Legislator Case Law & Legislation
1267/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on termination of employment contract citing good faith and evidence assessment.

Case Number 1267/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's judgment regarding the termination of an employment contract. The appellant argued that the employer terminated the contract in bad faith due to personal animosity and without valid cause, while the employer contended the termination was lawful. The court held that the lower court correctly assessed the evidence and found no grounds for invalidation, ruling that the termination was not abusive.

Legislator headnote

AI generated

Articles 669(2) of the Civil Code; Article 281 of the Civil Code: The termination of an employment contract is a unilateral, faultless act, but it must not exceed the bounds of good faith; it is considered abusive and void if motivated by personal animosity or revenge rather than legitimate reasons.

Keywords

AI generated
termination of employment contract abusive termination good faith principle unilateral act validity burden of proof appeal dismissal labor law

Cited Legislation

AI generated
Article 669(2) of the Civil Code
Article 1 of Law 2112/1920
Article 1 and 5 of Law 3198/1955
Article 281 of the Civil Code
Article 174 and 180 of the Civil Code
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1267 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1267/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2 Απριλίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.

Της αναιρεσείουσας: Ε. Α. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Αγγελικής Κοσμά, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στην .... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παύλου Μάρκελλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-11-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου με αριθμό ΕΓ205/16-11-2015. Εκδόθηκαν η 51/2017 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η 282/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-7-2018 και με αριθμό κατάθεσης 48/4-7-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/ 1920, 1 και 5 του ν. 3198/1955, συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζομένου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται.

Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα.

Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζομένου. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία, διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, δεν είναι ο εργοδότης, εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει.

Ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η ΑΚ 281 και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη.

Και αντιστρόφως, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την οικονομική δυσπραγία της επιχείρησης, την οποία, ως περιστατικό αρνητικό τού περί κατάχρησης ισχυρισμού του εργαζομένου, μπορεί να προβάλει ο εργοδότης. Αλλά και όταν, ακόμη, αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το συμφέρον της επιχείρησης του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική, διότι, εάν ετίθετο τέτοια προϋπόθεση, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, από αναιτιώδης δικαιοπραξία, θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 729/2018, ΑΠ 769/2016).

Εξάλλου, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, όπως, μεταξύ άλλων, είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών ή τμημάτων της επιχείρησης και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομιών, που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση του εργοδότη να ανταπεξέλθει στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.

Ελέγχεται, όμως, αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της σύμβασης συγκεκριμένου εργαζομένου, ως έσχατου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης, και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως, δηλαδή, επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Ειδικότερα, ο εργοδότης οφείλει κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ίδιου επιπέδου από άποψη ικανότητας, προσόντων και υπηρεσιακής απόδοσης, να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας, η οποία, ως αντικειμενικό κριτήριο, εκτιμάται υπό την έννοια της διάρκειας της απασχόλησης του εργαζομένου στη συγκεκριμένη επιχείρηση, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η προϋπηρεσία του σε άλλους εργοδότες, της ηλικίας, της οικογενειακής κατάστασης κάθε μισθωτού, της αποδοτικότητας και της δυνατότητας εξεύρεσης από αυτόν άλλης εργασίας ή έστω να προτείνει στο μισθωτό, που πρόκειται να απολυθεί, την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σε αυτή (ΑΠ 877/2017, ΑΠ 1404/2014).

2.Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών, τα δε επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογίες", ώστε να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 757/2015, ΑΠ 2102/2014).

3.Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη, από 16-11-2015 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε, στην έκταση που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ότι προσλήφθηκε την 3-10-2005 από την εναγομένη εταιρία, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος γραφείου και έκτοτε προσέφερε τις υπηρεσίες της μέχρι την 4-11-2013, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της.

Ότι επί ασκηθείσας αγωγής κατά της εναγομένης, εκδόθηκε η 119/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία, μεταξύ άλλων, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της ως άνω καταγγελίας και υποχρεώθηκε η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, σύμφωνα με τους πριν την καταγγελία όρους. Ότι παράλληλα άσκησε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία έγινε δεκτή με την 338/11-7-2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου και υποχρεώθηκε η καθ' ης να αποδέχεται προσωρινά τις υπηρεσίες της μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ανωτέρω αγωγής, η δε εναγομένη, συμμορφούμενη με το διατακτικό της απόφασης, αποδέχθηκε τις υπηρεσίες της και την απασχόλησε μέχρι την 9-11-2015, οπότε της κοινοποίησε την από 6-11-2015 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της.

Ότι η νέα καταγγελία είναι άκυρη, διότι έγινε κατά παράβαση των ανωτέρω δικαστικών αποφάσεων, αλλά και διότι ασκήθηκε καταχρηστικά από λόγους εμπάθειας και εκδίκησης προς το πρόσωπο της ενάγουσας, λόγω της αντιπολιτευτικής στάσης του αδελφού και του συζύγου της προς το ΔΣ της εναγομένης, οι οποίοι είναι μέτοχοι αυτής, και επιπλέον δεν συνέτρεξε για την καταγγελία κάποιος από τους λόγους, που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 26 του π.δ. 246/2006 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού των .....

ΑΕ και .... ν. 2963/2001". Βάσει αυτών, ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της με τους όρους που ίσχυαν προ της καταγγελίας, με απειλή χρηματικής ποινής και να της επιδικασθούν το ποσό των 14.758,32 ευρώ ως μισθοί υπερημερίας και το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ως συνέπειας των περιστάσεων υπό τις οποίες έγινε η καταγγελία και της προσβολής που εξ αυτών επήλθε στην προσωπικότητά της.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 51/2017 απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας ως γενόμενης καταχρηστικώς, υποχρέωσε την εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας και της επιδίκασε το ποσό των 14.758,32 ευρώ για μισθούς υπερημερίας και το ποσό των 500 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενώ απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη κατά το μέρος που ζητήθηκε η ακυρότητα της καταγγελίας, λόγω παραβίασης των ως άνω δικαστικών αποφάσεων και του άρθρου 26 του π.δ. 246/2006.

Κατά της απόφασης αυτής, η εναγομένη άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 282/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκεί εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή και απορρίφθηκε η αγωγή κατά το μέρος αυτό ως ουσία αβάσιμη.

4.Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης ως άνω 282/2018 απόφασης (ΚΠολΔ 561 παρ.2), το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου, εκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω και κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη:

Ότι η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα), την 3-10-2005, προσλήφθηκε από την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας μέχρι την 30-3-2006, για να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος γραφείου, η δε σύμβασή της, μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου, μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου.

Ότι η ενάγουσα παρείχε κανονικά τις υπηρεσίες της στην εναγομένη μέχρι την 4-11-2013, οπότε η τελευταία της κοινοποίησε το από 31-10-2013 έγγραφο, με το οποίο κατήγγειλε την αορίστου χρόνου σύμβαση εργασίας της, χωρίς να προβεί σε εμπρόθεσμη και προσήκουσα καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, καθόσον η καταβολή αυτής έλαβε χώρα την 12-12-2013.

Ότι η ενάγουσα άσκησε κατά της εναγομένης την από 2-12-2013 (με αριθμό κατάθεσης 226/5-12-2013) αγωγή της, με την οποία ζήτησε, μεταξύ άλλων, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας για τους εκεί αναφερόμενους λόγους και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της. Ότι επί της αγωγής εκδόθηκε η 119/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία κρίθηκε άκυρη η καταγγελία, λόγω μη καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης και υποχρεώθηκε η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας.

Ότι κατά της ανωτέρω απόφασης η ενάγουσα άσκησε την από 10-11-2015 έφεσή της και παράλληλα άσκησε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, επί της οποίας εκδόθηκε η 338/11-7-2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση και υποχρεώθηκε η καθ' ης να αποδέχεται προσωρινά τις υπηρεσίες της μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ανωτέρω αγωγής της.

Ότι η εναγομένη, την 9-11-2015, κοινοποίησε στην ενάγουσα την από 6-11-2015 καταγγελία, με την οποία κατήγγειλε εκ νέου τη σύμβαση εργασίας. Ότι η καταγγελία αυτή, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, έλαβε χώρα εξαιτίας των αισθημάτων εκδίκησης που τρέφουν τα μέλη του ΔΣ της εναγομένης απέναντι στον αδελφό της και το σύζυγό της, οι οποίοι είναι μέτοχοι της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας και προβαίνουν συχνά σε δημόσιο έλεγχο των αποφάσεών της, προασπίζοντας με αυτόν τον τρόπο τα συμφέροντα της εταιρίας, η οποία αντιμετωπίζει μεγάλα οικονομικά προβλήματα εξαιτίας της κακής διαχείρισης από το διοικητικό συμβούλιο.

Ότι από τα (αναφερόμενα) αποδεικτικά στοιχεία, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας υποκινήθηκε από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό της ή των συγγενών της, όπως η ίδια ισχυρίζεται. Ότι, ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, επιδιώκοντας να αντιμετωπίσει τα προσφάτως ανακύψαντα οικονομικά προβλήματα, λόγω του περιορισμού των δρομολογίων και του μεγάλου ύψους των ανείσπρακτων απαιτήσεων έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, εξαιτίας των οποίων προκαλείται σοβαρή έλλειψη ρευστότητας και αδυναμία αντιμετώπισης των αναγκαίων δαπανών της, αποφάσισε να απολύσει μέλη του προσωπικού της, μεταξύ των οποίων και την ενάγουσα.

Ότι η ανωτέρω κρίση ενισχύεται και από το προσκομισθέν, με επίκληση, από 10-6-2012 πρακτικό της τακτικής γενικής συνέλευσης των μελών της εναγομένης, που συντάχθηκε σε ανύποπτο χρόνο, από το οποίο διαφαίνεται ο προβληματισμός για την αντιμετώπιση των οικονομικών της προβλημάτων, με τη λήψη άμεσων αποφάσεων που αφορούν το κόστος της μισθοδοσίας, με μείωση του προσωπικού της εταιρίας.

Ότι η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι αποτελούσε, κατ' αρχήν, δικαίωμα της εναγομένης, αφού η σύμβαση εργασίας της πρώτης είχε μετατραπεί σε αορίστου χρόνου και μπορούσε να καταγγελθεί οποτεδήποτε, χωρίς ύπαρξη σπουδαίου λόγου, δεν υπαγορεύτηκε από ταπεινά ελατήρια, δηλαδή δεν έλαβε χώρα λόγω εμπάθειας, μίσους ή έχθρας, ή από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό της, λόγω της στάσης του αδελφού της και του συζύγου της, αλλά εξαιτίας οικονομοτεχνικών λόγων που οδήγησαν την εναγομένη στην καταγγελία της και μάλιστα ως έσχατο μέτρο αντιμετώπισης των προβλημάτων αυτών.

Ότι για το λόγο αυτό η εναγομένη, μετά την 8-7-2012, προέβη σε απολύσεις συνολικά δεκατεσσάρων (14) εργαζομένων (των οποίων παρατίθενται τα ονόματα και η ημερομηνία απόλυσης του καθενός, αλλά εδώ η αναγραφή τους παρέλκει, καθόσον δεν αποτελούν ζήτημα που συνδέεται με τους αναιρετικούς λόγους), ενώ μετά την καταγγελία της σύμβασης της ενάγουσας δεν προσλήφθηκε κανένας υπάλληλος.

Ότι δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η καταγγελία από μόνο το γεγονός ότι είχε προηγηθεί άλλη, αφού κάθε καταγγελία κρίνεται αυτοτελώς με βάση τις συνθήκες που αυτή πραγματοποιείται και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η προηγηθείσα καταγγελία είχε ακυρωθεί λόγω μη καταβολής στην ενάγουσα της προβλεπόμενης νόμιμης αποζημίωσης.

Ότι με βάση τα παραπάνω, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους της εναγομένης δεν έρχεται σε προφανή αντίθεση με τις αρχές του άρθρου 281 ΑΚ και ως εκ τούτου δεν είναι καταχρηστική και άκυρη. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη 51/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου (που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή) και αφού δίκασε εκ νέου την αγωγή, την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη.

5.Υπό τις άνω παραδοχές, το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου, παρέθεσε με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα και ορθώς, βάσει αυτών, έκρινε έγκυρη την καταγγελία, δεχόμενο ότι δεν υπαγορεύθηκε από εμπάθεια και εκδικητικότητα, ώστε να είναι καταχρηστική.

Η αναφορά στην απόφαση ότι η καταγγελία είχε ως αληθινό κίνητρο την οικονομική δυσπραγία της επιχείρησης, αποτελεί επιχείρημα του δικαστηρίου για να ενισχύσει την κρίση του ότι τα αποδειχθέντα δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος, στη δε ένδικη αγωγή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, δεν περιέχεται βάση αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, λόγω του ότι η απόλυση της ενάγουσας, οφειλόμενη σε οικονομοτεχνικούς λόγους, δεν πραγματοποιήθηκε με αντικειμενικά κριτήρια, όπως επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και, ως εκ τούτου, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να ερευνήσει τέτοια κριτήρια.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το δικαστήριο της ουσίας, δεχόμενο ότι η απόλυσή της έγινε για οικονομοτεχνικούς λόγους, δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αντικειμενικά κριτήρια [υπηρεσιακά (αρχαιότητα, εμπειρία, απόδοση) και κοινωνικά (οικογενειακή, οικονομική, προσωπική κατάσταση)] έναντι των άλλων εργαζομένων, για να καταλήξει στην επιλογή της προς απόλυση και έτσι παραβίασε το νόμο (ΑΚ 281) και διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες επί του ουσιώδους αυτού ζητήματος, αφού σε κανένα σημείο δεν αναφέρει λόγους, που να αποδεικνύουν ότι είχε οικονομικά προβλήματα και λόγω αυτών προέβη σε απολύσεις, ώστε να στηρίξει την κρίση του ότι η καταγγελία δεν ασκήθηκε από λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας και ως εκ τούτου δεν είναι καταχρηστική και άκυρη.

Ο εξεταζόμενος λόγος, κατά το μέρος που μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του νόμου και ανεπαρκή αιτιολογία ως προς την τελευταία αυτή κρίση της (ότι δηλαδή η καταγγελία δεν έγινε από λόγους εμπάθειας και εκδίκησης), είναι αβάσιμος, ενώ κατά τις λοιπές αιτιάσεις, προεχόντως, στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι τα εν λόγω κριτήρια δεν ήταν αντικείμενο έρευνας του Εφετείου, αφού στην αγωγή δεν περιεχόταν νομική βάση για ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ως καταχρηστικής, αναφορικά με την επιλογή της προς απόλυση, αλλά ως γενόμενης από λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας και, κατά συνέπεια, καταχρηστικά.

6.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι, από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 573/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά έγγραφα και συγκεκριμένα 1) αντίγραφα της από 29-10-2013 αγωγής και της από 25-6-2013 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων του αδελφού της ενάγουσας κατά της εναγομένης, 2) αντίγραφο από τον ισολογισμό της εναγομένης, 3) αντίγραφο της 10/23-3-2014 βεβαίωσης του Συλλόγου Υπαλλήλων ..., 4) αντίγραφο του 3984/10-9-2013 υπηρεσιακού σημειώματος της εναγομένης, 5) αντίγραφα μηνύσεων του αδελφού και του συζύγου της ενάγουσας, αντίγραφο κατηγορητηρίου μελών του ΔΣ της εναγομένης, αντίγραφο βεβαιώσεων πορείας των μηνύσεων, αντίγραφο πραγματογνωμοσύνης και αντίγραφο εξωδίκου του αδελφού της ενάγουσας και 6) αντίγραφα των ...97/4556/14/6-11-2014, .....45/13-5-2010, ....89/16-6-2010 και .....97/26-6-2013 εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισε η αναιρεσείουσα για την απόδειξη του ισχυρισμού της, ότι η εναγομένη προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας της εντελώς καταχρηστικά και οδηγούμενη από ταπεινά ελατήρια (ΑΚ 281), λόγω της αντιπολιτευτικής τακτικής του αδελφού της και του συζύγου της, μετόχων της εναγομένης, από τα οποία συνάγονται ισχυρά τεκμήρια περί της βασιμότητας του ως άνω αγωγικού ισχυρισμού της, που ήταν ο κύριος και μοναδικός λόγος της καταγγελίας.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δεν συνέτρεξε λόγος ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και "τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα".

Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση και από όλες τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, πλην το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά (και όχι σύμφωνα με τις απόψεις της ενάγουσας) την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών της.

Επομένως, ο εξεταζόμενος δεύτερος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος.

7.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα δέχθηκε ως αληθινά α) ότι η εναγομένη, μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, δεν προσέλαβε κανένα υπάλληλο και β) ότι η εναγομένη αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα, λόγω του περιορισμού των δρομολογίων και του μεγάλου ύψους των ανείσπρακτων απαιτήσεων έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς να προσαχθεί καμία απόδειξη.

Ο εξεταζόμενος λόγος είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, καθόσον οι ισχυρισμοί που επικαλείται η αναιρεσείουσα ότι έγιναν δεκτοί χωρίς απόδειξη, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης του αρ.10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν είναι αυτοτελείς.

8.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-7-2018 και με αριθμό κατάθεσης 48/4-7-2018 αίτηση για αναίρεση της 282/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. -Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2019. -Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 15η Οκτωβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ