Supreme Court dismisses appeal against insurance company's liability in traffic accident case due to lack of legal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the lower court's judgment in a traffic accident liability case. The court found that the appellate court correctly applied substantive law regarding fault and causation, rejecting the insurer's arguments as inadmissible attacks on the trial court's evidence assessment. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the insurer was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code; Article 561 of the Code of Civil Procedure: Liability for tort requires fault, illegality, and causal link; appeals challenging the trial court's evaluation of evidence are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1267 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1267/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "PERSONAL INSURANCE Α.Ε.Γ.Α", η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Νίκο Οικονόμου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Σ. Ι. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Σπυρίδωνα Βελλή, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ,2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και 15-7-2008 αγωγή και την από 26-5-2009 προσεπίκληση- παρεμπίπτουσα αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 262/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 262/2012 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-1-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Ρουμπής, ανέγνωσε την από 9-5-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη αμφοτέρων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας εσωτερικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναγόμενου απ' αυτές συμπεράσματος γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη οριστική απόφασή του δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα περιστατικά: "Στις 27-10-2007 και ώρα 02.48 π.μ. η ενάγουσα οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο της μάρκας RENAULT τύπου MODS της ιδιοκτησίας της με σκοπό να εξέλθει από το πάρκινγκ του Συνεδριακού Κέντρου "DU LAC" της πόλης των Ιωαννίνων προκειμένου να κατευθυνθεί μέσω της οδού Ακτής Μιαούλη στην έξοδο της πόλης.
Όταν η τελευταία έφθασε στην έξοδο του παραπάνω χώρου στάθμευσης, στο σημείο που συναντά την Ακτή Μιαούλη ακινητοποίησε το αυτοκίνητό της για να ελέγξει αν υπήρχε κίνηση οχημάτων ή πεζών στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, όπου είχε πρόθεση να εισέλθει αφού διέσχιζε απόσταση 70 περίπου μέτρων για να πραγματοποιήσει αναστροφή προς τα αριστερά κάθετα στο σημείο που η Ακτή Μιαούλη τέμνεται από την οδό Γ.
Ίκκου. Η οδός Ακτή Μιαούλη είναι διπλής κατεύθυνσης με ανώτατο όριο ταχύτητας τα 50 χιλιόμετρα και διαχωρίζεται με διαχωριστική νησίδα η οποία διακόπτεται στο ύψος που η οδός αυτή τέμνεται κάθετα από την οδό Ίκκου, όπου επιτρέπεται η στροφή οχημάτων προ τα αριστερά. Όταν η ενάγουσα διαπίστωσε ότι το τμήμα του οδοστρώματος της οδού Μιαούλη, στο οποίο είχε πρόθεση να κινηθεί ήταν ελεύθερο από οχήματα και πεζούς, εισήλθε σ' αυτό και αφού κατέλαβε το αριστερό τμήμα του ρεύματος κυκλοφορίας της κινήθηκε επ' αυτής, έχοντας προηγουμένως γνωστοποιήσει έγκαιρα με τη χρήση των αριστερών δεικτών του αυτοκινήτου της την πρόθεσή της να πραγματοποιήσει αναστροφή προς τα αριστερά, στο σημείο που η Ακτή Μιαούλη τέμνεται κάθετα από την προέκταση της οδού Γ.
Ίκκου. Μόλις το αυτοκίνητο της ενάγουσας έλαβε την κατάλληλη θέση για να πραγματοποιήσει την αναστροφή και ήταν έτοιμο να εισέλθει ολόκληρο στο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Ακτή Μιαούλη που προορίζεται για τα αυτοκίνητα που κινούνταν προς την πόλη των Ιωαννίνων, ο πρώτος εφεσίβλητος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφ. ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο της αποκλειστικής κυριότητας, νομής και κατοχής του, που ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη των εφεσίβλητων Ασφαλιστική Εταιρεία "PERSONAL Α.Ε.", κινούμενος με ταχύτητα εξήντα τριών (63) χιλιομέτρων ανά ώρα στο αριστερό τμήμα του οδοστρώματος εκείνου του ρεύματος κυκλοφορίας της οδού Ακτή Μιαούλη, που προορίζεται για τα αυτοκίνητα που κινούνται προς την έξοδο της πόλης και την οδό Βογιάννου, επέπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του στην πίσω αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου της ενάγουσας και συγκεκριμένα στην αριστερή του πόρτα στο ύψος του αριστερού τροχού.
Από την παραπάνω σύγκρουση η ενάγουσα τραυματίστηκε σοβαρά, όπως παρακάτω αναφέρεται, το δε αυτοκίνητό της ενόψει της θέσης την οποία είχε επί του οδοστρώματος περιστράφηκε γύρω από τον άξονά του και στην συνέχεια επέπεσε στην πίσω πλευρά της κολόνας που υπάρχει επί της διαχωριστικής νησίδας που ξεκινά από το σημείο που τελειώνει η ως άνω διασταύρωση, όπου και ακινητοποιήθηκε, έχοντας τη μούρη του στραμμένη λοξά αριστερά προς την οδό Γ.
Ίκκου και έχοντας καταστραφεί ολοσχερώς. Συγκεκριμένα το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του Ν. Φ. επέπεσε με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά του στην αριστερή πίσω πλευρά του υπ' αριθ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου της Σ. Μ., προκαλώντας παραμόρφωση του κάτω μέρους της αριστερής πίσω πόρτας, εκτεταμένες ζημιές στο αριστερό πίσω φτερό του και στον ουρανό του και ζημία στο αριστερό μέρος του προφυλακτήρα του (βλ.
την από 27-10-2007 έκθεση αυτοψίας του Ανθ/μου Α. Π. του Τμήματος Τροχαίας Ιωαννίνων σε συνδυασμό με τις προσκομιζόμενες από τους διαδίκους φωτογραφίες που απεικονίζουν τις συγκρουσθείσες επιφάνειες των οχημάτων τους). Η αρχική θέση, η στη συνέχεια κίνηση και πορεία του αυτοκινήτου, η τελική θέση του μετά την σύγκρουση και η κίνηση του ζημιογόνου με αριθ. ...
αυτοκινήτου εμφαίνονται στο επισυναπτόμενο από 27-10-2007 πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνέταξε ο Ανθ/μος Α. Π.. Την συγκεκριμένη ημέρα και ώρα η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή, ο τεχνικός φωτισμός επαρκής, η ορατότητα δεν περιορίζονταν και το οδόστρωμα ήταν υγρό, αφού ψιχάλιζε, το δε επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στο σημείο ανέρχεται σε 50 χλμ/ώρα, δεδομένου ότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή.
Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται επί της οδού Ακτής Μιαούλη με κατεύθυνση προς την οδό Βογιάννου, στο αριστερό τμήμα αυτής, παραπλεύρως της διακοπής της διαχωριστικής νησίδας 3,5 περίπου μέτρα μετά την είσοδο στον κόμβο, σε σχέση με την πορεία του Ν. Φ., προσδιορίζεται δε το σημείο σύγκρουσης στην έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα που συνέταξε ο Ανθ/μος Α.
Π.. Πιο συγκεκριμένα το αυτοκίνητο της ενάγουσας ακινητοποιήθηκε σε πλάγια θέση με κλίση προς τα δεξιά, ήτοι προς το άνοιγμα της διαχωριστικής νησίδας, με μέτωπο στην οδό Ακτή Μιαούλη, στο ρεύμα πορείας αυτής με κατεύθυνση προς την οδό Βογιάννου, καταλαμβάνοντας με το μισό και πλέον εμπρόσθιο μέρος του, τμήμα αυτού του ρεύματος και σε απόσταση περί τα 7-8 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης.
Το δε υπ' αριθ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του Ν. Φ., αφού άφησε στο οδόστρωμα ίχνη τροχοπέδησης μήκους 26,40 μέτρων, πριν από το σημείο σύγκρουσης και παραπλεύρως της διαχωριστικής νησίδας ακινητοποιήθηκε σε πλάγια θέση με κλίση προς τα δεξιά, καταλαμβάνοντας με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του όλο το πλάτος της διακοπής της διαχωριστικής νησίδας, έχοντας μέτωπο προς το ρεύμα πορείας προς την είσοδο της πόλης της οδού Ακτής Μιαούλη και με το πίσω δεξιό τμήμα του να βρίσκεται πλησίον του σημείου σύγκρουσης, ήτοι τα δύο ως άνω αυτοκίνητα ακινητοποιήθηκαν παράλληλα το ένα με το άλλο.
Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού του εναγομένου ότι η ενάγουσα - εκκαλούσα κινούνταν επί της οδού Γ. Ίκκου στο σημείο που τέμνει κάθετα την οδό Ακτή Μιαούλη με κατεύθυνση προς την Ακτή Μιαούλη και ότι παραβίασε την υπάρχουσα στο σημείο εκείνο πινακίδα ΣΤΟΠ εισερχόμενη αιφνιδιαστικά στο ρεύμα κυκλοφορίας που αυτός κινούνταν, με αποτέλεσμα να φράξει κάθετα το δρόμο.
Ενόψει των παραπάνω αναφερομένων, αποκλειστικά υπαίτιος του τροχαίου ατυχήματος που είχε ως αποτέλεσμα το σοβαρό τραυματισμό της ενάγουσας και την καταστροφή του αυτοκινήτου της είναι ο πρώτος των εφεσιβλήτων (Ν.Φ.) που ενήργησε κατά παράβαση των άρθρων 23 παρ.4 και 20 παρ.2 του Κ.Ο.Κ. και πιο συγκεκριμένα ενώ αντιλήφθηκε ότι η ενάγουσα είχε καταστήσει έγκαιρα γνωστή τη πρόθεσή της να ενεργήσει αναστροφή προς τα αριστερά, στο σημείο όπου η οδός Ακτή Μιαούλη τέμνεται κάθετα με την νοητή προέκταση της οδού Γ.
Ίκκου, δεν μείωσε, όπως όφειλε την ταχύτητα του οχήματός του αλλά συνέχισε να κινείται με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα. Απόδειξη της υπερβολικής ταχύτητας με την οποία κινούνταν ήταν τα ίχνη τροχοπέδησης του ζημιογόνου αυτοκινήτου μήκους 26,40 μέτρων, όπως μετρήθηκαν από το τμήμα τροχαίας Ιωαννίνων.
Επί πλέον ο εναγόμενος οδηγός, από αμέλεια και ανεπιτηδειότητα ως προς την οδήγηση, δεν κατέβαλε την προσοχή του μέσου συνετού οδηγού πού όφειλε να καταβάλει κάτω από παρόμοιες συνθήκες, με αποτέλεσμα να μην προβλέψει και να μην αποφύγει το ατύχημα. Ειδικότερα αυτός ενεργώντας κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 του Ν. 2696 /1999, δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε είχε τον πλήρη έλεγχο του αυτοκινήτου του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, επί πλέον δε, ενώ βρισκόταν σε κατοικημένη περιοχή όπου το όριο ταχύτητας ήταν 50 χιλιόμετρα ανά ώρα (άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 2696/1999), κινούνταν με ταχύτητα πάνω από 63 χιλιόμετρα ανά ώρα.
Επίσης, βρέθηκε ότι ο τελευταίος οδηγός οδηγούσε το όχημά του υπό την επήρεια μεγάλης ποσότητας οινοπνεύματος, αφού στο αίμα του οργανισμού του τελευταίου ανιχνεύτηκε με συσκευή αλκοολομέτρου να έχει στην μεν πρώτη μέτρηση 0,49 χιλιοστά του γραμμαρίου στην δε δεύτερη μέτρηση 0,43 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα, όταν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο δεν έπρεπε να υπερβαίνει τα 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου.
Στην ενάγουσα οδηγό Σ. Μ. ανιχνεύτηκε ποσότητα οινοπνεύματος σε ποσοστό 0,13 mg ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα, μετρούμενο με την ίδια ως άνω μέθοδο. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 εδ. β του ισχύοντος Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται, ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0.50 gr/litro και άνω μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου. (Η παράγραφος 7 του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ.
αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 40 παρ.1 του ν. 3542/2007 Φ.Ε.Κ. Α50/2-3-2007 και ισχύει από 3-6-2007). Με βάση τα παραπάνω στην υπό κρίση περίπτωση εφαρμόζεται η παραπάνω διάταξη του νόμου, αφού το αυτοκινητικό ατύχημα συνέβη την 27-10-2007, ήτοι μετά την εφαρμογή της ως άνω διάταξης που ισχύει από 3-6-2007 οπότε θεωρείται ότι ο οδηγός βρισκόταν εν πλήρη μέθη, σύμφωνα με τις ανωτέρω μετρήσεις και ότι η κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο πρώτος εναγόμενος λόγω και της κατανάλωσης του οινοπνεύματος είχε σαν συνέπεια τη διαταραχή των ψυχοπνευματικών του λειτουργιών και τη μείωση της ικανότητάς του περί την οδήγηση.
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το ένδικο ατύχημα οφείλεται όπως αναφέρθηκε παραπάνω, σε αποκλειστική αμέλεια του Ν. Φ.. Συνίσταται δε η αμέλειά του στο ότι αυτός δεν προέβλεψε το ατύχημα λόγω έλλειψης της επιμέλειας και προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, όπως κάθε μέτριος συνετός οδηγός θα κατέβαλε, αν βρισκόταν στη ίδια κατάσταση με βάση τους νομικούς κανόνες και την οποία επιμέλεια, αν επεδείκνυε, θα μπορούσε να προβλέψει το ατύχημα και να το αποφύγει.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε συνυπαιτίους της επίδικης σύγκρουσης αμφότερους τους διαδίκους σε ποσοστό 80% την εκκαλούσα και σε 20% τον Ν. Φ. και αφού συνεκδίκασε τις παραπάνω αγωγές δέχθηκε εν μέρει τις από 15.7.2008 και από 14.12.2007 αγωγές έσφαλε. Γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η από 2.2.2001 έφεση, μεθ' ο παρέλκει η έρευνα των αντεφέσεων.
Ακολούθως πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη ...". Με βάση τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο κατέληξε στην εξαφάνιση της υπ' αρ. 262/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, καθ' ο μέρος αφορούσε τις κύριες αγωγές και κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν δέχθηκε εν μέρει την από 15-7-2008 αγωγή της αναιρεσίβλητης Σ.
Μ. (για το ποσό των 37.701,08 πλέον τόκων και των δικαστικών εξόδων) και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 13.12.2007 αγωγή του Ν. Φ. (όχι διαδίκου στην προκειμένη αναιρετική δίκη). Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη οριστική απόφασή του δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου [Αστικού Κώδικα, ν.
ΓΠΝ/1911, ν. 489/1976 (όσο αφορά την ευθύνη της αναιρεσείουσας) και του ν. 2696/1999] τις οποίες ορθά εφάρμοσε, διέλαβε δε σ' αυτήν (αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του) πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, το Εφετείο λαμβάνοντας υπόψη και συναξιολογώντας όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού Ν.
Φ. στην πρόκληση του επιδίκου αυτοκινητικού τροχαίου ατυχήματος και ως προς το ύψος των ζημιών της παθούσας αναιρεσίβλητης. Επίσης, διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του Ν. Φ. και των επελθόντων επιβλαβών για την παθούσα αναιρεσίβλητη αποτελεσμάτων, για την αποκατάσταση των ζημιών των οποίων είναι συνυπεύθυνη και η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, με συνέπεια να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφάρμοσε και συνεπώς η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Εξάλλου όλες οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που αναφέρει στο αναιρετήριο και ανάγονται σε ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων σε σχέση με τις συνθήκες επέλευσης του επίδικου αυτοκινητικού ατυχήματος και τον απ' αυτές συναγομένου συμπεράσματος είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω οι από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ δύο λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης.
Τέλος πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος επί την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττούμενη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-1-2013 αίτηση της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "PERSONAL INSURANCE ΑΕΓΑ", για αναίρεση της υπ' αρ. 262/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταβάλει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ