Legislator Case Law & Legislation
1267/2017 AI generated

1267/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1267/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1267/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα, ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα παρατιθέμενα και συγκροτούντα το πραγματικό της στην προηγούμενη αγωγή εφαρμοστέας ουσιαστικής διάταξης περιστατικά, που ήσαν αναγκαία για την κατάφαση ή άρνηση της διαγνωστέας έννομης συνέπειας, είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της εφαρμοστέας στην νέα δίκη διάταξης.

Keywords

AI generated
loss of citizenship expired residence permit foreign resident ownerless property removal under immigration law previous legal status
AI generated
203/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
2344/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
83/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1431/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-1982 αγωγή του αρχικού διαδίκου ΩΩ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 165/1983, 515/1990 μη οριστικές, 482/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 154/2000 του Εφετείου Λάρισας. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1021/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Λάρισας. Το Εφετείο Λάρισας εξέδωσε την 873/2006 μη οριστική, 284/2008 οριστική απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-7-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 26-4-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
1530/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Στο σημείο αυτό εμφανίσθηκε ο δικηγόρος Τριαντάφυλλος Καζάνης και δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος (Δ. Κ.) απεβίωσε στις 16-2-2007 και κληρονομήθηκε από τα τρία τέκνα του Κ., Ι. και Ι. Κ., εκ των οποίων ο Ι. απεβίωσε στις 3-1-2009 και άφησε ως μοναδικούς κληρονόμους του, την σύζυγό του Γ. χα Ι. Κ. και τα τέκνα του Ανθούλα Κ.-Τ. και Α. Κ., οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους (Τριαντ. Καζάνη).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1267 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1267/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Δ. χήρας Ν. Κ., κατοίκου ..., 2) Κ. συζ. Γ. Κ., κατοίκου ... και 3) Π. συζ. Μ. Ρ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Καραγκούνη, που ανακάλεσε την από 18-10-2016 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο Του αναιρεσιβλήτου : Δ. Κ. ή Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ευστρατίου Γεωργιλά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 - 1- 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9215/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1737/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία αναιρέθηκε με την 1184/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου. Κατόπιν το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 2327/2014 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 26-2-2015 αίτησή τους και τον από 1-10-2015 πρόσθετο λόγο. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 25-10-2015 έκθεση της κωλυομένης Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη Διονυσίας Μπιτζούνη με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της καθώς και τον επ' αυτής πρόσθετο λόγο.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1045, 1046 και 1052 ΑΚ προκύπτει ότι εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία), ότι εφόσον το έχει κατά την έναρξη και τη λήξη της ανωτέρω χρονικής περιόδου, τεκμαίρεται ότι το νέμεται και κατά τον ενδιάμεσο χρόνο και ότι ο χρόνος χρησικτησίας που διανύθηκε υπέρ του νομέα κληρονομίας υπολογίζεται υπέρ του πραγματικού κληρονόμου.

Περαιτέρω, κατά το εδ. α' της παρ. 1 του άρθρου 261 ΑΚ, όπως τούτο ισχύει και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του ν. 4139/20-3-2013, η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής, δηλαδή με την επίδοση αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής αγωγής (ΑΠ 953/2012), ενώ κατά το εδ.

β' του ίδιου άρθρου, η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 263 Α.Κ., κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγους μη ουσιαστικούς, αν δε ο δικαιούχος εγείρει και πάλιν την αγωγή μέσα σε έξι μήνες η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.

Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι κάθε ασκούμενη (επόμενη) αγωγή είτε για να διακόψει την εκ νέου αρχόμενη παραγραφή του άρθρου 261 ΑΚ, είτε για να θεωρηθεί ότι η παραγραφή του άρθρου 263 ΑΚ έχει διακοπεί με την αρχικώς εγερθείσα αγωγή, για να έχει τα ανωτέρω αποτελέσματα, πρέπει να έχει την ίδια με την αρχική ιστορική και νομική αιτία, δηλαδή να στηρίζεται στο ίδιο νομικό γεγονός το παραγωγικό, τροποποιητικό ή αποσβεστικό της συγκεκριμένης έννομης σχέσης ή συνέπειας.

Ειδικότερα, ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα παρατιθέμενα και συγκροτούντα το πραγματικό της στην προηγούμενη αγωγή εφαρμοστέας ουσιαστικής διάταξης περιστατικά, που ήσαν αναγκαία για την κατάφαση ή άρνηση της διαγνωστέας έννομης συνέπειας, είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της εφαρμοστέας στην νέα δίκη διάταξης.

Εάν, όμως, η μεταγενέστερη αγωγή στην ιστορική της βάση περιλαμβάνει, ως στοιχεία της και νέα, πρόσθετα, περιστατικά, δυνάμενα να υπαχθούν σε διαφορετικό ουσιαστικό κανόνα δικαίου, προβλέποντα την επέλευση της διά της νέας αγωγής επικαλούμενης έννομης συνέπειας, δεν υφίσταται η προαναφερόμενη αναγκαία προϋπόθεση και μάλιστα ανεξαρτήτως εάν τα πρόσθετα αυτά περιστατικά υφίσταντο και ήταν δυνατόν να προταθούν δια της προηγούμενης αγωγής, καθώς και εάν το υλικό αντικείμενο της νέας δίκης ταυτίζεται με εκείνο της προηγούμενης.

Τούτο δε διότι στην περίπτωση αυτή δεν επιδιώκεται η διαφορετική νομική αξιολόγηση του ίδιου ιστορικού συμβάντος, αλλ` η αυθεντική διάγνωση έννομης σχέσης ή συνέπειας με την επίκληση νέων περιστατικών γενεσιουργών αυτής κατά νόμο, τα οποία, όμως, δεν απετέλεσαν αντικείμενο της προηγηθείσας αγωγής. Έτσι, δεν υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, υπό την προμνησθείσα έννοια, όταν αντικείμενο της προηγηθείσας αγωγής ήταν η αναγνώριση του δικαιώματος αποκλειστικής κυριότητας του ενάγοντος επί συγκεκριμένου εδαφικού τμήματος, αποτελούντος τμήμα μείζονος έκτασης, και η απόδοσή του από τον εναγόμενο που την κατέχει στον ενάγοντα, που ερείδεται (η κυριότητα) σε εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή, νομότυπη αποδοχή της κληρονομίας με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή της περί αποδοχής δήλωσης, ενώ αντικείμενο της με τη μεταγενέστερη αγωγή ανοιγείσας δίκης, κατά τα διαλαμβανόμενα στην ιστορική της βάση περιστατικά, είναι η αναγνώριση της χωριστής κυριότητας επί αυτοτελούς οικοδομήματος ανεγερθέντος επί του ίδιου ενιαίου οικοπέδου, επί του οποίου συνεστήθη κάθετη ιδιοκτησία κατά τις οικείες ουσιαστικές διατάξεις, μετά του αντιστοιχούντος επ` αυτού (οικοπέδου) ποσοστού αναγκαστικής συγκυριότητας επί του όλου οικοπέδου.

Ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας δεν υπάρχει στην περίπτωση αυτή, ακόμη και εάν το οικοδόμημα αυτό είχε ανεγερθεί σε εδαφικό τμήμα του ενιαίου οικοπέδου, η επί του οποίου (τμήματος) κυριότητα είχε αποτελέσει το αντικείμενο της προηγούμενης αγωγής, αφού το πραγματικό των εφαρμοζομένων ουσιαστικών διατάξεων είναι διαφορετικό στις δύο αυτές περιπτώσεις και οι έννομες συνέπειες (νομική θεμελίωση) επίσης διαφορετικές (ΑΠ 1184/2012).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ` αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "... Με τον υπ' αριθμό .../1968 τίτλο κυριότητος του Διοικητή της Αγροτικής Τράπεζας, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 31.12.1968 στα οικεία βιβλία μεταγραφών, παραχωρήθηκε οριστικά στον Ε.

Κ., πατέρα του ενάγοντα, πάππο από την πατρική γραμμή της δεύτερης και τρίτης εναγομένης, ήτοι τέκνα του αποβιώσαντος ήδη γιού του Ν., σύζυγος του οποίου ετύγχανε η πρώτη αυτών, το υπ' αριθ. ... οικόπεδο, εμβαδού 625 τ.μ. κείμενο στο … Ο.Τ. της επικοισθείσης περιοχής Ν. Καλλικράτειας του Ν. Χαλκιδικής. Ο άνω κληρούχος απεβίωσε στις 14.10.1958 ρύθμισε δε την τύχη της κληρονομιαίας περιουσίας του με την υπ' αριθ. .../1958 δημόσια διαθήκη, που συνέταξε ο τότε συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Α.

Π. Ι. και δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ' αριθ. …/15.11.1958 πρακτικά δημοσιεύσεως του Δικαστηρίου των εν Θεσσαλονίκη Πρωτοδικών. Με την διαθήκη του αυτή ο διαθέτης εγκατέστησε κληρονόμους τα τέκνα του Γ., Α., Κ., Χ., Ζ., Ε., Δ., δηλαδή τον ενάγοντα [αναιρεσίβλητο], Ν. - δικαιοπάροχο των εναγομένων [αναιρεσειουσών] - και την σύζυγό του Π..

Ο διαθέτης, εκτός των άλλων, στον προπεριγραφόμενο οικοπεδικό κλήρο εγκατέστησε κληρονόμους τα τέκνα του Δ. και Χ. και την σύζυγό του Π.. Ειδικότερα, ο διαθέτης σχετικά με το επίδικο όρισε με τη διαθήκη του τα κατωτέρω "...5ον) Εις τον υιό μου Δ. Ε. Κ. καταλείπω και έν κατάστημα μετά του υπ' αυτό και περί αυτό οικόπεδον, εκτάσεως πεντακοσίων (500) τετραγωνικών μέτρων, κειμένου προς το βόρειο μέρος του χωριού και εν τη κοινότητι Νέας Καλλικράτειας, 6ον) Εις τον υιό μου Χ.

Ε. Κ. καταλείπω και εν τεμάχιον οικοπέδου, εκτάσεως πεντακοσίων (500) τετραγωνικών μέτρων, κειμένου προς το Νότιον μέρος του χωριού και εν τη κοινότητι Νέας Καλλικράτειας,... 9ον) Εις την σύζυγό μου Π. σύζυγο Ε. Κ. "την εν τω χωρίω Νέας Καλλικράτειας κειμένη μονώροφον οικία μου μετά του υπ' αυτής οικοπέδου, εκτάσεως 150 εκατόν πενήντα τετραγωνικών μέτρων περίπου, μετά των εν αυτή ευρισκομένων επίπλων και σκευών".

Ο διαθέτης με την άνω διαθήκη του προδήλως από παραδρομή υπολογίζει το εμβαδόν του ενιαίου οικοπεδικού κλήρου σε 1.150 τ.μ., αν και από τον σχετικό τίτλο κυριότητος αποδεικνύεται ότι το εμβαδόν αυτού ανερχόταν σε 625 τ.μ. γεγονός που ομολογούν και ο διάδικοι. Περαιτέρω από την διατύπωση του περιεχομένου της άνω διαθήκης προκύπτει αβίαστα, χωρίς να χρειάζεται προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, ότι ο διαθέτης δεν κατέλειπε στους άνω τετιμημένους διαιρετά τμήματα του άνω οικοπέδου αλλά προέβη στη σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας αφού κατέλειπε σ' αυτούς τα αυτοτελή οικοδομήματα που είχαν ανεγερθεί από αυτόν επί του ενιαίου οικοπέδου μετά του αναλογούντος σ' αυτά ποσοστού συγκυριότητος, καθώς και στο μέλλον να ανεγερθεί οικοδόμημα στη διακεκριμένη ιδιοκτησία του ενιαίου ακινήτου, που κατέλειπε στον γιό του Χ..

Κατά τα προαναφερόμενα όμως με τη διάταξη του άρθρου 3 ν.δ. 1024/1971 ορίζεται ότι συστάσεις διαιρεμένων ιδιοκτησιών που έγιναν μέχρι την έναρξη της ισχύος του ως άνω ν.δ. (ήτοι στις 15.11.1971, χρόνο δημοσίευσης του ως άνω ν.δ. στο ΦΕΚ Α' 232), κατά το άρθρο 5 αυτού, είναι έγκυρες, εκτός αν χώρησε κήρυξη της ακυρότητάς τους με δικαστική απόφαση που κατέστη αμετάκλητη.

Με την τελευταία αυτή διάταξη καθίστανται έγκυρες και μη έγκυρες πράξεις σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας, χωρίς για την εγκυρότητά τους να τίθενται προϋποθέσεις και ειδικότερα χωρίς να προαπαιτείται η ύπαρξη οικοδομήματος στην ιδιοκτησία επί της οποίας συστάθηκε κάθετη ιδιοκτησία, αφού ο νόμος δεν διακρίνει.

Κατά συνέπεια, η σύσταση της άνω κάθετης ιδιοκτησίας της καταληφθείσης στον Χ. Κ. σε ακάλυπτο οικόπεδο που έγινε με την άνω διαθήκη πολύ πριν την ισχύ του άνω ν. δ. είναι από το χρόνο ισχύος του στο σύνολό της έγκυρη. Με την υπ' αριθ. .../1981 δήλωση αποδοχής κληρονομίας, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Δ.

Ν. - Α. και μεταγράφηκε νόμιμα, ο ενάγων αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομία του πατέρα και συγκεκριμένα αποδέχθηκε το άνω αυτοτελές κτίσμα (κατάστημα) που είχε ανεγερθεί επί του άνω ενιαίου οικοπέδου μετά του αναλογούντος ποσοστού συγκυριότητος επ' αυτού ανερχόμενο σε ποσοστό 165/625. Περαιτέρω, ο έτερος συγκληρονόμος του ενάγοντα Χ.

Κ. με την υπ' αριθ. …/1978 δήλωση αποδοχής κληρονομίας, που συνέταξε η ως άνω συμβολαιογράφος Δ. Ν. - Α. και μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτόν ως άνω κληρονομία του πατέρα του και συγκεκριμένα αποδέχθηκε τα 310/625 εξ αδιαιρέτου του άνω ακινήτου, αφού καλώς γνώριζε ότι το εμβαδόν του ενιαίου ακινήτου ανέρχεται σε 625 τ.μ.

Στην συνέχεια η μητέρα του Π. χήρα Ε. Κ. μεταβίβασε στον γιό της Χ. λόγω δωρεάς τα 80/625 εξ αδιαιρέτου του άνω ακινήτου συντάχθηκε δε προς τούτο το νομίμως μεταγραφέν υπ' αριθ. …/1978 συμβόλαιο της άνω συμβολαιογράφου. Επίσης, με την μεταγραφή του υπ' αριθ. …/1979 συμβολαίου της άνω συμβολαιογράφου αυτός απέκτησε λόγω πωλήσεως από την μητέρα του Π.

ποσοστό 70/625 εξ αδιαιρέτου επί του άνω ακινήτου. Μετά από αυτά αποκλειστικοί κύριοι των διαιρετών ιδιοκτησιών του ενιαίου οικοπέδου έγιναν ο ενάγων, ήτοι του αυτοτελούς καταστήματος εμβαδού 65 τ.μ. μετά του αναλογούντος σ' αυτό ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου ανερχόμενο σε 165/650 και ο Χ. Κ. έγινε αποκλειστικός κύριος της αυτοτελούς οικίας εμβαδού 104 τ.μ.

περίπου μετά του αναλογούντος ποσοστού εξ αδιαιρέτου επί του ενιαίου οικοπέδου ανερχόμενο σε ποσοστό 460/625. Με το υπ' αριθ. …/1990 συμβόλαιο, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Α. Μ. και μεταγράφηκε νόμιμα οι παραπάνω συγκύριοι του άνω ενιαίου οικοπέδου διένειμαν αυτό με την σύσταση κάθετης και οριζόντιας ιδιοκτησίας σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.

δ. 1024/1971, του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ. Με το ίδιο συμβόλαιο οι άνω συγκύριοι προέβησαν στη διανομή των αυτοτελών χώρων του ενιαίου οικοπέδου και έτσι στην κυριότητα του ενάγοντα περιήλθε αυτοτελώς το άνω κατάστημα με το δικαίωμα δομήσεως επ' αυτού επί διακεκριμένου τμήματος του ενιαίου ακινήτου οριζόμενο ΒΑ σε πλευρά μήκους 30,95 γ.μ.

με κοινοτικό δρόμο, ΒΔ σε πλευρά μήκους 5,41 γ.μ. με κοινοτικό δρόμο ΝΑ σε πλευρά μήκους 5,41 γ.μ. με 410 οικόπεδο, καθώς και το προαναφερόμενο εξ αδιαιρέτου ποσοστό επί του ενιαίου οικοπέδου. Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο ενάγων από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 μετανάστευσε στην Αυστραλία όπου και διέμεινε μόνιμα.

Έτσι ο δικαιοπάροχος των εναγομένων [αναιρεσειουσών] εκμεταλλευόμενος την μακροχρόνια απουσία του αδελφού του το έτος 1966 κατέλαβε το ως άνω πεπαλαιωμένο κατάστημα, το οποίο χρησιμοποίησε αρχικά ως αποθηκευτικό χώρο. Το έτος 1968 ο τελευταίος προέβη στην επέκταση του υφισταμένου επί του επιδίκου διακεκριμένου τμήματος του άνω ενιαίου οικοπέδου κτίσματος με την προσθήκη κατ' επέκταση ισόγειας κατοικίας εμβαδού 48 τ.μ.

εκδοθείσης προς τούτο της υπ' αριθ. …/1968 οικοδομικής άδειας του Γραφείου Πολεοδομίας Χαλκιδικής. Το κτίσμα αυτό χρησιμοποιούσε ο δικαιοπάροχος των εναγομένων ως εξοχική κατοικία, ήδη δε από το έτος 1993 η πρώτη αυτών χρησιμοποιεί αυτό ως κύρια κατοικία της. Την γενομένη κατά τα άνω κατάληψη του επιδίκου, όπως αποδείχθηκε από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αγνοούσε ο ενάγων λόγω της μόνιμης εγκατάστασης του στην Αυστραλία και τις περιορισμένες τότε δυνατότητες για επικοινωνία πληροφορήθηκε δε τούτο από τον αδελφό του Κ.

Κ., όταν ο τελευταίος επισκέφθηκε αυτόν στην Αυστραλία. Το έτος 1976 ο ενάγων επισκέφθηκε την Ελλάδα και όταν διαπίστωσε την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί, διαμαρτυρήθηκε έντονα προς τον δικαιοπάροχο των εναγομένων για την γενομένη εκ μέρους του κατάληψη του επιδίκου, πλην όμως αυτός αρνήθηκε να του το αποδώσει.

Οι εναγόμενες βέβαια ισχυρίζονται, ότι κατέστησαν συγκυρίες του ως άνω ακινήτου με καθολική διαδοχή στην νομή, γιατί ο δικαιοπάροχός τους Ν. Κ. είχε αυτό στην φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου από το έτος 1966 μέχρι και του επισυμβάντος το έτος 1993 θανάτου, στη συνέχεια δε οι ίδιες είχαν το ακίνητο αυτό στην φυσική τους εξουσία με διάνοια κυρίου μέχρι την άσκηση της αγωγής και κατέστησαν πλέον συγκυρίες αυτού με την προσμέτρηση του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου τους και συγκεκριμένα κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου η πρώτη αυτών και 3/8 εξ αδιαιρέτου εκάστη των υπολοίπων.

Ο ενάγων ισχυρίζεται, ότι στο πρόσωπο των εναγομένων δεν έχει συμπληρωθεί η απαραίτητη εικοσαετία για την κτήση της κυριότητος του επιδίκου ακινήτου, γιατί προέβη στις παρακάτω δικαστικές ενέργειες που διέκοψαν την χρησικτησία τους. Ειδικότερα, αυτός άσκησε αρχικά κατά του αδελφού του Ν. Κ. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την υπ' αριθ.

…/16.1.1984 αγωγή, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί κύριος τμήματος της άνω διακεκριμένης ιδιοκτησίας εμβαδού (του τμήματος) 88,60 τ.μ., ήτοι το τμήμα αυτής που καταλάμβανε το ως άνω κτίσμα και ενέπιπτε στο τμήμα των 165 τ.μ., καθώς και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του το αποδώσει, η αγωγή δε αυτή απορρίφθηκε λόγω μη καταβολής του αναλογούντος στη διαφορά τέλους δικαστικού ενσήμου με την υπ' αριθ. 2294/1984 απόφαση του άνω Δικαστηρίου.

Στη συνέχεια ο ενάγων κατέθεσε κατά του αδελφού του Ν. την με αριθ. κατ. …/1984 αγωγή, με την οποία ιστορούσε ότι τυγχάνει κύριος διαιρετού τμήματος του άνω μείζονος εκτάσεως ακινήτου εμβαδού 165 τ.μ. και ότι ο εναγόμενος κατέλαβε τμήμα αυτού εμβαδού 88,60 τ.μ., ζητούσε δε να αναγνωρισθεί κύριος και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του το αποδώσει.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ αριθ. 1163/1985 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, με την οποία και πάλι απορρίφθηκε η αγωγή γιατί δεν τηρήθηκε η προθεσμία του άρθρου 220 ΚΠολΔ για την εγγραφή της στα βιβλία διεκδικήσεων. Στην συνέχεια ο ενάγων άσκησε ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου κατά του δικαιοπαρόχου των εναγομένων την με αριθ.

κατ. …/1986 αγωγή, με την οποία ιστορούσε ότι τυγχάνει κύριος διαιρετού τμήματος του άνω ακινήτου εμβαδού 165 τ.μ. και ο εναγόμενος κατέλαβε τμήμα αυτού εμβαδού 88, 60 τ.μ. ζητούσε δε να αναγνωρισθεί κύριος του ακινήτου αυτού και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του το αποδώσει. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1066/1987 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, με την οποία ανεστάλη η πρόοδος της δίκης λόγω μη επίδοσης αντιγράφου της στον οικείο Οικονομικό Έφορο.

Στην συνέχεια επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 22271/1996 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η διεξαγωγή αποδείξεων ήδη δε είχε αποβιώσει ο Ν. Κ. και την δίκη αυτού συνέχισαν οι νυν εναγόμενες. Με την υπ' αριθ. 6856/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, γιατί έγινε δεκτό πως με την άνω διαθήκη περιήλθε στον ενάγοντα διακεκριμένο διαιρετό τμήμα του ενιαίου ακινήτου για το λόγο ότι ο διαθέτης με την άνω διαθήκη του συνέστησε επί του ακινήτου αυτού κάθετη ιδιοκτησία, η απόφαση δε αυτή επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 3176/2004 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου.

Στην συνέχεια ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την ένδικη με αριθ. καταθ. .../2006 αγωγή κατά των εκκαλουσών, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή, η εν λόγω απόφαση εξαφανίσθηκε με την άνω απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και αναιρέθηκε στην συνέχεια με την υπ' αριθ. 1184/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Με βάση τα ανωτέρω από την μεταγραφή του άνω τίτλου κυριότητος στις 31.12.1968, που το επίδικο ήταν δεκτικό χρησικτησίας, μέχρι την άσκηση της άνω υπ' αριθ. …/16.1.1984 αγωγής του ενάγοντος δεν παρήλθε η απαιτούμενη εικοσαετία για την κτήση της κυριότητος εκ μέρους του δικαιοπάροχου των εναγομένων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας αλλά και ούτε συμπληρώθηκε αυτή μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής.

Περαιτέρω με τις προαναφερόμενες διαδικαστικές πράξεις ο ενάγων διέκοπτε την χρησικτησία τόσο του δικαιοπαρόχου των εναγομένων όσο και των ίδιων, με αποτέλεσμα να μην συμπληρωθεί ο απαραίτητος χρόνος της εικοσαετίας χωρίς φυσικά για τη διακοπή αυτή να παίζει ρόλο η περιγραφή του επιδίκου ακινήτου αφού πρόκειται για το ίδιο κάθε φορά ακίνητο.

Συνεπώς οι εναγόμενοι δεν κατέστησαν κύριοι του επιδίκου ακινήτου, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται γι' αυτό και ο σχετικός λόγος εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ' ακολουθία που απέρριψε το περί κτητικής παραγραφής ισχυρισμό των εναγομένων, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία που αντικαθίσταται, δεν έσφαλε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον σχετικό λόγο εφέσεως πρέπει να απορριφθούν.

Επίσης, πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός των εναγομένων περί αποσβεστικής παραγραφής αφού το δικαίωμα του ενάγοντα δεν έχει παραγραφεί δοθέντος ότι ο χρόνος παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής κάθε φορά διακοπτόταν με τις άνω διαδικαστικές πράξεις". Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο και δεχόμενο ότι η άσκηση από τον αναιρεσίβλητο των υπ' αριθ.

…/1984, …/1984 και …/1986 διεκδικητικών αγωγών, στηριζομένων στην, ως άνω, κληρονομική διαδοχή, με αντικείμενο την αναγνώριση και απόδοση σ' αυτόν διαιρετού τμήματος (εμβαδού 88,60 τ.μ., το οποίο ενέπιπτε σε τμήμα εδαφικής έκτασης 165 τ.μ. που αποτελούσε τμήμα) της μείζονος έκτασης των 625 τ.μ. που παραχωρήθηκε στον πατέρα του Ε.

Κ. με βάση τον προαναφερθέντα τίτλο κυριότητας του τελευταίου, επέφερε εκάστοτε διακοπή αφενός στη χρησικτησία τόσο του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειουσών όσο και των ιδίων επί του, με την ένδικη, στηριζόμενη και στο προαναφερόμενο υπ' αριθ. …/1990 συμβόλαιο διανομής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Μ., υπ' αριθ. .../2006 αγωγή του, επιδίκου ακινήτου (αυτοτελούς κτίσματος 65 τ.μ.) και αφετέρου στο χρόνο παραγραφής της σχετικής αξίωσης του αναιρεσιβλήτου, αν και το αντικείμενο της ένδικης αγωγής ήταν προδήλως διαφορετικό σε σχέση με εκείνο των, ως άνω, τριών προηγουμένων αγωγών και απορρίπτοντας συνακόλουθα τις προβληθείσες συναφείς ενστάσεις της κτητικής παραγραφής και της αποσβεστικής παραγραφής, παρεβίασε, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, τις αναφερόμενες σ' αυτήν ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045, 1046, 1052 και, κατ' ορθήν εκτίμηση του αναιρετηρίου δικογράφου, 261 ΑΚ, κατά τον βάσιμο περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σχετικό σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης.

Με τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με τα άρθρα 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012 και 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ορίζεται ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Αρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης, η οποία εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.

Επομένως, σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση ο Αρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δε νοείται υπό την ισχύ των προαναφερομένων διατάξεων ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.

Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση που εισάγεται προς συζήτηση με κλήση από τον επιμελέστερο των διαδίκων, οφείλει να τηρεί τις διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 524 παρ. 1 εδ.

β' ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.

Συνεπώς πρέπει, κατά παραδοχή του παραπάνω αναιρετικού λόγου και δοθέτος ότι παρέλκει η έρευνα των υπολοίπων (κυρίου κατά τα λοιπά σκέλη και πρόσθετου) αναιρετικών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει του ότι πρόκειται για δεύτερη αναίρεση, να κρατηθεί, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στις καταθέσασες αυτό αναιρεσείουσες (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 26-2-2015 αίτηση αναίρεσης και τον από 1-10-2015 πρόσθετο λόγο αυτής.

Αναιρεί την υπ' αριθ. 2327/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση μετά από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ