1267/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1267/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, πρέπει το Δικαστήριο τούτο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν παρόντες και οι διάδικοι αυτοί (άρθρ. 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1267 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1267/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:αναφέρονται 6 αναιρεσείοντες, που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσίβλητων:αναφέρονται 23 αναιρεσίβλητοι , που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Θεοδώρα Ανανιάδου-Τσουκαλά, η οποία δήλωσε ότι ο 10ος ( ......) απεβίωσε την 15-12-2005 και κληρονομήθηκε από την κόρη του ΄........, η οποία συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπείται από αυτή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-8-1983 αγωγή των αρχικών εναγόντων .... και ...... και με την από 15-9-1983 πρόσθετη παρέμβαση των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 209/1984,119/1991 μη οριστικές και 601/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 867/1998 μη οριστική, 625/2000 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 8-12-2000 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1624/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Λάρισας. Το Εφετείο Λάρισας εξέδωσε την 63/2005 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-4-2005 αίτηση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 2-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της, από 27 Απριλίου 2004 αίτησης για αναίρεση της 63/2005 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.
Επειδή, όπως προκύπτει από τις εξής εκθέσεις επιδόσεως: ......, ...... και ........του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Τρικάλων ......, .... και ..... της ..... της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Βόλου και ....... της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας ......., οι αναιρεσείοντες κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως για να παραστούν στην αναφερομένη στην αρχή της παρούσας, δικάσιμο, κατά την οποία της παρούσας, δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του οικείου πινακίου. Αυτοί, όμως δεν εμφανίσθηκαν στην ανωτέρω νόμιμη δικάσιμο, ούτε υπέβαλαν την, από το άρθρο 242 ΚΠολΔ, δηλαδή μη εμφανίσεως στο ακροατήριο.
Συνεπώς, πρέπει το Δικαστήριο τούτο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν παρόντες και οι διάδικοι αυτοί (άρθρ. 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των αριθ. 10, 12 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που ορίζουν, αντιστοίχως, ότι αναίρεση επιτρέπεται: Α) αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, Β) αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και Γ) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: 1) Ο από τη διάταξη του αριθ. 10 λόγος αναιρέσεως ιδρύεται πλέον μόνο όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, ενώ δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρέλειψε να αξιολογήσει τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύσει τα έγγραφα ή δεν αναφέρει ποιά έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη, και 2) για το ορισμένο των, από τις διατάξεις των αριθ. 12 και 19 του ανωτέρω άρθρου, λόγων αναιρέσεως, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, και τα εξής:
α) για την περίπτωση του αριθ. 12, για την απόδειξη ποιού συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το επικαλούμενο αποδεικτικό μέσο, ποιά επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποιά αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε στο αποδεικτικό αυτό μέσο από το δικαστήριο της ουσίας και ποιό το σχετικό σφάλμα της αποφάσεως, δεν αρκεί δε η απλή επανάληψη του κειμένου του θεσπιζομένου, με την πιο πάνω διάταξη, λόγου αναιρέσεως, και β) για την περίπτωση του αριθ. 19, οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τί υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιές είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.
ΑΠ 32/1996), ενώ δεν αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" ή "αντιφατικότητα" και επί αιτιάσεως για παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου πρέπει να καθορίζονται τα διδάγματα αυτά. Τέλος, ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 861/1984). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση "των καταθέσεων των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στον πρώτο βαθμό ενώπιον των εισηγητών δικαστών και περιέχονται......της αυτοψίας που έκανε ο εισηγητής δικαστής......του πορίσματος της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, που διενήργησε ο ..............
των όσων κατέθεσαν στο ακροατήριό του (Εφετείου) οι διάδικοι και ο μάρτυρας ..... και όλων των εγγράφων, που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν", δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο κείται εντός της πόλεως Τρικάλων, στη συνοικία ......, την άλλοτε ονομαζομένη "....." ή "....." και επί της οδού .....εκτάσεως......μετά δύο πεπαλαιωμένων οικιών και συνορεύει....και κύριοι, νομείς και κάτοχοι αυτού είναι οι εναγόμενοι και οι προσθέτως παρεμβαίνοντες, κατά τα εξής ποσοστά ο καθένας.....".
Στη συνέχεια το Εφετείο μνημονεύει τη σειρά των κληρονομικών, εξ αδιαθέτου και εκ διαθήκης, διαδοχών και των εν ζωή μεταβιβάσεων, δυνάμει των οποίων έγιναν κύριοι του επιδίκου, κατά τα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση ποσοστά εξ αδιαιρέτου, οι εναγόμενοι (και οι προσθέτως παρεμβαίνοντες) -αναιρεσίβλητοι και δέχεται και τα εξής: "Περαιτέρω, από το συνδυασμό των μαρτυρικών καταθέσεων και όλων των προσαγομένων και επικαλουμένων ως άνω επισήμων δημοσίων και ιδιωτικών εγγράφων, συνταγέντων σε ανύποπτο χρόνο, αποδεικνύεται πλήρως ότι ο αρχικός ενάγων .....
και ο ......., σύζυγος της πρώτης αρχικής ενάγουσας ......., ήταν μισθωτές από το έτος 1930 και δη ο μεν ..... δύο δωματίων και ενός μικρού χώρου χρησιμεύοντος ως ξυλαποθήκη της δευτέρας ισογείου οικίας της κειμένης, σε απόσταση 20-30 μέτρων από τη δημοτική οδό, πρώην ..... και τώρα ......, η οποία αποτελείται από πέντε δωμάτια.
Συγκεκριμένα ήταν μισθωτής των δωματίων των κειμένων δεξιά για τον εισερχόμενο από την οδό αυτή αντί συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθώματος δραχμών εκατόν (100), εν συνεχεία εκατόν πενήντα (150) και από της 1-1-1968, μετά την κατάργηση του ενοικιοστασιακού Νόμου, δραχμών τριακοσίων (300) μηνιαίως. Επίσης ο ....... ήταν μισθωτής των δύο δωματίων της ισογείου οικίας, που αποτελείται από οκτώ δωμάτια και δη των δύο ακραίων δωματίων των κειμένων πλησίον της ιδιοκτησίας των κληρονόμων .......από τις 23-12-1930 αντί μηναίου μισθώματος δραχμών εκατόν πενήντα (150) και από την 1η Ιανουαρίου 1968 αντί συμφωνηθέντος μισθώματος δραχμών τριακοσίων (300).
Μάλιστα ο ίδιος στη κοινοποιηθείσα στους εναγομένους από χρονολογία 20 Ιανουαρίου 1960 δήλωσή του περί του ότι τυγχάνει ενοικιοστασιακός μισθωτής, αναφέρει ότι τυγχάνει μισθωτής από το έτος 1929. Όμοια δήλωση με αντίστοιχη ημερομηνία περί του ότι τυγχάνει ενοικιοστασιακός μισθωτής κοινοποίησε στους εναγομένους και ο ........
Επίσης ο ...... ήταν μισθωτής και από τις 25 Σεπτεμβρίου 1952, όπως αποδεικνύεται από τα προσαγόμενα μισθωτήρια έγγραφα, συνταγέντα δια της χειρός του τότε δικηγόρου και συνιδιοκτήτου του επιδίκου κτήματος κατά τα 25/63 ........ Ο .... παρέμεινε, όπως προαναφέρθηκε, στη χρήση του λειβαδίου (οικοπέδου) του επιδίκου κτήματος μέχρι και τις 20ης Ιουλίου 1983 οπότε αποβλήθηκε απ' αυτό βιαίως σε εκτέλεση της υπ' αριθμόν 445/1979 τελεσίδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Τρικάλων, όπως αποδεικνύεται από την προσαγόμενη υπ' αριθμόν ........
της 20ης Ιουλίου 1983 έκθεση βιαίας αποβολής και εγκαταστάσεως του δικαστικού επιμελητού Τρικάλων...... Από τα μίσθια δωμάτια και οι δύο ως άνω μισθωτές (ειδικότερα οι κληρονόμοι τους αντίδικοι) αποβλήθηκαν βιαίως δυνάμει της υπ' αριθμ. 434/1987 αμετάκλητης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 9 παραγρ. 2 και 18 του ΑΝ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων".
Την αποβολή αυτή είχε επισπεύσει η "Εφορεία Σχολείων" (ν.π.δ.δ.), που εδρεύει στα Τρίκαλα, αφού, μετά την συντέλεση της απαλλοτριώσεως και τη λήψη απ' αυτούς της οριστικώς καθορισθείσας αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος τμήματος του επιδίκου κτήματος εμβαδού 4.980 τετραγ. μέτρων υπέρ του Σχολικού Ταμείου του ......Δημοτικού Σχολείου Τρικάλων με δαπάνες του Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων, δεν είχαν πλέον δικαίωμα να προβούν στην εκτέλεση των υπ' αριθμ. 446 και 447/1979 τελεσίδικων αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Τρικάλων ελλείψει εννόμου συμφέροντος, όπως άλλωστε περί τούτου έκρινε και η υπ' αριθμό 12/1984 απόφαση του Ειρηνοδικείου Τρικάλων και όπως αποδεικνύεται από την προσαγόμενη και επικαλούμενη υπ' αριθμό ........
της 27ης Ιουλίου 1987 έκθεση βιαίας αποβολής και εγκαταστάσεως του δικαστικού επιμελητού Τρικάλων ......... Επομένως, αποδείχθηκε πλήρως το σε βάρος των εναγομένων επιβληθέν (δια της υπ' αριθμ. 119/1991 δεύτερης προδικαστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων) θέμα αποδείξεως, ότι δηλαδή αυτοί τυγχάνουν κύριοι, νομείς και κάτοχοι ολοκλήρου του επιδίκου ακινήτου κτήματος (και εκείνου του απαλλοτριωθέντος μέρους προ της απαλλοτριώσεώς του), αφού συνεχώς και αδιαλείπτως είχαν τούτο στη νομή και εκμετάλλευσή τους.
Αποδείχθηκε επίσης και το δια της υπ' αριθμό 209/1984 πρώτης προδικαστικής αποφάσεως του Πρωτοδίκου Δικαστηρίου επιβληθέν σε βάρος τους θέμα αποδείξεως, ότι δηλαδή: Ι) Οι υπογραφές που υπάρχουν στα υπό χρονολογίες ....., .......,...... και.... ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως είναι του μισθωτή ...., διότι οι υπογραφές αυτές, παραβαλλόμενες με τις υπογραφές του ίδιου, που υπάρχουν στα συμβόλαια με αριθμούς ......, .......
των τότε συμβολαιογράφων Τρικάλων ........ και ....., ...... και .....συμβόλαια του τότε συμβολαιογράφου Τρικάλων Ηλία Κέμου, είναι τελείως όμοιες με τις υπογραφές αυτού, που υπάρχουν στα ως άνω πέντε ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως, καθώς και με την υπογραφή του, την οποία αυτός έχει θέσει ως εγγυητής στο υπό χρονολογία 24 Απριλίου 1930 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ των .......
και ........, δικηγόρων, ως εκμισθωτών και του ..... ως μισθωτή των προαναφερομένων ακραίων δύο δωματίων της μεγάλης ισόγειας οικίας. 2) Οι υπογραφές, που υπάρχουν στα υπό χρονολογίες ..... και ....... ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως, καθώς και η υπογραφή, που υπάρχει στην υπό χρονολογία ..... δήλωση απογραφής ενοικιοστασιακών μισθωτών είναι του αρχικού ενάγοντος μισθωτή ........διότι οι υπογραφές αυτές, οι οποίες τέθηκαν στα έγγραφα αυτά σε ανύποπτο χρόνο, παραβαλλόμενες με τις υπογραφές, που αυτός είχε θέσει δια της χειρός του στις υπ' αριθμ. ......, ........, ........, .......
αλλά και στις υπ' αριθμ. ..... ΄και ......΄της .....εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού Τρικάλων ....., καθώς και στην από ....αίτησή του προς τον Οργανισμό Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ) και την από ..... υπεύθυνη δήλωσή του προς τον ίδιο Οργανισμό για τη λήψη συντάξεως λόγω γήρατος, αποδεικνύεται ότι αυτές είναι τελείως όμοιες.....Αποδείχθηκε, επίσης, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα ότι δικαιούχοι των καθορισθεισών αποζημιώσεων για τα απαλλοτριωθέντα τμήματα του επιδίκου είναι οι εναγόμενοι (και οι δικαιοπάροχοί τους) ο καθένας κατά το ιδανικό του μερίδιο (βλ. 17/1963 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Τρικάλων, καθώς και 548/1982 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, όπως αυτή διορθώθηκε με την 226/1983 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου), οι οποίοι (εναγόμενοι και δικαιοπάροχοί τους) και έλαβαν τις καθορισθείσες αποζημιώσεις......Οι .....
και ..... ήταν μεν κάτοχοι μέρους του επιδίκου κατά το διάστημα από 1936 μέχρι 1983, δεν κατείχαν, όμως, τούτο με διάνοια κυρίου, αλλ' ως μισθωτές του, επ' ονόματι των εναγομένων εκμισθωτών κυρίων......επομένως, η νομή του όλου επιδίκου ανήκε στους εναγομένους και τους δικαιοπαρόχους τους καθ' όλο το από το 1883 μέχρι της εγέρσεως της κρινόμενης αγωγής χρονικό διάστημα.
Ταύτα ενισχύονται..... (παρατίθεται σειρά επιχειρημάτων στηριζομένων σε ορισμένα από τα προσκομισθέντα έγγραφα). Το ότι ο ...... και ο .......ήταν μισθωτές δωματίων οικιών, κειμένων εντός του επιδίκου κτήματος προκύπτει και από τα κάτωθι έγγραφα.....(μνημονεύονται πέντε ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως και ένα έγγραφο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων για το ότι την καθορισθείσα αποζημίωση λόγω απαλλοτριώσεως τμήματος του επιδίκου εισέπραξαν οι εναγόμενοι).....Περαιτέρω από τη γραφολογική πραγματογνωμοσύνη που διατάχθηκε με την 867/1998 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (Εφετείου) και διενεργήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον διορισθέντα πραγματογνώμονα Παύλο Τσουμάνη, ειδικό δικαστικό γραφολόγο, αποδείχθηκε πλήρως ότι οι υπογραφές, που υπάρχουν στα υπό χρονολογίες ....., ........, .....
και...... ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως, είναι γνήσιες υπογραφές του ....., ο οποίος, κατά τα προαναφερόμενα, ήταν μισθωτής..... και ότι οι υπογραφές στα από ...... και από ..... ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως είναι γνήσιες υπογραφές του αρχικού δευτέρου ενάγοντος ......, ο οποίος ήταν μισθωτής δύο δωματίων της ισόγειας οικίας από 23-12-1930 μέχρι τη βίαιη αποβολή του, καθώς και του λειβαδίου από 25-9-1952 μέχρι τη βίαιη επίσης αποβολή του (20-7-1983).
Σύμφωνα, λοιπόν, με τα προαναφερόμενα, ούτε οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, ούτε φυσικά οι ίδιοι είχαν αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, όπως με τη μοναδική βάση της αγωγής τους ισχυρίζονται. Αντίθετα αποδείχθηκε, κατά τη βάσιμη ένσταση των εναγομένων και όσων παρενέβησαν υπέρ αυτών, ότι κύριοι του επιδίκου ήταν οι δικαιοπάροχοί τους νεμόμενοι μάλιστα αυτό ήδη από το 1883 μέχρι την έγερση της υπό κρίση αγωγής".
Μετά από αυτά το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 601/1997 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία είχε απορριφθεί κατ' ουσία η ένδικη αγωγή. Με αυτά, που δέχθηκε και έτσι, που έκρινε το ανωτέρω Δικαστήριο, διέλαβε, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αφενός τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα, αυτοψία και πραγματογνωμοσύνη), με βάση τα οποία σχημάτισε την κρίση του και αφετέρου σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για όλα τα ουσιώδη ζητήματα, οι οποίες καταλήγουν σε σαφές και πλήρες αποδεικτικό πόρισμα, όσο αφορά την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου.
Επομένως, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι μεν ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως και κατά τα δύο μέρη του, από τις διατάξεις των αριθ. 10 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και ο όγδοος κατά το πρώτο μέρος του (από τον αριθ. 19), ως αόριστος δε και συνεπώς απαράδεκτος ο δεύτερος λόγος, κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθ. 12 του ανωτέρω άρθρου, αφού δεν μνημονεύονται σ' αυτόν τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας σκέψεως στοιχεία και ιδίως σε ποιά αποδεικτικά μέσα δεν προσέδωσε το Εφετείο την προβλεπομένη από το νόμο αποδεικτική δύναμη, ποιά είναι αυτή και ποιό το σχετικό σφάλμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων όσο αφορά την εξέταση του μάρτυρα δικηγόρου δεν μπορούν να θεμελιωθούν στην ανωτέρω διάταξη (αριθ. 12 άρθρου 559 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή ελέγχεται, εκτός άλλων και η λήψη υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας των καταθέσεων εξαιρετέων μαρτύρων, καθώς και η μη λήψη υπόψη των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν νομίμως οι διάδικοι.
Εξάλλου, κατά μεν τις διατάξεις των εδαφ. 1 και 3 του άρθρου 400 ΚΠολΔ δεν εξετάζονται όταν κληθούν ως μάρτυρες, μεταξύ άλλων, οι δικηγόροι για πραγματικά γεγονότα που τους εμπιστεύθηκαν ή που διαπίστωσαν κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους, για τα οποία έχουν καθήκον εχεμυθείας, εκτός αν το επιτρέψει εκείνος, που τους τα εμπιστεύθηκε και εκείνος, τον οποίο αφορά το απόρρητο, επίσης δε και πρόσωπα, που μπορεί να έχουν συμφέρον από τη δίκη, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 403 παρ. 4 ΚΠολΔ, το δικαστήριο ή ο δικαστής, ενώπιον του οποίου διεξάγεται η μαρτυρική απόδειξη αποφασίζουν για τις περιπτώσεις των παραγράφων 1,2 και 3 και αρκεί για αυτό η πιθανολόγηση.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει αφενός ότι ο πρώτος, ως άνω, λόγος εξαιρέσεως καθιερώνεται μόνο υπέρ του πελάτη του δικηγόρου, που εξετάζεται ως μάρτυρας και όχι και υπέρ του αντιδίκου του και αφετέρου ότι το απαιτούμενο, για τον δεύτερο (λόγο εξαιρέσεως) "συμφέρον" πρέπει να είναι άμεσο, με την έννοια ότι το δεδικασμένο, η εκτελεστότητα ή οι αντανακλαστικές συνέπειες της αποφάσεως αφορούν και τον μάρτυρα, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει όταν ο μάρτυρας είναι απλώς συγγενής ή σύζυγος διαδίκου, ακόμη δε και αναγκαίος κληρονόμος του.
Επίσης, κατά την έννοια των άνω διατάξεων, το γεγονός ότι ο μάρτυρας μπορεί να έχει συμφέρον από τη δίκη, αυτό και μόνο, δεν τον καθιστά απαγορευμένο από το νόμο αποδεικτικό μέσο, αλλά είναι απαραίτητο ο λόγος αυτός της μη εξετάσεώς του να προβλήθηκε από τον διάδικο, κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 403 ΚΠολΔ, να πιθανολογήθηκε και να έγινε δεκτή η μη εξέτασή του, κατά τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου.
Ακόμη, το γεγονός και μόνο ότι το εξετασθέν ως μάρτυρας τέκνο ενός των διαδίκων έγινε, μετά την εξέτασή του, λόγω κληρονομικής διαδοχής, βιαίας διακοπής της δίκης και συνεχίσεώς της με επανάληψη, διάδικος (στη θέση του αποβιώσαντος γονέα) δεν αποτελεί λόγο εξαιρέσεώς του, αφού, κατά τον χρόνο εξετάσεώς του, δεν ήταν διάδικος.
Τέλος, ο από τη διάταξη του αριθ. 11 περ. γ΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται, ως κατ' ουσία βάσιμος, αν αποδεικνύεται, από την προσβαλλομένη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου και διακρίσεως από ποια μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της κρινομένης αιτήσεως, υποστηρίζουν ότι το Εφετείο "δεν έλαβε υπόψη τις ενστάσεις τους, από το άρθρο 400 παρ. 3 ΚΠολΔ, για εξαίρεση των μαρτύρων ......, δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων και ............ (μάλλον ....), η οποία εξετάσθηκε το1990 και το 1996 και κατέστη διάδικος, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της μητέρας της ........., το 1999 (15-12-1999) και η οποία προσδοκούσε και άμεσο συμφέρον από την έκβαση της δίκης ως θυγατέρα της εναγομένης μητέρας της".
Το Εφετείο, με ορθές και νόμιμες σκέψεις, όπως, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει, απέρριψε τις ανωτέρω ενστάσεις.
Συνεπώς, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως (δεύτερος και τρίτος). Εξάλλου, από τη, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, βεβαίωση ότι το Εφετείο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση συνεκτιμώντας "και όλα τα έγγραφα, δημόσια και ιδιωτικά που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι" και από το όλο περιεχόμενό της (αναιρεσιβαλλομένης) συνάγεται αδιστάκτως ότι το ανωτέρω Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τα αναφερόμενα στους τέταρτο, πέμπτο, έβδομο και όγδοο λόγους της υπό κρίση αιτήσεως έγγραφα και επομένως πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσία οι λόγοι αυτοί, κατά τα αντίστοιχα, από τον αριθ. 11 περ. γ΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέρη τους.
ΙV.- Επειδή, για να ιδρυθεί ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' λόγος αναιρέσεως (για μη λήψη υπόψη πραγμάτων, που προτάθηκαν), θα πρέπει ο σχετικός ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/1989).
Για το ορισμένο του σχετικού λόγου θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιά ήταν τα "πράγματα", που δεν λήφθηκαν υπόψη και ποιά επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, καθώς και τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτώς, από τον αναιρεσείοντα, στο Εφετείο και ήταν νόμιμος ή ότι συντρέχει μία από της περιπτώσεις του άρθρου 562 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 43/1990), επί ενστάσεως δε (θα πρέπει να αναφέρονται) τα προταθέντα πρωτοδίκως και επαναφερθέντα νομίμως στο Εφετείο περιστατικά, που την συγκροτούν, χωρίς να αρκεί η αναφορά μόνο των διατάξεων. Εξάλλου, αν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι ο ισχυρισμός εξετάσθηκε και απορρίφθηκε, ως απαράδεκτος ή κατ' ουσία, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος (Ολ ΑΠ 12/1991).
Τέλος, από τη διάταξη τουάρθρου 269 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για την πληρότητα της ενστάσεως από το άρθρο 281 ΑΚ και επομένως για το παραδεκτό της, από απόψεως χρόνου προβολής της, πρέπει τα περιστατικά, που την συγκροτούν, να προβάλλονται κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό, να γίνεται επίκληση της καταχρήσεως, που προκύπτει από αυτά τα περιστατικά και να διατυπώνεται από τον επικαλούμενο αίτημα για απόρριψη της αγωγής ή της ενστάσεως γι' αυτήν την αιτία.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τους δεύτερο, τρίτο, πέμπτο και έκτο λόγους αναιρέσεως, υποστηρίζουν, εκτός άλλων, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, "διότι δεν έλαβε υπόψη τις ενστάσεις τους περί εξαιρέσεως των μαρτύρων ........ και ......, περί ακυρότητας της διενεργηθείσας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και περί καταχρηστικής, εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, ασκήσεως των δικαιωμάτων τους επί του επιδίκου ακινήτου".
Από την επισκόπηση, όμως, της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το ανωτέρω Δικαστήριο, με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, απέρριψε ρητώς τις πιο πάνω ενστάσεις περί εξαιρέσεως των μαρτύρων και ακυρότητας της πραγματογνωμοσύνης και συνεπώς είναι απορριπτέοι οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως, κατά τα αντίστοιχα μέρη τους.
Όσο αφορά την ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί διότι, από την επισκόπηση των κατωτέρω δικογράφων, προκύπτει ότι η ένσταση αυτή δεν προβλήθηκε ή πάντως δεν προβλήθηκε ορισμένως και παραδεκτώς στα δικαστήρια της ουσίας, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα και ειδικότερα:
α) Στις προτάσεις των αναιρεσειόντων του πρώτου βαθμού από 8-5-1997 (που είναι και οι μόνες που προσκομίζονται για τον πρώτο βαθμό) δεν υπάρχει καν τέτοια ένσταση, β) στην από 23-12-1997, έφεση των αναιρεσειόντων δεν περιλαμβάνεται σχετικός λόγος εφέσεως, γ) στις, από 10-12-2004 προτάσεις των αναιρεσειόντων στο Εφετείο το μόνο, που αναφέρεται σχετικώς, είναι το ότι "οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων και οι ίδιοι οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) είχαν την συνεχή και διάλειπτη νομή και κατοχή του επιδίκου".
Ρητώς ουδέν αναφέρεται "για αδράνεια των αναιρεσιβλήτων" και πάντως δεν διατυπώνεται αίτημα απορρίψεως της ενστάσεως ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων κατ' εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ και δ) στο αναιρετήριο αναφέρεται απλώς ότι οι αναιρεσείοντες "προέβαλαν με τις προτάσεις τους στο Εφετείο την από το 281 ΑΚ ένσταση έπειτα από την υπερεκατονταετή επί του επιδίκου άσκηση από αυτούς και τους δικαιοπαρόχους τους διανοία κυρίου νομή και κατοχή τούτου και την ισόχρονη αδράνεια των εναγομένων, ως υπερβαίνουσας της ήδη ασκήσεως του τοιούτου δικαιώματος των τελευταίων προφανώς τα υπό του άνω άρθρου προβλεπόμενα όρια της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών ως και του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος".
Επομένως, το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να αποφανθεί για στην ένσταση αυτή, αφού δεν ήταν νόμιμη, ορισμένη και παραδεκτή.
V.- Επειδή, ως διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικώς από την καθ' ημέρα παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν.
Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια του αριθ. 1 περ. 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αποκλειομένης έτσι της αναιρέσεως για την εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 1602/1987 ό.π.).
Για το ορισμένο δε του αντιστοίχου λόγου αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο αφενός ποια συγκεκριμένα διδάγματα, με την προαναφερόμενη έννοια, παρέβη το Δικαστήριο και αφετέρου ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε, ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται το σφάλμα.
Ενόψει τούτων ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια "της παραβάσεως του άρθρου 336 παρ. 4 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, διότι το γενόμενο δεκτό από το Εφετείο ότι οι στο επίδικο οικίες ήταν ελληνικές έρχεται σε αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που αφορούν τις διαμορφούμενες συνθήκες ζωής κατά τα μέσα του 19ου αιώνα στη συγκεκριμένα συνοικία των Τρικάλων......και συγκεκριμένως η όλη εμφάνιση των δύο οικιών με τα πολλά μικρά δωμάτια στη σειρά, με χαμηλά ταβάνια με πλουμιστά σχέδια.....δείχνουν υπολείμματα του τουρκικού τρόπου ζωής.........αυτά δε τα σημαντικά και ουσιαστικά στοιχεία το Εφετείο όχι μόνο δεν τα αξιολόγησε αλλά έκρινε και αντίθετα από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που είναι παγιωμένα στην κοινή γνώμη και στο μέσο Έλληνα πολίτη", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ούτε το παρατιθέμενο, από τους αναιρεσείοντες συμπέρασμα μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει τον χαρακτήρα του διδάγματος της κοινής πείρας, με την προεκτεθείσα έννοια, οι οποίοι (αναιρεσείοντες) επίσης, δεν ισχυρίζονται ότι το συμπέρασμα αυτό χρησιμοποιήθηκε κατά την ερμηνεία κάποιου κανόνος δικαίου ή για την υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών περιστατικών, αλλά, όπως, από το περιεχόμενο του λόγου αυτού αναιρέσεως, προκύπτει, αυτό (δίδαγμα κοινής πείρας, κατά τους αναιρεσείοντες) δεν χρησιμοποιήθηκε ή χρησιμοποιήθηκε λανθασμένα κατά την εκτίμηση των εν γένει προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.
VΙ.- Επειδή, τέλος, κατά μεν τη διάταξη του αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι, που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη,. Κατά δε τη διάταξη του αριθ. 20 του ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτουν, εκτός άλλων και τα εξής: α) Ο από την περ. γ΄ της πρώτης από αυτές (άρθρ. 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ) λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε (στο διατακτικό ή στις αιτιολογίες με προσόντα διατακτικού), για κάποιο κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή για το αίτημα ή τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, κύρια ή αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, ενδίκου μέσου, αντεφέσεως, ανακοπής ή τριτανακοπής, απορρίπτεται δε, ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι η "αίτηση" εξετάσθηκε και απορρίφθηκε, και β) "παραμόρφωση", κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο δέχθηκε ότι το έγγραφο έχει περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, δηλαδή όταν υπήρξε διαγνωστικό σφάλμα και δη λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου (Ολ ΑΠ 1/1999) και όχι όταν το δικαστήριο αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτού συμπεράσματος, διαφορετικού από εκείνο, που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.
Ο ανωτέρω λόγος είναι αόριστος αν δεν προσδιορίζεται επαρκώς στο αναιρετήριο ποιό ακριβώς περιεχόμενο του εγγράφου δέχθηκε το δικαστήριο και δεν παρατίθεται κατά λέξη το ακριβές περιεχόμενό του και το περιεχόμενο, που δέχθηκε το δικαστήριο ή δεν προκύπτει, έστω και εμμέσως, ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.
Τέλος, ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικώς ή κυρίως από το περιεχόμενο του εγγράφου και όχι όταν το συνεκτίμησε μαζί με τις άλλες αποδείξεις, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο ως προς το πόρισμα περί υπάρξεως ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Με τον όγδοο λόγο της κρινομένης αιτήσεως οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν αφενός ότι η αναιρεσιβαλλομένη "στερείται παντελώς αιτιολογίας σχετικά με τη σκέψη της και το σχηματισμό πεποίθησης περί των πράξεων νομής των αντιδίκων από το 1890 μέχρι και το έτος 1983 και ιδίως δεν απάντησε ουδόλως στον αγωγικό ισχυρισμό τους περί ασκήσεως πράξεων νομής των δικαιοπαρόχων τους (αναιρεσειόντων) από το έτος 1881 μέχρι και το έτος 1936 ζήτημα, που αποτελεί αντικείμενο της δίκης, το οποίο άφησε αδίκαστο και αναπάντητο" και αφετέρου ότι το Εφετείο "ερμήνευσε και παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παρακάτω εγγράφων.....".
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί και κατά τα τρία μέρη του και συγκεκριμένως: α) για το από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρος του, αφού, κατά τα αναφερόμενα στην σκέψη Ι της παρούσας η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για όλα τα κρίσιμα ζητήματα, β) για το από τον αριθ. 9 του ίδιου άρθρου (μέρος), αφού σαφώς αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι "δεν αποδείχθηκε βάσιμος ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι οι ίδιοι και οι δικαιοπάροχοί τους κατείχαν και νέμονταν το επίδικο από το έτος 1890", ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων "......
και ....ήταν μεν κάτοχοι του επιδίκου όχι όμως με διάνοια κυρίων αλλ' ως μισθωτές του" και ότι "ούτε οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, ούτε φυσικά οι ίδιοι είχαν αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, όπως με τη μοναδική βάση της αγωγής τους ισχυρίζονται και αντίθετα αποδείχθηκε, κατά τη βάσιμη ένσταση των εναγομένων και των παρεμβαινόντων, ότι κύριοι του επιδίκου ήταν οι δικαιοπάροχοί τους και οι ίδιοι, νεμόμενοι μάλιστα αυτό ήδη από το 1883 μέχρι την έγερση της αγωγής και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί η αγωγή" και γ) για το από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέρος του, διότι -εκτός της αοριστίας του, δεδομένου ότι δεν μνημονεύεται από τους αναιρεσείοντες κατά λέξη, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας σκέψεως, το περιεχόμενο των εγγράφων και ποιό λάθος έκανε το Εφετείο στην ανάγνωση και όχι στην ερμηνεία ή εφαρμογή των εγγράφων αυτών- όπως από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά τα προαναφερόμενα, προκύπτει το Εφετείο δεν σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση αποκλειστικώς ή κυρίως από τα ανωτέρω έγγραφα, αλλά από τη συνεκτίμηση των εγγράφων αυτών με όλα τα άλλα αποδεικτικά μέσα.
Συνακόλουθα, είναι απορριπτέα στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 27 Απριλίου 2005, αίτηση των ........, ......, ........, ......., ..........και ..............για αναίρεση της 63/2005 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 6 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ