Supreme Court allows appeal against labor court ruling on public sector holiday allowance constitutional validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a labor court decision regarding the constitutionality of abolishing public sector holiday allowances. The plaintiffs argued the measure violated constitutional equality and social rights, while the lower court found the decision legally flawed due to insufficient justification for the specific exemption of these employees. Consequently, the Supreme Court annulled the lower court's ruling and remanded the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4 § 5 and 25 §§ 1 & 4 of the Constitution; First Protocol Article 1 of the ECHR; The court held that a legislative measure abolishing holiday allowances for public sector employees requires specific justification regarding the balance between general interest and individual rights, and must be proportionate to achieve its fiscal objectives.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1266 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1266/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΕΡΕΥΝΩΝ ΓΙΑ ΘΕΜΑΤΑ ΙΣΟΤΗΤΑΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κονδύλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)… και 75), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Διονυσοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/2/2019 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 3369/2019 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 13/2/2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπ' αριθ. 3369/2019 του Ειρηνοδικείου Αθηνών εκδικάστηκε κατά τις ειδικές διατάξεις περί μικροδιαφορών (άρθρα 466-472 ΚΠολΔ όπως ισχύουν), η εργατική διαφορά (περιουσιακή διαφορά των άρθρων 614-622 ΚΠολΔ), [αφού μετά την έναρξη της ισχύος των διατάξεων του ν. 4335/2015 την 1-1-2016, καταργήθηκε η διάταξη της § 3 του άρθρου 666 ΚΠολΔ, με την οποία αποκλειόταν η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 466 έως 472 ΚΠολΔ στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και ισχύει η γενική παραπομπή του άρθρου 591 § 1 ΚΠολΔ], εισαχθείσα ενώπιόν του με την από 28-2-2019 αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, εργαζόμενοι στο εναγόμενο -αναιρεσείον νπιδ που ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και αμειβόμενοι βάσει του ενιαίου μισθολογίου (ν. 4354/2015), πρόβαλαν ότι η κατάργηση των επιδομάτων εορτών (Χριστουγέννων & Πάσχα) και αδείας τους δυνάμει του ν. 4092/2012 αντίκειται στα άρθρα 4 § 5 & 25 §§ 1 & 4 του Συντάγματος και στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ και ζήτησαν την καταβολή του αντιστοιχούντος στον καθένα τους χρηματικού ποσού για το χρονικό διάστημα των ετών 2013-2018.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τα ζητήματα επί των οποίων εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος, τα εξής: "... Σύμφωνα με το άρθρο 4 § 5 του Συντάγματος "Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 25 §§ 1 & 4 αυτού "1.
Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. 4.
Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης".... Από τον συνδυασμό των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων, συνάγεται ότι σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείματος.
Η δυνατότητα όμως αυτή, δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολούμενων τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως, επίσης, και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου μάλιστα ότι η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών είναι προς όφελος όλων.
Και τούτο διότι, ενόψει και της καθιερούμενης στο άρθρο 25 § 4 του Συντάγματος αξίωσης του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών, αντί της προώθησης διαρθρωτικών μέτρων ή της είσπραξης των φορολογικών εσόδων, από τη μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται, κυρίως, άλλες κατηγορίες πολιτών.
Εξάλλου, στην διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), το οποίο κυρώθηκε, μαζί με τη Σύμβαση, με το άρθρο πρώτο του Ν.Δ. 53/1974 (ΦΕΚ Α'256/1974) και σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 εδάφ. α' του Συντάγματος έχει υπερνομοθετική ισχύ, ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή διά λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους". Στην έννοια της περιουσίας, που εγγυάται η διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., περιλαμβάνεται σειρά περιουσιακών δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων δικαιώματα μισθών, επιδομάτων και κάθε άλλης μορφής αποδοχών εργαζομένων, εφόσον είναι προσδιορισμένα με νόμο ή προσδιορίσιμα βάσει νόμου ή συνιστούν αντικειμενικώς, νόμιμη προσδοκία, που θα μπορούσε να θεμελιωθεί στο ισχύον μέχρι την προσβολή δίκαιο.
Τα περιουσιακά αυτά δικαιώματα, ως κατεξοχήν μέσα βιοπορισμού, προσλαμβάνουν και έντονο κοινωνικό περιεχόμενο, αποτελούν δε αυτοτελή ιδιοκτησιακά δικαιώματα και για τον λόγο αυτό η (εν όλω ή εν μέρει) κατάργησή τους αποτελεί (εν όλω ή εν μέρει) στέρηση του αντικειμένου αυτοτελών ιδιοκτησιακών περιουσιακών δικαιωμάτων.
Για τη στέρηση αυτή, το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., προβλέπει ότι δύναται να χωρίσει για λόγους δημόσιας ωφέλειας υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους "έναντι έγκαιρης και δίκαιης αποζημιώσεως για την απώλειά της". Επιπλέον, για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου επέμβαση σε περιουσιακής φύσεως αγαθό, υπό την ανωτέρω έννοια, πρέπει αφενός να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατ' αρχήν και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος ή προς την εξασφάλιση της βιωσιμότητας κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών, αφετέρου να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν.
Επιπρόσθετα, στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι "ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας". Από την διάταξη αυτή, με την οποία καθιερώνεται η αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, απορρέει το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης ή ενός ελάχιστου εισοδήματος, το οποίο έχει ως φορέα τον "καθένα", ενεργοποιείται δε ως κανόνας προστασίας για κάθε άτομο που πλησιάζει τα όρια της εξαθλίωσης και αποτελεί το ακραίο όριο των νομοθετικών επιλογών.
Το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης ή ενός ελάχιστου εισοδήματος, ως ειδική έκφανση της υποχρέωσης του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αναγνωρίζεται πρόσφατα και από την νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων αλλά και του Ε.Δ.Δ.Α. σε σχέση με τα περιουσιακά δικαιώματα που προστατεύει κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ...
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 22 § 1 του Συντάγματος "η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος" ενώ κατά το άρθρο 4 § 1 του Μέρους II του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Χάρτη, που κυρώθηκε με το ν. 1426/1984 και σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος υπερισχύει κάθε αντίθετης διάταξης νόμου, αναγνωρίζεται "το δικαίωμα των εργαζομένων για αμοιβή αρκετή να εξασφαλίζει σ' αυτούς και τις οικογένειες τους ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης".
Ενόψει των ανωτέρω, η επιβολή μέτρων προς εξυπηρέτηση δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας δεν δικαιολογεί εν λευκώ και εκ προοιμίου οποιοδήποτε μέτρο με οποιοδήποτε κόστος. Η επιλογή των συγκεκριμένων μέτρων δεν ανήκει στην ανέλεγκτη διαπλαστική εξουσία του νομοθέτη, ο οποίος ελέγχεται ως προς την τήρηση της συνταγματικής επιταγής για ισόρροπη οικονομική ανάπτυξη με διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης και δεσμεύεται από τα όρια που θέτουν οι ανωτέρω, απορρέουσες από τις συνταγματικές και τις υπερκείμενες νομοθετικά διατάξεις των διεθνών συμβάσεων, αρχές, την υπέρβαση των οποίων με κριτήρια την ένταση, τη διάρκεια και τη σώρευση των μέτρων, τη δίκαιη κατανομή τους μεταξύ των πολιτών, καθώς και την αιτιολόγηση και τεκμηρίωση της αναγκαιότητας και της αποτελεσματικότητάς τους, ελέγχουν τα δικαστήρια κατ' άρθρο 93 § 4 του Συντάγματος.
Τα τελευταία, όταν διαπιστώσουν ότι οι εισαγόμενες ρυθμίσεις παραβιάζουν τις ως άνω συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές, καλούνται να τις αποκαταστήσουν, επιδικάζοντας στους φορείς του σχετικού δικαιώματος που απορρέει από αυτές, εις βάρος των οποίων εφαρμόστηκαν οι αντισυνταγματικές διατάξεις, τις διαφορές που προκύπτουν από την εφαρμογή ως προς αυτούς των εν λόγων διατάξεων...
Αποδεικνύονται τα εξής... Από την 01-01-2013, το εναγόμενο, όπως και το ίδιο συνομολογεί, σταμάτησε να καταβάλει στους ενάγοντες τα επιδόματα εορτών και αδείας κατ' εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 σύμφωνα με την οποία "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ., και Ο.Τ.Α., καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1.1.2013"...
Με τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 4093/2012, ο νομοθέτης επιχειρεί, για πολλοστή φορά, περικοπή των αποδοχών της ίδιας ομάδας θιγομένων, ειδικότερα δε, θεσπίζεται πλέον με αυτές κατάργηση (και όχι πλέον απλώς περαιτέρω μείωση) ενός διακριτού τμήματος των καταβαλλόμενων συνολικών ετήσιων αποδοχών, το οποίο παγίως, με διαδοχικούς νόμους, χορηγείτο στο σύνολο των υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ανεξαρτήτως ειδικότητας και φορέα, δοθέντος ότι, πράγματι, τα επίδικα επιδόματα εορτών και αδείας συνδέονταν, από τη φύση τους και ενόψει του νομοθετικού λόγου της θέσπισής τους, με τις αυξημένες ανάγκες που ανακύπτουν κατά τις εορταστικές περιόδους και κατά την περίοδο των θερινών διακοπών, οι ανάγκες δε αυτές συντρέχουν για όλους τους υπαλλήλους ανεξάρτητα από τον μισθό καθενός από αυτούς.
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω στοιχείων (αιφνίδια ανατροπή, εν μέρει, του ισχύοντος μισθολογικού καθεστώτος της ίδιας κατηγορίας πολιτών), ο νομοθέτης δεν δικαιολογείτο πλέον να προχωρήσει στην υιοθέτηση του επίμαχου καταργητικού μέτρου, χωρίς να έχει προηγουμένως εκτιμήσει, κατά πρώτον, την προσφορότητα του μέτρου αυτού, ενόψει και της διαπίστωσης του ότι τα αντίστοιχα μέτρα που είχε λάβει έως τότε (μειώσεις μισθών και συντάξεων) δεν είχαν αποδώσει τα αναμενόμενα και ότι η οικονομική ύφεση είχε ενταθεί με ρυθμούς που είχαν ανατρέψει τις αρχικές προβλέψεις.
Όφειλε δε, περαιτέρω, ο νομοθέτης, αποφαινόμενος τεκμηριωμένα και για την αναγκαιότητα του ίδιου ως άνω μέτρου, να εξετάσει την ύπαρξη τυχόν εναλλακτικών επιλογών και να συγκρίνει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της καθεμιάς για τον επιδιωκόμενο δημόσιο σκοπό της δημοσιονομικής προσαρμογής, καθώς και αν οι επιπτώσεις της συγκεκριμένης περικοπής αποδοχών στο βιοτικό επίπεδο των θιγομένων, αθροιζόμενες με τις επιπτώσεις από τα ήδη ληφθέντα γενικά μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης (όπως οι αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις) και συνδυαζόμενες με τις ευρύτερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της διανυόμενης έκτακτης περιόδου (κόστος αγαθών και υπηρεσιών, ανεργία, έκταση και περιεχόμενο δανειοληπτικών υποχρεώσεων κ.λπ.), οδηγούν σε ανεπίτρεπτη μείωση του επιπέδου ζωής των υπαλλήλων κάτω του, κατά το άρθρο 2 § 1 του Συντάγματος, επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Όμως, ούτε από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισης του ν. 4093/2012, ούτε από το κείμενο του εγκριθέντος με το νόμο αυτό Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016, ούτε, τέλος, από το κείμενο του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 Μνημονίου Συνεννόησης προκύπτει ότι, κατά την θέσπιση της πλήρους κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας με την επίμαχη διάταξη του ν. 4093/2012 (περίπτωση 1 υποπαράγραφος Γ.1 παράγραφος Γ άρθρου πρώτου) ελήφθησαν υπόψη τα προαναφερόμενα στοιχεία και ιδίως εάν οι αποδοχές των υπαλλήλων του Δημοσίου παραμένουν και μετά τη νέα, σοβαρή μείωση, επαρκείς για την αντιμετώπιση του κόστους αξιοπρεπούς διαβίωσής τους και ανάλογες της αποστολής τους.
Περαιτέρω, με τα δεδομένα που ίσχυαν κατά τον χρόνο δημοσίευσης του ν. 4093/2012, οι επελθούσες με το νόμο αυτό μειώσεις αποδοχών με τις οποίες επήλθε πλήρης κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας, συνυπολογιζόμενες με τις προηγούμενες μειώσεις που επιβλήθηκαν διαδοχικά επί των πάσης φύσεως αποδοχών και επιδομάτων των υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και με άλλες μειώσεις του εισοδήματος τους βάσει παράπλευρων νομοθετημάτων της περιόδου της κρίσης (επιβολή εισφοράς αλληλεγγύης με το άρθ. 29 ν. 3986/2011 και ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας με το άρθρο 38 § 1 περ.
α' του ν. 3986/2011, επιβολή ειδικής εισφοράς υπέρ του Τ.Π.Δ.Υ. με το άρθ. 38 § 2 περ. β' του ίδιου ν. 3986/2011 και αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις), υπερβαίνουν, λόγω του σωρευτικού τους αποτελέσματος και της έκτασής τους, το όριο που θέτουν οι συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, δεδομένης άλλωστε και της χρονίζουσας αδυναμίας προώθησης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και είσπραξης των ληξιπρόθεσμων φορολογικών οφειλών που απετέλεσαν έναν από τους λόγους για τους οποίους κρίθηκαν (και πάλι) αναγκαίες, μεταξύ άλλων, οι νέες επίδικες μειώσεις στις αποδοχές της προαναφερόμενης κατηγορίας πολιτών που επήλθαν με την επίμαχη πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας.
Συνεπώς, κατά τα ανωτέρω, οι λόγοι δημοσίου συμφέροντος δεν αρκούν, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, για να καταστήσουν συνταγματικά ανεκτές τις συγκεκριμένες περικοπές και αυτό, ανεξαρτήτως του ότι το ένδικο καταργητικό μέτρο ψηφίσθηκε όταν είχε πλέον παρέλθει διετία από τον πρώτο αιφνιδιασμό της οικονομικής κρίσης και αφού εν τω μεταξύ είχαν σχεδιασθεί και ληφθεί τα βασικά μέτρα για την αντιμετώπισή της. Επιπλέον, οι επίδικες περικοπές δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ούτε εκ του λόγου ότι αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής που περιέχει δέσμη μέτρων για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών, διότι η προϋπόθεση αυτή αποτελεί αναγκαίο όχι όμως και επαρκή όρο για τη συνταγματικότητα των εν λόγω περικοπών. Εξάλλου, η συνταγματικότητα του καταργητικού αυτού μέτρου δεν μπορεί να στηριχτεί ούτε στη μεγαλύτερη της αναμενόμενης ύφεση της ελληνικής οικονομίας ούτε στην αυξημένη αποτελεσματικότητα των εν λόγω μέτρων, δεδομένης της επιβάρυνσης, κατ' επανάληψη, των ίδιων προσώπων.
Συνεπώς, η ένδικη διάταξη της περιπτώσεως 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία καταργήθηκαν από 01-01-2013 τα επιδόματα εορτών και αδείας των εναγόντων, αντίκειται στα άρθρα 25 § 1 & 4 § 5 του Συντάγματος και τις απορρέουσες από αυτά αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη και το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα τα επίδικα επιδόματα...". Και με τις παραδοχές αυτές το Ειρηνοδικείο έκανε δεκτή την αγωγή και επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους τα αιτούμενα χρηματικά ποσά.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ότι αντίκειται στις απορρέουσες από τα άρθρα 25 § 1 & 4 § 5 του Συντάγματος αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας.
Σύμφωνα με τη διάταξη του εν λόγω άρθρου, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η υπόθεση εκδικάστηκε από το Ειρηνοδικείο κατά τις ειδικές διατάξεις περί μικροδιαφορών (άρθρα 466-472 ΚΠολΔ όπως ισχύουν) και δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές ο λόγος ότι παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, όπως είναι οι επικαλούμενες ως παραβιασθείσες συνταγματικές διατάξεις.
Απαράδεκτος είναι και ο περαιτέρω, στον ίδιο λόγο, ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι εσφαλμένα το Ειρηνοδικείο δίκασε την αγωγή ως μικροδιαφορά, γιατί πρόκειται για εργατική διαφορά, ως εμπίπτων στην περίπτωση του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχη διάταξη στο άρθρο 560 ΚΠολΔ που αφορά τις αναιρέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων όπως εν προκειμένω, αλλά και για το λόγο ότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε παραδεκτά από το αναιρεσείον ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (ΚΠολΔ 562 § 2).
Κατά το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, ήτοι όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε (ΟλομΑΠ 24/1992).
Ο λόγος αυτός αφορά την εκ πλαγίου παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όχι την ευθεία. Στην προκειμένη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς, αλλά και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που δέχθηκε ως εφαρμοστέες και συνεπώς στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα κρίνοντας τη διάταξη της περιπτώσεως 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία καταργήθηκαν από 1-1-2013 τα επιδόματα εορτών και αδείας των αναιρεσιβλήτων, ότι αντίκειται στις αναφερόμενες Συνταγματικές και υπερνομοθετικές διατάξεις των διεθνών συμβάσεων και τις απορρέουσες από αυτά αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, διότι ο νομοθέτης υπερέβη τα όρια που θέτουν οι άνω παραβιασθείσες διατάξεις και εκ τούτου, ότι το αναιρεσείον οφείλει να καταβάλει σε κάθε αναιρεσίβλητο τα επίδικα επιδόματα, δεν προσδιορίζει το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας εν γένει.
Περαιτέρω, ενόψει της φύσης των επιδομάτων εορτών και αδείας και του λόγου της θέσπισής τους, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν προσδιορίζει αν με την επελθούσα με την περικοπή τους μείωση των συνολικών αποδοχών τέθηκε σε διακινδύνευση η αξιοπρεπής διαβίωση των αναιρεσιβλήτων υπαλλήλων του αναιρεσείοντος και στη συνέχεια, αντιφατικά δέχεται ότι οι περισσότεροι απ' αυτούς ουδέποτε έλαβαν αυτά, αφού προσλήφθηκαν μετά την 1-1-2013.
Επίσης δεν προσδιορίζει με συγκεκριμένα περιστατικά αν με την κατάργηση των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας, από την οποία εξοικονομήθηκε ετήσια κρατική δαπάνη εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, παραβιάστηκε η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των αναιρεσιβλήτων.
Ακόμη, δεν προσδιορίζει γιατί, ενώ πρόκειται για μέτρο που αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να εξαιρεθούν του μέτρου αυτού, όταν περαιτέρω, κατ' αντίφαση δέχεται ότι το ύψος των αποδοχών του συνόλου των αναιρεσιβλήτων, μετά τις επελθούσες με τον ανωτέρω νόμο μειώσεις αποδοχών είναι ανώτερο των 900 ευρώ για τον καθένα, το οποίο, λόγω του ύψους του, εξασφάλιζε αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο.
Τέλος, ενώ τα επιδόματα εορτών και αδείας δεν συνιστούν απόλυτα προνόμια και ο περιορισμός των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα με την κατάργηση τους δικαιολογείται για λόγους γενικού συμφέροντος, που αποσκοπεί στη διασφάλιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης και στη μείωση των δημοσίων δαπανών της Χώρας, δεν δικαιολογεί σαφώς (το Ειρηνοδικείο) γιατί το μέτρο αυτό δεν παρίσταται ως πρόσφορο, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών και γιατί δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, η οποία υπαγορεύεται από επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μείωση του υπερβολικού δημοσίου ελλείμματος.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο επισημαίνονται τα σφάλματα αυτά και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά παραδοχή ως βάσιμου του δεύτερου λόγου της, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 § 3). Τέλος, πρέπει οι αναιρεσίβλητοι που ηττήθηκαν στη δίκη να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3369/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Ειρηνοδικείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Οκτωβρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ