγων της πρώτης αγωγής, οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, Θ... Α..., από έλλειψη της επιμέλειας και προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει όπως ο κάθε μέσος συνετός οδηγός (330 εδ. β' ΑΚ), δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και εκινείτο με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα (καθώς οδηγούσε εντός κατοικημένης περιοχής, νύκτα και πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο), αλλά και μεγαλύτερη της ανώτατης επιτρεπόμενης των 50 Χ/Ω, ήτοι περί με 80 Χ/Ω, και χωρίς να διαθέτει την κατά νόμο απαιτούμενη άδεια ικανότητας οδήγησης μοτοσυκλέτας, και δεν ασκούσε τον έλεγχο και εποπτεία του οχήματος του ώστε ανά πάσα στιγμή να μπορεί να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς για αποφυγή ατυχήματος, με αποτέλεσμα, αν και είχε πλήρη ορατότητα έμπροσθεν αυτού, να μην αντιληφθεί σε επαρκή, σε σχέση και με την ταχύτητά του, απόσταση την κάθετη κίνηση του αυτοκινήτου του πρώτου εναγόμενου, που εισερχόταν καθέτως επί της διασταυρώσεως και παρόλο που, όταν αντιλήφθηκε αυτό, διενήργησε τροχοπέδηση, αυτή (τροχοπέδηση), λόγω της αυξημένης ως άνω ταχύτητας που είχε αναπτύξει, δεν στάθηκε ικανή να ακινητοποιήσει τη μοτοσυκλέτα του, με συνέπεια την ανατροπή της τελευταίας επί του οδοστρώματος και εν συνεχεία τη σύγκρουσή της με το αυτοκίνητο του πρώτου εναγόμενου, παραβαίνοντας τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3, 20 παρ. 1 και 94 παρ. 1 περ.

Α, 3 του Κ.Ο.Κ (ν. 2696/1999). Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι το ποσοστό συνυπαιτιότητας που βαρύνει τους ανωτέρω οδηγούς ανέρχεται σε 80% για τον οδηγό του αυτοκινήτου, πρώτο εναγόμενο, Ν... Μ..., και 20% για τον οδηγό της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ενάγοντα της πρώτης αγωγής, Θ... Α.... Επομένως, ο μεν (αρνητικός) ισχυρισμός των εναγομένων αμφοτέρων των αγωγών περί αποκλειστικής υπαιτιότητας στην πρόκληση του ατυχήματος του οδηγού της μοτοσυκλέτας πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, η δε προβαλλόμενη από τους εναγόμενους της πρώτης αγωγής ένσταση συνυπαιτιότητας (κατά 95%) του ενάγοντος αυτής, οδηγού της μοτοσυκλέτας (άρθρο 300 ΑΚ), πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη.

Η εκκαλούμενη ως άνω εν μέρει οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (3767/2012), που έκρινε διαφορετικά από τα παραπάνω, ως προς την υπαιτιότητα στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, δεχόμενη ότι το ποσοστό συνυπαιτιότητας των ανωτέρω στην πρόκληση ήταν 60% για τον πρώτο εναγόμενο και 40% για τον ενάγοντα της πρώτης αγωγής, οδηγό της μοτοσικλέτας έσφαλε ως- προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ο πρώτος λόγος της της εφέσεως του εκκαλούντος -ενάγοντος Θ...

Α..., κατά το επικουρικό του μέρος, με το οποίο παραπονείται, ως προς την κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αναφορικά με το αναγνωρισθέν ποσοστό συνυπαιτιότητας του ιδίου στην πρόκληση του ατυχήματος, να απορριφθεί αυτός ως ουσιαστικά αβάσιμος κατά το μέρος με το οποίο ο ανωτέρω ενάγων παραπονείται, ως προς την κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αναφορικά με την αναγνωρισθείσα στον ίδιο υπαιτιότητα, καθώς επίσης ν' απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, ο αντίστοιχος (πρώτος) λόγος της αντεφέσεως των εναγομένων, κατά του ως άνω εκκαλούντος -ενάγοντος Θ...

Α..., με τον οποίο παραπονούνται για την απόρριψη του ισχυρισμού τους περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος αυτού, οδηγού τη μοτοσικλέτας και επικουρικώς, για το αναγνωρισθέν συνυπαιτιότητας του τελευταίου (ενάγοντος) στην πρόκληση του ατυχήματος, ζητώντας να αναγνωριστεί μεγαλύτερο, επαναφέροντας την πρωτοδίκως σχετική ένστασή τους...." Με βάση τα παραπάνω, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, κατά παραδοχή του πρώτου- κατά το επικουρικό του μέρος- λόγου της από 30-5-2014 και με αριθμό κατάθεσης4255/2014 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και την απόρριψη του αντίστοιχου λόγου αντέφεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, δέχτηκε την έφεση στο σύνολο της ως ουσιαστικά βάσιμη, και, αφού εξαφάνισε τη με αριθμό 250/2014 πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει διαφορετικά, ως προς τα ποσοστά συνυπαιτιότητας των δύο οδηγών που είχαν εμπλοκή στο τροχαίο ατύχημα, και συνακόλουθα ως προς τα χρηματικά ποσά που είχε επιδικάσει στον εκκαλούντα αναιρεσείοντα, κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την ένδικη, με αριθμό καταθ.3767/2012 αγωγή του, την οποία και δέχθηκε, κατά ένα μέρος, επιδικάζοντας, τελικά, σε αυτόν, για την πιο πάνω αιτία, το χρηματικό ποσό των 80.232,80 ευρώ.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, τις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 10 Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 300, 330 και 914 του Α.Κ. και 12,19, 20 και 94 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) ούτε επίσης τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά το μέρος που ανάγονται στις πράξεις ή παραλείψεις του συνυπαίτιου (κατά ποσοστό 20%) στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος αναιρεσείοντος οδηγού της με αριθ.

Κυκλ. ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, οι οποίες ενδιαφέρουν αναιρετικά με βάση τους ερευνώμενους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης, όπως θα εκτεθούν παρακάτω, αλλά διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι και, ως εκ τούτου, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, τα οποία επέδειξε ο ως άνω ενάγων οδηγός, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα και συγκεκριμένα ότι ο εν λόγω οδηγός, οδηγούσε το προαναφερόμενο όχημά του, χωρίς να διαθέτει την κατά νόμο απαιτούμενη άδεια ικανότητας οδήγησης μοτοσυκλέτας, κινούμενος σε κατοικημένη περιοχή με ταχύτητα 80 χ/ω, χωρίς να καταβάλει την, κατ' αντικειμενική κρίση, απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού και χωρίς να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς.

Έτσι, αν και πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο και, παρότι είχε την προτεραιότητα, είχε υποχρέωση να καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματος του ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες, ώστε να είναι σε θέση εγκαίρως να διακόψει πριν από κάθε εμπόδιο την πορεία του.

Συγκεκριμένα όταν αντελήφθη το ασφαλισμένο στην δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με αριθμό κυκλ.... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, να έχει αρχίσει να διασχίζει το ρεύμα κυκλοφορίας του δρόμου, στο οποίο ο ίδιος με τη μοτοσικλέτα του κινείτο, λόγω της μεγάλης ταχύτητας που είχε αναπτύξει τροχοπέδησε ανεπιτυχώς, χωρίς να καταστεί δυνατόν ν' αποφύγει τη σύγκρουση.

Πρόδηλο, συνεπώς , τυγχάνει ότι το Εφετείο στήριξε την κρίση του περί της συνυπαιτιότητας του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας στην από μέρους του παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 12, 19, και 20. σε συνδυασμό με το άρθρο 94 παρ1 περ.Α ,3 του Κ.Ο.Κ. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμ. 1α, και 19 του ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, οι οποίοι, ακολούθως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις, ότι στην προσβαλλομένη απόφαση δεν διαλαμβάνονται ειδικές αιτιολογίες και διευκρινίσεις για το λόγο που ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός δεν σταμάτησε για να αποφύγει τη σύγκρουση, για την ταχύτητα και την έλλειψη ιχνών τροχοπέδησης του οδηγούμενου από τον τελευταίο αυτοκινήτου, ο λόγος για τον οποίο ο αναιρεσείων, κατά τη στιγμή του ατυχήματος, δεν ασκούσε τον έλεγχο της εν κινήσει ευρισκόμενης μοτοσικλέτας του και σε ποιό σημείο ακριβώς της διασταύρωσης συνέβη η σύγκρουση, είναι απαράδεκτες.

Και τούτο διότι, οι ως άνω επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα διευκρινίσεις δεν αναιρούν την αιτιώδη σχέση που, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, υπάρχει μεταξύ της ως άνω περιγραφείσας αμελούς οδηγικής συμπεριφοράς του τελευταίου και της επελθούσας από το ένδικο ατύχημα ζημίας και συνεπώς δεν διαφοροποιούν κατ' αποτέλεσμα το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στην πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης.

Σε κάθε περίπτωση οι ως άνω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι, με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ.11γ ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 911/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς την παράλειψη αυτή (ΑΠ 1874/2008).

Με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη, άλλως δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι έλαβε υπόψη, τα απ' αυτόν ενώπιον του προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως αποδεικτικά μέσα, και ειδικότερα την έκθεση αυτοψίας που συνέταξε η αρμόδια αστυνομική Αρχή και το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα, αλλά ούτε και τις μαρτυρικές καταθέσεις και τις ομολογίες των αντιδίκων του, από τα οποία, αντίθετα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, προκύπτει ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν διέκοψε την πορεία του οχήματος του προ της υπάρχουσας στην κατεύθυνση του επί της διασταυρώσεως πινακίδας με την ένδειξη "ΣΤΟΠ" (STOP).

Υπό την επίκληση όμως των αιτιάσεων αυτών δεν στοιχειοθετείται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, εφόσον, η τυχόν πρόσκαιρη ή μη ακινητοποίηση του αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσιβλήτου προ της πινακίδας με την ένδειξη ΣΤΟΠ, δεν συνιστά εν προκειμένω κρίσιμο γεγονός για την απόδειξη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι δεν τον βαρύνει κατά ένα μέρος υπαιτιότητα για την πρόκληση του ατυχήματος.

Ειδικότερα το επικαλούμενο περιστατικό, το οποίο κατά τον αναιρεσείοντα προκύπτει από την αξιολόγηση των ως άνω, αγνοηθέντων από το Εφετείο αποδεικτικών μέσων, συνιστά, ενόψει των λοιπών παραδοχών της προσβαλλομένης, πλεοναστική ως προς την υπαιτιότητα που βαρύνει τον πρώτο αναιρεσίβλητο αιτιολογία και επομένως δεν επιδρά στο διατακτικό της, ως προς το ενδιαφέρον για την αναίρεση ζήτημα της συγκλίνουσας, κατά την ορθή κρίση του Δικαστηρίου, υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στην πρόκληση της ένδικη σύγκρουσης.

Η προγενέστερη της συγκρούσεως ενέργεια του αναιρεσίβλητου να διακόψει προς στιγμήν την πορεία του αυτοκινήτου του στη διασταύρωση των ως άνω οδών προ της σημάνσεως "ΣΤΟΠ", δεν αποτελεί διαμορφωτικό κρίσης του Εφετείου γεγονός σχετικά με τις αιτίες της σύγκρουσης των εμπλεκομένων οχημάτων, εφόσον αυτή κατά κύριο λόγο οφείλεται σε αμελή οδηγική συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσιβλήτου συνισταμένη στο ότι, παρά την, προς στιγμήν κατά τα προαναφερόμενα ακινητοποίηση του οχήματός του προ της ως άνω διασταυρώσεως, τελικά εισήλθε με το αυτοκίνητο του στην διασταύρωση, χωρίς να ελέγξει επαρκώς την κίνηση των οχημάτων επί της οδού στην οποία, κατά προτεραιότητα κινείτο η μοτοσικλέτα, ούτε και συνιστά περιστατικό το οποίο κατ' αποτέλεσμα αποσυνδέει την πρόκληση του ατυχήματος από την, κατά τα ως άνω, αποκλίνουσα από τους κανόνες του ΚΟΚ οδηγική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος.

Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.

Μετά από αυτά και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί κατά την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ), ο δε αναιρεσείων, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την από 24.9.2018 και με αριθμό καταθ 8385/702/2018 αίτηση για την αναίρεση της με αριθμ. 2322/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ