Legislator Case Law & Legislation
1267/2016 AI generated

1267/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1267/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1267/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η παράσταση ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη, και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες του δράστη.

Keywords

AI generated
construction cost overruns construction materials economic hardship construction loan financial crisis lack of financial resources
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1267 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1267/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Δ. Β. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αιμίλιο Χαρλαύτη, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.5758/2015 αποφάσεως του Α’ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Π., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο.

Το Α’ Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Δεκεμβρίου 2015, επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την ίδια ημερομηνία, αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2/2016.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή και σε άλλον (τρίτον) παράνομο περιουσιακό όφελος, αδιάφορα αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή.

Η παράσταση ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη, και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες του δράστη.

Ως βλάβη νοείται και η χειροτέρευση της περιουσίας, έστω και αν υπάρχει ενεργός αξίωση κατά του δράστη ή τρίτου προς αποκατάσταση της βλάβης. Το έγκλημα της απάτης συντελείται, εφόσον συντρέχουν και τα λοιπά στοιχεία αυτού, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με αθέμιτη πράξη ή παρασιώπηση αληθινών, εφόσον αυτή υπήρξε η παραγωγός αιτία της παραπλανήσεως του απατωμένου.

Αθέμιτη παρασιώπηση των αληθινών γεγονότων, συνιστά η απατηλή συμπεριφορά που πραγματώνεται και με παράλειψη, την παράλειψη δηλαδή ανακοίνωσης στον παθόντα αληθινών γεγονότων, τα οποία είχε υποχρέωση ο δράστης να ανακοινώσει σ’ αυτόν, είτε από το νόμο, είτε από την σύμβαση, είτε από την προηγούμενη συμπεριφορά του.

Εντεύθεν έπεται, ότι απάτη δύναται να διαπραχθεί και με παραπλάνηση, όταν ο δράστης παραλείπει να ανακοινώσει σε αυτόν αληθινά γεγονότα, τούτου συνιστώντος αθέμιτη παρασιώπηση, αν από το νόμο ή τη σύμβαση τάσσεται αντίθετη υποχρέωση ανακοινώσεως αυτών. Τέτοια υποχρέωση ανακοινώσεως μπορεί να θεμελιωθεί και στην από τις διατάξεις των άρθρων 197, 288 και 330 ΑΚ επιβαλλόμενη συμπεριφορά στον συναλλασσόμενο κατά τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, η δε εξαπάτηση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, έγγραφο ή προφορικά, ρητά ή σιωπηρά.

Ψευδές γεγονός συνιστούν και οι ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις του κατηγορουμένου. Το γεγονός πρέπει να υπήρξε στο παρελθόν ή να έχει διαμορφωθεί και υπάρχει στο παρόν όταν γίνεται η βεβαίωσή του και δεν μπορεί να ανάγεται στο μέλλον (ΑΠ 367/2013). Περαιτέρω, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ’ άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ’ είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο.

Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Ως γεγονότα κατά την έννοια του άνω άρθρου νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Εάν όμως, οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσης τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή παράσταση τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. (ΑΠ 1480/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 5758/2015, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος για την αξιόποινη πράξη, της απάτης με ζημία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, σε ανασταλείσα επί τριετία ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών.

Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, εκτίθεται, ότι ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκε, κατά λέξη, ότι: "Η εταιρία με την επωνυμία "..." έχει ως αντικείμενο την εμπορία σιδήρου και χάλυβα για οικοδομές και ο μηνυτής ασχολούνταν κατά το έτος 2008 με οικοδομικές εργασίες.

Κατά τα τέλη του μηνός Σεπτεμβρίου του 2008 ο μηνυτής προσήλθε στα γραφεία της πιο πάνω εταιρίας στο … χιλ της λεωφόρου Μαραθώνος στην Παλήνη, όπου ήρθε σε επαφή με τον πρώτο κατηγορούμενο, Δ. Β., ως υπεύθυνο στο τμήμα πωλήσεων και από το οποίο ζήτησε προσφορά για αγορά σιδήρου. Ο πρώτος κατηγορούμενος πράγματι του παρέδωσε την από 30-9-2008 προσφορά με τις χαμηλότερες στην αγορά τιμές και συγκεκριμένα τιμή 0,58 ευρώ ανά κιλό, πλέον Φ.Π.Α, για ποσότητες ...

και τιμή 0,615 ευρώ ανά κιλό, πλέον Φ.Π.Α, για μανδύες .... Παράλληλα, ο (πρώτος) κατηγορούμενος για να τον δελεάσει διαβεβαίωσε το μηνυτή ότι η πιο πάνω εταιρία είναι φερέγγυα με μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία, ότι διαθέτει στην αποθήκη της ετοιμοπαράδοτα προϊόντα μεταξύ των οποίων και τις πιο πάνω ποσότητες σιδήρου και ότι είναι συνεπής στις συναλλαγές της με τους πελάτες της κατά την εκτέλεση των παραγγελιών σιδήρου και συναφών ειδών.

Επίσης, ανέφερε στο μηνυτή ότι για την πραγματοποίηση της εν λόγω πώλησης στις πιο πάνω τιμές έπρεπε να προκαταβάλει την ολική αξία του αγορασθέντος σιδήρου και συμφωνήθηκε η ετοιμοπαράδοτη ποσότητα σιδήρου να του παραδοθεί οποτεδήποτε τη ζητήσει. Συνεπεία των πιο πάνω ρητών διαβεβαιώσεων ο μηνυτής πείσθηκε και κατάρτισε στις 30-9-2008 σύμβαση αγοράς σιδήρου με τις πιο πάνω τιμές παραδίδοντας στον πρώτο κατηγορούμενο τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές από το λογαριασμό του στην Τράπεζα PROBANK ΑΕ σε διαταγή της πιο πάνω εταιρίας με την επωνυμία "..." και συγκεκριμένα α) τη με αριθμό ...

επιταγή με ημερομηνία έκδοσης 30-4-2009 ποσού 30.000 ευρώ β) τη με αριθμό ... επιταγή με ημερομηνία έκδοσης 30-5-2009 ποσού ευρώ 30.000 και γ) τη με αριθμό ... επιταγή με ημερομηνία έκδοσης 30-6-2009 ποσού ευρώ 40.000, δηλαδή συνολικού ποσού 100.000 ευρώ. Όπως προαναφέρθηκε ο (πρώτος) κατηγορούμενος διαβεβαίωσε, κατά το χρόνο κατάρτισης της πιο πάνω συμφωνίας πώλησης, το μηνυτή ότι η αγορασθείσα ποσότητα σιδήρου ήταν ετοιμοπαράδοτη ήτοι με την ειδικότερη συμφωνία να του παραδοθεί οποτεδήποτε τη ζητήσει.

Όμως κατά το μήνα Οκτώβριο του 2008 ο μηνυτής ζήτησε, λόγω ανέγερσης οικοδομής στην οδό ... στο Χαλάνδρι, ποσότητα του αγορασθέντος σιδήρου αλλά ο πρώτος κατηγορούμενος επικαλούμενος διάφορες προφάσεις δεν του παρέδωσε, με αποτέλεσμα ο μηνυτής να απευθυνθεί σε άλλον προμηθευτή. Επίσης, κατά το μήνα Απρίλιο του 2009 ο μηνυτής επανήλθε ζητώντας από τον πιο πάνω κατηγορούμενο ποσότητα σιδήρου για την κάλυψη τρεχουσών αναγκών του, πλην όμως και πάλι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν του παρέδωσε οποιαδήποτε ποσότητα σιδήρου και τον καθησύχαζε λέγοντας του να κάνει υπομονή χωρίς να του αναφέρει ότι η πιο πάνω εταιρία αντιμετώπισε σοβαρά οικονομικά προβλήματα.

Από τις πιο πάνω επιταγές οι δύο πρώτες εισπράχθηκαν, ενώ ο μηνυτής ενοχλούσε παράλληλα τον πρώτο κατηγορούμενο για την παράδοση των πιο πάνω ποσοτήτων σιδήρου που είχε αγοράσει από την πιο πάνω εταιρία, χωρίς αποτέλεσμα, αφού ο τελευταίος τον καθησύχαζε λέγοντας του να κάνει υπομονή προφασιζόμενος φόρτο εργασίας.

Μετά από αυτά ο μηνυτής ανησυχώντας για τα ποσά που κατέβαλε διενήργησε έρευνα και διαπίστωσε ότι η πιο πάνω εταιρία ήταν κατάχρεη και δεν διέθετε προϊόντα προς πώληση από τα μέσα του 2008. Έτσι ο μηνυτής προέβη στην ανάκληση της τρίτης επιταγής με ημερομηνία έκδοσης 30-6-2009 ποσού 40.000 ευρώ, δίνοντας εντολή στην τράπεζα να μη προβεί στην πληρωμή της, η οποία πράγματι δεν πληρώθηκε, χωρίς την οποιαδήποτε διαμαρτυρία εκ μέρους της πιο πάνω εταιρίας.

Πράγματι, όπως αποδείχθηκε, κατά τα μέσα του 2008, λόγω της οικονομικής κρίσης που επηρέασε άμεσα τον κατασκευαστικό κλάδο των οικοδομών, αρκετοί πελάτες της πιο πάνω εταιρίας άρχισαν να μην πληρώνουν σ’ αυτή τις επιταγές τους, το ύψος των οποίων ανήλθε το έτος 2009 σε 13 περίπου εκατομμύρια ευρώ. Αποτέλεσμα αυτών ήταν να δημιουργηθούν σ’ αυτή σοβαρά προβλήματα ρευστότητας που επέδρασαν δυσμενώς στη τροφοδοσία της με σίδηρο από τις προμηθεύτριες εταιρίες, αφού πλέον διέκοψαν τις πιστώσεις.

Ο πρώτος κατηγορούμενος γνώριζε κατά το χρόνο της πιο πάνω συμφωνίας με το μηνυτή ότι τα όσα του παρέστησε πιο πάνω για τον πείσει ήταν ψευδή, αφού η οικονομική κατάσταση που βρισκόταν η πιο πάνω εταιρία ήταν δεινή και το γνώριζε όπως και ότι δεν διέθετε ετοιμοπαράδοτα προϊόντα προς πώληση στους πελάτες της αλλά ούτε είχε τη δυνατότητα, λόγω των υπέρογκων οφειλών της προς τις προμηθεύτριες εταιρίες που είχαν διακόψει τις πιστώσεις, να προμηθευτεί προϊόντα από αυτές.

Τα πραγματικά αυτά περιστατικά αν γνώριζε ο μηνυτής κατά τα τέλη του 2008 δεν θα μεταβίβαζε στην πιο πάνω εταιρία τις πιο πάνω επιταγές, από τις οποίες η πιο πάνω εταιρία, παρότι εισέπραξε τις δύο πρώτες επιταγές χωρίς να παραδώσει αντίστοιχης αξίας εμπορεύματα σε αυτόν, δεν του επέστρεψε τα πιο πάνω χρηματικά ποσά.

Μετά από αυτό. ο πρώτος κατηγορούμενος έβλαψε τη περιουσία του μηνυτή με αποτέλεσμα να προσπορίσει στην πιο πάνω εταιρία περιουσιακό όφελος, η δε προξενηθείσα ζημία ύψους 60.000 ευρώ κρίνεται ιδιαίτερα μεγάλη. Ενόψει αυτών πρέπει ο (πρώτος) κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ’ αυτόν πράξης όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας.".

Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, κατά λέξη, του ότι: "Στην Αθήνα περί τις αρχές Σεπτεμβρίου 2008, με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον άλλον σε πράξη με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η δε προξενηθείσα ζημία ήταν ιδιαίτερα μεγάλη και ειδικότερα, παρέστησε ψευδώς στον εγκαλούντα Γ.

Π., εργολάβο οικοδομών, ότι η εταιρία με την επωνυμία "..." ήταν φερέγγυα με μεγάλη ακίνητη περιουσία και ότι διαθέτει προς πώληση ετοιμοπαράδοτα προϊόντα σιδήρου σε ιδιαίτερα ελκυστικές τιμές και τον έπεισε να συμφωνήσει να αγοράσει (α) σίδηρο "..." προς 0,58 ευρώ ανά κιλό πλέον ΦΠΑ και (β) "μανδύες" ... προς 0,615 ευρώ ανά κιλό πλέον ΦΠΑ, χρησιμοποιώντας για την πληρωμή τους τις με αριθμό ..., ...

και ... μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές της τράπεζας "PROBANK" εκδόσεως του σε διαταγή της πιο πάνω εταιρείας, με ημερομηνία έκδοσης την 30-4-2009, την 30-5-2009 και την 30-6-3009 αντίστοιχα, ποσού 30.000 ευρώ, οι δύο πρώτες και 40.000 ευρώ η τρίτη, με αποτέλεσμα, όπως από την αρχή επιδίωκε, να προσπορίσει στην πιο πάνω εταιρία περιουσιακό όφελος χωρίς νόμιμη αιτία, καθόσον οι δύο πρώτες επιταγές προεξοφλήθηκαν χωρίς να παραδοθούν ποτέ αντίστοιχης αξίας εμπορεύματα σε αυτόν (εγκαλούντα) και να υποχρεωθεί ο τελευταίος για την πληρωμής τους και με τον τρόπο αυτό να προκληθεί αντίστοιχη βλάβη στην περιουσία του 60.000 ευρώ, η δε προξενηθείσα βλάβη ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.".

Με αυτά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του για συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα -κατηγορούμενο, τις αποδείξεις από τις οποίες εξήγαγε τα περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1 εδ.

β-α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται και προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και αιτιολογούνται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, οι εξής, κρίσιμες και αναγκαίες για την θεμελίωση της καταδικαστικής κρίσης, ουσιαστικές και νομικές παραδοχές: 1) ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων ψευδώς διαβεβαίωσε τον μηνυτή ότι η ως άνω εταιρία ήταν φερέγγυα με μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία, ότι διέθετε στην αποθήκη της ετοιμοπαράδοτα προϊόντα μεταξύ των οποίων και τις ποσότητες σιδήρου που ήθελε να αγοράσει ο μηνυτής και ότι είναι συνεπής στις συναλλαγές της με τους πελάτες της κατά την εκτέλεση των παραγγελιών σιδήρου και συναφών ειδών και ότι η ποσότητα σιδήρου που ο τελευταίος θα αγόραζε ήταν ετοιμοπαράδοτη και παραδοτέα οποτεδήποτε τη ζητήσει, 2) ότι το αληθές ήταν ότι κατά τον ως άνω χρόνο καταρτίσεως της συμφωνίας με τον μηνυτή και έκτοτε η ως άνω εταιρεία δεν διέθετε ετοιμοπαράδοτα προϊόντα προς πώληση στους πελάτες της, ούτε είχε τη δυνατότητα, λόγω των υπέρογκων οφειλών της προς τις προμηθεύτριες εταιρίες, να προμηθεύεται προϊόντα από αυτές, για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της στους πελάτες της, γιατί από τα μέσα του έτους 2008, λόγω της οικονομικής κρίσεως, συνεπεία της οποίας αρκετοί πελάτες της εν λόγω εταιρείας εταιρίας άρχισαν να μην πληρώνουν σ’ αυτή τις επιταγές τους, είχαν δημιουργηθεί στην εταιρεία αυτή σοβαρά προβλήματα ρευστότητας, που είχαν επιδράσει δυσμενώς στη τροφοδοσία της με σίδηρο από τις προμηθεύτριες εταιρίες, που διέκοψαν τις πιστώσεις προς αυτήν και την προμήθεια προϊόντων τους σιδήρου, 3) ότι την αφερεγγυότητα και την αδυναμία αυτή της ως άνω εταιρείας να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ο αναιρεσείων την εγνώριζε λόγω της ιδιότητάς του ως υπευθύνου του τμήματος πωλήσεων της ανωτέρω εταιρείας και παρά τούτα παρέστησε στον μηνυτή τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα ως αληθή και τον έπεισε να προβεί στη αγορά των ως άνω ποσοτήτων σιδήρου και να παραδώσει στην εταιρεία τις προαναφερόμενες επιταγές, στις οποίες ενσωματωνόταν το τίμημά τους και 4) ότι ο σκοπός, που ο αναιρεσείων παρέστησε τα ανωτέρω ψευδή περιστατικά στον μηνυτή ως αληθή, ήταν για να προσπορίσει στη προαναφερόμενη εταιρεία το ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας περιουσιακό όφελος των 60.000 ευρώ από την είσπραξη υπ’ αυτής των δύο πρώτων επιταγών, χωρίς να εκπληρώσει την από την εν λόγω σύμβαση της πωλήσεως υποχρέωσή της να παραδώσει ίσης αξίας ποσότητες σιδήρου στον αγοραστή μηνυτή, πράγμα που έγινε και είχε ως συνέπεια την αντίστοιχης αξίας χειροτέρευση της περιουσίας του τελευταίου, η οποία έτσι τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις ανωτέρω παραπλανητικές ενέργειες του αναιρεσείοντος.

Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ και Δ’ του ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αντιστοίχως προβάλλονται οι πλημμέλειες της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικού ποινικού νόμου και της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι.

Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι λόγοι, με τους οποίους υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας και νομίμου βάσεως, επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή αμφισβητείται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο, περιέχουν ανεπίτρεπτη προσβολή της αναγομένης στην εκτίμηση των πραγμάτων κρίσεως του δικαστηρίου και είναι εκ τούτου απαράδεκτοι.

Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη υπ’ αριθμ. γεν. πρωτ. ... από 9-12-2015 δήλωση του Δ. Β. του Π., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5758/2015 αποφάσεως του Α’ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την επιδοθείσα την 9-12-2015 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, υπ’ αριθμ. γεν. πρωτ. … από 9-12-2015 δήλωση του Δ. Β. του Π., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5758/2015 αποφάσεως του Α’ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ