1267/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1267/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): αγωγής περί καταδίκης του τελευταίου σε αντίστοιχου περιεχομένου δήλωση βουλήσεως (Α Π 241/2012). Περαιτέρω ο Ν.973/1979 "Περί συστάσεως Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου" ορίζει τα εξής στις ακόλουθες διατάξεις του, που ενδιαφέρουν τον αναιρετικό έλεγχο: "‘ Αρθρον 1. Σύστασις. 1. Συνιστάται νομικόν πρόσωπον ιδιωτικού δικαίου υπό την επωνυμίαν "Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου" (Κ.Ε.Δ.) έχον έδραν τας Αθήνας. 2.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1267 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1267/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και 2. Προϊσταμένου ΔΟΥ Ρόδου, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο Κωνσταντίνο Κηπουρό πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "EUROWIND Ανώνυμος εταιρείας παραγωγής και διάθεσης Αιολικής Ενέργειας ΑΕ" που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Ντάλια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 139/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 29/2014 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-5-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 10-3-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 556 παρ. 1 ΚΠολΔ, "δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος .... ", κατά δε την όμοια του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 ίδιου Κώδικα, "το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως". Συνακόλουθα αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που ασκείται από τον δεύτερο αναιρεσείοντα Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ Ρόδου είναι απαράδεκτη, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. 29/2014 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, αυτός δεν υπήρξε διάδικος στη δευτεροβάθμια (ούτε άλλωστε στην πρωτοβάθμια) δίκη.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α’ Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εξ άλλου, από την διάταξη του άρθρου 211 Α.Κ., κατά την οποία:" Δήλωση βούλησης από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευομένου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσωπεύσεως ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται, είτε η δήλωση γίνει ρητά στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, είτε συνάγεται από τις περιστάσεις ότι έγινε στο όνομά του" προκύπτει, ότι στην περίπτωση αυτή, υποκείμενο της δημιουργουμένης έννομης σχέσης από την ενέργεια του αμέσου αντιπροσώπου είναι ο αντιπροσωπευόμενος, ο οποίος και μόνον δεσμεύεται από τις επιχειρούμενες στο όνομά του πράξεις υπό του πρώτου.
Αντιθέτως επί εμμέσου αντιπροσωπείας υποκείμενο της έννομης σχέσεως που δημιουργείται από την ενέργεια του εμμέσου αντιπροσώπου είναι αυτός ο ίδιος (ο αντιπρόσωπος) και όχι ο αντιπροσωπευόμενος, ο οποίος, (αντιπρόσωπος) με βάση και μόνον την εσωτερική σχέση που τον συνδέει με τον κύριο των υποθέσεων, υποχρεώνεται να μεταφέρει τα επελθόντα στο πρόσωπό του αποτελέσματα με χωριστές μεταβιβαστικές πράξεις στον εμμέσως υπ’ αυτού αντιπροσωπευόμενο (Α.Π.776/2013).
Επίσης, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 713, 719 ΑΚ προκύπτει, ότι με την σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του αναθέτει ο εντολέας και να αποδώσει σε εκείνον κάθε τι που απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής. Η συμβατική αυτή υποχρέωση του εντολοδόχου πραγματώνεται, αν κατά το περιεχόμενο της εντολής ενεργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπος του εντολέως, οπότε ο τελευταίος γίνεται άμεσα κύριος με την απόδοση του πράγματος, σε περίπτωση δε έμμεσης αντιπροσωπεύσεως, με την μεταβίβαση του πράγματος κινητού ή ακινήτου, κατά τους κανόνες του εμπράγματου δικαίου (ΑΚ 1033, 1034), αξίωσή του η οποία ικανοποιείται, αρνουμένου του εντολοδόχου να εκπληρώσει τη συμβατική αυτή υποχρέωσή του, με την άσκηση της παρεχομένης από το άρθρο 949 Κ.Πολ.Δ.
αγωγής περί καταδίκης του τελευταίου σε αντίστοιχου περιεχομένου δήλωση βουλήσεως (Α Π 241/2012). Περαιτέρω ο Ν.973/1979 "Περί συστάσεως Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου" ορίζει τα εξής στις ακόλουθες διατάξεις του, που ενδιαφέρουν τον αναιρετικό έλεγχο: "‘ Αρθρον 1. Σύστασις. 1. Συνιστάται νομικόν πρόσωπον ιδιωτικού δικαίου υπό την επωνυμίαν "Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου" (Κ.Ε.Δ.) έχον έδραν τας Αθήνας. 2.
Η Κτηματική Εταιρία τον Δημοσίου, αποκαλουμένη εφεξής "Εταιρία", λειτουργεί χάριν του Δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνας της ιδιωτικής οικονομίας, υπό την μορφήν Ανωνύμου Εταιρίας και διέπεται υπό των διατάξεων της νομοθεσίας περί Ανωνύμων Εταιριών, εκτός αν άλλως ορίζεται εις τον παρόντα νόμον, είναι δε αύτη αορίστου διαρκείας. 3.
Το μετοχικόν κεφάλαιον της Εταιρίας, εκφραζόμενον δια μιας μετοχής, ανήκει εξ ολοκλήρου εις το Ελληνικόν Δημόσιον. 4. Η Εταιρία τελεί υπό την εποπτείαν του Κράτους, ασκουμένην διά του Υπουργού Οικονομικών. "Αρθρον 2. Σκοπός. 1. Σκοπός της Εταιρίας είναι : α) Η απογραφή, η μέριμνα χαρτογραφήσεως και κτηματογραφήσεως των ακινήτων του Δημοσίου, υπαγομένων, συμφώνως προς την κειμένην νομοθεσίαν εις την αρμοδιότητα των Διευθύνσεων Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, της Δ/νσεως Εγγείου Ιδιοκτησίας τον Υπουργείου Γεωργίας και του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης (Τ.Ε.Θ.Α., Τ.Ε.Σ.
και Τ.Α.Α.). β) Η διοίκησις και αξιοποίησις των εκ των ανωτέρω ακινήτων υπαγομένων εις την αρμοδιότητα του Υπουργείου Οικονομικών, ως και εκείνων εκ των υπαγομένων εις την αρμοδιότητα των Υπουργείων Γεωργίας και Εθνικής Αμύνης, τα οποία οι φορείς ούτοι αναθέτουν δι’ αποφάσεως του αρμοδίου Υπουργού εις την Εταιρίαν δια διοίκησιν και αξιοποίησιν. .....δ) Η πώλησις και η ανταλλαγή των λοιπών εκ των ανωτέρω ακινήτων προς τον σκοπόν αποκτήσεως ετέρων, προσφόρων δια την ικανοποίησιν των στεγαστικών αναγκών των Δημοσίων Υπηρεσιών και των στρατιωτικών αναγκών, ..........
ε) Η πώλησις ή αγορά ακινήτων προς τον σκοπόν επηρεασμού της κτηματαγοράς. στ) Η χρησιμοποίησις του προϊόντος, εκ πωλήσεων ακινήτων, ως επίσης και ιδίων διαθεσίμων της Εταιρίας δια την χρηματοδότησιν έργων, ....... "η. Η αξιοποίηση δημόσιων εκτάσεων με την ανάθεση σε τρίτους, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, μελετών πολεοδόμησης για οικιστικές και λοιπές χρήσεις". 2.
Δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Συντονισμού και Οικονομικών δύναται να ανατίθενται εκάστοτε εις την Εταιρίαν και άλλα συναφή έργα. Άρθρον 3. Διοίκησις και αξιοποίησις των ακινήτων του Δημοσίου. 1. Άμα τη ενάρξει της ισχύος του παρόντος Νόμου, όλα τα κατά το άρθρον 2 του Νόμου τούτου ακίνητα του Δημοσίου αρμοδιότητος του Υπουργείου Οικονομικών περιέρχονται αυτοδικαίως εις την διοίκησιν της Εταιρίας. .....
Άρθρον 4. Αναζήτησις, καταγραφή και προστασία των ακινήτων του Δημοσίου. 1. Η Εταιρία υποβάλλει εις τον Υπουργόν Οικονομικών, εκθέσεις, δι’ ων υποδεικνύει την ύπαρξιν ακινήτων του Δημοσίου, μη καταγεγραμμένων εις τα βιβλία του ή κατεχομένων παρανόμως υπό τρίτων και συνεργάζεται μετά των αρμοδίων Υπηρεσιών δια την ανεύρεσιν, την καταγραφήν και την προστασίαν των ακινήτων του Δημοσίου. 2.
Αι Δημόσιαι Υπηρεσίαι, υπό την διοίκησιν και διαχείρισιν των οποίων τελούν, κατά την έναρξιν ισχύος του παρόντος Νόμου, τα κατά το άρθρον 2 του Νόμου τούτου ακίνητα του Δημοσίου, ως και οι αρμόδιοι Νομάρχαι διατηρούν όλας τας αρμοδιότητας δια την προστασίαν των ακινήτων αυτών, ως και δια την έκδοσιν πρωτοκόλλων αποβολής και αποζημιώσεως αυθαιρέτου χρήσεως ή άσκησιν αγωγών ή ενδίκων μέσων και δια την προβολήν δικαιωμάτων του Δημοσίου.
Άρθρον 5. Η Εταιρία Εντολοδόχος και Πληρεξούσιος του Δημοσίου. 1. Από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος η Εταιρία έχει την εντολήν και πληρεξουσιότητα διά την επιχείρησιν δικαιοπραξιών αναφερομένων εις τα κατά το άρθρον 2 του παρόντος ακίνητα. Τα αποτελέσματα των δικαιοπραξιών τούτων επέρχονται επ’ ονόματι και δια λογαριασμόν τον Δημοσίου. 2.
Η Εταιρία έχει την υποχρέωσιν να διοική και να διαχειρίζεται τα ακίνητα επιμελώς, συμφώνως προς τους κανόνας της τακτικής εκμεταλλεύσεως. Η Διοίκησις της Εταιρίας ευθύνεται εις αποζημίωσιν του Δημοσίου δια πάσαν ζημίαν, ην τυχόν θα υποστή τούτο, λόγω πταίσματος των μελών αυτής. ‘ Αρθρον 6. Εκποίησις και διοίκησις εν γένει των ακινήτων του Δημοσίου.
‘ Οροι. 1. Η Εταιρία δια την εκπλήρωσιν των σκοπών της, δύναται : α) Να εκποιή δια δημοσίου διαγωνισμού ακίνητα του Δημοσίου ή να συνιστά επ αυτών εμπράγματα δικαιώματα ή να ανταλλάσση αυτά μετ’ άλλων ακινήτων. ..... β) Να εκμισθοί διά δημοσίου διαγωνισμού ακίνητα του Δημοσίου. γ) Να παραχωρή δι’ ωρισμένον ή αόριστον χρόνον την χρήσιν ακινήτων του Δημοσίου δωρεάν εις Δημοσίας Υπηρεσίας, δωρεάν ή έναντι ανταλλάγματος (εν όλω ή εν μέρει) εις Ν.Π.Δ.Δ., Δήμους, Κοινότητας, Δημοσίας Επιχειρήσεις και Ν.Π.Ι.Δ., τα οποία εκπληρούν κοινωφελείς σκοπούς, διά την ικανοποίησιν των στεγαστικών και άλλων συναφών προς αυτάς αναγκών των, ως και δια την εκπλήρωσιν των σκοπών των. ...... 11.
Απαλλαγαί και προνόμια. 1. Επιφυλασσομένης της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 10, η Εταιρία απαλλάσσεται εκ παντός δημοτικού ή κοινοτικού φόρου ή τέλους, εκ των τελών χαρτοσήμου ως και εκ πάσης εισφοράς, κρατήσεως ή δικαιώματος υπέρ τρίτων. 2. Η Εταιρία απολαύει όλων των διοικητικών, οικονομικών, δασμολογικών και δικαστικών ατελειών και των δικονομικού και ουσιαστικού δικαίου προνομίων, ως αυτό τούτο το Δημόσιον. 3.
Διά την είσπραξιν των εσόδων της Εταιρίας εφαρμόζονται αι εκάστοτε ισχύουσαι ουσιαστικοί και δικονομικοί διατάξεις του Κώδικος περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων. "Αρθρο 14 Αρμοδιότητες Διοικητικού Συμβουλίου 1. Είναι το ανώτατο διοικητικό όργανο της εταιρείας και κατά κύριο λόγο διαμορφώνει τη στρατηγική και την πολιτική ανάπτυξης της εταιρείας, ενώ εποπτεύει και ελέγχει τη διαχείριση της περιουσίας της. 2.
Διοικεί την εταιρεία και διαχειρίζεται τους πόρους και την περιουσία της, συντάσσει τον ετήσιο ισολογισμό και την έκθεση πεπραγμένων της διαχείρισης, επιμελείται της είσπραξης των εσόδων, συνάπτει τις συμβάσεις για την εκπλήρωση των σκοπών της εταιρείας, παρέχει τα αναγκαία για την πραγματοποίηση των σκοπών της εταιρείας χρηματικά ποσά και γενικά προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την εκπλήρωση των σκοπών της εταιρείας. ....".
Από το συνδυασμό των προαναφερθεισών διατάξεων, προκύπτει, ότι παρέχεται εκ του νόμου στην Κ.Ε.Δ. η εξουσία να διοικεί και να αξιοποιεί, μεταξύ των άλλων, τα ακίνητα του Δημοσίου τα οποία υπάγονται στην αρμοδιότητα των Διευθύνσεων Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, δυναμένη να εκποιεί ή να εκμισθώνει αυτά με ή χωρίς δημόσιο διαγωνισμό.
Στις συμβάσεις όμως αυτές η Κ.Ε.Δ. ενεργεί ως πληρεξουσία, εντολοδόχος και άμεσος αντιπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου, καθόσον, κατά το αναφερθέν άρθρο 5 παρ. 1 Ν. 973/1979, τα αποτελέσματα των δικαιοπραξιών τούτων επέρχονται επ’ ονόματι και για λογαριασμό του Δημοσίου. Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι υποκείμενο της δημιουργουμένης εννόμου σχέσεως, από την ενέργεια του αμέσου αντιπροσώπου, δηλαδή της Κ.Ε.Δ., είναι ο αντιπροσωπευόμενος, δηλαδή το Δημόσιο, το οποίο και μόνον δεσμεύεται από τις επιχειρούμενες στο όνομά του πράξεις του αμέσου αντιπροσώπου.
Επομένως, σε περίπτωση εκμισθώσεως ακινήτου του Δημοσίου από την Κ.Ε.Δ., εκμισθωτής είναι το Δημόσιο, το οποίο δικαιούνται, σύμφωνα με την αναφερθείσα διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 Ν.973/1979, δια των Δημοσίων Υπηρεσιών του να προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες για την προστασία των δικαιωμάτων του, να ασκεί, ως έχον άμεσο έννομο συμφέρον, τις σχετικές αγωγές και να παρίσταται ως ενάγον ή εναγόμενο, εκπροσωπούμενο, προκειμένης δίκης σχετικής με την είσπραξη των μισθωμάτων κατά τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε., από τον διευθυντή της Δ.Ο.Υ., σύμφωνα με το άρθρο 85 παρ. 1 εδ.
α’ , β’ του Κ.Ε.Δ.Ε. Επομένως, το Εφετείο που έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι "..... εκμισθωτής-συμβαλλόμενος και υποκείμενο (φορέας) των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων στην ιστορούμενη στην ανακοπή από 6-8-2001 μίσθωση τμήματος της KM 5000 Γαιών ... είναι το Ελληνικό Δημόσιο και όχι η ΚΕΔ, η οποία έχει τη διοίκηση του ανωτέρω ακίνητου και το εκμίσθωσε στην εφεσίβλητη ως εντολοδόχος και πληρεξούσια του Δημοσίου στο όνομά του και για λογαριασμό του και ότι κατά του Δημοσίου και όχι κατά της ΚΕΔ νομιμοποιείται παθητικά να στραφεί η ένδικη ανακοπή κατά της προσβαλλόμενης ταμειακής βεβαίωσης οφειλομένων μισθωμάτων, που προέκυψαν από τη μισθωτική σχέση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της ανακόπτουσας ..." δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., καθόσον ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις εφαρμοστέες εν προκειμένω και αναφερθείσες στην αρχή διατάξεις του νόμου του σχετικού με την σύσταση και την λειτουργία της Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου, καθώς και των άρθρων 211, 713 Α.Κ., όσον αφορά την παθητική νομιμοποίηση του Ελληνικού Δημοσίου στην προκειμένη δίκη.
Επομένως, ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 574 έως 578 Α.Κ. συνάγεται, ότι με την διαρκή σύμβαση της μισθώσεως ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στον μισθωτή την χρήση του πράγματος για όσον χρόνο διαρκεί η μίσθωση. Επίσης έχει υποχρέωση όχι μόνον να παραδώσει το μίσθιο κατάλληλο για την συμφωνημένη χρήση, αλλά και να το διατηρεί κατάλληλο για την χρήση αυτή σε όλην την διάρκεια της μισθώσεως, υποχρεούμενος σε άρση των πραγματικών του ελαττωμάτων και σε αποκατάσταση των συμφωνημένων ιδιοτήτων, οι οποίες λείπουν.
Αν κατά τον χρόνο της παραδόσεώς του στον μισθωτή το μίσθιο έχει ελάττωμα το οποίο εμποδίζει μερικώς ή ολικώς την συμφωνημένη χρήση ή αν κατά την διάρκεια της μισθώσεως εμφανίσθηκε τέτοιο ελάττωμα, ο μισθωτής έχει δικαίωμα μειώσεως ή μη καταβολής του μισθώματος. Το ίδιο ισχύει και αν λείπει από το μίσθιο μια συμφωνημένη ιδιότητα ή αν έλειψε τέτοια ιδιότητα όσο διαρκεί η μίσθωση.
Επομένως, αν από την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος εμποδίσθηκε ολικώς ή εν μέρει η συμφωνημένη χρήση, ο μισθωτής έχει δικαίωμα, προβαλλόμενο και κατ’ ένσταση προς απόκρουση αγωγής του εκμισθωτού για καταβολή των μισθωμάτων, να μην καταβάλλει το μίσθωμα για όσο διάστημα διαρκεί η παρεμπόδιση της χρήσεως του μισθίου από το ελάττωμα.
Τέτοιο πραγματικό ελάττωμα αποτελεί και η αδυναμία χρήσεως του μισθίου όπως συμφωνήθηκε, λόγω απαγορεύσεως της χρήσεως από δημόσια Αρχή ή λόγω αδυναμίας χορηγήσεως της απαιτουμένης άδειας δημοσίας Αρχής.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Με την από 28-6-2001 διακήρυξη δημοπρασίας εκμίσθωσης δημοσίου ακινήτου η Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου (ΚΕΔ) πρόσφερε για εκμίσθωση, με πλειοδοτική δημοπρασία, "τμήμα του Β.Κ. 3029 (KM 5000 Γαιών ...) δημοσίου ακινήτου αρμοδιότητας Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου, που βρίσκεται στην περιοχή "..." ....
εκτάσεως 2.101.848 τ.μ., για εγκατάσταση ήπιων και ανανεώσιμων μορφών ενέργειας". Στην πλειοδοτική δημοπρασία αναδείχθηκε πλειοδότης η ανακόπτουσα, ήδη εφεσίβλητη εταιρία (και ήδη αναιρεσίβλητη) που υπέγραψε το μισθωτήριο με ημερομηνία 6-8-2001, που συντάχθηκε από την ΚΕΔ, η οποία, έχουσα στη διοίκησή της το μίσθιο ακίνητο του Δημοσίου, λειτούργησε ως εντολοδόχος και πληρεξουσία του Δημοσίου στο όνομά του και για λογαριασμό του.
Η διάρκεια της μίσθωσης ορίσθηκε 20ετής (6-8-2001 έως 5-8-2021) και ετήσιο μίσθωμα συμφωνήθηκε το ποσό των 125.000.000 δρχ. (366.837 ευρώ), αναπροσαρμοζόμενο κατά 5% από το δεύτερο χρόνο. Κατά την υπογραφή του μισθωτηρίου η μισθώτρια εταιρία κατέβαλε το μίσθωμα του πρώτου έτους της μίσθωσης πλέον του αναλογούντος χαρτοσήμου 3,6% συνολικά δρχ. 129.500.000 δρχ. (380.044 ευρώ), καθώς και 140.000 δρχ.
για τα έξοδα δημοσίευσης της προκήρυξης, ενώ κατέθεσε στην ΚΕΔ εγγυητική επιστολή με αριθ. .../3-8-2001 της Τράπεζας NOVA BANK για δρχ. 41.666.670 (122.279 ευρώ) για την καλή εκτέλεση των όρων του μισθωτηρίου. Μετά την κατάρτιση της μίσθωσης, η μισθώτρια διαπίστωσε ότι το ακίνητο που εκμίσθωσε ανήκε στη διαχείριση της Διεύθυνσης Δασών Δωδεκανήσου.
Από την υπηρεσία αυτή, τμήμα της εκμισθωθείσας έκτασης 450.000 τ.μ. είχε παραχωρηθεί στο Τμήμα Γεωργίας με το από 27-4-2000 πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής, γεγονός που ήταν γνωστό στην ΚΕΔ, .... Μετά τη σύναψη της μίσθωσης και την αυτοδίκαιη εγκατάστασή της στο μίσθιο, όπως στη σύμβαση αναφέρεται, η ανακόπτουσα, έχοντας καταβάλει και το μίσθωμα του πρώτου έτους, πήρε την προέγκριση από την KB’ ΕΦΟΡΕΙΑ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΛΑΣΙΚΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ και την 4η ΕΦΟΡΕΙΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ, η οποία ζήτησε ένα τμήμα της έκτασης να εξαιρεθεί της παραχώρησης και επί πλέον έθεσε ορισμένους περιορισμούς κατά τη δημιουργία της εγκατάστασης ....
Για την ολοκλήρωση των απαραίτητων αδειών, απευθύνθηκε και στη Διεύθυνση Δασών Δωδεκανήσου, με την από 6-9-2002 με αρ. πρωτ. ... αίτησή της, και ζήτησε να γίνει χαρακτηρισμός της έκτασης. Από τη Διεύθυνση Δασών ενημερώθηκε ότι όλη η εκμισθωθείσα έκταση είναι χορτολιβαδική και ανήκει στη διαχείριση αυτής της υπηρεσίας.
Από τη Διεύθυνση Δασών με το με αριθμ. πρωτ. .../17-6-2004 έγγραφο εκδόθηκε η πράξη χαρακτηρισμού της έκτασης, στην οποία ορίζεται ότι τμήμα της έκτασης που εκμισθώθηκε εμβαδού 1.651.848 τ.μ. χαρακτηρίστηκε ως χορτολιβαδική κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 6 β του ν. 989/1979 και ότι τμήμα της έκτασης αυτής βρίσκεται μέσα σε καταφύγιο άγριας ζωής.
Κατά της ως άνω πράξης χαρακτηρισμού, η ΚΕΔ άσκησε προσφυγή στην Πρωτοβάθμια Επιτροπή Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, η οποία, μετά από αυτοψία, εξέδωσε τη με αριθμό 4/2005 απόφαση, με την οποία απορρίπτεται η προσφυγή της ΚΕΔ και χαρακτηρίζεται η έκταση δασική. Κατά της παραπάνω απόφασης η ΚΕΔ άσκησε έφεση στη Δευτεροβάθμια Επιτροπή Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων.
Η Διεύθυνση Δασών Δωδεκανήσου, με το έγγραφό της με αρ. .../12-2-2007 προς ΠΕ.ΧΩ.Δωδεκανήσου αναφέρει : "Από την τελεσίδικη απόφαση της Β’ βάθμιας Ε.Ε.Δ.Α θα εξαρτηθεί η περαιτέρω διαδικασία που θα ακολουθηθεί από την Υπηρεσία μας όσον αφορά τον καθορισμό ανταλλάγματος χρήσης και την έκδοση έγκρισης επέμβασης για το κύριο και για το συνοδό έργο σύμφωνα με το άρθ. 58 παρ. 2 ν. 998/79 όπως ισχύει στην εν λόγω περίπτωση όπου υφίσταται η αριθμ. 810/22-9-2005 απόφαση έγκρισης Μ.Π.Ε.
του Γενικού Γραμματέα Π.Ν.Α. για Αιολικό Πάρκο ίδιας συνολικής ισχύος 17,85 ΜW σε γήπεδο επιφάνειας 2.101.848 τ.μ. (εντός της οποίας περιέχεται η τροποποιούμενη σε 1.100.000 τ.μ.) και διάνοιξη οδού πρόσβασης μήκους 1.000 μ". Επί της εφέσεως της ΚΕΔ κατά της με αρ. 4/2005 απόφασης της Α’ βάθμιας Επιτροπής, μετά από νέα αυτοψία, εκδόθηκε η με αρ. 1/2007 απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση της ΚΕΔ και χαρακτήρισε την έκταση ως χορτολιβαδική.
Στη συνέχεια, ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου (Διεύθυνση Δασών), με την απόφασή του άρ. .../25-6-2010, ενέκρινε την επέμβαση από την ανακόπτουσα σε τμήμα της παραπάνω κτηματολογικής μερίδας 5000 Γαιών ..., εκτάσεως συνολικά 53.706,96 τ.μ., για την εγκατάσταση 9 ανεμογεννητριών, την κατασκευή κτιρίου, τη διάνοιξη οδοποιίας και την κατασκευή υπόγειου αγωγού, αντί του συνολικού ανταλλάγματος των 214.827,84 ευρώ, για όσο διάστημα λειτουργεί το έργο και ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου ....
εξέδωσε την άδεια εγκατάστασης ... και συντάχθηκε στις 28-9-2010 το πρωτόκολλο εγκατάστασης με υπογράφοντες τη δασοπόνο Μ. Ν. για τη Διεύθυνση Δασών και τον Ι. Σ. για την ανακόπτουσα. Καθόλο το παραπάνω χρονικό διάστημα από τη σύναψη της σύμβασης (6-8-2001) έως την εγκατάστασή της στο μίσθιο (28-9-2010), έως ότου δηλαδή διευθετηθεί το θέμα του χαρακτηρισμού της επίδικης έκτασης και της εξ αυτού προκύψασας αντιδικίας μεταξύ ΚΕΔ και Διεύθυνσης Δασών, η ανακόπτουσα παρεμποδίστηκε στη χρήση του μισθίου, καθόσον χωρίς άδεια της Διεύθυνσης Δασών δεν μπορούσε να προχωρήσει στις εργασίες για την εγκατάσταση του αιολικού πάρκου, σκοπό για τον οποίο εκμίσθωσε την επίδικη έκταση. ........Η ανακόπτουσα, εφόσον δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει το μίσθιο σταμάτησε την πληρωμή των επόμενων μισθωμάτων, αλλά η ΚΕΔ αμέσως μετά την υπογραφή του μισθωτηρίου συμβολαίου είχε προβεί στη βεβαίωση όλων των μισθωμάτων, αποστέλλοντας στη Δ.Ο.Υ.
τον χρηματικό κατάλογο για το συνολικό ποσό των 4.133.244.261 δραχμών ή 12.129.843,76 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου και ΟΓΑ, συνολικά για ποσό 4.282.041.058 ευρώ, όπως προκύπτει από την από 3-8-2001 και με αριθμό ... ταμειακή βεβαίωση που υπογράφεται και από τη Δ.Ο.Υ. Ρόδου. Με βάση τη βεβαίωση αυτή, η Δ.Ο.Υ. με την από 16-8-2004 ατομική ειδοποίηση, ζήτησε την καταβολή του ποσού των 1.495.939,48 ευρώ για ληξιπρόθεσμα μισθώματα του δευτέρου, τρίτου και τέταρτου έτους με παραγγελία για κατάσχεση.
Κατά της ατομικής αυτής ειδοποίησης και της αντίστοιχης βεβαίωσης ασκήθηκε η από 25-8-2004 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 719/2004 ανακοπή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, το οποίο με την υπ’ αριθμ. 32/2008 απόφασή του ακύρωσε την υπ’ αριθμ. .../3-8-2001 ατομική ταμειακή βεβαίωση ως προς το προαναφερόμενο ποσόν των τριών ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων, ήδη δε η απόφαση αυτή έχει τελεσιδικήσει μετά την απόρριψη των κατ’ αυτής εφέσεων με την υπ’ αριθμ. 195/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.
Στη συνέχεια η Δ.Ο.Υ. Ρόδου βάσει της αυτής ως άνω ατομικής βεβαίωση με την υπ’ αριθμ. πρωτ. .../18-11-2005 ατομική ειδοποίηση ζήτησε την καταβολή όλων των υπολοίπων μισθωμάτων, συνολικού ποσού με τις προσαυξήσεις και το αναλογούν τέλος χαρτοσήμου 12.663.047,05 ευρώ. Από τα προεκτεθέντα όμως και σύμφωνα με τη σχετική προηγηθείσα νομική σκέψη, το επίδικο μίσθιο δεν παραδόθηκε κατάλληλο για τη χρήση που συμφωνήθηκε, αφού η ανακόπτουσα δεν χρησιμοποίησε αυτό για χρονικό διάστημα εννέα ετών περίπου, εξαιτίας της διαμάχης των υπηρεσιών του εκκαλούντος περί του χαρακτηρισμού της έκτασης ως χορτολιβαδικής και της εξ αυτής μη έκδοσης των αναγκαίων αδειών και εγκρίσεων και πρέπει να απαλλαγεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 ΑΚ, από την καταβολή των βεβαιωθέντων με την προσβαλλόμενη με αριθμό 11.056/3-8-2001 ταμειακή βεβαίωση της ΔΟΥ Ρόδου, ποσού 12.663.047,05 ευρώ ...".
Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., καθόσον ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 574, 575, 576 Α.Κ., περιέλαβε δε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, όσον αφορά το κατά το άρθρο 576 Α.Κ. δικαίωμα της αναιρεσίβλητης μισθώτριας για την μη καταβολή των μισθωμάτων, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, κατά τον χρόνο της παραδόσεως του μισθίου σε εκείνην, αυτό είχε πραγματικό ελάττωμα, το οποίο εμπόδιζε ολικώς την συμφωνημένη χρήση.
Ειδικότερα, η μισθωθείσα έκταση δεν ευρίσκετο υπό την διαχείριση της Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου, αλλά υπό την διαχείριση της Διευθύνσεως Δασών, ήτο χορτολιβαδική έκταση περιλαμβάνουσα και "καταφύγιο άγριας ζωής", μεγάλο τμήμα αυτής, εμβαδού 450.000 τ.μ. είχε παραχωρηθεί στο Τμήμα Γεωργίας, δεν ηδύνατο η μισθώτρια να εγκαταστήσει ανεμογεννήτριες χωρίς την έγκριση της Διευθύνσεως Δασών και τελικώς εγκατέστησε εννέα (9) ανεμογεννήτριες σε παραχωρηθείσα από την Διεύθυνση Δασών έκταση μόνον 53.706,96 τ.μ., αφού η αναιρεσίβλητη συνήψε νέα σύμβαση με την Διεύθυνση Δασών και κατέβαλε σε αυτήν το ποσόν των 214.827,84 ευρώ.
Επομένως, οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 22 του ν.3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Μαΐου 2014 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 29/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ