Supreme Court dismisses appeal against airline compensation ruling, upholding procedural requirements for statutory claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by six individuals against a lower court ruling regarding compensation from Olympic Air. The appellants argued that the court improperly conditioned their statutory claim for additional compensation on future negotiations, violating their property rights. The court held that the legislation did not extinguish their rights but merely established procedural prerequisites for their realization, which were met by the signed agreement. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 27 paragraphs 1-8 of Law 3185/2003; The legislature cannot extinguish creditor's property rights without public interest reasons, and courts must verify such reasons; statutory claims are not extinguished but subject to procedural conditions for realization.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1267 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1267/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Χ1, 2)Χ2, 3)Χ3, 4)Χ4, 5)Χ5 και 6)Χ6. Εκπροσωπήθηκαν όλοι (σύνολο 6) από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Κωνσταντινίδη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Ευσταθοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242, παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 778/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1701/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-3-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 9-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή με τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως 8 του άρθρ. 27 του Ν. 3185/2003 "Μετασχηματισμός Ομίλου Ολυμπιακής Αεροπορίας", που άρχισε να ισχύει από 26-9-2003, ορίστηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: 1. Με απόφαση της Δ.Ε.Α. και των καταστατικών Οργάνων τους, οι εταιρείες του Ομίλου Ολυμπιακής Αεροπορίας μετασχηματίζονται με απόσχιση των κλάδων ή τμημάτων ή λειτουργιών του πτητικού έργου με συγχώνευση ή απορρόφησή τους από υφιστάμενη εταιρεία του Ομίλου.
Ο μετασχηματισμός γίνεται κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 1-5 του ν. 2166/1993 και 66-89 του κ.ν. 2190/1920, εφαρμοζομένων των διατάξεων των άρθρων 1-5 του παρόντος. Τα σύνολο των μετοχών των εταιρειών που προέρχονται από τον μετασχηματισμό αυτό περιέρχονται χωρίς αντάλλαγμα, σε συνδυασμό με την παράγραφο 5 του παρόντος στο Ελληνικό Δημόσιο, προκειμένου οι εταιρείες αυτές να ιδιωτικοποιηθούν. 2.
Ως κλάδος, τμήμα ή λειτουργία για την εφαρμογή του παρόντος νοείται το σύνολο των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού που περιλαμβάνονται στον ισολογισμό μετασχηματισμού, ως και οι εργαζόμενοι που αναφέρονται στην έκθεση που τον συνοδεύει. 3. Η μεταβίβαση των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού και των στοιχείων και δικαιωμάτων, που αναφέρονται στον ισολογισμό μετασχηματισμού και την έκθεση, συντελείται αυτοδικαίως και ατελώς, απαλλασσόμενη κάθε φόρου, τέλους, δικαιώματος του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ.
ή Οργανισμού, με μόνη την καταχώριση της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της απορροφούσας εταιρείας περί έγκρισης των ισολογισμών μετασχηματισμού, ως τίτλου, στις κατά περίπτωση αρμόδιες Αρχές και Υπηρεσίες, χωρίς να απαιτείται για τον σκοπό αυτό οποιαδήποτε άλλη έγκρίση, βεβαίωση, πιστοποιητικό, φορολογική δήλωση ή πράξη. 4.
Οι απορροφούσες εταιρείες αποκτούν το σύνολο των μεταβιβαζόμενων στοιχείων ενεργητικού και δικαιωμάτων, ελεύθερο παντός φόρου, τέλους, βάρους, χρέους ή δικαιώματος του Ελληνικού Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. και κάθε βάρους, χρέους, αξίωσης τρίτου φυσικού νομικού προσώπου, πέραν των υποχρεώσεων, οι οποίες ρητώς αναγράφονται στον ισολογισμό μετασχηματισμού και την έκθεση, εξαιρουμένων των εταιρειών αυτών από την εφαρμογή των άρθρων 479, 939 ΑΚ, 537 επ.
ΕΝ και του ν. 2190/1994. 5. Συστήνεται Ειδικός Λογαριασμός του Ελληνικού Δημοσίου με την ονομασία "Ελληνικό Δημόσιο Λογαριασμός Αποκρατικοποίησης του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας". Τα διαθέσιμα του λογαριασμού θα τηρούνται στην Τράπεζα της Ελλάδος. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδίδονται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, μπορεί να καθορίζονται οι όροι και ο τρόπος λειτουργίας, ελέγχου και εμφάνισης του λογαριασμού.
Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ο Ειδικός Λογαριασμός α) πιστώνεται με τα έσοδα από την πώληση, στο πλαίσιο της διαδικασίας αποκρατικοποίηοης, των εταιρειών του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας, οι μετοχές των οποίων περιέρχονται στο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού.
Για την αντιμετώπιση των αναγκαίων δαπανών της παρακάτω παραγράφου β' μέχρι την πώληση των εταιρειών του Ομίλου, ο Ειδικός Λογαριασμός πιστώνεται με προκαταβολές του Ελληνικού Δημοσίου μέχρι της ονομαστικής αξίας των μετοχών της εταιρείας που θα αναλάβει το πτητικό έργο και οι οποίες θα περιέλθουν στο Ελληνικό Δημόσιο σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, β) χρεώνεται με τα αναγκαία ποσά για την καταβολή αποζημιώσεων και λοιπών δαπανών για την με οποιοδήποτε τρόπο αποχώρηση των εργαζομένων, καθώς και για την κάλυψη οικονομικών υποχρεώσεων της Ολυμπιακής Αεροπορίας και Ολυμπιακής Αεροπλοΐας κατά τη διαδικασία μετασχηματισμού και εκκαθάρισης και μέχρι συνολικού ποσού που αντιστοιχεί στις ονομαστικές αξίες των μετοχών των εταιρειών του Ομίλου, οι οποίες θα περιέλθουν στο Ελληνικό Δημόσίο σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, γ) ειδικά, χρέωση του Ειδικού Λογαριασμού, προκειμένου να καταβληθούν: 1) κίνητρα στους δικαιούχους λόγω υποχρεωτικής συνταξιοδότησης, στις περιπτώσεις που συμφωνούνται σε εφαρμογή του άρθρου 8 του π.δ. 178/2002, και II) η πρόσθετη επιβάρυνση της παρ. 8 του παρόντος στους ασφαλιστικούς φορείς, επιτρέπεται μετά την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας που θα αναλάβει το πτητικό έργο και την είσπραξη από το Ελληνικό Δημόσιο των σχετικών εσόδων από αυτή. 6.
Οι Ιπτάμενοι Χειριστές της Ολυμπιακής Αεροπορίας και Ολυμπιακής Αεροπλοΐας, κάτοχοι, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, σε ισχύ του πτυχίου τους, ασφαλισμένοι στο Ι.Κ.Α. για τον κλάδο σύνταξης, που συμπληρώνουν το 53ο έτος της ηλικίας τους και 4.500 ημέρες ασφάλισης ή 7.500 ημέρες ασφάλισης ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας στην Ολυμπιακή Αεροπορία ή την Ολυμπιακή Αεροπλοΐα έως 31.12.2004, αποχωρούν υποχρεωτικά εντός του έτους 2003 από την εταιρεία που εργάζονται με την έκδοση διαπιστωτικής πράξης της εταιρείας, που τους επιδίδεται ατομικώς, και καταβολή της προβλεπόμενης από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τα Πρακτικά Συμφωνίας αυτών των συλλογικών συμβάσεων αποζημίωσης. 7...., 8.
Ο προστιθέμενος χρόνος ασφάλισης των παραγράφων 6 και 7 του παρόντος λογίζεται ως πραγματική συντάξιμη υπηρεσία και λαμβάνεται υπόψη μόνο για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος και τον υπολογισμό του ποσού της σύνταξης. Η πρόσθετη επιβάρυνση των ασφαλιστικών φορέων, που προκύπτει από τη συμπλήρωση των ως άνω αναφερόμενων στις παραγράφους 6 και 7 του παρόντος ορίων, καλύπτεται, κατά προτεραιότητα, από τον Ειδικό Λογαριασμό της παρ. 5 του παρόντος.
Εξάλλου, της ψηφίσεως του άνω νόμου και μετά από διαπραγματεύσεις μεταξύ της Ολυμπιακής Αεροπορίας και της συνδικαλιστικής οργάνωσης των ιπτάμενων χειριστών (ΕΧΠΑ), οι οποίες έλαβαν χώρα σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθ. 8 του ΠΔ 178/2002 "μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεως ...", είχε προηγηθεί η κατάρτιση του από 16.7.2003 πρακτικού συμφωνίας, με το οποίο υπό το κεφάλαιο ΚΙΝΗΤΡΑ, συμφωνήθηκε μεταξύ άλλων ότι οι ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ για Κλάδο Συντάξεων Ιπτάμενοι Χειριστές του Ομίλου της ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ Α.Ε., που έχουν θεμελιώσει ή θα θεμελιώσουν σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις δικαίωμα συνταξιοδότησης μέχρι 31-12-2005 αποχωρούν προαιρετικά (και, στην περίπτωση που δεν συμπληρωθεί ο απαραίτητος αριθμός των 137 κατ' ελάχιστον ιπτάμενων χειριστών, υποχρεωτικά) από την υπηρεσία τους λαμβάνοντας πλήρη σύνταξη σαν να αποχωρούσαν με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας τους και θα καταβληθεί σε αυτούς η πλήρης (100%) και χωρίς κανένα περιορισμό αποζημίωση που προβλέπει ν. 2112/1920 (όπως συμπληρώθηκε με τον ν. 3198/1955), με βάση τα έτη υπηρεσίας μέχρι του 60ου έτους της ηλικίας τους, καθώς και ποσό, το οποίο θα είναι ίσο με την αποπληθωρισμένη (σύμφωνα με το ποσοστό αποπληθωρισμού που ακολουθεί το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων) απώλεια εισοδήματος, που θα προκύπτει μεταξύ του ποσού της σύνταξης και του ποσού των καταβαλλομένων κατά την αποχώρηση τακτικών αποδοχών για το χρονικό διάστημα από της αποχωρήσεως μέχρι του 60ου έτους της ηλικίας τους, προς κάλυψη της απώλειας αυτής.
Η ισχύς του ανωτέρω πρακτικού συμφωνήθηκε ότι τελεί υπό την αίρεση της υλοποίησής του από το Ελληνικό Δημόσιο (Μέτοχο ΟΑ - ΝΟΑ) δια των αναγκαίων νομοθετικών και διοικητικών ρυθμίσεων και εφόσον λειτουργήσει η ΝΟΑ. Στη συνέχεια, μετά την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου 3185/2003, με το από 10.11.2003 παράρτημα του προαναφερθέντος Πρακτικού συμφωνίας, καθορίσθηκαν οι λεπτομέρειες υλοποιήσεως των προβλεπομένων στο Πρακτικό και στις σχετικές διατάξεις του Ν.3185/2003.
Ειδικότερα, ορίσθηκε ότι η υλοποίηση όσων προαναφερομένων συμφωνήθηκαν με το πρακτικό συμφωνίας, θα γίνει με βάση τα προβλεπόμενα στο αρθ. 27§6 του Ν.3185/2003 και μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "Αναφορικά με τη χορήγηση της απώλειας εισοδήματος που θα προκύπτει μεταξύ του ποσού της σύνταξης του ΙΚΑ, που δικαιούται ο συνταξιοδοτούμενος με το Ν.3185/2005 ιπτάμενος χειριστής και η οποία αντιστοιχεί στα πραγματικά χρόνια υπηρεσίας στον Όμιλο της Ολυμπιακής Αεροπορίας και του ποσού των καταβαλλομένων κατά τον μήνα Οκτώβριο 2003 τακτικών αποδοχών για το χρονικό διάστημα από της αποχωρήσεως μέχρι του 60ου έτους της ηλικίας τους, προς κάλυψη της απώλειας αυτής θα ισχύσουν τα προβλεπόμενα στο ν. 3185/2003.
Το καταβλητέο λόγω απώλειας εισοδήματος ποσό θα μειωθεί κατά το ποσό της διαφοράς που προκύπτει μεταξύ της αποζημίωσης του ν. 2112/20, η οποία υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές του μηνός Δεκεμβρίου 2003 και της αποζημίωσης του ν. 2112/20, η οποία υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές του μηνός Οκτωβρίου 2003. Το ποσό που αντιστοιχεί στην ανωτέρω απώλεια εισοδήματος θα καταβληθεί στους δικαιούχους εντός εξαμήνου από της κοινοποιήσεως της διαπιστωτικής πράξης".
Εξάλλου, η με τη δικαιοπραξία εξάρτηση των αποτελεσμάτων αυτής από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο αποτελεί αίρεση, ένεκα της οποίας έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 201 επ. Α.Κ.. Διάφορη της αίρεσης αυτής και μη ρυθμιζόμενη από τις άνω διατάξεις είναι η αίρεση δικαίου, η οποία συνίσταται σε γεγονός το οποίο δυνάμει νομικής διάταξης αποτελεί απαραίτητο στοιχείο ή προϋπόθεση για την ενέργεια της δικαιοπραξίας.
Από το περιεχόμενο του άνω πρακτικού συμφωνίας και παραρτήματος αυτού, που έχουν ισχύ ανάλογη ΣΣΕ, αφού προβλέπονται από το άρθρο 8 του Π.Δ. 178/2002 και καταρτίσθηκαν με την προβλεπομένη από το Ν. 1876/1990 διαδικασία και τις διατάξεις του άρθρου 27 του Ν. 3185/2003, κατά την αληθή έννοια αυτών προκύπτουν τα εξής: Ότι η ενόψει της σχεδιαζόμενης απόσχισης του κλάδου του πτητικού έργου της Ο.Α.
αποχώρηση των ιπταμένων χειριστών αυτής και της Ολυμπιακής Αεροπλοΐας, οι οποίοι συγκέντρωναν τις οριζόμενες προϋποθέσεις, θα γινόταν με την έκδοση σχετικής πράξης της εταιρίας και την καταβολή σε αυτούς της προβλεπόμενης από τις οικείες συμβάσεις και τα άνω πρακτικά συμφωνίας αποζημίωσης, δηλαδή της πλήρους αποζημίωσης του Ν. 2112/1920 με βάση τα έτη υπηρεσίας τους μέχρι του 60ου έτους της ηλικίας τους και της πρόσθετης αποζημίωσης που συμφωνήθηκε ως κίνητρο για την υποχρεωτική συνταξιοδότησή τους, για την απώλεια, του εισοδήματός τους εξαιτίας της πρόωρης αποχώρησής τους από την υπηρεσία.
Ότι λόγω αδυναμίας της Ο.Α. να καταβάλει τα αναγκαία για την αποζημίωση των αποχωρούντων χειριστών ποσά, προβλέφθηκε από το νόμο η σύσταση Ειδικού Λογαριασμού του Ελληνικού Δημοσίου, στο οποίο θα περιερχόταν, χωρίς αντάλλαγμα το σύνολο των μετοχών των εταιριών που επρόκειτο να προέλθουν από τον άνω μετασχηματισμό, προκειμένου στη συνέχεια αυτό να προβεί στην ιδιωτικοποίησή τους.
Ότι ο εν λόγω Ειδικός Λογαριασμός που συστήθηκε στη συνέχεια με την 2/71992/Α0024/2003 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β 1967/31-12-2003), θα πιστωνόταν με τα έσοδα από την πώληση των εταιριών του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας, οι μετοχές των οποίων θα περιέρχονταν στο Ελληνικό Δημόσιο, καθώς και με προκαταβολές του τελευταίου και θα χρεωνόταν με τα αναγκαία ποσά για την καταβολή του συνόλου των αποζημιώσεων των εργαζομένων που θα αποχωρούσαν και με τις λοιπές δαπάνες για την κάλυψη των οικονομικών υποχρεώσεων της Ο.Α.
κατά τη διαδικασία μετασχηματισμού και εκκαθάρισης. Ότι ειδικότερα η καταβολή της πλήρους αποζημιώσεως του Ν. 2112/1920 στους αποχωρούντες θα γινόταν ταυτόχρονα με την επίδοση της διαπιστωτικής πράξης με χρέωση του άνω Ειδικού Λογαριασμού, ο οποίος θα πιστωνόταν για τον σκοπό αυτό με αντίστοιχες προκαταβολές του Ελληνικού Δημοσίου.
Αντίθετα, η καταβολή τόσο των κινήτρων στους αποχωρούντες δικαιούχους, στα οποία περιλαμβάνονται και η απώλεια εισοδήματος κατά τα ανωτέρω, όσο και της πρόσθετης επιβάρυνσης στους ασφαλιστικούς οργανισμούς, θα γινόταν με αντίστοιχη χρέωση του Ειδικού Λογαριασμού μετά την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας που θα αναλάμβανε το πτητικό έργο και την είσπραξη από το Ελληνικό Δημόσιο των σχετικών εσόδων.
Εξαρτήθηκε δηλαδή η καταβολή της άνω πρόσθετης αποζημίωσης από την τεθείσα από τη σχετική διάταξη του άρθρου 27 Ν. 3125/2003 προϋπόθεση (αίρεση δικαίου) της προηγούμενης ιδιωτικοποίησης της παραπάνω εταιρίας και της είσπραξης των εσόδων εκποίησής της. Η κατά την παρ. δε 6 του ίδιου άρθρου άμεση, με την έκδοση και επίδοση της διαπιστωτικής πράξης, καταβολή της προβλεπόμενης από τις οικείες ΣΣΕ και τα πρακτικά αυτών αποζημίωσης, αναφέρεται προδήλως στην αποζημίωση λόγω αποχώρησης και όχι στα κίνητρα, τα οποία εντάσσονται στη ρύθμιση της παρ. 5 περ.
γ' του ίδιου άρθρου, κατά την οποία η χρέωση του Ειδικού Λογαριασμού για την καταβολή των κινήτρων και της πρόσθετης επιβάρυνσης της παρ. 8 του ίδιου νόμου στους ασφαλιστικούς οργανισμούς επιτρέπεται μετά την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας που θα αναλάβει το πτητικό έργο και την είσπραξη από το Ελληνικό Δημόσιο των σχετικών εσόδων από αυτές.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος σε συνδυασμό με το άρθρο 7 του Ν. 1876/1990 προκύπτει ότι οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ και των διαιτητικών αποφάσεων έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου και επομένως δεν έχουν επ' αυτών εφαρμογή οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Τέλος, κατά το άρθρο 578 του ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Εσφαλμένο αιτιολογικό, με την έννοια της παραπάνω διατάξεως, υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της αποφάσεως.
Ως αιτιολογικό, δηλαδή νοείται στην συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζονται με τις αιτιολογίες της αποφάσεως, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (Ολ ΑΠ 30/1998). Για τον λόγο αυτό η ευδοκίμηση των λόγων αναιρέσεως που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ), εξαρτάται από την ορθότητα, όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές τον δικαστηρίου (Ολ ΑΠ 27/1998) και συνεπώς, αν με βάση τις παραδοχές αυτές το συμπέρασμα του δικαστηρίου (διατακτικό) είναι ορθό, η υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών (ελάσσονος προτάσεως) σε λανθασμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου (μείζονα πρόταση) δεν θεμελιώνει τις πλημμέλειες των παραπάνω αναιρετικών λόγων.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες είχαν προσληφθεί από την αναιρεσίβλητη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως ιπτάμενοι χειριστές αεροσκαφών, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και πέμπτος την 23.10.1972, ο τέταρτος την 4.10.1973 και ο έκτος την 2.1.1976, απασχολήθηκαν δε μέχρι την 11.12.2003, οπότε η αναιρεσίβλητη τους κοινοποίησε την από 10.12.2003 διαπιστωτική πράξη, με την οποία τους γνωστοποιούσε την συνδρομή στο πρόσωπό τους των προϋποθέσεων του Ν. 3185/2003 για την υποχρεωτική αποχώρησή τους από την υπηρεσία, με αποτέλεσμα την πρόωρη λύση των συμβάσεων εργασίας τους.
Ήδη μετά την κατάρτιση του προαναφερθέντος από 10.11.2003 Παραρτήματος στο από 16.7.2003 πρακτικό συμφωνίας της αναιρεσίβλητης με την ΕΥΠΑ και συγκεκριμένα την 11.12.2003 αποσχίσθηκε από την πρώτη ο πτητικός κλάδος αυτής και μεταφέρθηκε μαζί με όλο το ιπτάμενο προσωπικό στην εταιρεία με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ ΑΕ" (πρώην "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΑΕ").
Με την πιο πάνω διαπιστωτική πράξη η αναιρεσίβλητη γνωστοποίησε στους αναιρεσείοντες το συνολικό ποσό που έπρεπε να λάβει ο καθένας από αυτούς ως αποζημίωση λόγω της πρόωρης συνταξιοδότησής των, τους κατέβαλε όμως μόνο το ποσό που αντιστοιχούσε στην πλήρη αποζημίωση του Ν. 2112/1920, ενώ το ποσό που αντιστοιχούσε στην απώλεια του εισοδήματός τους εξαιτίας της πρόωρης αποχώρησής τους από τη υπηρεσία θα το κατέβαλε εντός έξι μηνών από την κοινοποίηση της διαπιστωτικής πράξης, δηλαδή μέχρι 11.6.2004.
Περαιτέρω έκρινε το Εφετείο ότι οι αναιρεσείοντες άσκησαν προώρως την ένδικη αγωγή, με την οποία ζητούν την καταβολή της πρόσθετης αποζημίωσης, διότι αυτή τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της ιδιωτικοποιήσεως της εταιρείας που θα αναλάμβανε το πτητικό έργο και της εισπράξεως από το Ελληνικό Δημόσιο του σχετικού τιμήματος, η οποία (αίρεση) δεν είχε μέχρι τότε πληρωθεί, αφού δε εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε αποφανθεί αντιθέτως, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη.
Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρ. 27§5 εδ. γ' του Ν. 3185/2003 και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ δεν είναι βάσιμος. Προκειμένου να καταλήξει στο παραπάνω συμπέρασμα, το Εφετείο, δεχόμενο ότι υπάρχει αμφιβολία ως προς τον προαναφερόμενο όρο του παραρτήματος του πρακτικού συμφωνίας, για καταβολή του ποσού της αποζημίωσης για απώλεια εισοδήματος, μέσα σε ένα εξάμηνο από την κοινοποίηση της διαπιστωτικής πράξεως λύσεως της συμβάσεως, προέβη σε ερμηνεία του όρου αυτού, σύμφωνα με τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και δέχθηκε ότι υποχρέωση καταβολής της πρόσθετης αποζημίωσης εντός εξαμήνου από την κοινοποίηση των διαπιστωτικών πράξεων λύσεως των επίδικων συμβάσεων, θα είχε η εναγομένη μόνο σε περίπτωση που η ιδιωτικοποίηση θα ελάμβανε χώρα μέσα στο διάστημα αυτό, άλλως η αληθινή βούληση των συμβαλλόμενων μερών ήταν να καταβληθεί η αποζημίωση αυτή, όταν θα ελάμβανε χώρα η ιδιωτικοποίηση, έστω και μετά την πάροδο του χρονικού αυτού διαστήματος και συνακόλουθα ήταν χωρίς έννομη επιρροή η ρήτρα καταβολής της πρόσθετης αποζημίωσης εντός εξαμήνου, που τέθηκε στις διαπιστωτικές πράξεις, ενόψει της προσδοκίας των συμβαλλομένων ότι η ιδιωτικοποίηση θα λάμβανε χώρα μέσα στο παραπάνω διάστημα.
Σε ερμηνεία όμως κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ του παραπάνω κανονιστικού όρου του παραρτήματος του πρακτικού συμφωνίας, που αποτελεί τόσο αυτό όσο και το πρακτικό- συλλογική σύμβαση εργασίας και επομένως έχει ισχύ νόμου, το Εφετείο, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν μπορούσε να προβεί. Όμως η κρίση του Εφετείου για πρόωρη άσκηση της αγωγής θεμελιώνεται επαρκώς στις προαναφερόμενες διατάξεις, με βάση τις οποίες οι ένδικες απαιτήσεις τελούσαν υπό την προαναφερόμενη αίρεση δικαίου, η οποία δεν είχε μέχρι τότε πληρωθεί.
Παρά την εσφαλμένη, επομένως, νομική αιτιολογία της, είναι ορθό το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με την οποία κρίθηκε ότι οι αναιρεσείοντες προώρως ασκούν την αγωγή καταβολής της πρόσθετης αποζημίωσης, διότι αυτή τελούσε υπό την προαναφερόμενη αίρεση, τα περιστατικά της οποίας δεν είχαν συντελεσθεί και συνεπώς οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων του άρθρου 27 παρ. 5 εδ.
γ' περ. ι' του ν. 3185/2003, του πρακτικού συμφωνίας και του παραρτήματος αυτού, καθώς και των άρθρων 173 και 200 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 578 του ΚΠολΔ. Επειδή κατά το άρθρο 1 § 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που κυρώθηκε, μαζί με τη σύμβαση, με το ν.δ. 53/1974 και έχει σύμφωνα με το άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέση εν ισχύι νόμους, ους ήθελε κρίνη αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και δη οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφ' όσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ ΑΠ 40/1998).
Σύμφωνα λοιπόν με τη ρύθμιση της ως άνω διεθνούς συνθήκης ο κοινός νομοθέτης δεν έχει τη δυνατότητα να αποσβέσει περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα, αν δεν συντρέχουν αποχρώντες προς τούτο λόγοι δημοσίου συμφέροντος ή ωφελείας, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων, αφού διαφορετικά η έναντι του κοινού νομοθέτη προστασία των περιουσιακών αυτών δικαιωμάτων θα έμενε χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα.
Ακόμη, στα άρθρ. 2§1 και 5§1 του Συντάγματος ορίζεται αντιστοίχως ότι "ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας" και "καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη".
Με την προαναφερόμενη κρίση του το Εφετείο δεν παραβίασε τον ουσιαστικό κανόνα του άρθρ. 1§1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου για την προστασία της περιουσίας ούτε διατάξεις του Συντάγματος ή της Συνθήκης της ΕΕ για την προστασία της απασχόλησης, της εργασίας και της οικονομικής ελευθερίας, αφού με τη διάταξη του άρθρ. 27§5 εδ.
γ' του Ν. 3185/2003 και το προαναφερόμενο πρακτικό συμφωνίας δεν απαγγέλθηκε απόσβεση περιουσιακού ενοχικού δικαιώματος των αναιρεσειόντων και δη της αξιώσεώς τους να ζητήσουν την καταβολή της παραπάνω πρόσθετης αποζημιώσεως αλλά τέθηκαν προϋποθέσεις για την είσπραξη αυτής σύμφωνα και με τις προηγηθείσες της εκδόσεως του ως άνω νόμου διαβουλεύσεις μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών, που είχαν καταλήξει στην υπογραφή του πρακτικού και του επακολουθήσαντος την έκδοση του νόμου παραρτήματος.
Επομένως, οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρ.559 αρ.1 του ΚΠολΔ, κατ' εκτίμηση των οποίων αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι, με το να δεχθεί ότι η καταβολή της πρόσθετης αποζημιώσεως τελεί υπό οποιαδήποτε αίρεση, παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν είναι βάσιμοι.
Ο αυτός ως άνω πέμπτος λόγος αναίρεσης από την ίδια διάταξη, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης των σχετικών με τις ομαδικές απολύσεις διατάξεων είναι πρωτίστως απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται για την πληρότητα αυτού ότι οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεσθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τα προς θεμελίωση του ισχυρισμού που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως πραγματικά περιστατικά, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5.3.2008 αίτηση των Χ1, Χ2, Χ3, Χ4, Χ5 και Χ6, για αναίρεση της 1701/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ