Legislator Case Law & Legislation
1267/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of employees' severance pay claim based on incorrect statutory interpretation.

Case Number 1267/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of the employees' claim for severance pay. The employees argued that the employer incorrectly calculated their termination benefits by including holiday allowances and annual leave, which were legally excluded due to their high monthly salaries exceeding 3,000 euros. The court found the lower court's application of the relevant labor law provisions erroneous and ordered the case to be retried with the correct legal interpretation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 3(6) and 8 of Law 3845/2010; When an employee's monthly remuneration exceeds 3,000 euros, holiday allowances and annual leave are excluded from the calculation of termination benefits, and a lower court's failure to apply this exclusion constitutes a ground for appeal.

Keywords

AI generated
severance pay calculation holiday allowances exclusion high salary threshold termination benefits labor law interpretation appeal admissibility statutory provisions

Cited Legislation

AI generated
Article 3(6) of Law 3845/2010
Article 8 of Law 3845/2010
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 178(2) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1267 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1267/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε." (ΕΤΑΔ Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάσθηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε." που απορρόφησε την εταιρία με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο - Ιωάννη Περλίγκα, που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 2)Δ. Κ. του Β., κατοίκου ..., και 3)Β. Κ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Κατσαντώνη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/4/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 425/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2998/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 9/3/2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Με την από 9-3-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 2998/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 425/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η από 13-4-2011 αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας.

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553,556, 558,564 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του (μοναδικού) λόγου της (άρθρο 73 παρ.3 ΚΠολΔ). 2.- Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 13-4-2011 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίσθηκαν ότι εργαζόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στην εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρία, και ότι αποχώρησαν από την υπηρεσία τους την 27-10-2010 λόγω συμπληρώσεως των απαιτούμενων προϋποθέσεων για τη συνταξιοδότησή τους.

Ότι η εναγομένη δεν τους κατέβαλε, κατά την αποχώρησή τους, το σύνολο της προβλεπόμενης από το άρθρο 8 του ν.3198/1955 αποζημίωσης απόλυσης που δικαιούνταν, αφού ως βάση υπολογισμού της αποζημίωσης αυτής ελήφθη μεν υπόψη ο τελευταίος μηνιαίος μισθός τους, που ανερχόταν για την πρώτη ενάγουσα σε 3.177,62 ευρώ, για τον δεύτερο ενάγοντα σε 3.521,33 ευρώ και για την τρίτη ενάγουσα σε 3.194,93 ευρώ, αλλά χωρίς την προσαύξηση του 1/6 επ' αυτού, που αντιστοιχεί στα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και στο επίδομα αδείας, τα οποία υπολογίζονται κατά νόμο για την εξεύρεση της αποζημίωσης απολύσεως.

Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγόμενη να τους καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά με το νόμιμο τόκο, ήτοι 23.832,14 ευρώ στην πρώτη, 12324,65 ευρώ στο δεύτερο και 13.312,21 ευρώ στην τρίτη από αυτούς, ως υπόλοιπο αποζημίωσης απολύσεως που δεν τους καταβλήθηκε. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 12.710,40 ευρώ, στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 12.324,65 ευρώ και στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 9.584,82 ευρώ με το νόμιμο τόκο όλα τα ανωτέρω ποσά από την 13-12-2010. 3.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 3 Ν. 2112/1920 και 5 Ν. 3198/1955, ο υπολογισμός της αποζημίωσης στις περιπτώσεις της αποχώρησης του μισθωτού από την εργασία του γίνεται βάσει των τακτικών αποδοχών του τελευταίου μηνός υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Ενόψει του ότι κατά το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν. 2112/1920, ως τακτικές αποδοχές θεωρούνται ο μισθός, "ως και πάσα άλλη παροχή, εφόσον δίδεται αντί μισθού, οίον παροχαί εις είδος, προμήθεια κλπ...", η νομολογία έκρινε, ότι ως τακτικές αποδοχές, που συνυπολογίζονται για τον καθορισμό της αποζημίωσης, θεωρούνται τα επιδόματα εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα), και το επίδομα αδείας που προβλέπονται από την (υπ` αρ. 19040 της 7/9-12-1981 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας - ΦΕΚ 742, τ.

Β`, καθώς και το άρθρ. 3 παρ. 16 Ν. 4504/1966), η αναλογία των οποίων υπολογίζεται στις αποδοχές και αυξάνει το ποσόν της αποζημίωσης κατά το 1/6 (Α.Π. 546/1999). Είναι πρόδηλο, ότι η εν λόγω ποσοστιαία αναλογία των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας προστίθεται για τον καθορισμό των αποδοχών του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης του υπαλλήλου, εφόσον τα εν λόγω επιδόματα κατά τον κρίσιμο χρόνο του υπολογισμού της αποζημιώσεως προβλέπονται από τον νόμο και καταβάλλονται στον μισθωτό.

Αν κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο, η χορήγηση των ως άνω επιδομάτων έχει καταργηθεί, δεν νοείται συνυπολογισμός τους για τον καθορισμό των τακτικών αποδοχών, προκειμένου για τον υπολογισμό της αποζημίωσης συνταξιοδότησης/αποχώρησης του υπαλλήλου.

Περαιτέρω, ο Ν. 3845/2010 ("ΜΝΗΜΟΝΙΟ 1 Μέτρα ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ από το Δ.Ν.Τ") στο τρίτο άρθρο με τίτλο μέτρα για τη μείωση των δημόσιων δαπανών, παρ. 6 ορίζει τα εξής: "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, καθώς και για τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 5, καθορίζονται ως εξής.α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ.β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.γ) Το επίδομα αδείας, σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Τα επιδόματα του προηγούμενου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές. συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγούμενου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα.

και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωση τους." Περαιτέρω, η παρ. 8 του ως άνω άρθρου ορίζει τα κάτωθι: "Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας." Τέλος, το άρθρο έβδομο με τίτλο "Έναρξη ισχύος" ορίζει ότι "1.

Οι διατάξεις του άρθρου τρίτου ισχύουν από την 1n Ιουνίου 2010...." Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού της θεσπίσεώς τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των προαναφερομένων μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των άλλων Οργανισμών και Επιχειρήσεων, περιλαμβανόμενων και των Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογούμενους ή το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών, αποτελούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφορούν και αναφέρονται στους μισθωτούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα και αποτελούν συνέχεια του νόμου 3833/2010 περί μείωσης των αποδοχών των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα κατά ρητή αναφορά τούτου στο άρθρο 1 του ως άνω νόμου και λήφθηκαν λόγω της δεινής οικονομικής θέσης στην οποία βρέθηκε η χώρα.

Τέλος, η "Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου" (Κ.Ε.Δ.) συστήθηκε με το νόμο 979/1979. Στο άρθρο 1 αυτού ορίζεται: Συνιστάται νομικόν πρόσωπον ιδιωτικού δικαίου υπό την επωνυμίαν "Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου" (Κ.Ε.Δ.) έχον έδραν τας Αθήνας. 2. Η Κτηματική Εταιρία τον Δημοσίου, αποκαλουμένη εφεξής "Εταιρία", λειτουργεί χάριν του Δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνας της ιδιωτικής οικονομίας, υπό την μορφήν Ανωνύμου Εταιρίας και διέπεται υπό των διατάξεων της νομοθεσίας περί Ανωνύμων Εταιριών, εκτός αν άλλως ορίζεται εις τον παρόντα νόμον, είναι δε αύτη αορίστου διαρκείας. 3.

Το μετοχικόν κεφάλαιον της Εταιρίας, εκφραζόμενον δια μιας μετοχής, ανήκει εξ ολοκλήρου εις το Ελληνικόν Δημόσιον. 4. Η Εταιρία τελεί υπό την εποπτείαν του Κράτους, ασκουμένην διά του Υπουργού Οικονομικών. Από το πλέγμα των ως άνω διατάξεων καθίσταται σαφές ότι ο Ν. 3845/2010 ("ΜΝΗΜΟΝΙΟ 1 Μέτρα ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ από το Δ.Ν.Τ")αφορά και αναφέρεται στους φορείς του δημόσιου τομέα στενού και ευρύτερου, που ορίζονται στην παρ. 1 του ν. 2190/1994.

Με τις διατάξεις του, που ισχύουν από 1-6-2010, λήφθηκαν αναγκαία μέτρα μείωσης των δημοσίων δαπανών, ρυθμίσθηκε μεταξύ άλλων και το ύψος των επιδομάτων εορτών (Χριστουγέννων, Πάσχα) και αδείας που θα καταβάλλεται στους εργαζόμενους στους ως άνω φορείς του δημόσιου τομέα και οι προϋποθέσεις καταβολής τους καθώς και ότι τα μειωμένα ως άνω επιδόματα δεν θα καταβάλλονται στους εργαζόμενους που οι τακτικές αποδοχές τους υπερβαίνουν τις 3.000 ευρώ το μήνα, ρητά ορίσθηκε ότι οι ως άνω διατάξεις κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας.

Ακόμη ότι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου" (Κ.Ε.Δ.) (εναγομένη) που λειτούργησε υπό την αρχική της επωνυμία μέχρι το 2010 υπαγόταν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και περιλαμβανόταν στο μητρώο φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, το οποίο συντάσσει η Ελληνική Στατιστική Αρχή. Τον Δεκέμβριο του 2011 συγχωνεύτηκε δι'απορροφήσεως με την εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε ", δυνάμει των διατάξεων του Ν. 4002/2011 σε συνδυασμό με την υπ' αρ.

Δ6Α 1162069 ΕΞ 2011 ΚΥΑ (ΦΕΚ 2779/Β/ 2.12.2011), λαμβάνοντας πλέον την επωνυμία ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ (ΕΤΑΔ) Α.Ε. (αναιρεσείουσα) και υπό τη νέα της μορφή μετά την κατά τα ανωτέρω συγχώνευσή της, ανήκει κατά 100% στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ (ΕΕΣΠ) ΑΕ, που δεν ανήκει στον δημόσιο τομέα και έχει σκοπό τη διαχείριση, ανάπτυξη, εκμετάλλευση και αξιοποίηση της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου. 4.- Με τον μοναδικό λόγο της αναίρεσης η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την έφεσή της κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 3 του Ν. 2112/1920 και 5 του Ν. 3198/1955 καθώς και τις διατάξεις των παρ. 6 και 8 του άρθρου τρίτου και αυτές του άρθρου 7 του ν. 3845/2010, καθόσον λόγω των παραδοχών της προσβαλλόμενης, σύμφωνα με τις οποίες, καθένας από τους ενάγοντες - εφεσιβλήτους και ήδη αναιρεσιβλήτους, κατά τον επιλεγέντα από τους ίδιους χρόνο της αποχώρησής τους, λόγω πληρώσεως των προϋποθέσεων συνταξιοδότησής τους, λάμβανε αποδοχές τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης μεγαλύτερες των τριών χιλιάδων ευρώ δεν εδικαιούτο επιδομάτων εορτών και αδείας.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες και νυν εφεσίβλητοι προσελήφθησαν με συμβάσεις αορίστου χρόνου, ως υπάλληλοι, από την εταιρία με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ" (Κ.Ε.Δ.), της οποίας καθολική διάδοχος λόγω απορροφήσεως τυγχάνει η εναγόμενη και νυν εκκαλούσα, και αποχώρησαν από την υπηρεσία αυτής στις 27-10-2010, λόγω συμπληρώσεως των εκ του νόμου και εκ των υπ'αριθμ. 26/3-11-21994, 7/8-2-2001 και 8/7-3-2007 αποφάσεων του Δ.Σ.

Κ.Ε.Δ. απαιτούμενων προϋποθέσεων για τη συνταξιοδότησή τους. Ειδικότερα δε, σύμφωνα με τις προμνησθείσες αποφάσεις του Δ.Σ. της Κ.Ε.Δ., αλλά και σύμφωνα με την Επιχειρησιακή Σ.Σ.Ε. των υπαλλήλων της Κ.Ε.Δ. και τον ισχύοντα Κανονισμό εργασίας της Κ.Ε.Δ., κάθε υπάλληλος της Κ.Ε.Δ. που αποχωρεί από την Υπηρεσία λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων απολήψεως συντάξεως, [όπως αυτές οι προϋποθέσεις προσδιορίζονται από την κειμένη ασφαλιστική νομοθεσία του Ι.Κ.Α-ΕΤΑΜ, στο οποίο άπαντες οι ενάγοντες ανήκουν και ως αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο ένδικο χρόνο (Οκτώβριος 2010), αλλά και ως προσδιορίζονται επικουρικά από το αρθ. 8 ν.3198/1955], εφόσον κατά τη διάρκεια της προσφοράς των υπηρεσιών του στην Κ.Ε.Δ.

δεν του έχει επιβληθεί τελεσίδικη ποινή για σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα και εφόσον δεν υπάρχουν σε βάρος του παρατηρήσεις για ολιγωρία, ραθυμία ή έλλειψη ενδιαφέροντος για την εργασία που του έχει εκάστοτε ανατεθεί και εφόσον τερματίζει ευδοκίμως την υπαλληλική του ιδιότητα, όπως τούτο (δηλ. ο ευδόκιμος τερματισμός της υπαλληλικής ιδιότητας) πιστοποιείται από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Κ.Ε.Δ.

δια της σχετικής διαπιστωτικής αυτού πράξεως, δικαιούται αποζημιώσεως ίσης με το ποσό της αποζημιώσεως που θα εδικαιούτο και σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεώς του εργασίας αορίστου χρόνου από την εργοδότρια Κ.Ε.Δ., όπως αυτό το ποσό προσδιορίζεται από τις διατάξεις του ν.2112/20 και του ν.3198/55.

Η ως άνω δε ειδική ρύθμιση της Επιχειρησιακής ΣΣΕ 2008-2009 και του Κανονισμού εργασίας της Κ.Ε.Δ., όπως αυτός εξειδικεύεται από τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες και προαναφερθείσες αποφάσεις του Δ.Σ. της Κ.Ε.Δ., στο μέτρο και βαθμό που καθιερώνει ευνοϊκότερες για τους μισθωτούς υπαλλήλους της Κ.Ε.Δ. ρυθμίσεις σε σχέση με τις διατάξεις των ν.2112/20 και 3198/55 ως προς το ύψος της δικαιούμενης για τους αποχωρούντες λόγω συνταξιοδοτήσεως υπαλλήλους της ΚΕΔ αποζημιώσεως, υπερισχύει και κατισχύει των τελευταίων διατάξεων της κειμένης εργατικής νομοθεσίας που θεσπίζουν μόνον το minimum προστατευτικό περιεχόμενο μιας εργασιακής σχέσης (τόσο κατά τη διάρκεια λειτουργίας της, όσο και κατά τη λήξη της), υποχωρούν δε εκεί όπου η ατομική ή συλλογική σύμβαση εργασίας εργοδότη και εργαζομένου/εργαζομένων καθιερώνει ευνοϊκότερους των ελάχιστων επιβεβλημένων από το νόμο όρους εργασίας για τους μισθωτούς.

Περαιτέρω οι ενάγοντες, έχοντες πληρώσει, και οι τρεις, τις οριζόμενες στο αρθ. 28 Α.Ν.1846/51, όπως τροποποιήθηκε από το αρθ. 27 ν.1902/90 και ως ίσχυε κατά τον κρίσιμο ένδικο χρόνο, προϋποθέσεις απολήψεως συντάξεως από τον κύριο ασφαλιστικό μας φορέα (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), γνωστοποίησαν προς την εργοδότρια Κ.Ε.Δ. την επιθυμία τους για τη λύση των εργασιακών σχέσεων που τους συνέδεαν μαζί της λόγω πληρώσεως των προϋποθέσεων συνταξιοδοτήσεώς τους, ενώ με συμπληρωματικές αιτήσεις που απευθύνανε προς την εναγόμενη εργοδότρια προσδιόρισαν τον επιθυμητό χρόνο αποχωρήσεώς τους από την υπηρεσία, προσδιορίζοντάς τον περί τα τέλη Σεπτεμβρίου του έτους 2010.

Των ως άνω δε αιτήσεών τους, επακολούθησε η έκδοση των από 18-10-2010 διαπιστωτικών πράξεων ευδοκίμου υπηρεσίας του διευθύνοντος συμβούλου της Κ.Ε.Δ. και ακολούθως την 27-10-2010 εξεδόθησαν για καθένα από τους ενάγοντες οι αντίστοιχες αποφάσεις του Δ.Σ. της Κ.Ε.Δ. δια των οποίων έγιναν δεκτές οι αιτήσεις αποχωρήσεώς τους από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδοτήσεως.

Κατόπιν των ανωτέρω οι ενάγοντες κλήθηκαν να λάβουν την κατά τα ανωτέρω δικαιούμενη αποζημίωση απολύσεώς τους από την εργοδότρια Κ.Ε.Δ. την 13η-12-2010, πλην όμως δεν τους κατεβλήθη η πιο πάνω προβλεπόμενη αποζημίωση λόγω συνταξιοδοτήσεως των υπαλλήλων της Κ.Ε.Δ., που εν προκειμένω εξισούται (βάσει του εν λόγω Κανονισμού και των αποφάσεων του Δ.Σ.

της εναγομένης εργοδοτρίας) με την πλήρη αποζημίωση απροειδοποίητης απολύσεώς τους, αλλά τους κατεβλήθη αυτή μειωμένη, αφού ως βάση υπολογισμού της αποζημιώσεώς τους, ελήφθη μεν υπόψη ο τελευταίος μηνιαίος μισθός τους, αλλά ουχί προσαυξημένος κατά το ποσοστό του 1/6 επ' αυτού (του τελευταίου μηνιαίου μισθού), στο οποίο αντιστοιχούν τα τακτικώς, σταθερώς και ετησίως καταβαλλόμενα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας τους, τα οποία συνυπολογίζονται κατά τον νόμο για την εξεύρεση της νομίμου αποζημιώσεώς απολύσεως.

Ειδικότερα η εναγόμενη έπρεπε, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, να καταβάλει ως αποζημίωση: 1) Στην πρώτη ενάγουσα, η οποία προσελήφθη την 2-5-1980, το ποσό των 88.973,28 ευρώ, ήτοι 24 μήνες χ 3.707,20 ευρώ [3.177,62 ευρώ τελευταίος μισθός + 529,60 ευρώ (1/6 χ 3.177,62)=3.707,20 ευρώ χ 24 μήνες]. Αντί αυτού του ποσού η εναγόμενη της κατέβαλε το ποσό των 76.262,88 ευρώ (3.177,62 ευρώ X 24 μήνες) κι επομένως της οφείλει ως υπόλοιπο μη καταβληθείσας αποζημίωσης το ποσό των 12.710,40 (88.973,28 -76.262,88 ) ευρώ. 2) Στον δεύτερο ενάγοντα, ο οποίος προσελήφθη την 14-1-1985, το ποσό των 86.272,58 ευρώ, ήτοι 21 μήνες χ 4.108,22 ευρώ [3.521,33 ευρώ τελευταίος μισθός + 586,89 ευρώ (1/6 χ 3.521,33)= 4.108,22 ευρώ χ 21 μήνες].

Αντί αυτού του ποσού η εναγόμενη του κατέβαλε το ποσό των 73.947,93 ευρώ (3.521,33 ευρώ X 21 μήνες) κι επομένως του οφείλει ως υπόλοιπο μη καταβληθείσας αποζημίωσης το ποσό των 12.324,65 (86.272,58 -73.947,93) ευρώ. 3) Στην τρίτη ενάγουσα, η οποία προσελήφθη την 23-6-1988, το ποσό των 67.093,56 ευρώ, ήτοι 18 μήνες χ 3.727,42 ευρώ [3.194,93 ευρώ τελευταίος μισθός + 532,49 ευρώ (1/6 χ 3.194,93)=3.727,42 ευρώ χ 18 μήνες].

Αντί αυτού του ποσού η εναγόμενη της κατέβαλε το ποσό των 57.508,74 ευρώ (3.194,93 ευρώ X 18 μήνες) κι επομένως της οφείλει ως υπόλοιπο μη καταβληθείσας αποζημίωσης το ποσό των 9.584,82 (67.093,56 - 57.508,74) ευρώ. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχτηκε τα ίδια, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και όσα αντίθετα υποστηρίζει η εναγομένη, με τον μοναδικό λόγο της έφεσης, με τον οποίο ισχυρίζεται ότι ...

οι ενάγοντες, κατά το χρόνο αποχώρησή τους από την υπηρεσία, δεν δικαιούνταν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου παρ. 6 του Ν. 3845/2010 (έναρξη ισχύος από 1-6-2010), τη χορήγηση επιδομάτων Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας. Οι πιο πάνω διατάξεις όμως επέφεραν νομοθετική μεταβολή στο ύψος των καταβλητέων στους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματος αδείας, χωρίς να θίγουν το ποσό αποζημίωσης που προβλέπουν οι νόμοι 2112/1920 και 3198/1955.

Συνακόλουθα με όσα εκτέθηκαν και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, η από 24-3-2015 έφεση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 του ν. 2112/1920 και 5 του ν. 3198/1955 καθώς και τις διατάξεις των παραγράφων 6 και 8 του άρθρου τρίτου καθώς και αυτές του άρθρου εβδόμου του ν.3845/2010. Και αυτό διότι, ενόψει των παραδοχών του, σύμφωνα με τις οποίες καθένας από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους κατά τον επιλεγέντα από τους ίδιους κρίσιμο χρόνο αποχώρησής του (27-10-2010) λάμβανε αποδοχές τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως μεγαλύτερες των 3.000 ευρώ (όπως και στην αγωγή τους αναφέρουν και συγκεκριμένα η πρώτη 3.177,62 ευρώ τελευταίος μισθός, ο δεύτερος 3.521,33 ευρώ τελευταίος μισθός και η τρίτη 3.194,93 ευρώ τελευταίος μισθός, και κατά λέξη δέχεται η προσβαλλόμενη), αυτοί (ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι) δεν εδικαιούντο επιδομάτων εορτών (Χριστουγέννων, Πάσχα) και αδείας λόγω των πέραν των τριών χιλιάδων μηνιαίων αποδοχών που είχε καθένας τους, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 που κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη (παρ. 8 του ίδιου άρθρου) οι οποίες κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας και κατά το έβδομο άρθρο του ιδίου νόμου και ισχύουν από 1-6-2010.

Έτσι, κατά τον κρίσιμο χρόνο αποχώρησης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων (27-10-2017) από την εναγομένη ΚΕΔ, η οποία υπαγόταν τότε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, η χορήγηση των ως άνω επιδομάτων είχε καταργηθεί και ως εκ τούτου δεν νοείται συνυπολογισμός τους για τον καθορισμό των τακτικών αποδοχών, προκειμένου για τον υπολογισμό της αποζημίωσης συνταξιοδότησης/αποχώρησης του υπαλλήλου από την υπηρεσία του, στον οποίο προέβη κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων το Εφετείο και επιδίκασε τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη σε καθένα ποσά ως υπόλοιπο αποζημίωσής τους.

Συνεπώς η αγωγή ως προς το μοναδικό αυτό αίτημά της δεν είχε έρεισμα στο νόμο και έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα υπό στοιχείο 4 της παρούσης πρόταση.

Πρέπει, κατόπιν τούτου, να γίνει δεκτός και ως βάσιμος κατ'ουσίαν ο εκ του άρθρου 559 αριθμός 1 μοναδικός λόγος της αναίρεσης, και να αναιρεθεί για το λόγο αυτό η προσβαλλομένη απόφαση. Κατ' ακολουθία, η υπόθεση πρέπει να κρατηθεί από τον Άρειο Πάγο και εφόσον δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α ΚΠολΔ). Στη συνέχεια πρέπει να γίνει δεκτή κατ` ουσίαν η από 24-3-2015 έφεση της αναιρεσείουσας με την επωνυμία ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ (ΕΤΑΔ) Α.Ε κατά της 425/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (πρωτοβαθμίου δικαστηρίου), να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί η αγωγή να απορριφθεί αυτή ως μη νόμιμη .

Τέλος πρέπει τα δικαστικά έξοδα, του πρώτου και του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας, όπως και ενώπιον του Αρείου Πάγου να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων λόγω του ότι η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 178 παρ. 2 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2998/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Δέχεται τυπικά και κατ` ουσίαν την από 24-3-2015 έφεση με αριθμό κατάθεσης 1929/2015.

Εξαφανίζει την 425/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Δικάζει την από 13-4-2011 αγωγή.

Απορρίπτει αυτή.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων του πρώτου και του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας, όπως και ενώπιον του Αρείου Πάγου.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουλίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ