Legislator Case Law & Legislation
1267/2011 AI generated

1267/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1267/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1267/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κ.λπ. Τα έγγραφα, ειδικότερα, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 237 παρ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτά στην κατ' έφεση δίκη, αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους γίνει με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις των διαδίκων.

Keywords

AI generated
abandonment of employment expatriation and foreign residence allowances redundancy immediate termination for fraud criminal mismanagement professional misconduct
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1267 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1267/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Ρ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σουμέλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης ξενοδοχειακής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΤΗΡ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΤΗΡ ΠΑΛΛΑΣ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Η 2η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κατσαρό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η 1η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-4-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1887/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5167/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-12-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 3-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 1728 Γ'/24-8-2010 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς ... προκύπτει ότι, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ν. Ρ., επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "ΑΣΤΗΡ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Η αναιρεσίβλητη όμως αυτή (πρώτη), όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίσθηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε πληρεξούσιος δικηγόρος αυτής κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της πρώτης αναιρεσίβλητης, σαν να ήταν και αυτή παρούσα, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Κατά μεν την διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά δε την διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.

Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 591 παράγρ. 1 εδάφ. α' ΚΠολΔ, και στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, εφόσον δεν αντίκεινται στις ειδικές διατάξεις των άρθρων 670 - 671, 674 παρ. 2 ΚΠολΔ, που ρυθμίζουν την ενώπιον του Εφετείου απόδειξη κατά την διαδικασία αυτή. Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτόδικα, είτε αυτά που υποβλήθηκαν μεν πρωτόδικα, αλλά απαράδεκτα, όπως λ.χ.

εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κ.λπ. Τα έγγραφα, ειδικότερα, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 237 παρ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτά στην κατ' έφεση δίκη, αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους γίνει με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις των διαδίκων.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις παραδεκτώς, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ελεγχόμενες προτάσεις, που υπέβαλε η δεύτερη εναγομένη, ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ενώπιον του Εφετείου, ρητώς επικαλέσθηκε αυτή και προσκόμισε τους ισολογισμούς χρήσης των ετών 2003 - 2006 και την από 4-12-2007 βεβαίωση του Οικονομικού Διευθυντή της, χωρίς να δεχθεί το Εφετείο και ότι τα έγγραφα αυτά είχαν προσκομισθεί εκπρόθεσμα στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.

Επομένως, τα εν λόγω έγγραφα ήταν παραδεκτά ενώπιον του Εφετείου και νομίμως λήφθηκαν υπόψη, έστω και αν ήταν απαράδεκτα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Ο πρώτος, συνεπώς, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση των από τους αριθμούς 11 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμελειών, προβάλλεται πράγματι η από το άρθρο 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος στο σύνολό του.

Ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, για λήψη υπόψη από το Εφετείο ουσιωδών πραγμάτων που δεν προτάθηκαν νομίμως, ήτοι του ισχυρισμού της δεύτερης αναιρεσίβλητης ότι η απόλυση του αναιρεσείοντος οφείλεται σε οικονομοτεχνικούς λόγους, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου η δεύτερη αναιρεσίβλητη, ισχυρίσθηκε αυτή, προς υπεράσπισή της κατά της εφέσεως του αντιδίκου της, ότι πραγματική αιτία της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος ήταν λόγοι οικονομοτεχνικοί και συγκεκριμένα η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της επιχειρήσεως και η μείωση του προσωπικού της, προκειμένου να διασφαλισθεί η βιωσιμότητά της, ενόψει της κακής οικονομικής πορείας της εταιρείας, οι ζημίες της οποίας ανήλθαν το έτος 2003 σε 3.224.000 ευρώ, το έτος 2005 σε 6.680.000 ευρώ και το έτος 2006 σε 13.158.000 ευρώ, ενώ αρνητικοί ήταν επίσης και οι ισολογισμοί των προηγούμενων ετών, με εξαίρεση τον ισολογισμό του έτους διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων (2004), που η εταιρεία είχε κέρδη 194.951 ευρώ.

Επομένως, και το Εφετείο που δέχθηκε ανελέγκτως ότι πράγματι ο αναιρεσείων απολύθηκε στις 26-1-2007 για λόγους οικονομοτεχνικούς, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. Η καταγγελία συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας είναι άκυρη ως καταχρηστική όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος (άρθρ. 281 ΑΚ).

Τέτοια προφανή υπέρβαση ενέχει η καταγγελία που υπαγορεύτηκε από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το πρόσωπο του εργαζομένου, συνεπεία προηγούμενης συμπεριφοράς του μη αρεστής στον εργοδότη, όπως είναι η διεκδίκηση των εκ της εργασιακής του σχέσεως νομίμων δικαιωμάτων του. Η καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως για λόγους οικονομοτεχνικούς, δηλαδή ως μέτρο οργανωτικό ή αναδιαρθρωτικό ή οικονομικό που αποφασίστηκε από τον εργοδότη στα πλαίσια του διευθυντικού του δικαιώματος, δεν είναι καταχρηστική.

Δυνατόν όμως η καταγγελία για τέτοιους λόγους να αντιβαίνει στις αρχές της καλόπιστης εκπληρώσεως της παροχής (άρθρ. 288 ΑΚ). Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, προκειμένου να επιλέξει τους μισθωτούς που πρέπει να απολυθούν, παραλείπει να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας, ηλικίας, οικονομικής και οικογενειακής καταστάσεως κάθε μισθωτού, της αποδοτικότητάς του και την δυνατότητα εξεύρεσης από αυτόν άλλης εργασίας, όπως επιβάλλεται από το καθήκον προνοίας που βαρύνει τον εργοδότη, σύμφωνα με τα άρθρα 651, 657 - 658, 660, 662 - 667, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 200, 281 ΑΚ και τις συναφείς διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, επιτάσσει δε την απόλυση εκείνων για τους οποίους το μέτρο αυτό θα είναι λιγότερο επαχθές.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, κρίνοντας επί αγωγής με την οποία ο ήδη αναιρεσείων ισχυριζόταν ότι η απόλυσή του ήταν καταχρηστική, διότι είχε γίνει από εχθρότητα και εκδίκηση εξαιτίας του ότι διεκδίκησε τα εκ της εργασιακής του σχέσεως νόμιμα δικαιώματά του, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αυτός απολύθηκε για λόγους οικονομοτεχνικούς (πτωτικής οικονομικής πορείας, αναδιοργάνωσης των υπηρεσιών, κατάργησης θέσεων, ανάθεσης της διαχειρίσεως σε εταιρεία Αμερικανικών συμφερόντων), και όχι από εκδίκηση ή εχθρότητα, δεν ασχολήθηκε δε το Εφετείο με την τήρηση κριτηρίων επιλογής απολυτέων, διότι η αγωγή δεν είχε ούτε επικουρικώς τέτοια βάση.

Επομένως, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, και κατά το τρίτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, αφού οι ισχυρισμοί που φέρονται ως μη ληφθέντες υπόψη, αναγόμενοι σε κριτήρια επιλογής απολυτέων επί απολύσεων για λόγους οικονομοτεχνικούς, είναι αλυσιτελείς.

Εξάλλου δε, ο λόγος αυτός (δεύτερος), κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση και διότι, παραλείποντας να ερευνήσει την συνδρομή των όρων απολύσεως για οικονομοτεχνικούς λόγους, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού οι διατάξεις αυτές, λόγω ελλείψεως αντίστοιχης ιστορικής βάσης στην ένδικη αγωγή, δεν είχαν έδαφος εφαρμογής, αλλά ούτε εφαρμόσθηκαν και ως εκ τούτου δεν δημιουργείται λόγος αναιρέσεως ούτε από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του, πλήττεται επίσης η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διότι παρείδε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι είναι πατέρας και μοναδικό στήριγμα τριών ανηλίκων θυγατέρων που σπουδάζουν, είχε δε μοναδικό πόρο ζωής τις αποδοχές από την εργασία του, ότι με τις αποδοχές του αυτές εξυπηρετούσε στεγαστικά δάνειά του σε τράπεζες, ότι είναι ηλικίας 57 ετών και επομένως πολύ δύσκολα, αν όχι καθόλου, θα μπορέσει να βρει κάποια άλλη εργασία και ότι χρειάζεται ακόμη πέντε έτη εργασίας και ασφαλιστικής κάλυψης για να μπορέσει να πάρει πλήρη σύνταξη.

Η αιτίαση αυτή, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτη, διότι δεν πρόκειται για αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά για απλό αποδεικτικό επιχείρημα που αναφέρεται στο καταχρηστικό της απολύσεως του αναιρεσείοντος.

Ομοίως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διότι, με την επίκληση της διαλαμβανόμενης στο λόγο αυτό αιτίασης, δεν ευρίσκει πεδίο εφαρμογής η παραπάνω διάταξη στην ένδικη υπόθεση.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη γεγονότος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά αυτά μέσα.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός χωριστά και χωρίς διάκριση από ποία μέσα προκύπτει άμεση και από ποία έμμεση απόδειξη. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά μέσα (έγγραφα και την κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου του μάρτυρα Κ.

Ε.), που νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου ο αναιρεσείων προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του και των λόγων της έφεσής του. Από την βεβαίωση του Εφετείου, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως εκείνου του Δικαστηρίου, την νομίμως ληφθείσα 11661/24-11-2008 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, για τον σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσης του, έλαβε υπόψη του και τα φερόμενα ως παραλειφθέντα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση ενός εκάστου.

Επομένως, ο λόγος αυτός, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 669 ΑΚ, η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής σύμβασης αποτελεί δικαίωμα και του εργοδότη και του μισθωτού, είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία που δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται από τον καταγγέλλοντα και η άσκηση του δικαιώματος αυτού υπόκειται μόνο στον περιορισμό από το άρθρο 281 ΑΚ, ενώ, περαιτέρω, αν δεν αποδειχθούν, από τον φέροντα το βάρος της αποδείξεως μισθωτό που απολύθηκε, τα συνιστώντα την υπό τούτου επικαλούμενη καταχρηστική απόλυσή του περιστατικά, τότε η αγωγή του απορρίπτεται κατ' ουσίαν, χωρίς να χρειάζεται για το κύρος της εργοδοτικής καταγγελίας ο καθορισμός της πραγματικής αιτίας ή των κινήτρων αυτής.

Εξάλλου δε, από τον συνδυασμό των άρθρων 281 ΑΚ και 262, 269 και 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν ο ισχυρισμός περί καταχρηστικής ασκήσεως του προς καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως δικαιώματος του εργοδότη στοιχειοθετείται από πλείονα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς ορώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά, υποβαλλόμενα συγχρόνως για το παραδεκτό του άνω αγωγικού ισχυρισμού με το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, αποτελούν, το καθένα χωριστά, "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, η μη λήψη δε υπόψη ενός από αυτά, εφόσον βέβαια προβάλλονται ορισμένως κατά τρόπον που να συνδέονται με τον όλο ισχυρισμό και να τον προσδιορίζουν, στοιχειοθετεί τον λόγο αναιρέσεως από την τελευταία ως άνω διάταξη.

Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος, από την διάταξη αυτή, λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να κριθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, όχι όμως και όταν οι ελλείψεις ή αντιφάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο όμως στην απόφαση εκτίθεται σαφώς.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Ο αναιρεσείων - ενάγων προσλήφθηκε στις 15-11-1977 από την πρώτη αναιρεσίβλητη - εναγομένη εταιρεία "ΑΣΤΗΡ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ως υπάλληλος αυτής, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Την εταιρεία αυτή διαδέχθηκε στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών της η δεύτερη αναιρεσίβλητη - εναγομένη εταιρεία "ΑΣΤΗΡ ΠΑΛΛΑΣ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία έτσι υπεισήλθε ως εργοδότης στην εργασιακή σύμβαση του αναιρεσείοντος. Από 1-4-1987 ο αναιρεσείων ανέλαβε καθήκοντα υποδιευθυντή, με αρμοδιότητα τις δημόσιες σχέσεις και τις πωλήσεις, στο συγκρότημα ξενοδοχείων της επιχειρήσεως στην Ακτή Βουλιαγμένης.

Από 10-6-2003 ανατέθηκαν σ' αυτόν καθήκοντα υποδιευθυντή, αρμόδιου για την ασφάλεια του παραπάνω συγκροτήματος, και από 8-4-2004 του ανατέθηκαν τα καθήκοντα του υποδιευθυντή, με αρμοδιότητα τον συντονισμό του εκπαιδευτικού προγράμματος του προσωπικού και την ασφάλεια των εγκαταστάσεων του εν λόγω συγκροτήματος, θέση την οποία κατείχε έως την απόλυσή του (26-1-2007).

Δέχθηκε, επίσης, το Εφετείο ότι από 1-7-1999 και για τους μήνες Ιούλιο έως και Σεπτέμβριο, καθώς και κατά τα επόμενα έτη 2000 και 2001, τους ίδιους μήνες, ανατέθηκαν στον αναιρεσείοντα, παράλληλα με τα ως άνω καθήκοντά του, και τα καθήκοντα του υπεύθυνου νύκτας (night duty manager), τα οποία αυτός θεώρησε ως υποδεέστερα των καθηκόντων που μέχρι τότε ασκούσε και της ιδιότητάς του ως υποδιευθυντή.

Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι ο αναιρεσείων άσκησε κατά των αναιρεσιβλήτων τις από 10-9-2001 και 27-12-2006 αγωγές ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πρώτη αγωγή ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι έπρεπε να προαχθεί στον βαθμό του Αναπληρωτή Διευθυντή από 1-6-1998 και στον βαθμό του Διευθυντή από 1-6-1999 και να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητες να του καταβάλουν, εις ολόκληρο η καθεμία, τις προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές.

Η αγωγή αυτή έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ' αριθμ. 1968/13-10-2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη, με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι έπρεπε ο αναιρεσείων να προαχθεί στον βαθμό του Αναπληρωτή Διευθυντή από 1-6-1998 και του Διευθυντή από 1-6-1999 και υποχρεώθηκαν οι αναιρεσίβλητες να του καταβάλουν, εις ολόκληρο η καθεμία, από 1-6-1998 έως και τον Σεπτέμβριο του 2001, το ποσό των 32.817,80 ευρώ, νομιμοτόκως, ως μισθολογικές διαφορές, καθώς επίσης και το ποσό των 1.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, επίσης νομιμοτόκως.

Με την δεύτερη ως άνω αγωγή ζητούσε ο αναιρεσείων να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητες να του καταβάλουν μισθολογικές διαφορές, για το περαιτέρω από 1-10-2001 έως 31-12-2006 χρονικό διάστημα. Ο αναιρεσείων, δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο, ισχυρίζεται ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη, αφότου έλαβε γνώση, με την επίδοσή της σ' αυτήν, της παραπάνω 1968/2006 αποφάσεως, τον πίεζε να παραιτηθεί από τις εν λόγω αξιώσεις του και να αποχωρήσει, συμμετέχοντας στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου και λαμβάνοντας αποζημίωση με βάση τις αποδοχές του ως υποδιευθυντή, επειδή, όμως, αυτός επέμενε να του καταβληθούν όσα όριζε η ως άνω 1968/2006 απόφαση, η δεύτερη αναιρεσίβλητη τον απέλυσε, στις 26-1-2007, από λόγους εκδικήσεως.

Αντιθέτως, συνεχίζει το Εφετείο, αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων υπέβαλε την από 26-5-2006 αίτηση - δήλωση συμμετοχής του στο πρόγραμμα εθελουσίας αποχώρησης του προσωπικού της, κατόπιν καταβολής αποζημιώσεως, που εφήρμοσε η δεύτερη αναιρεσίβλητη, θέτοντας ως όρο και ότι η υποβολή αίτησης - δήλωσης υπαγωγής στο πρόγραμμα αυτό συνεπαγόταν την ανεπιφύλακτη αποδοχή των όρων του προγράμματος.

Ο αναιρεσείων όμως στην ως άνω από 26-5-2006 αίτηση - δήλωση συμμετοχής, που υπέβαλε, διατύπωσε ρητή επιφύλαξη για τις αξιώσεις που διεκδικούσε με την παραπάνω από 10-9-2001 αγωγή του, επί της οποίας δεν είχε εκδοθεί ακόμη τότε οριστική απόφαση. Έτσι, δεν έγινε δεκτή από την δεύτερη αναιρεσίβλητη η αίτηση - δήλωση συμμετοχής του αναιρεσείοντος στο εν λόγω πρόγραμμα.

Ακολούθως, δέχθηκε το Εφετείο, ότι η οικονομική πορεία της δεύτερης αναιρεσίβλητης τα τελευταία έτη, πλην του έτους 2004, ήταν πτωτική, καθόσον εμφάνισε τα εξής ετήσια οικονομικά αποτελέσματα: Τα έτος 2003 ζημίες μετά φόρων ύψους 3.225.000 ευρώ, το έτος 2004 κέρδη μετά φόρων 195.000 ευρώ, το έτος 2005 ζημίες μετά φόρων 6.680.000 ευρώ και το έτος 2006 ζημίες μετά φόρων 13.158.000 ευρώ.

Σύμφωνα δε με την από 4-12-2007 βεβαίωση του οικονομικού διευθυντή της δεύτερης αναιρεσίβλητης, το κόστος προσωπικού, εξαιρουμένου του κόστους εθελουσίας εξόδου, ανήλθε κατά το έτος 2006 σε 14.991.000 ευρώ, που αποτελεί ποσοστό 55% του συνόλου του κύκλου εργασιών. Προκειμένου να διασφαλισθεί η βιωσιμότητα και η εξυγίανσή της, η δεύτερη αναιρεσίβλητη αποφάσισε να αναθέσει την διαχείρισή της (management) στην Αμερικανικών συμφερόντων εταιρεία "STARWOOD", η οποία ανέλαβε την διαχείριση αυτής από 1-9-2006.

Η δεύτερη αναιρεσίβλητη, προς υλοποίηση της εξυγίανσής της, της αναδιάρθρωσης των θέσεων και του προσωπικού της και της στελέχωσής τους με αποδοτικότερα άτομα νέας ηλικίας, εφήρμοσε το παραπάνω πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου του προσωπικού της, δυνάμει του οποίου αποχώρησαν οι Γ. Χ., Διευθυντής, Μ. Σ., Διευθύντρια, Κ.

Η., Αναπληρωτής Διευθυντής, Ι. Β., Αναπληρωτής Οικονομικός Διευθυντής, Γ. Β., Υποδιευθυντής, Γ. Ζ., Υποδιευθυντής, Δ. Κ., Υποδιευθύντρια, Ν. Θ., Υποδιευθυντής, Γ. Χ., Υποδιευθυντής και άλλοι, πλην του Διευθυντή Προσωπικού Ν. Π.. Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο ότι, στα πλαίσια της αναδιοργάνωσης των υπηρεσιών της, η δεύτερη αναιρεσίβλητη κατήργησε την θέση του Υποδιευθυντή Εκπαίδευσης του προσωπικού της, την οποία κατείχε ο αναιρεσίβλητος, ενώ από 7-3-2003 καταργήθηκε η θέση του Διευθυντή του ξενοδοχείου "ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΠΑΛΛΑΣ", την οποία κατείχε ο Ν.

Σ., ο οποίος επίσης αποχώρησε. Υπό τα δεδομένα αυτά, καταλήγει το Εφετείο, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος ήταν απότοκος των παραπάνω οικονομοτεχνικών λόγων, συνεπεία των οποίων η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν ηδύνατο να πράξει άλλως, παρά να προβεί στην καταγγελία αυτή, λαμβανομένου υπόψη ότι η διαχειρίστρια εταιρεία "STARWOOD" είχε τον λόγο στη σχετική επιλογή του προσωπικού και την αναδιοργάνωση των θέσεων εργασίας.

Έτσι επικύρωσε, με απόρριψη της εφέσεως του αναιρεσείοντος, την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως. Με τον πέμπτο, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρείδε τον προταθέντα πρωτοδίκως και κατ' έφεση ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η καταγγελία της εργασιακής του συμβάσεως ήταν καταχρηστική, διότι έγινε από λόγους εκδικήσεως και εχθρότητας προς το πρόσωπό του, επειδή άσκησε εναντίον των αναιρεσιβλήτων τις ως άνω δύο αγωγές, με τις οποίες διεκδικούσε νόμιμα δικαιώματά του από την εργασιακή του σχέση και τελικά δικαιώθηκε με τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις.

Με τον έκτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, προβάλλεται και η αιτίαση ότι το Εφετείο, με ελλιπείς, ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ήταν καταχρηστική, διότι έγινε από εχθρότητα και εκδίκηση, συνεπεία του ότι διεκδίκησε, με τις ως άνω δύο αγωγές του, τα εκ της εργασιακής του σχέσεως νόμιμα δικαιώματά του.

Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, αφού, αναφερόμενος ο αναιρεσείων στον ίδιο ισχυρισμό, διαλαμβάνει στον πέμπτο λόγο ότι αγνοήθηκε ο ισχυρισμός αυτός από το Εφετείο, ενώ στον έκτο λόγο ότι απορρίφθηκε με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, και έτσι δεν είναι σαφές από το αναιρετήριο πως τους αντιμετώπισε το Εφετείο.

Πέραν όμως τούτων, το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου είναι σαφές και επαρκώς αιτιολογείται, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχεται ότι πραγματική αιτία της καταγγελίας της συμβάσεως του αναιρεσείοντος ήταν λόγοι οικονομοτεχνικοί, τους οποίους ως εκ περισσού ανέπτυξε, αφού η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής συμβάσεως είναι αναιτιώδης, έλαβε δε υπόψη του το Εφετείο και απέρριψε εκ του πράγματος τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η απόλυσή του ήταν καταχρηστική, διότι έγινε από λόγους εκδικήσεως και εχθρότητας προς το πρόσωπό του, επειδή διεκδίκησε τα εκ της εργασιακής του σχέσεως νόμιμα δικαιώματά του.

Επομένως, πρέπει να απορριφθούν και ως αβάσιμοι ο πέμπτος, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, καθώς και ο έκτος, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως στο σύνολό του.

Μετά από αυτά και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο ηττώμενος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΑΣΤΗΡ ΠΑΛΛΑΣ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-12-2009 αίτηση του Ν. Ρ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5167/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ