1267/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά το άρθρο 201 ΑΚ αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο ( αίρεση αναβλητική ), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αίρεσης) κατά δε το άρθρο 207 παρ. 1 ΑΚ η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.
Legislator headnote
AI generated1267/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 του ν.1082/1982, "η δια τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής υπαλλήλου, επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου, εις βαθμόν, εις τον οποίον εδικαιούτο να προαχθεί, βάσει του διέποντος αυτόν κανονισμού ή οργανισμού βαθμολογικής και μισθολογικής εξελίξεως, λογίζεται πραγματοποιηθείσα, αφού χρόνου έδει να έχει συντελεσθεί η προαγωγή τούτου".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1267 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1267/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα (κωλυομένων των Αρεοπαγιτών Δημητρίου Μουστάκα και Ασπασίας Καρέλλου), Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαΐου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σαραντόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Κ. Σ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χρίστου Παπαδόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/5/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4033/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/2/2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας ανέγνωσε την από 29/10/2013 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ασπασίας Καρέλλου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή και των δύο λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 201 ΑΚ αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο ( αίρεση αναβλητική ), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αίρεσης) κατά δε το άρθρο 207 παρ. 1 ΑΚ η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.
Τέτοια υπό αναβλητική αίρεση δικαιοπραξία, επί της οποίας έχει εφαρμογή το παραπάνω άρθρο 207 ΑΚ, είναι και εκείνη , με την οποία ο εργοδότης και ο μισθωτός συμφωνούν ότι η προαγωγή του τελευταίου θα γίνει αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων θα κρίνεται από τον εργοδότη ή όργανο του.
Αυτό συμβαίνει και όταν η προαγωγή του υπαλλήλου προβλέπεται από τον κανονισμό του εργοδότη, που έχει συμβατική ισχύ. Στην περίπτωση αυτή η παρακώλυση της πληρώσεως της αιρέσεως εναντίον της καλής πίστεως, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, υπάρχει και όταν κρίνεται από τον εργοδότη, ότι ο μισθωτός δεν έχει τις προϋποθέσεις που συμφωνήθηκαν για προαγωγή, πλην όμως η κρίση του είναι κατάφωρα άδικη, λόγω της σημαντικής υπεροχής του μη προαχθέντος έναντι του προαχθέντος, όχι δε και όταν η κρίση αυτή θα μπορούσε κατ' εκτίμηση υποκειμενική να είναι διάφορη, δηλαδή ο έλεγχος της παραλείψεως προαγωγής γίνεται με το κριτήριο της καταφανούς ή μη υπεροχής του παραλειφθέντος έναντι του προ- προαχθέντος συναδέλφου του ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα.
Περαιτέρω, από τα άρθρα 30 και 32 του Οργανισμού Προσωπικού της "Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος", που έχει καταρτισθεί με την από 3/9/1975 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας τροποποιηθεί με την από 30 / 8 / -1984 όμοια (ΕΣΣΕ) και έχει συμβατική ισχύ, προκύπτει ότι οι προαγωγές από το βαθμό του τμηματάρχη και άνω γίνονται από το Διοικητικό Συμβούλιο, κατ' εκλογή ,μετά από εισήγηση του Γενικού Διευθυντή, εφόσον υπάρχει κενή οργανική θέση και ο κρινόμενος έχει συμπληρώσει τον απαιτούμενο από τον Οργανισμό χρόνο στον προηγούμενο βαθμό, έχει τα προσόντα της ανώτερης θέσης και κατά την άσκηση της υπηρεσίας του επέδειξε ικανοποιητική επίδοση, ήθος, ικανότητα και φιλεργία, δηλαδή οι προαγωγές των υπαλλήλων αυτών τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συνίσταται στην απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου στον ανώτερο βαθμό (ΑΚ 201).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 του ν.1082/1982, "η δια τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής υπαλλήλου, επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου, εις βαθμόν, εις τον οποίον εδικαιούτο να προαχθεί, βάσει του διέποντος αυτόν κανονισμού ή οργανισμού βαθμολογικής και μισθολογικής εξελίξεως, λογίζεται πραγματοποιηθείσα, αφού χρόνου έδει να έχει συντελεσθεί η προαγωγή τούτου".
Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, ο ως άνω χρόνος, που κατά πλάσμα του νόμου θεωρείται ότι διήνυσε ο υπάλληλος στο βαθμό στον οποίο με τελεσίδικη δικαστική απόφαση προήχθη, δεν είναι δυνατόν να ληφθεί υπόψη για τις προαγωγικές κρίσεις που θα διενεργηθούν πριν από τη δημοσίευση της σχετικής τελεσίδικης αποφάσεως, αλλά μόνο για εκείνες που θα ακολουθήσουν αυτής, καθόσον είναι αδιανόητο να θέλησε ο νομοθέτης, με τη θέσπιση της ως άνω διατάξεως να υποχρεώσει το προαγωγικό όργανο της εναγομένης Τράπεζας με μόνη την άσκηση της αγωγής εκ μέρους του υπαλλήλου της για παρακώλυση της πληρώσεως της αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του εναντίον της καλής πίστεως και ανεξάρτητα από την ύπαρξη σχετικής δικαστικής κρίσης, να θεωρεί αυτή ως "εν δυνάμει κατάφωρα άδικη", ώστε σε κάθε μεταγενέστερη προαγωγική κρίση που θα γίνει πριν από τη δημοσίευση της τελεσίδικης αποφάσεως σχετικά με την προηγούμενη προαγωγή του, να κρίνει όχι με βάση τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα τα οποία συγκεντρώνει ο υπάλληλος κατά τον κρίσιμο χρόνο της διενέργειας των αντίστοιχων προαγωγών, αλλά υπολαμβάνοντας ότι αυτός, κατά πλάσμα του νόμου, έχει συμπληρώσει την αναγκαία προϋπόθεση της άσκησης των καθηκόντων του προηγούμενου βαθμού, να τον περιλάβει ως υποψήφιο να προαχθεί στον επόμενο εκείνου από τον οποίο παραλείφθηκε βαθμό.
Αντίθετη ερμηνεία της ως άνω διατάξεως θα οδηγούσε σε κατάλυση του διευθυντικού δικαιώματος της Τράπεζας να οργανώνει τις υπηρεσίες της επιχείρησής της, σύμφωνα με τις εκάστοτε ανάγκες της και εκτιμώντας κατά τους κρίσιμους χρόνους διενέργειας των προαγωγών τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των υπαλλήλων της με βάση τα θεωρούμενα απ' αυτήν ως πλέον αποτελεσματικά κριτήρια , υπό το φόβο της κρίσεως ως κατάφωρης άδικης κάθε παραλείψεως υπαλλήλου της, ενώ θα παραβίαζε ευθέως το σκοπό των σχετικών με τη συνδρομή των τυπικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων ως άνω διατάξεων του έχοντος συμβατική ισχύ Οργανισμού του Προσωπικού της, μεταξύ των οποίων κυρίαρχο χαρακτήρα για την κατ' εκλογή προαγωγή έχει η συμπλήρωση τριετούς ευδόκιμης υπηρεσίας στον προηγούμενο βαθμό. (Ολ.
ΑΠ 11/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, με την αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 11- 8-1976 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και προσέφερε σ' αυτή τις υπηρεσίες του, εξελισσόμενος βαθμολογικά, μέχρι την 15-2-2007, οπότε αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης, κατέχοντας κατά την αποχώρησή του το βαθμό του Υποδιευθυντή Β' δυνάμει της 5000/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ότι η εναγομένη παρέλειψε να τον προαγάγει κατ' εκλογή στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' κατά τις προαγωγικές κρίσεις των ετών 2002, 2003 και 2005 και ακολούθως στο βαθμό του Διευθυντή, μολονότι διέθετε όλα τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και υπερείχε καταφανώς από τους κατονομαζόμενους στην αγωγή προαχθέντες ομοιόβαθμους συναδέλφους του, παρεμποδίζοντας, εναντίον της καλής πίστης την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του, άλλως ενεργώντας κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του αρμοδίου προς προαγωγή οργάνου της.
Με βάση τα παραπάνω, ο ενάγων ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη έπρεπε να τον προαγάγει στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 1-1-2002, άλλως από 1-1-2003, άλλως από 1-1-2005 και ακολούθως στο βαθμό του Διευθυντή από 1-1-2005, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τις προκύπτουσες, λόγω μη προαγωγής του, μισθολογικές διαφορές, νομιμοτόκως από τη δήλη ημέρα καταβολής τους και γ) μετά από παραδεκτή μεταβολή (άρθρο 223 ΚΠολΔ) ότι η εναγομένη του οφείλει ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 3.000 ευρώ, λόγω παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς του.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 92/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού κρίθηκε ορισμένη, πλην του κονδυλίου περί καταβολής των μισθολογικών διαφορών το οποίο κρίθηκε απορριπτέο ως αόριστο, και νόμιμη κατά τα λοιπά, έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως προς την κύρια βάση της ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνωρίστηκε ότι ο ενάγων έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 1-1-2002 και στο βαθμό του Διευθυντή από 1- 1-2005 καθώς και ότι η εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, έχει υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 1.500 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η αναιρεσείουσα και το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις 11 /8/ 1976 ως υπάλληλος με το βαθμό του δόκιμου λογιστή και μετά από διαδοχικές προαγωγές αποχώρησε από την εναγομένη στις 15/2/2007 λόγω συνταξιοδοτήσεως, κατέχοντας κατά την αποχώρησή του το βαθμό του τμηματάρχη Β' από 1/1/1992 και το βαθμό του τμηματάρχη Α' από 1/1/1999.
Με την 5000/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναγνωρίστηκε ότι ο ενάγων έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του τμηματάρχη Α' από 1/1/1995 και στο βαθμό του υποδιευθυντή Β' από 1/1/1998. Είναι απόφοιτος του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΑΣΟΕΕ) γνωρίζει επαρκώς την Αγγλική γλώσσα χωρίς να διαθέτει πτυχίο και είναι άριστος χρήστης ηλεκτρονικών υπολογιστών.
Από την πρόσληψή του μέχρι το έτος 1982 υπηρέτησε σε διάφορα τμήματα της εναγομένης και σε διάφορα καταστήματα . Από το έτος 1982 μέχρι το 1985 ήταν αποσπασμένος ως εκλεγμένο μέλος σε διάφορα συλλογικά όργανα των εργαζομένων στην Τράπεζα. Το έτος 1985 τοποθετήθηκε στο κατάστημα λεωφόρου Αλεξάνδρας στο τμήμα Συναλλάγματος και το έτος 1987 στο τμήμα Χορηγήσεων του καταστήματος Νίκαιας.
Θέση Ευθύνης ανέλαβε το έτος 1988 ως προϊστάμενος καταθέσεων στο κατάστημα Νίκαιας με δικαίωμα Β' υπογραφής, ενώ τη διετία 1994 - 1996 υπηρέτησε στο κατάστημα Πειραιώς στο τμήμα Χορηγήσεων με δικαίωμα Β' υπογραφής από το έτος 1995.Το έτος 1996 τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση Εκσυγχρονισμού και Οργάνωσης ως Αναλυτής με δικαίωμα Β' υπογραφής ,δηλαδή σε ένα ιδιαίτερα νευραλγικό τομέα της Τράπεζας με πολύπλευρο και πολύπλοκο αντικείμενο εργασιών ,όπως η εγκατάσταση, υποστήριξη και βελτίωση μηχανογραφικών σε όλο το δίκτυο, η λογιστική παρακολούθηση των εφαρμογών αυτών, η έκδοση σχετικών εγκυκλίων και η εκπαίδευση πάνω στο αντικείμενο αυτό, μέσω σεμιναρίων των προϊσταμένων και υπαλλήλων του δικτύου και η εκπόνηση διαδικασιών για νέα τραπεζικά προϊόντα.
Με την ... πράξη της διοίκησης της εναγομένης ο ενάγων τοποθετήθηκε προϊστάμενος του τμήματος Ηλεκτρονικής Διαχείρισης Κειμένων της Υποδιεύθυνσης Διοικητικής Οργάνωσης της Διεύθυνσης Εκσυγχρονισμού και Οργάνωσης με δικαίωμα Β' υπογραφής, όπου υπηρέτησε μέχρι την αποχώρησή του λόγω συνταξιοδοτήσεως, το Φεβρουάριο του 2007.
Παρακολούθησε τέσσερα σεμινάρια: 1) από 21/9/1987 έως 1/-10/1987 με θέμα "Τραπεζικό Μάρκετινγκ", 2) το 1991 σεμινάρια με θέματα "Underwriting, factoring - forfeiting, leising, Αμοιβαία Κεφάλαια", 3) τον Οκτώβριο του 1991 σεμινάριο με θέμα " Underwriting ", 4) το Νοέμβριο του 1996 το σεμινάριο με θέμα "Εγγυητικές Επιστολές Εξωτερικού". Επίσης το έτος 1998 ήταν εισηγητής στο σεμινάριο με θέμα "Διημερίδα στη μηχανοργάνωση διαδικασιών εγγυητικών επιστολών".
Στα δελτία αξιολόγησης από το έτος 1991 έως και 30/9/2004 χαρακτηρίζεται ως "εξαίρετος" με άριστη βαθμολογία και προτείνεται για προαγωγή κατ' εκλογή. Όσον αφορά την πειθαρχική κατάσταση του ενάγοντος δέχεται το Εφετείο, ότι αποδείχθηκε, ότι τιμωρήθηκε πειθαρχικά στις 20/6/1978 με την ποινή της έγγραφης επίπληξης με την 4058/1978 διαταγή του Αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή της εναγομένης και με την 10/1981 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου επιβλήθηκε σ' αυτόν εξάμηνη παύση, η οποία επικυρώθηκε από το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο.
Η ποινή αυτή ανεστάλη με απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 58/1156/77 της Διεύθυνσης Εργασίας, Διαμέρισμα Πειραιώς της Νομαρχίας Αττικής όπου προσέφυγε ο ενάγων, με συνέπεια η ποινή αυτή να θεωρείται ως μηδέποτε επιβληθείσα. Συνεχίζει το Εφετείο, ότι κατά τις προαγωγικές κρίσεις έτους 2002 για την πλήρωση κενών θέσεων Υποδιευθυντών Α' με αρχαιότητα από 1/1/2002, το Διοικητικό Συμβούλιο της τελευταίας, ως αρμόδιο όργανο ,προήγαγε κατ' εκλογή στον παραπάνω βαθμό, μεταξύ των άλλων προτεινομένων από τον ενάγοντα προς σύγκριση ομοιόβαθμων συναδέλφων του και α) την Ε.
Τ. και β) τον Φ. Τ., οι οποίοι είχαν τα ακόλουθα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα: α) Η Ε. Τ., προσλήφθηκε από την εναγομένη την 1/8/1967 ως υπάλληλος του Λογιστικού Τμήματος , προήχθη στο βαθμό Β' από 1/1/1999 και αποχώρησε από την τράπεζα λόγω συνταξιοδότησης. Είναι απόφοιτος Λυκείου, δεν γνωρίζει ξένες γλώσσες, δεν κάνει χρήση Ηλεκτρονικών Υπολογιστών, ούτε έχει παρακολουθήσει επιμορφωτικά σεμινάρια.
Τοποθετήθηκε ως Προϊσταμένη με δικαίωμα Β' υπογραφής τον Ιανουάριο του έτους 1990 στη Διεύθυνση Διοικητικού και το Φεβρουάριο του έτους 1994 στη Διεύθυνση Λογιστηρίου. Στα δελτία αξιολόγησης χαρακτηρίζεται ως εξαίρετη, β) ο Φ. Τ., προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 8/5/1973 και προήχθη στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β' από 1/1/1999.
Είναι απόφοιτος Λυκείου, δεν γνωρίζει ξένες γλώσσες, ούτε ηλεκτρονικούς υπολογιστές και έχει παρακολουθήσει ένα επιμορφωτικό σεμινάριο από 18/2/1992 έως 25/2/1992 με θέμα "Εκπαίδευση Εκπαιδευτών" που οργανώθηκε από τη Διεύθυνση Οργάνωσης-Εκπαίδευσης της εναγομένης. Υπηρέτησε στα Τμήματα καταθέσεων, χορηγήσεων και λογιστηρίου στα καταστήματα Κεντρικό, Πειραιά και Χαλανδρίου αντίστοιχα.
Την 6/.../1989 τοποθετήθηκε Προϊστάμενος με δικαίωμα Β' υπογραφής στο Τμήμα καταθέσεων κιν. Κεφαλαίων, στο Κατάστημα Χαλανδρίου και από το έτος 1990 είναι αποσπασμένος ως συνδικαλιστής και για το λόγο αυτό δεν έχουν συνταχθεί γι' αυτόν δελτία αξιολόγησης .Συγκεκριμένα το έτος 1992 εκλέχθηκε ως μέλος του Δ.Σ. του Ταμείου Ασφαλίσεως Ασθενείας Προσωπικού Τραπεζών και αντιπρόεδρος, εκπρόσωπος της Τράπεζας από την πλευρά των ασφαλισμένων.
Τα έτη 1995 και 1998 εκλέχθηκε ως μέλος με τριετή θητεία στο Δ.Σ. του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Αθήνας , την τριετία δε 1995-1996 διετέλεσε αναπληρωτής Γ ενικός Γραμματέας ΕΚΑ και τον Μάρτιο του 1999 εκλέχθηκε μέλος του Δ.Σ. του ΤΑΠΓΓΕ. Από τη συγκριτική αντιπαράθεση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντος με εκείνα των ανωτέρω συναδέλφων του προκύπτουν , συνεχίζει το Εφετείο, τα ακόλουθα :
Ο ενάγων υπερτερεί των συγκρινόμενων συναδέλφων του, ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα, καθόσον προήχθη στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β' από 1/1/1998, ενώ οι τελευταίοι από 1/1/1999, ως προς τους τίτλους σπουδών, διότι είναι πτυχιούχος ΑΕΙ και μάλιστα οικονομικών Επιστημών (ΑΣΟΕΕ), απόλυτα σχετικής με το αντικείμενο εργασίας του, ενώ οι συγκρινόμενοι είναι απόφοιτοι Λυκείου, ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών και τη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών ,αφού γνωρίζει επαρκώς την Αγγλική γλώσσα και έχει άριστη γνώση Η/Υ σε αντίθετη με τους συγκρινόμενους οι οποίοι δεν γνωρίζουν ξένη γλώσσα ούτε Η/Υ και ως προς την επιμόρφωση.
Υπερτερεί επίσης ως προς την αξιολόγηση από τον συγκρινόμενο Φ. Τ. καθόσον γι' αυτόν δεν έχουν συνταχθεί δελτία αξιολόγησης και ισοδυναμεί ως προς την αξιολόγηση με τη συγκρινόμενη Ε. Τ., αφού και οι δύο χαρακτηρίζονται εξαίρετοι. Υστερεί ο ενάγων των συγκρινομένων συναδέλφων του ως προς τη γενική αρχαιότητα, καθόσον προσλήφθηκε στις 11/8/1976 ενώ οι τελευταίοι προσλήφθηκαν την 1/8/1967 και 8/5/1973 αντίστοιχα.
Επιπλέον ως προς το αποφασιστικής σημασίας κριτήριο της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, ο ενάγων υπερτερεί καταφανώς των συγκρινομένων ως άνω συναδέλφων του, καθόσον ανατέθηκαν σ' αυτόν για πρώτη φορά υπεύθυνα καθήκοντα νωρίτερα, από το έτος 1988, δηλαδή δώδεκα έτη μετά την πρόσληψή του, ενώ στη συγκρινόμενη Ε.
Τ. το έτος 1990, δηλαδή είκοσι τρία έτη μετά την πρόσληψή της και στο συγκρινόμενο Φ. Τ. το έτος 1988, δηλαδή δεκαέξι έτη μετά την πρόσληψή του, η δε απασχόληση του ενάγοντος, σε διαφορετικά τμήματα και καταστήματα της εναγομένης και ιδιαίτερα η από το έτος 1996 τοποθέτηση αυτού ως αναλυτή με δικαίωμα Β' υπογραφής στη Διεύθυνση Εκσυγχρονισμού και Οργάνωσης και η δραστηριότητα που επέδειξε κατά την άσκηση των καθηκόντων του, προσέδωσαν σ' αυτόν ιδιαίτερη τραπεζική εμπειρία και ευρύτητα στη γνώση των τραπεζικών εργασιών, η οποία έχει βαρύνουσα σημασία στις συγκεκριμένες προαγωγικές κρίσεις, σε σχέση με την αναφερθείσα πιο πάνω τραπεζική εμπειρία της Ε.
Τ. και σε αντίθεση με τον Φ. Τ., ο οποίος από το έτος 1990 δεν ασκούσε τραπεζικά καθήκοντα αφού ήταν αποσπασμένος και παρείχε τις υπηρεσίες του ως συνδικαλιστής. Απ' όλα τα παραπάνω, δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι ο ενάγων υπερείχε καταφανώς έναντι των συναδέλφων του ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, συνολικά σταθμιζόμενα και εκτιμώμενα ανάλογα με τη βαρύτητά τους, πληρούσε δε αυτός όλες τις προϋποθέσεις προαγωγής κατά τις διατάξεις του Οργανισμού Προσωπικού της εναγομένης και καταλήγει ότι η μη προαγωγή του ενάγοντος στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από την 1/1/2002 κατά τις ένδικές προαγωγικές κρίσεις υπήρξε κατάφωρα άδικη και αντίθετη με την καλή πίστη, αφού τα αρμόδια όργανα της εναγομένης και ειδικότερα το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής, παρακώλυσε την πλήρωση της αιρέσεως από την οποία είχε εξαρτηθεί η προαγωγή του ενάγοντος στον ανωτέρω βαθμό κατά τρόπο που αντιβαίνει στην καλή πίστη .
Δέχεται ακολούθως το Εφετείο ότι κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2006 για το βαθμό του Διευθυντή από 1/1/2005 που ανακοινώθηκαν με τις 44/27/7/2006 και 69/4/12/2006 εγκυκλίους του Διευθυντή του Τομέα Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού και Εκπαίδευσης της εναγομένης, η εναγομένη παρέλειψε να προαγάγει τον ενάγοντα ενώ προήγαγε στον ανωτέρω βαθμό τους προτεινόμενους προς σύγκριση από τον ενάγοντα συναδέλφους του Φ.
Τ. και Γ. Λ. . Ο ενάγων, αν είχε προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 1/1/2002 κατά τις ένδικες ως άνω προ-αγωγικές κρίσεις θα είχε συμπληρώσει τον απαιτούμενο για την προαγωγή του στον επόμενο βαθμό χρόνο (τριετία) και ο οποίος συνέχισε να απασχολείται στην εναγομένη, μάλιστα από 11/12/2003 και μέχρι την αποχώρησή του από την Τράπεζα, ασκώντας καθήκοντα Προϊσταμένου του Τμήματος Ηλεκτρονικής Διαχείρισης Κειμένων της Υποδιεύθυνσης Διοικητικής Οργάνωσης της Διεύθυνσης Εκσυγχρονισμού και Οργάνωσης της εναγομένης, με δικαίωμα Β' υπογραφής, υπερείχε καταφανώς ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του συγκρινόμενου και προαχθέντος σε θέση Διευθυντή συναδέλφου του Φ.
Τ. .σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν ασκούσε κατά το κρίσιμο προ της ως άνω προαγωγής χρονικό διάστημα , τραπεζικά καθήκοντα αλλά συνέχισε να είναι αποσπασμένος ως συνδικαλιστής.
Συνεπώς, καταλήγει το Εφετείο, η μη προαγωγή του ενάγοντος στο βαθμό του Διευθυντή από 1/1/2005 κατά τις ένδικες προαγωγικές κρίσεις , μολονότι πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις προαγωγής, υπήρξε κατάφωρα άδικη και αντίθετη με την καλή πίστη, αφού το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης, ως αρμόδιο όργανο αυτής, παρακώλυσε την πλήρωση της αιρέσεως από την οποία είχε εξαρτηθεί η προαγωγή του ενάγοντος στον ανώτερο βαθμό κατά τρόπο που αντιβαίνει στην καλή πίστη.
Με βάση αυτά το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που δέχθηκε την αγωγή του ενάγοντος με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη έπρεπε να τον προαγάγει στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 1/1/2002 και στο βαθμό του Διευθυντή από 1/1/2005. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παραβίασε τις ως άνω περί προαγωγής των υπαλλήλων της εναγομένης ουσιαστικές διατάξεις του έχοντος συμβατική ισχύ Οργανισμού Προσωπικού της, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, ως προς την προαγωγή του ενάγοντος στους βαθμούς του Υποδιευθυντή Α' την 1-1-2002 και του Διευθυντή, την 1-1-12005.
Τούτο διότι, αφενός ο αναιρεσίβλητος δεν είχε ασκήσει, μέχρι το 2002 καθήκοντα Υποδιευθυντή Β', αφού η απόφαση του Εφετείου Αθηνών (5000/2004), με την οποία αναγνωρίστηκε ότι έπρεπε να προαχθεί στον επόμενη βαθμό, δημοσιεύτηκε μεταγενέστερα, αφετέρου ούτε καθήκοντα Υποδιευθυντή Α', είχε ασκήσει, μέχρι την 1-1-2005, που αναγνωρίστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του Διευθυντή, καθόσον και στην περίπτωση αυτή η απόφαση δημοσιεύτηκε μεταγενέστερα (24-7-2012).
Επομένως, και στις δυο περιπτώσεις δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο του η απαιτούμενη από τον Οργανισμό Προσωπικού της εναγομένης (άρθρο 30 και 32) προϋπόθεση της πραγματικής τριετούς ευδόκιμης υπηρεσίας στους προηγούμενους βαθμούς (Υποδιευθυντή Β' και Α') και εκείνων στους οποίους ζητούσε με την αγωγή του να προαχθεί, δηλαδή στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' και στη συνέχεια σε εκείνον του Διευθυντή, ώστε νομίμως να είναι επιτρεπτό να συμπεριληφθεί στους υποψηφίους προς προαγωγή, στους βαθμούς αυτούς, υπαλλήλους της αναιρεσείουσας και να συγκριθεί με αυτούς.
Κατά συνέπεια, ο συναφής, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, είναι βάσιμος και πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί στο σύνολο της, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 4052/2012, προκύπτει ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκαση της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αγωγή, με το προεκτεθέν περιεχόμενο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, δεν είναι νόμιμη, κατά την κύρια (εκ συμβάσεως) βάση της, αλλά και την επικουρική ( εκ του άρθρου 281 ΑΚ), δεδομένου ότι, εφόσον ο ενάγων δεν πληρούσε τις, κατά τον κανονισμό της εναγομένης, προϋποθέσεις για την προαγωγή του, δεν νοείται καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της τελευταίας, με τη μη προαγωγή του.
Επομένως, δεν υφίσταται στάδιο περαιτέρω έρευνας της υπόθεσης. Επιβάλλεται λοιπόν, να κρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο τούτο και να απορριφθεί η αγωγή. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, που ηττήθηκε στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 4033/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει την από 25/2/2009 έφεση, κατά της υπ' αρ. 92/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Δέχεται τυπικά και κατ' ουσία την έφεση.
Εξαφανίζει την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση.
Απορρίπτει την από 17-5-2007 και με αρ. κατάθεσης 114955/2041/21- 5-2007 αγωγή.
Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό δυο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2014. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ